Θωμάς Γκόρπας, Δύο ποιήματα

ΘΕΣΗ

Στην άσφαλτο κυλάει το μεσημέρι λαβωμένο.
Όλα σπασμένα.
Σπασμένα γόνατα
λαιμοί
χέρια σπασμένα
σπασμένα συνθήματα
σπασμένες φωνές
σπασμένο τραγούδι
σπασμένο.
Όμως εμείς το περιμένουμε να ΄ρθεί μέσ’ από σημαίες κ΄ αίματα
τ’ αλάβωτο μεσημέρι
μες στο σπασμένο καιρό
που λογαριάζεται κιόλας με το μέλλον.

*

ΒΑΣΙΛΕΥΕΙΣ ΕΣΥ

Σε χαμηλωμένο φως που δεν ξέρει την περηφάνια
βασιλεύεις εσύ που την ξέρεις.
Σε απαλή εγκατάλειψη τραμπαλίζεται το χαμόγελό σου
φρέσκο φύλλο που παίζει με μικρό βοριά.
Κι ως σηκώνεις τα χέρια σου και φωνάζεις ζήτω στην ομορφιά
λάμπουν σαν μέσα από δροσιά οι μασχάλες σου
αγροτικά λουλούδια στην πρώτη τους ηλικία.

*Από τη συλλογή “Σπασμένος καιρός” (1957) που περιλαμβάνεται ως ενότητα στη συλλογή “Στάσεις στο μέλλον” στο βιβλίο “Θωμάς Γκόρπας – Τα ποιήματα 1957-1983”, Εκδόσεις Κέδρος, Ιανουάριος 2006.

Νανά Ησαΐα, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Μα ας επιστρέψουμε
Στον τόπο του ονείρου λοιπόν.
Στην λήψη του προσώπου μας στον ήλιο.
Το κενό ήταν οικείο στο φως.
Τα φυτά ήταν διάχυτα.
Τα μαλλιά μας ανέπνεαν σε κάποιον ελάχιστο κυματισμό.
Η λύπη μας είχε μετασχηματιστεί
Με τη συμμετοχή του φωτός
Σʼ ένα αδιάφορο τρόπο.
Ήταν χαμένα τα μάτια μας
Απέρρεαν από κάποια πολύ παλιά θύμηση.
Ενός άλλου κόσμου.

*

ΕΜΕΙΣ

Ο κόσμος κρύσταλλο
Μαύρα σημεία εμείς ζωής στη λεωφόρο
Αν κάτι υπάρχει αυτό είναι το φως
Ο έτοιμος χρόνος με την ταχύτητα του φωτός
Όμως εμείς.
Σημεία ζωής.
Αγνοούμε ότι φεύγει.
Αν και φεύγουμε κι εμείς.
Καθώς άκαμπτη πέφτει η βροχή.
Ο δρόμος καθρέφτης σημείων.
Ίσως και εννοιών.
Κι όπως οι δυο όψεις των λέξεων δυσαναλογούν
Ήμαστε ΕΜΕΙΣ κι εμείς.
Στους αντικατοπτρισμούς μας.

Χανς Μάγκνους Έντσενζμπέργκερ: Ενθυμούμενος την κακιά στιγμή

Το πρωινό του οικτιρμού που κυλάει στα μέλη σου
σαν λουμπάγκο –
η μέρα που γελοιοποιήθηκες για πάντα –
το απόβραδο εκείνο που κείτεσαι στο πάτωμα
με ματωμένη μύτη –
η ώρα που ανακαλύπτεις πως για δεκατέσσερα χρόνια
εννιά μήνες και δύο εβδομάδες έσφαλλες –
το λεπτό εκείνο που η ίδια σου η κόρη
σε βλέπει σαν ξένο –
η στιγμή που μπορείς να φανταστείς την αιχμή
του μαχαιριού στην πλάτη σου –
η στιγμή που βρίσκεις το αποχαιρετιστήριο γράμμα
στο τραπεζάκι της κουζίνας –
το δέκατο του δευτερολέπτου που η χιονοστιβάδα
κάτω από τα πόδια σου αρχίζει να κυλάει –
και πριν και μετά
όλες εκείνες οι αδιανόητα απειράριθμες στιγμές
που δεν σου καιγόταν καρφάκι.

