Ανέβηκα στη στέγη
Είδα μια γάτα
Πέθανε το λουλούδι στου κήπου μας
Κι εγώ έμεινα μόνος
Να παραπονιέμαι
Στο χλωμό φεγγάρι.
*Από τα ¨Ποιήματα”, εκδόσεις Ενδυμίων 2014
Περιφέρεται τώρα με μιαν ιδιωτική θλίψη…
Ραμένη στο στόμα
Μ’ ένα πικρό συναίσθημα
Στις άκρες των χειλιών του
Μόνος και ξοδεμένος
Γυμνός απ’ τ’ αποδυτήρια της Αγάπης
Γυμνός δίχως νερό και αίμα
Σε μια θητεία καθήλωσης
Νεκρός μές στην ευαισθησία των δειλινών
Καπλαντίζοντας μ’ ένα χαρτί ερημίας την πολιτεία
Νεκρός
Με μιαν ιδιωτική θλίψη
Σ’ έναν ιδιωτικό Απρίλη
*Από το περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2014.

–
σπαράγματα από ένα κείμενο που (μπορεί και να) γράφτηκε
–
“…γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται”
–
Το δεντράκι ανθοβολεί, για όσους θέλουν να το δουν να ανθοβολεί…
Γιατί, μπαμπα;
Γιατί, στη Θυσία, το γυμνό κορίτσι κυνηγά τις πάπιες,
περπατώντας μέσ’ απ’ τους διαδρόμους,
ακριβώς όπως περνά μια σκέψη απ’ το μυαλό μας.
Γιατί κανένας ποιητής του λόγου δεν συνέλαβε ποτέ το Φευγαλέο.
Γιατί ο κόσμος δεν τελειώνει ούτε μ’ ένα βρόντο, ούτε με ένα λυγμό,
αλλά με μια κανάτα γάλα που συντρίβεται στο πάτωμα.
Γιατί η Θυσία είναι μια ταινία Ζεν.
Γιατί ο βυζαντινός Ταρκόφσκι, φεύγοντας δυτικά, προς τον θάνατο,
ανακαλύπτει την Ανατολή – σαν τους παλιούς θαλασσοπόρους.
Γιατί το έργο του Λεονάρντο έμεινε ημιτελές,
ενώ ο Ταρκόφσκι, λίγο πριν πεθάνει, προχωρά στην ύστατη Βλασθημία του,
ως τα έσχατα: το Θαύμα.
Γιατί το αγοράκι επανεμφανίζεται στο τέλος της ταινίας
(ή μάλλον στην αρχή της ταινίας που έχει κάνει τον κύκλο της),
όπως ο Ναζωραίος στα τριάντα του, έλλογος και θαυματοφόρος.
Γιατί στη Θυσία, η ιστορία της ανταλλαγής είναι αβάσταχτη:
ο Αλέξανδρος ανταλλάσσει την Πίστη του με τη Λογική του.
Και τέλος (ή εν αρχή), γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται:
όπως το αγοράκι, το δέντρο, ο καπνός…
Με τρομάζει ο Αντρέι Ταρκόφσκι.
Ταξιδιώτες του σύμπαντος
σε μια διάφανη θέση
με το βλέμμα στραμμένο
στην άπατη άβυσσο
που ωραία απλώνεται
τρυφερά
και ζεστά
σαν παλτό
απ τους ώμους ριγμένο
ατημέλητα
ν ακουμπάει της γης το πλευρό
με δυο μάτια φώτα αλάθητα
με αρχαίες οσμές
υακίνθους
πετούνιες
και νάρκισσους
με ρυάκια
αμπέλια
κι ελιές
με την άκρη στ ουρανού το στερέωμα
να στεριώνει το αύριο το χθες
κι από κάτω στηρίγματα πλήθος πνοές
πυκνωμάτων
νεφελώματα ανάκλασης
στις κολώνες του Milky Way
κι ο Ωρίων να κλείνει το μάτι
σε απάτητες, νέες τροχιές.
Μπίγκα Μπάνγκα
μια φορά κι έναν καιρό έγινε ένα μπιγκ μπαγκ
κάπως, μ εναν τρόπο, θα πρέπει ναχε ζορίσει το πράγμα
για να φτάσει ως εκεί
ποιος ξέρει πόσες χιλιετηρίδες δυσκοιλιότητας
και εγένετο σύμπαν
μεταξύ υποπροϊόντων και δηλητηριωδών αερίων
κάποια παράσιτα είχαν αναπτύξει την ικανότητα να αλληλοεξουδετερώνονται
και να αυτοθεοποιούνται
άλλωστε είχαν μάθει πια από τη γονιδιακή τους μνήμη
πως δεν κάνει να είσαι εγκρατής
μην έχουμε κι άλλα ακούσια ξεσπάσματα στον άγνωστο χώρο
*Από το http://eranistis.net/wordpress/2014/11/29/%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%AC-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%BC%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84/
“Αν όλων ο θάνατος ήταν ίδιος δεν θα υπήρχαν ήρωες”
Οι ήρωες κοιμούνται τα χαράματα
περπατάνε στους δρόμους με τα χέρια στις τσέπες
συλλογίζουνται τους φίλους τους μα έχουν όλοι πεθάνει.
Οι ήρωες όταν περνάνε το γεφύρι σκέφτουνται τα βουνά
όταν κοιτάζουν τ’ άστρα δε λησμονάνε τα δέντρα
όταν μετανοιώνουν θλίβουνται αλλά δεν αλλάζουν.
Οι ήρωες είναι μονάχοι σαν τη θάλασσα
είναι σιωπηλοί σαν τα φυτά
είναι ανεξήγητοι χωρίς ένα δικό τους θάνατο.
Οι ήρωες, λένε, δεν υπάρχουν, είναι ένα φριχτό όνειρο
που βλέπουμε περπατώντας στο δρόμο
ανάμεσα σε δυο βιτρίνες νεωτερισμών.
*Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 55-56, Ιούλιος-Αύγουστος 1959, σελ. 29. Το επανέφερε ο Γιώργος Γκανέλης.
Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας
μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους
κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο
πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους
από φόβο
μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αίτια…
Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί
Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.
Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα
Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.
Είμαστε πάντα εκεί
που κρέμεται το κινητό σκοτάδι
εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται
και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.
Είμαστε πάντα εκεί
που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές
ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.
‘Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών
οπού αέναα τον άνεμο δολοφονούν
Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.
Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή
Μάσκα της καλοσύνης..
Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή
μάσκα της κακίας.
Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού
που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι
δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.
Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά
ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε
όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει
τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.
Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι’ αυτό το λόγο
Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός
ή και χαμογελάμε…
Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό
και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα
που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.
Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες
ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο
πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.
(1941)
*Από το http://www.poein.gr
Με το τσιγάρο βασανίζω τη νύχτα μου.
Τα δάχτυλά μου, κολλημένα με σπασμούς στα νεύρα.
Κ’ εκείνη η θολή σκιά πίσω απ’ το μέτωπο.
Αν προχωρήσω… αν προχωρήσω λίγο ακόμα…
Κοιμούνται. Όλοι κοιμήθηκαν.
Αλοίμονο: Για μένα δεν ωριμάζει τίποτα
Κ’ έχω τα χέρια και τα πόδια μου,
Σταματημένες πορείες,
Γύρω στο χώμα, το ψωμί και το κορμί της.
Το σώμα μου!
Πώς θάναι άραγε το αύριο;
Το μικρό, το στενό, το δικό του αύριο!
*Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 53-54, Μάιος-Ιούνιος 1959, σελ. 273. Το επανέφερε ο Γιώργος Γκανέλης.
Ας αλλάξω και πρόσωπο
και θέμα.
Ας αγγίξω υπαινιγμούς
πολιτισμού
αντίπαλους των αναστεναγμών μου.
Με μια λειψή γκριμάτσα
επιδοκιμασίας.
Ύστερα
ας σιωπήσω
με όλες τις παλαιές αμφιβολίες
παρατημένες στην λησμονιά.
Εγκλωβισμένα περιττώματα
στις επιλογές
του ανέφικτου.
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://gatheredavantgardepoets.blogspot.com.au/2015/06/blog-post_2.html
Sitting in the dip on this
scrubby landscape
with its dirty blond dust
and the sawtooth rim
of mountains
they pick their way
through ephemeral sedges
soon to become as brittle as
aged bone in this heat
past roughened fleshy
houses stretched over frames
brickwork veneered
in a hurry
the outer suburbs
the land of vast supermarkets
4 wheel drives – driving
everywhere, seeing nothing
cloaked in economies
and soft relationships
without dreams
Τα προάστια
Καθισμένα στο βάθος αυτού του
κατσιασμένου τοπίου
με την βρώμικη ξανθιά του άμμο
και το βουνίσιο
πριονωτό χείλος
διαλέγουν το δρόμο
διαμέσου εφήμερων βούρλων
γίνοντας γρήγορα τόσο εύθραυστα
σαν γέρικα κόκκαλα σ’ αυτή τη ζέστη
όπου τραχιά και σαρκώδη
σπίτια απλώνονται πάνω από σκελετούς
επιστρλωσεις τούβλων
με βιασύνη
τα εξωτερικά προάστια
η γη των απέραντων σούπερμάρκετ
τετράτροχα – οδηγώντας
παντού, μη βλέποντας τίποτα
ένα πέπλο στα οικονομικά
και χαλαρές σχέσεις
χωρίς όνειρα
valli 2015
*Μετάφραση / απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Το χάδι σου κοπέλλα μου ξεσκέπαζε χαρές
μ’ ευγένειες
που ξέχναγαν εμένα.
Το νόμιζα, ως που βρέθηκα, πρωί
σ’ αξύπνητο της πόλης πεζοδρόμιο.
Μονάχος με το χιόνι.
Ζωντάνευα στο ρίγος του χαδιού του.
Είμουνα ’γώ το δέντρο, η παγωνιά, το χιόνι.
Κάθε χιονάκι μιά ζωή.
Ορμή, και νάζι
σα νά ’τανε παντοτεινός ο πηγαιμός τους.
Και ξαφνικά χτυπιώνται,
τόσο αδύνατες ζωούλες.
Θα μείνουνε. Τι βλέπω, λιώνουνε.
Και πάντα έρχουνται. Ώς τη γη.
Χιονάκια κι άνθρωποι
Το μυστικό που στέλνει όλα, φωτισμένο.
Τέτοια τα χάδια και τα δυό,
τό ’να κοιμίζει την ψυχή,
τ’ άλλο μας την χτυπάει, πιο κλεισμένα,
όταν τους λείπει ο πόνος της αγάπης ή της στέρησης.
*Από τη συλλογή «Στου γλιτωμού το χάζι» (1930, Παρίσι). Δεύτερη έκδοση, Παρίσι, 1931. Τρίτη έκδοση, εκδ. Αμοργός, 1981- Πρόλογος: Αλέξης Αργυρίου-τυπογραφική επιμέλεια: Μάνος Ταξίδης, Τέταρτη έκδοση, εκδ. Γαβριηλίδης, επιμ. Μαρία Αθανασοπούλου, 2005. Εδώ το πήραμε από το Ποιείν στο http://www.poein.gr
`