Ασημίνα Ξηρογιάννη, Σουρεάλ

kokkino_tholo_feggari

Ανέβηκα στη στέγη
Είδα μια γάτα
Πέθανε το λουλούδι στου κήπου μας
Κι εγώ έμεινα μόνος
Να παραπονιέμαι
Στο χλωμό φεγγάρι.

*Από τα ¨Ποιήματα”, εκδόσεις Ενδυμίων 2014

Αλέξης Τραϊανός, Περιφέρεται τώρα με μιαν ιδιωτική θλίψη…

1

Περιφέρεται τώρα με μιαν ιδιωτική θλίψη…
Ραμένη στο στόμα
Μ’ ένα πικρό συναίσθημα
Στις άκρες των χειλιών του
Μόνος και ξοδεμένος
Γυμνός απ’ τ’ αποδυτήρια της Αγάπης
Γυμνός δίχως νερό και αίμα
Σε μια θητεία καθήλωσης
Νεκρός μές στην ευαισθησία των δειλινών
Καπλαντίζοντας μ’ ένα χαρτί ερημίας την πολιτεία

Νεκρός
Με μιαν ιδιωτική θλίψη
Σ’ έναν ιδιωτικό Απρίλη

*Από το περιοδικό “Ένεκεν”, τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2014.

Αντρέι Ταρκόφσκι, Θυσία

1zbxhyp-1
–
σπαράγματα από ένα κείμενο που (μπορεί και να) γράφτηκε
–

“…γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται”
–
Το δεντράκι ανθοβολεί, για όσους θέλουν να το δουν να ανθοβολεί…
Γιατί, μπαμπα;
Γιατί, στη Θυσία, το γυμνό κορίτσι κυνηγά τις πάπιες,
περπατώντας μέσ’ απ’ τους διαδρόμους,
ακριβώς όπως περνά μια σκέψη απ’ το μυαλό μας.
Γιατί κανένας ποιητής του λόγου δεν συνέλαβε ποτέ το Φευγαλέο.
Γιατί ο κόσμος δεν τελειώνει ούτε μ’ ένα βρόντο, ούτε με ένα λυγμό,
αλλά με μια κανάτα γάλα που συντρίβεται στο πάτωμα.
Γιατί η Θυσία είναι μια ταινία Ζεν.
Γιατί ο βυζαντινός Ταρκόφσκι, φεύγοντας δυτικά, προς τον θάνατο,
ανακαλύπτει την Ανατολή – σαν τους παλιούς θαλασσοπόρους.
Γιατί το έργο του Λεονάρντο έμεινε ημιτελές,
ενώ ο Ταρκόφσκι, λίγο πριν πεθάνει, προχωρά στην ύστατη Βλασθημία του,
ως τα έσχατα: το Θαύμα.
Γιατί το αγοράκι επανεμφανίζεται στο τέλος της ταινίας
(ή μάλλον στην αρχή της ταινίας που έχει κάνει τον κύκλο της),
όπως ο Ναζωραίος στα τριάντα του, έλλογος και θαυματοφόρος.
Γιατί στη Θυσία, η ιστορία της ανταλλαγής είναι αβάσταχτη:
ο Αλέξανδρος ανταλλάσσει την Πίστη του με τη Λογική του.
Και τέλος (ή εν αρχή), γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται:
όπως το αγοράκι, το δέντρο, ο καπνός…
Με τρομάζει ο Αντρέι Ταρκόφσκι.

*Από το https://uncensoredstories.wordpress.com

Μαρίνας Χατζηκυριάκου, Δύο ποιήματα

Kralik, Einstein´s Diary

Kralik, Einstein´s Diary

 Ταξιδιώτες του σύμπαντος
σε μια διάφανη θέση
με το βλέμμα στραμμένο
στην άπατη άβυσσο
που ωραία απλώνεται
τρυφερά
και ζεστά
σαν παλτό
απ τους ώμους ριγμένο
ατημέλητα
ν ακουμπάει της γης το πλευρό
με δυο μάτια φώτα αλάθητα
με αρχαίες οσμές
υακίνθους
πετούνιες
και νάρκισσους
με ρυάκια
αμπέλια
κι ελιές
με την άκρη στ ουρανού το στερέωμα
να στεριώνει το αύριο το χθες
κι από κάτω στηρίγματα πλήθος πνοές
πυκνωμάτων
νεφελώματα ανάκλασης
στις κολώνες του  Milky Way
κι ο Ωρίων να  κλείνει το μάτι
σε απάτητες, νέες  τροχιές.
 
