Lucifugo, a diavolo in corpo, Το Ναυάγιο

Delawer, Blood for All Birds

Delawer, Blood for All Birds

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
σιγοψιθυρίζουν
μέσα κι όξω απ’ τα μηνίγγια μας
οι σειρήνες που προσκαλούν
το βλέμμα και την προσοχή
να στρέφουμε
στ’ άστρα τ’ ουρανού
μακριά απ’ την κοκκινισμένη θάλασσα!

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
το λυσσομάνι
και η φουσκοθαλασσιά της ζωής,
της ζωής που-φτιάχνουμε-μαζί,
εδώ και καιρό
έχει πάψει να ξεβράζει
στις ακτές της ναυαγούς
και μισολιγόθυμους ζωντανούς
ξερνάει πνιγμένους
κι ολότελα νεκρούς
-γυναίκες-άνδρες-παιδιά-
σώματα ανθρώπινα
στα σύνορα απαγορευμένα
που πυρπολούνται
σαν μάγισσες στην πυρά
για να καούν
και να ταφούν ζωντανά
κάτω απ’ το βυθό της θάλασσας

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
το πρωί ξυπνούμε
βήχοντας απ’ τα πνεμόνια μας
το νερό
του χτεσινού πνιγμού τους
το βράδυ στον ύπνο
μάς επισκέπτονται
τα φαντάσματά τους
ζητώντας λίγο χώμα στεγνό
για να θάψουν
τους μελλοντικούς νεκρούς τους

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
στις πόλεις και τα χωρία όπου κατοικούμε
μάθαμε τα χέρια να νίπτουμε
μέσα στο αίμα των άλλων,
αμίλητοι να στεκόμαστε
μπροστά στο ξεψύχισμά τους
και τους ώμους αδιάφορα
να κουνούμε μπροστά στο θάνατό τους

Ναυάγια, ναυάγια, της ζωής ναυάγια…
εμείς, μόνο εμείς είμαστε η ρημαγμένη θάλασσα
που κλείνει στα σωθικά της
τα μουλιασμένα σώματα όλων των πνιγμένων
ετούτου-εδώ-του-κόσμου
όσο κι αν σφυρίζουμε αδιάφορα
στρέφοντας το βλέμμα μας
στ’ ουρανού τ’ άστρα
τ’ αστέρια άλλο δεν τ’ αντέχουνε
τη νύχτα να φωτίζουνε
τον ολοήμερο πνιγμό
που αίμα στάζει
σε στεριά και θάλασσα
και για άλλες θάλασσες, για άλλες στεριές
για άλλους ουρανούς πέφτουν και πεθαίνουν

4 Σεπτεμβρίου ’15

Παναγιώτης Χαχής, Τρία ποιήματα

Π. Χαχής

Instagram

Τ’ αγάλματα των αστέγων
Στα παγωμένα Κοιμητήρια
Των δρόμων
Χείλη ραμμένα
Στο ρήμα
Δεν επουλώνουν
Καμία φωνή.

***

Πανίδα

Ματωμένες επέτειοι κι όσο
Να σφουγγαρίζεις και να τρίβεις
Η μυρωδιά δεν φεύγει
Δέρμα της κόλασης,
Αμμωνία, βενζίνη, σπέρμα
Έμμηνα, νεραντζιές, ψοφίμια.
Πίστα σκυλάδικου στα νεφρά μας
Γροθιά γαρύφαλλα σφιγμένα
Νιγηριανές πριγκίπισσες,
Ηττημένοι φαντάροι
Στα μάτια των κατοίκων
Μιας πόλης κατεχόμενης
Στα κράσπεδα της Μεσογείου

Η άγρια πανίδα της ψυχής.

***

Narcotango

Ανίδεοι ως νεκροί
Άφωνοι και αναιδείς
Ολοσέλιδοι και πληγωμένοι
Σφάγια στη Βαρβάκειο
Στα σαλόνια των εφημερίδων
Ουρανόφωννη σάρκα στα σεντόνια
Νεκροτομεία της αγάπης
Στο κέντρο της πόλης
Η Άκρη του Κόσμου.

*Από τη συλλογή “Anus Mundi”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιανουάριος 2014 (σελ. 7, 11 και 20).