Μτφρ.: Γιωργος Πρεβεδουράκης

“Η ιστορία των νεφών και άλλα ποιήματα” Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2016.

Sylvie, Λανόμι

Πάνω κάτω πάνω κάτω μες στη ζέστη στη φαβέλα
πιτσιρίκια στα Πατήσια βγαίνουν σέντρα σαν σε τέρμα
και φιλάνε τη φανέλα
μ’ ένα όνειρο τρελό μας και φύγουν απ΄την τρέλα
Γράφω ρίμες σε μια χλωρά που μου μοιάζουν όλα ξένα
και ρωτάω αν το γκάζι στο Γιαμάχα πάει τέρμα
Σ’ ένα δρόμο μια ευθεία τρέχω στάνταρ με δευτέρα
προσπαθώ να καταλάβω τι σκατά έχω στην τσέπη
αυτοκόλλητα, ψιλά μου σκιστήκαν απ΄ τη ζέστη
Σου ‘χα πει πως στο Μιλάνο δε θα δεις ποτέ τ’ αστέρια
τώρα φεύγω μακριά μπας και γίνω με αέρα
Μου ‘χες πει πως η Αθήνα θα ‘ναι πάντα εδώ για μένα.

*Δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν, τεύχος 32, Χειμώνας-Άνοιξη 2025.

Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου & Ελένη Κοφτερού, Έρωτας είναι; (Τάνκα 5-7-5 & 7-7)

i.
Η νύχτα τούτη
μου γνέφει ερωτικά
φεγγάρι εσύ!
Τι κρίμα που δεν μπορώ
σε σκάλα να ανέβω.

ii.
Γυμνές πατούσες
η θάλασσα θωπεύει
έρωτας κύμα.

Άραγε πλημμυρίδα
ή άμπωτη και βράχος;

iii.
Δήγμα του πάθους
η ζωή της ζωής μου
μονάχα εσύ.

Έρωτας παραμύθι
τέλος απροσδόκητο.

iv.
Νότες των πουλιών.
έρωτα δοξάζουνε
αγάπης φτερά.

Πούπουλα μελωδίες
του ανέμου λάφυρα.

v.
Άηχα λόγια
μου γνέφει ο ουρανός
του έρωτα φως.

Άγρια η ομορφιά του
πριν έρθει η ομίχλη.

vi.
Μες στον χειμώνα
του έρωτά μας ανθοί
μυστικοί δεσμοί.

Στον παγωμένο κόσμο
άνοιξη καραδοκεί.

vii.
Έρωτας φλόγα
τα πάντα αφανίζει
φύλλα και δέντρα.

Θέλω να είμαι εγώ
το αρχέγονο δάσος.

viii.
Φλογερή λάμψη
φωσφορίζει στα μάτια
έρωτα δροσιά.

Δροσοσταλίδες νωπές
στα χείλη σου γλιστρώ.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: ένα έτσι

Μας απειλούν.
Λένε πως θα μας πάρουν και τη νύχτα.
Πως θα ξορκίσουν το μυστηριακό της πέπλο.
Πως το σκοτάδι θα γεμίσουν φως.
Τους κοιτώ με απορία
Όταν κουρδίζουν τα ρολόγια στην καρδιά τους
Όταν τυλίγουν με πλαστικό τα συναισθήματα τους.
Όταν κυριολεκτούν την στιγμή που όλα γύρω
ανθίζουν.
Αλίμονο, αγάπησα τις φωνές που τραντάζουν το σύμπαν.
Τις αγκαλιές που γεννούν τα αστέρια
Και εσένα.
Ας απειλούν όσο θέλουν.
Δεν θα νιώσουν άλλωστε ποτέ
Το φίλημα του φεγγαριού στο μέτωπό τους.

*

Όλες μου οι αστοχίες, μούστος
που τη ζωή ωριμάζει
σε δρύινο βαρέλι.
Τις νύχτες, γλεντώ τα λάθη μου’
σχεδιάζοντας τα αυριανά.
Σκοντάφτοντας άλλωστε
από το ένα στο άλλο
έφτασα εδώ.
Λέω να συνεχίσω έτσι.
Τα δευτερόλεπτα καμπυλώνουν
τυλίγοντας το φεγγάρι.
Τα χείλη της πιο μακριά΄από αυτό,
και τώρα που δεν έχει γυρισμό
μοσχοβολάνε στίχοι ποιητών
στο ποτήρι μου.
Γύρεψα στην ζωή την έκσταση
και πίστεψα κάθε μου λάθος
σε όλη του την έκταση

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Τρία ποιήματα

Artwork: Francis Bacon

*Τα ποιήματα αυτά προέρχονται από τη νέα ποιητική συλλογή της Ιωάννας Διαμαντοπούλου, “Ο εμφύλιος του λόγου”, που πρόκειται να εκδοθεί σε λίγο από τις Εκδόσεις Βακχικόν.

