Carlos Latorre (1916-1980), Έμπεδη γνώση (Sciencia cierta)

Το ποίημα δεν φτιάχνεται,
εμφανίζεται·
σαν νησάκι αναδύεται που το ξεσκεπάζει σιγά-σιγά η θάλασσα.
Το ποίημα δεν λέει τίποτα απ’ όσα έχουν ήδη λεχθεί,
φωνάζει, μάλλον,
σαν τον μαχαιρωμένο που με αγριότητα ανακατεύει τα σπλάχνα του
το σίδερο.
Το ποίημα δεν τραγουδάει
ούτε μαγεύει ούτε συνεπαίρνει,
μας βουτάει απ΄ το λαιμό σαν τον Τσακ τον Αντεροβγάλτη στον ρόγχο
του συντελεσμένου εγκλήματος της μαύρης του φαντασίας.
Το ποίημα δεν εξηγεί
ούτε αιτιολογεί,
μας υποτάσσει σαν το μεθοκόπι που ξαμολύθηκε μες στ’ άγρια
μεσάνυχτα να πάει στο φουαγιέ
κάποιου μπουρδέλου.
Το ποίημα δεν φτιάχνει φως
ούτε σκοτάδι,
τυφλώνει όμως σαν τον ήλιο σαν τον κοιτάς κατάφατσα.
Το ποίημα είναι δωρεάν σαν κάτι που έτυχε
και είναι συμβιβασμός σαν έγκλημα χωρίς άλλοθι.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στον Α’ Τόμο της Ανθολογίας Υπερρεαλιστικών Ποιημάτων, Εκδόσεις, 24 γράμματα, 2024. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Urs Böke, ΑΛΗΤΑΡΧΕΣ (Streckenposten)

Κάποτε ξαπλώναμε στις
σιδηροτροχιές
περιμέναμε μέχρι
να έρθει το τρένο και
το βάζαμε στα πόδια

Ήμασταν δειλοί
φοβόμασταν
τον πόνο και
ήμασταν μόνο λόγια

Νομίζαμε ότι ήμασταν
σκληροί αληθινά
αντράκια ήδη απ’
τα δώδεκα
μισούσαμε τους γονείς μας
το σχολείο
και προπάντων εμάς τους ίδιους

Μόλις πλησίαζαν
τα φώτα της τοπικής
αμαξοστοιχίας αρχίζαμε
να ιδροκοπάμε
λίγο ακόμα και
θα φωνάζαμε τη μαμά μας

Αρκετά έχουν
αλλάξει από τότε

Δεν τριγυρνάμε πια
στους σιδηρόδρομους
ούτε προσβλέπουμε
στον θάνατο

Σήμερα καθόμαστε
σε μια οποιαδήποτε μπάρα
και υποκύπτουμε
σε πιο αργά μαρτύρια
Κι όμως δεν μπορώ
ν’ απαλλαγώ απ’ τον
θόρυβο των τρένων
που έρχονται καταπάνω μου.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τεφλόν”, τελυχος 15, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2016. Μετάφραση: Jazra Khaleed.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Atocha

Μέσα στις πενταώροφες είμαστε όλοι ευτυχισμένοι
ξοφλημένο μου ερπετό
και σαν πρωτόπλαστοι σε σεμινάρια κεραμικής
στροβιλιζόμαστε κάθε πρωί
στα βαγόνια
πόσα τζιτζίκια μάς απομένουν εδώ στα νοτιοδυτικά
της αποκριάς και πόσα ρυάκια αυτό το τρίμηνο
θ’ ανταλλάξουμε με ξυράφια
την ώρα που πελαγώνουμε σε μια κουταλιά νερό
κάποιος κομματιάζεται
από μια υποδιαστολή
που τρύπωσε ολέθρια
μες στις συντεταγμένες
μια αδιόρατη κλωστή χωρίζει τον λιμό
απ’ τη διαλειμματική νηστεία
άλλο συνοικέσιο κι αυτό με τη μασκαρεμένη
μεσογειακή
ταραχή μέχρι και τα κομμάτια μας
ως commodities συναλλάσσονται
οι αστραπές
δεν πέφτουν στον βόθρο ποτέ τους
έξω έχει ντάλα Μαδρίτη
μα ετούτος ο Μάρτης
από άλλο Λονδίνο βαστάει
μέσα στις πενταώροφες είμαστε όλοι ευτυχισμένοι
ξοφλημένο μου ερπετό
κι ούτε εσύ ούτε το πλαστικό
δέντρο της γνώσης σου μας τρομάζει
~
Από τη συλλογή “Δίστομο”
(το αγαπημένο μου ποιητικό βιβλίο για φέτος)

*Από τη συλλογή “Δίστομο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2025.