Μπίγκα Μπάνγκα
 
μια φορά κι έναν καιρό έγινε ένα μπιγκ μπαγκ
κάπως, μ εναν τρόπο, θα πρέπει ναχε ζορίσει το πράγμα
για να φτάσει ως εκεί
ποιος ξέρει πόσες χιλιετηρίδες δυσκοιλιότητας
 
και εγένετο σύμπαν
μεταξύ υποπροϊόντων και δηλητηριωδών αερίων
κάποια παράσιτα είχαν αναπτύξει την  ικανότητα να αλληλοεξουδετερώνονται
και να αυτοθεοποιούνται
άλλωστε είχαν μάθει πια από τη γονιδιακή τους μνήμη
πως δεν κάνει να είσαι εγκρατής
μην έχουμε κι άλλα ακούσια ξεσπάσματα στον άγνωστο χώρο

*Από το http://eranistis.net/wordpress/2014/11/29/%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%AC-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%BC%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84/

Σωκράτης Καψάσκης, Οι ήρωες

11401541_833658403387486_7024403794368357179_n

“Αν όλων ο θάνατος ήταν ίδιος δεν θα υπήρχαν ήρωες”

Οι ήρωες κοιμούνται τα χαράματα

περπατάνε στους δρόμους με τα χέρια στις τσέπες

συλλογίζουνται τους φίλους τους μα έχουν όλοι πεθάνει.

Οι ήρωες όταν περνάνε το γεφύρι σκέφτουνται τα βουνά

όταν κοιτάζουν τ’ άστρα δε λησμονάνε τα δέντρα

όταν μετανοιώνουν θλίβουνται αλλά δεν αλλάζουν.

Οι ήρωες είναι μονάχοι σαν τη θάλασσα

είναι σιωπηλοί σαν τα φυτά

είναι ανεξήγητοι χωρίς ένα δικό τους θάνατο.

Οι ήρωες, λένε, δεν υπάρχουν, είναι ένα φριχτό όνειρο

που βλέπουμε περπατώντας στο δρόμο

ανάμεσα σε δυο βιτρίνες νεωτερισμών.

*Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 55-56, Ιούλιος-Αύγουστος 1959, σελ. 29. Το επανέφερε ο Γιώργος Γκανέλης.

Γιώργος Β. Μακρής, Απόσταση


makris

Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας

μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους

κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο

πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους

από φόβο

μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αίτια…

Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί

Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.

Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα

Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.

Είμαστε πάντα εκεί

που κρέμεται το κινητό σκοτάδι

εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται

και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.

Είμαστε πάντα εκεί

που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές

ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.

‘Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών

οπού αέναα τον άνεμο δολοφονούν

Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.

Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή

Μάσκα της καλοσύνης..

Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή

μάσκα της κακίας.

Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού

που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι

δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.

Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά

ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε

όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει

τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.

Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι’ αυτό το λόγο
Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός

ή και χαμογελάμε…

Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό

και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα

που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.

Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες

ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο

πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.

(1941)

*Από το http://www.poein.gr

Ιάσωνας Ιωαννίδης, Άνεργος

Ιάσωνας Ιωαννίδης

Ιάσωνας Ιωαννίδης

Με το τσιγάρο βασανίζω τη νύχτα μου.

Τα δάχτυλά μου, κολλημένα με σπασμούς στα νεύρα.

Κ’ εκείνη η θολή σκιά πίσω απ’ το μέτωπο.

Αν προχωρήσω… αν προχωρήσω λίγο ακόμα…

Κοιμούνται. Όλοι κοιμήθηκαν.

Αλοίμονο: Για μένα δεν ωριμάζει τίποτα

Κ’ έχω τα χέρια και τα πόδια μου,

Σταματημένες πορείες,

Γύρω στο χώμα, το ψωμί και το κορμί της.

Το σώμα μου!

Πώς θάναι άραγε το αύριο;

Το μικρό, το στενό, το δικό του αύριο!

*Δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης», τ. 53-54, Μάιος-Ιούνιος 1959, σελ. 273. Το επανέφερε ο Γιώργος Γκανέλης.

Άννα Σοτρίνη, Στο τσίρκο

10320602_490253781101067_4532729137410980869_n

Ας αλλάξω και πρόσωπο
και θέμα.
Ας αγγίξω υπαινιγμούς
πολιτισμού
αντίπαλους των αναστεναγμών μου.
Με μια λειψή γκριμάτσα
επιδοκιμασίας.
Ύστερα
ας σιωπήσω
με όλες τις παλαιές αμφιβολίες
παρατημένες στην λησμονιά.
Εγκλωβισμένα περιττώματα
στις επιλογές
του ανέφικτου.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://gatheredavantgardepoets.blogspot.com.au/2015/06/blog-post_2.html

Valli Poole, The suburbs / Τα προάστια

11295720_1502594439815179_758320318984109630_n

Sitting in the dip on this

scrubby landscape

with its dirty blond dust
and the sawtooth rim

of mountains

they pick their way

through ephemeral sedges

soon to become as brittle as

aged bone in this heat

past roughened fleshy

houses stretched over frames

brickwork veneered

in a hurry

the outer suburbs

the land of vast supermarkets

4 wheel drives – driving 

everywhere, seeing nothing

cloaked in economies

and soft relationships

without dreams

Τα προάστια

Καθισμένα στο βάθος αυτού του
κατσιασμένου τοπίου
με την βρώμικη ξανθιά του άμμο
και το βουνίσιο
πριονωτό χείλος
διαλέγουν το δρόμο
διαμέσου εφήμερων βούρλων
γίνοντας γρήγορα τόσο εύθραυστα
σαν γέρικα κόκκαλα σ’ αυτή τη ζέστη
όπου τραχιά και σαρκώδη
σπίτια απλώνονται πάνω από σκελετούς
επιστρλωσεις τούβλων
με βιασύνη
τα εξωτερικά προάστια
η γη των απέραντων σούπερμάρκετ
τετράτροχα – οδηγώντας
παντού, μη βλέποντας τίποτα
ένα πέπλο στα οικονομικά
και χαλαρές σχέσεις
χωρίς όνειρα

valli 2015

*Μετάφραση / απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Θεόδωρος Ντόρρος, Δύο χάδια

march2606b

Το χάδι σου κοπέλλα μου ξεσκέπαζε χαρές
μ’ ευγένειες
που ξέχναγαν εμένα.
Το νόμιζα, ως που βρέθηκα, πρωί
σ’ αξύπνητο της πόλης πεζοδρόμιο.
Μονάχος με το χιόνι.
Ζωντάνευα στο ρίγος του χαδιού του.
Είμουνα ’γώ το δέντρο, η παγωνιά, το χιόνι.
Κάθε χιονάκι μιά ζωή.
Ορμή, και νάζι
σα νά ’τανε παντοτεινός ο πηγαιμός τους.
Και ξαφνικά χτυπιώνται,
τόσο αδύνατες ζωούλες.
Θα μείνουνε. Τι βλέπω, λιώνουνε.
Και πάντα έρχουνται. Ώς τη γη.
Χιονάκια κι άνθρωποι
Το μυστικό που στέλνει όλα, φωτισμένο.
Τέτοια τα χάδια και τα δυό,
τό ’να κοιμίζει την ψυχή,
τ’ άλλο μας την χτυπάει, πιο κλεισμένα,
όταν τους λείπει ο πόνος της αγάπης ή της στέρησης.

*Από τη συλλογή «Στου γλιτωμού το χάζι» (1930, Παρίσι). Δεύτερη έκδοση, Παρίσι, 1931. Τρίτη έκδοση, εκδ. Αμοργός, 1981- Πρόλογος: Αλέξης Αργυρίου-τυπογραφική επιμέλεια: Μάνος Ταξίδης, Τέταρτη έκδοση, εκδ. Γαβριηλίδης, επιμ. Μαρία Αθανασοπούλου, 2005. Εδώ το πήραμε από το Ποιείν στο http://www.poein.gr

`