Ο εμφύλιος του λόγου

Στο βασίλειο της σιωπής
η επίσημη γλώσσα
δεν μιλιέται.
Γράφεται, ξεχνιέται,
κοιμάται σε χαρτιά που κιτρινίζουν.

Οι υπήκοοι στο βασίλειο της σιωπής είναι σκέψεις
όλων των ειδών,
απειλητικές, θωπευτικές για την ύπαρξη,
αλληλοσπαρασσόμενες κάποιες φορές.
Όταν φουντώνει μέσα μου
ο εμφύλιος του λόγου.

Όταν φουντώνει μέσα μου
ο εμφύλιος του λόγου
πεινάω για άνθρωπο.

*

Οι μέρες του κυρίου Β.

Είναι χωματένιες
και οι νύχτες του επισκέψεις σε όνειρα
τα απογεύματα του ραμμένα με τα απογεύματα άλλων πολλών
και όταν φεύγει δε μπορεί να τα παίρνει μαζί του.
Αναπαύεται πάνω σε ξένους στίχους
πιάνει την αλήθεια τους στο χέρι
να δει αν το ύφασμα που τρίζει
είναι ταφτάς
Κάπου κάπου
Νεκροί σηκώνουν ψηλά
τις ζωές τους
και τις αφήνουν να πέσουν
φθινοπωρινά φύλλα
στην αυλή του κυρίου Β.
Κι αυτός συμπονετικός ,ακούραστος
σκουπίζει τα νεκρά φύλλα απ’ την αυλή
να μην γλιστρήσει πάνω τους η ζωή και πέσει.

*

Τα δοχεία της σιωπής

Και τα δοχεία της σιωπής άδειασαν
και βγήκε ένα σκουρόχρωμο υγρό
λέξεις εν σήψει
περιττώματα λόγου
ήταν μια γλώσσα σκοτεινή
που φτιάχτηκε από απογόνους σιωπής
και καταπατητές της φαντασίας.
Το τοπίο αν είχε χέρια
θα τα σήκωνε ψηλά

σε απελπισία ή προσευχή ή και το ένα να ακολουθεί το άλλο
με αυτή τη σειρά
πρώτα απελπισία και μετά σιωπή.
Ο άνθρωπος αν είχε πεδιάδες
δε θα χρειαζόταν να τον ανεβαίνουμε,
εύφορες πεδιάδες λόγου εννοώ αν είχε
αν μιλούσε δηλαδή
δε θα χρειαζόταν να τον ανεβαίνουμε ασθμαίνοντες
για να πέσουμε από την ψηλότερη κορφή.
Τα είπαμε όλα.
Λογικά και παράλογα.
Ουρανός μας οι χαρταετοί ενός καινούργιου κόσμου.
Τα οικόσημα του παλιού.
Συμπλέγματα.
Τα δοχεία της σιωπής άδειασαν.
Πλύθηκαν.
Και θα ξαναγεμίσουν.

Παναγιώτης Μηλιώτης, Ο ήχος του χρήματος

Πίνακας του Γιάννη Μόραλη

Φυσικά κι είναι αλήθεια – διόλου θρύλος
ότι άκουσα να πέφτει το πουγκί
μα δε θέλησα κι άλλο να σκύψω στο λιθόστρωτο –
ο λόγος; Έτσι όπως άκουσα τον ήχο του νομίσματος,
ήχος στάσιμος και νεκρικός, διαπέρασε το σώμα μου
μια ανατριχίλα, φόρτισε τη μνήμη κι άστραψαν βιώματα·
δεν ξέρω πώς αλλά ζωντάνεψαν
ίσως για πρώτη μου φορά ατόφιες
οι σκόρπιες εντυπώσεις μιας αλλόκοτης ζωής
ήταν π’ αναγνώρισα στον τόνο εκείνου του ήχου
τον ίδιο τόνο που ’χαν οι φωνές εχθρών και φίλων
κι είδα στα μάτια του καθενός
το μίσος να λάμπει για τον άλλον –
Ω! Τι άγρια που ’ναι τα πάθη
για τα πρωτεία και την περιουσία.