Αντώνης Αντωνάκος, Πεθαίνω άρα υπάρχω

Artwork: Roland Topor

Οι ποιητές προστάζουν τον θάνατο να μας κοιτάξει στα μάτια
Λέμε Θάνατος γράφουμε Θάνατος
Αλλά ο θάνατος δεν μας αφορά
Μονάχα νιώθουμε τον σπαταλημένο χρόνο

Τον θησαυρό από χρόνο που ποθήσαμε

Κοντεύει να μας τρελάνει ο χρόνος
Μας θυμώνει ο χρόνος
Όπως τους μελλοθάνατους
Όπως τους θανατοποινίτες
Που ποθούν τον θάνατο το συντομότερο δυνατόν
Ώστε να λυτρωθούν απ’ τον θυμό
Απ’ την αδυναμία να πάρουν το βλέμμα από πάνω του

Αφού η ζωή υπήρξε μια γελαστή μάσκα θανάτου

Μια φάρσα που μας κάνει να συναντιόμαστε κατά λάθος
Στα λόγια που δεν μπορούμε να πούμε
Στις οδύνες που δεν μπορούμε να μοιραστούμε

Δανείζουμε τον εαυτό μας στη ζωή όμως ανήκουμε στον θάνατο

Οι μύγες πεθαίνουν
Τα σκυλιά πεθαίνουν

Τον έρωτα που νόμιζες αληθινό τον διαλύει ο χρόνος που περνά

Όμως μετά τον θάνατο
Μετά το μαύρο του μαύρου
Μονάχα η φωτεινότητα αυτή
Που γέννησε ο έρωτας
Υπάρχει

*Δημοσιεύτηκε εδώ: https://teflon.wordpress.com/2025/03/31/αντώνης-αντωνάκος-πεθαίνω-άρα-υπάρχω/

Μάρκος Μέσκος, 28 Οκτωβρίου 1972

Τα νύχια μπήγω στο κορμί και λέω: δεν είναι τίποτα
μολύβι μην περάσει τον ροδώνα και στα σπλάχνα καρφωθεί
στίχος αμετακίνητος ο νεκρός στάχτη πάνω στο χώμα –
να γιατί δεν αγαπώ τα κανόνια και τα μουσικά όργανα
της εποχής μου δηλαδή τη σάλπιγγα και το ακορντεόν του τυφλού
πρωί πρωί στα σοκάκια με τα πονεμένα τραγούδια.

*Από τη συλλογή “Άλογα στον Ιππόδρομο” (1973).

Θωμάς Γκόρπας, Δύο ποιήματα

ΘΕΣΗ

Στην άσφαλτο κυλάει το μεσημέρι λαβωμένο.
Όλα σπασμένα.
Σπασμένα γόνατα
λαιμοί
χέρια σπασμένα
σπασμένα συνθήματα
σπασμένες φωνές
σπασμένο τραγούδι
σπασμένο.
Όμως εμείς το περιμένουμε να ΄ρθεί μέσ’ από σημαίες κ΄ αίματα
τ’ αλάβωτο μεσημέρι
μες στο σπασμένο καιρό
που λογαριάζεται κιόλας με το μέλλον.

*

ΒΑΣΙΛΕΥΕΙΣ ΕΣΥ

Σε χαμηλωμένο φως που δεν ξέρει την περηφάνια
βασιλεύεις εσύ που την ξέρεις.
Σε απαλή εγκατάλειψη τραμπαλίζεται το χαμόγελό σου
φρέσκο φύλλο που παίζει με μικρό βοριά.
Κι ως σηκώνεις τα χέρια σου και φωνάζεις ζήτω στην ομορφιά
λάμπουν σαν μέσα από δροσιά οι μασχάλες σου
αγροτικά λουλούδια στην πρώτη τους ηλικία.

*Από τη συλλογή “Σπασμένος καιρός” (1957) που περιλαμβάνεται ως ενότητα στη συλλογή “Στάσεις στο μέλλον” στο βιβλίο “Θωμάς Γκόρπας – Τα ποιήματα 1957-1983”, Εκδόσεις Κέδρος, Ιανουάριος 2006.

Νανά Ησαΐα, Δύο ποιήματα

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Μα ας επιστρέψουμε
Στον τόπο του ονείρου λοιπόν.
Στην λήψη του προσώπου μας στον ήλιο.
Το κενό ήταν οικείο στο φως.
Τα φυτά ήταν διάχυτα.
Τα μαλλιά μας ανέπνεαν σε κάποιον ελάχιστο κυματισμό.
Η λύπη μας είχε μετασχηματιστεί
Με τη συμμετοχή του φωτός
Σʼ ένα αδιάφορο τρόπο.
Ήταν χαμένα τα μάτια μας
Απέρρεαν από κάποια πολύ παλιά θύμηση.
Ενός άλλου κόσμου.

*

ΕΜΕΙΣ

Ο κόσμος κρύσταλλο
Μαύρα σημεία εμείς ζωής στη λεωφόρο
Αν κάτι υπάρχει αυτό είναι το φως
Ο έτοιμος χρόνος με την ταχύτητα του φωτός
Όμως εμείς.
Σημεία ζωής.
Αγνοούμε ότι φεύγει.
Αν και φεύγουμε κι εμείς.
Καθώς άκαμπτη πέφτει η βροχή.
Ο δρόμος καθρέφτης σημείων.
Ίσως και εννοιών.
Κι όπως οι δυο όψεις των λέξεων δυσαναλογούν
Ήμαστε ΕΜΕΙΣ κι εμείς.
Στους αντικατοπτρισμούς μας.

Χανς Μάγκνους Έντσενζμπέργκερ: Ενθυμούμενος την κακιά στιγμή

Το πρωινό του οικτιρμού που κυλάει στα μέλη σου
σαν λουμπάγκο –
η μέρα που γελοιοποιήθηκες για πάντα –
το απόβραδο εκείνο που κείτεσαι στο πάτωμα
με ματωμένη μύτη –
η ώρα που ανακαλύπτεις πως για δεκατέσσερα χρόνια
εννιά μήνες και δύο εβδομάδες έσφαλλες –
το λεπτό εκείνο που η ίδια σου η κόρη
σε βλέπει σαν ξένο –
η στιγμή που μπορείς να φανταστείς την αιχμή
του μαχαιριού στην πλάτη σου –
η στιγμή που βρίσκεις το αποχαιρετιστήριο γράμμα
στο τραπεζάκι της κουζίνας –
το δέκατο του δευτερολέπτου που η χιονοστιβάδα
κάτω από τα πόδια σου αρχίζει να κυλάει –
και πριν και μετά
όλες εκείνες οι αδιανόητα απειράριθμες στιγμές
που δεν σου καιγόταν καρφάκι.

Μτφρ.: Γιωργος Πρεβεδουράκης

“Η ιστορία των νεφών και άλλα ποιήματα” Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2016.

Sylvie, Λανόμι

Πάνω κάτω πάνω κάτω μες στη ζέστη στη φαβέλα
πιτσιρίκια στα Πατήσια βγαίνουν σέντρα σαν σε τέρμα
και φιλάνε τη φανέλα
μ’ ένα όνειρο τρελό μας και φύγουν απ΄την τρέλα
Γράφω ρίμες σε μια χλωρά που μου μοιάζουν όλα ξένα
και ρωτάω αν το γκάζι στο Γιαμάχα πάει τέρμα
Σ’ ένα δρόμο μια ευθεία τρέχω στάνταρ με δευτέρα
προσπαθώ να καταλάβω τι σκατά έχω στην τσέπη
αυτοκόλλητα, ψιλά μου σκιστήκαν απ΄ τη ζέστη
Σου ‘χα πει πως στο Μιλάνο δε θα δεις ποτέ τ’ αστέρια
τώρα φεύγω μακριά μπας και γίνω με αέρα
Μου ‘χες πει πως η Αθήνα θα ‘ναι πάντα εδώ για μένα.

*Δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν, τεύχος 32, Χειμώνας-Άνοιξη 2025.