Χοακίν Χιανούτσι, Δύο ποιήματα

11102614_10203755197343400_5565157002674153254_n

Η ανετοιμότητα του αγνώστου

Η λάμπα αποκαλύπτει
ένα σκοτεινό κομμάτι στη νύχτα,
Ξαφνικά
ένας κύκλος φωτός πάνω στο τραπέζι
φανερώνει την άκρη ενός σταχτοδοχείου,
μια γαλάζια κούπα, ένα μολύβι
και ένα φύλλο χαρτιού με ένα κείμενο
άγνωστο.

Μένει πολύ ακόμα για το τίποτα, σαν να ‘χουμε
μονάχα ανακαλύψει ένα μικρό κομμάτι της ύπαρξης.

***

Η υπόσχεση

Μες στη κουζίνα η ευτραφής νεαρά
τεμαχίζει την κότα κι έκθαμβη
ανακαλύπτει ένα τσαμπάκι από χλωμά αυγά
σε μια κοιλότητα του σκελετού της.
Η νύχτα πλησιάζει στο παράθυρο
αναζητώντας την τροφή της
και γέρνει με όνειρα
πάνω στην φλόγα που ξεπροβάλλει
απ’ το τζάκι.

*Από το βιβλίο Χοακίν Χιανούτσι, Ποιήματα”, Εκδόσεις Θράκα, Λάρισα 2014, στη Σειρά Αργεντίνοι Ποιητές (σελ. 34 και 37).

Τάσος Π. Καραντής, Δύο ποιήματα

Lost-Hearts600x600


Υπήκοοι

Μας έχει σφίξει
το παγωμένο χέρι,
ενός μεγάλου χειμώνα.
Περιτυλιγμένοι είμαστε
με συρματοπλέγματα
κι ο εγκέφαλός μας
κομμένος στα δυο
από σύνορα.
Τα πρόσωπά μας
έχουν γίνει
μια φωτογραφία αστυνομικής ταυτότητας
που τα χαρακτηριστικά της
όσο πάνε και σβήνουν
σαν το κερί που λειώνει.
Σκυφτοί περπατάμε
ολόιδια σημαδεμένοι
ταλαιπωρημένοι υπήκοοι
καταπατημένοι
απ’ τα επώδυνα βήματα
των δυναστών μας.

***

Ιδιωτική ελευθερία

Μοναχικά κλάματα είμαστε
θλιβερές καθημερινότητες
στριμωγμένες σε σύνορα,
σπασμένες φωνές
μεσ’ στη βουή της πόλης.
Λένε πως είμαστε ελεύθεροι
μόνο που αυτή η ιδιωτική ελευθερία μας
επαίρεται
στα στενά όρια
λίγων προκαθορισμένων τετραγωνικών
περιορίζεται
σε ομοιόμορφα ρούχα
συμβολίζεται
με την χρησιμότητα
των γυρτών σβέρκων μας
και θυσιάζεται
για τα φονικά
σύμβολα
ενός εξαγώγιμου
κοινοβουλευτισμού.

*Από τη συλλογή “Υπήκοοι”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2008 (σελ. 17 και 33).

Γεωργία Τρούλη, Από κύτταρο σε κενό

Περιμένοντας+τους+βαρβάρους

Περιπλανήθηκαν από αιμοπετάλια
Σε αίμα
Μέχρι να βρουν
Την συγκόλληση
Την συμπύκνωση
Την συγχώνευση
Την συνενοχή
Την σύμπραξη
Την συνερμηνεία
Την συναγωγή
Μετά ένα πελώριο πλάσμα
Φαιοκίτρινο
Σαν φεγγάρι
Που το διακόρευσε μολυσμένο
Δια πύησε
Την συνύπαρξη
Δια ποίησε
Πώς δημιουργήθηκε
Η οπή
Η συμπλήρωση
Η απόλαυση
Του κενού
Του νερού
Και
Του βάθους
Η απόσταση
Που διαιρεί
Και
Διαιρείται
Εις την νιοστή
Και
Συν Άπειρο
Απρόθυμα
Και
Σιαμαία

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 10 (θα έρθει κάποια νύχτα)

tumblr_nu63uqCZz91rlaql2o9_1280

ξεριζώνεται
η σκέψη
από την απόδραση;
η ελευθερία
από το βαρυποινίτη χρόνο;
οπλοφόροι
στα μαγειρεία,
σε ισοζύγιο και τα πουλιά με τα φτερά τους
και το σχοινί από τα κάγκελα
μέχρι
τον παράδεισο:
νυχτερινό
όνειρο, ζύγισε
το μαχαίρι,
υπνοβατούσε στην εκδίκηση,
στο άλλο χέρι,
τα ισόβια
κρατούσε

(alexmil) ©

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο του ποιητή στο https://alexandrosmilioridis.wordpress.com/

Timothy Jennings, Κι έτσι απάντησε ο Μάρλοου Τραγουδά ξανά / And so answered Marlowe Sings again

Great-horned-owl-in-flight

Για την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Οι άγγελοι εισπνέουν τη σκόνη της ανθρωπότητας,
Είναι μια γλώσσα ξερή γλειμμένη από αιθέρια όντα,

Γλώσσα κουβαριασμένη, που πετάγεται από στόμα
Σε στόμα. Είναι μια γλώσσα νεκρή, κοκκάλινο θραύσμα

Που κείται στα έλη και τη σκόνη. Τύρφη και σκόνη. Κείται
Για να ικανοποιήσει τον φρενήρη ιδεαλισμό εκείνων

Δίχως σώμα. Να μπορούσα να φιλήσω έναν άγγελο, και
το έχω κάνει, και βρήκα σ’ αυτή την ανακάλυψη του εαυτού μου,

Που απρόσμενα τυλίχτηκε γύρω από ένα γλυκό άλλο,
Εκείνη τη βάση για να βασίσω πάνω της

Την κατωτερότητα του εαυτού μου σε μιαν άλλη
Ανάταση, που είχα (και έχω). Μα τι σημαίνουν

Τ’ αραχνοΰφαντα ακροπέταλα, τ’ απαλά απόκρυφα μέρη,
Τ’ αγκάθια του αναποδογυρισμένου σκουληκιού

Στα καρπόφυλλα, για το ρόδο που δεν μπορεί να γνωρίζει
Την ίδια του την ομορφιά, την αναγέννηση, την ανάσταση,

Μα μόνο γνωρίζει, α-γνοεί, ένα μέρος φωτός,
Τη στιγμή του που διπλώνει σάπια πάνω του, για ν’ αποθέσει

Τ’ ακροπέταλά του στο τραχύ νεκροταφείο
Χέρια ανέμου, ανοιξιάτικου αέρα, για ν’ αυλακωθούν.

Οι άγγελοι ποθούν ό,τι δεν μπορούν να είναι.
Ονειρεύονται την ανθρωπότητα που πάντοτε είναι.

AND SO ANSWERED MARLOWE SINGS AGAIN

For Katerina Angelaki-Rooke

Angels breathe the dust of humanitas,
It is a dry tongue licked up by ethereales

Cuddled round and spat out from mouth to Mouth.
It is a dead tongue, bone-shard

Lain alike in bog or dust. Peat and sand. Lain
To satisfy the frantic idealism of those

Without flesh. Could I kiss an angel, and
I have, and found in that finding of my-

Self sweet other suddenly entwined,
That base upon which to base

The baseness of myself to some higher
Elavation, I would (and have). But what

Are gossamer wings, gentle secrets, the
Spikes of the turned worm in the petals’

Heart to the rose which cannot know
Its own beauty, recurrence, resurrection,

But only knows, not-knows, a place of light,
Its moment folding rotted on itself, to let

The wings of itself lie in the hard graveyard
Hands of winds, of spring breeze, to be

Guttered down. Angels lust the self they cannot
Be. Dreaming humanitas which always is.

*Από τη συλλογή “Το φτερό της κουκουβάγιας στην καρδιά του ποντικού / The owl’s wing in the rat’s heart”, εκδόσεις futura, Αθήνα 2002. Απόδοση από το αγγλικό: Νέλλη Μπουραντάνη.

Άννα Αχμάτοβα, ένα ποίημα

anna+ahmat

Κι εσύ νόμισες πως ήμουν από κείνες
που εύκολα κάποιοι ξεχνούν,
πως να πεθαίνω με λυγμούς και μ’ οδύνες
σ’ αλόγου από κάτω τις οπλές θα με δουν.

Ή πως μάγισσες θα τρέξω να βρω
σε νερό τα μαντζούνια να βάλουν
να σου δώσουν για δώρο φρικτό
μυρωδάτο μαντίλι θανάτου.

Την κατάρα μου να ‘χεις λοιπόν. Ούτε βόγκο, ούτε βλέμμα
της καρδιάς σου την πέτρα ν’ αγγίξω,
μόνο όρκο στων αγγέλων τον κήπο,
στων θαυμάτων την εικόνα θα παίρνω
και στη φλόγα της νύχτας μαζί σου
πως ξανά την ψυχή μου σε σένα δεν φέρνω.

(1921)

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Ιωαννίδου.