Αθανασία Δρακοπούλου, 25η Μαρτίου – Εθνικόν και Θρησκευτικόν Πανηγύριον

Αηδίασα πια να βαδίζω σε τόπους στεγνούς,
να βλέπω σημαίες να ξεφτίζουν στον άνεμο
παιδιά να χτυπούν τα πόδια ρυθμικά,
δίχως να ξέρουν το γιατί.

Αηδίασα
οι ήρωες έγιναν πέτρινα αγάλματα,
τα ονόματά τους σκαλισμένα σε πλατείες
που κανείς δεν σταματά να διαβάσει.
Ο πυρετός ανεβαίνει,
καθώς οι ρήτορες τσακίζουν τη γλώσσα
με λόγια παλιά,
που μοιάζουν με βόλια σκουριασμένα.

Σήμερα ο Αρχάγγελος δίνει το σύνθημα
κι ο μπακαλιάρος τηγανίζεται εις ανάμνησιν του θαύματος.
Εικοσιδύο ευρώ ο μπακαλιάρος σκορδαλιά
και η ρομφαία του Αρχαγγέλου
ενέχυρο για το κόκκινο δάνειο.

Πήρε απόγευμα κιόλας
και οι παρελάσεις σβήνουν σιγά σιγά
μες στη βουή της πόλης.
Τα παιδιά ξεκουμπώνουν τα πουκάμισα,
οι μανάδες γυρίζουν στους νεροχύτες,
και οι πολιτικοί βγάζουν τις κορδέλες,
τις διπλώνουν τακτικά
για να τις ξαναφορέσουν του χρόνου.

Ο θάνατος κάθεται σκυφτός
στις παρυφές της ιστορίας,
τα καράβια στο Αιγαίο βουλιάζουν σιωπηλά
και οι προσευχές για δικαιοσύνη
πέφτουν στο χώμα
σαν βροχή που δεν ποτίζει τίποτα.
Έτσι για το έθιμο των ημερών
γράφουμε κι ένα ποίημα κουτσό
να καθαρίσει τη συνείδηση μας
στις ράγες των τρένων.

Nikola Madzirov, Δύο ποιήματα

Πολλά συνέβησαν

Πολλά συνέβησαν
ενώ η Γη στροβιλιζόταν στο
δάχτυλο του Θεού.

Καλώδια ελευθερώθηκαν
από πυλώνες και τώρα
συνδέουν τη μια αγάπη με την άλλη.
Σταγόνες από τον ωκεανό
ήρθαν και στάθηκαν πρόθυμα
πάνω στους τοίχους των σπηλαίων.
Τα λουλούδια διαχωρίστηκαν
από τα μεταλλικά στοιχεία και αποχώρησαν
ακολουθώντας το άρωμα.

Από την πίσω τσέπη κομμάτια χαρτιού
άρχισαν να πετούν στο ευάερο δωμάτιό μας:
άσχετα πράγματα που ποτέ δεν
θα κάναμε εκτός και αν
κάποιος τα είχε σημειώσει.

*

Ο ουρανός ανοίγει

Κληρονόμησα ένα σπίτι χωρίς αριθμό
με πολλές ερειπωμένες φωλιές
και ρωγμές στους στοίχους σαν τις φλέβες
μιας ερωμένης που ερεθίζεται.
Εδώ κοιμάται ο άνεμος
και τα λόγια συνοπτικών
απουσιών. Είναι καλοκαίρι
και γύρω πλανάται το άρωμα του πατημένου θυμαριού.
Οι μοναχοί τελειώνουν τις προσευχές με το κομποσκοίνι,
ο ουρανός ανοίγει και δημιουργεί ένα ρεύμα αέρα
στις ψυχές μας.
Τα δέντρα είναι πράσινα, εμείς είμαστε αόρατοι,
και μόνο έτσι διακρίνονται:
τα αγέννητα παιδιά μα και η νύχτα
που κάνει τους αγγέλους
αγνότερους.

*Από το βιβλίο “Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”, Εκδόσεις Θράκα, 2024. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα.