Νίκη Μισαηλίδη – Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου, Mαγιάτικα – τάνκα

i.
Πρώτη του Μαγιού
κύματα οι εργάτες,
άσβηστες φωνές.

Δικαιοσύνη ζητούν.
Παντοδύναμη μνήμη!

ii.
Πλέκουν στεφάνια
με τις αχτίδες τ’ ήλιου
και μαργαρίτες.

Χαμόγελα φωτίζουν
φλογίζονται οι καρδιές.

iii.
Το πανηγύρι
στήθηκε στο αλώνι,
ελπίδα σπέρνει.

Μεγάλοι – νέοι μαζί
απεργία του Μαγιού.

iv.
Μέλισσες πετούν,
κοκκίνισαν οι δρόμοι
σπόροι αγώνα.

Λουλουδένιοι οι δρόμοι
Ανθίζει η εργατιά.

v.
Ζυμώνουν ψωμί,
όνειρα κι ελπίδεςˑ
ο ιδρώτας τους.

Ω! μυρίζουν αγώνες
πάλη και πάθος ζωής.
vi.

Μόχθου κύματα
των εργατών ανάσες
ελπίδες ξυπνούν.

Φωνές που υψώνονται
και μάτια που αστράφτουν.

vii.
Οι παπαρούνες
χορεύουν στο φύσημα
ζεστού αέρα.

Κόκκινες φωτιές στο φως
Φυσαρμόνικας ήχοι.

Lola Ridge, Πρωινή διαδρομή

Κραυγαλέοι τίτλοι
Νέος
Που λιντσάρισαν πριν δέκα χρόνια
Αθώος –
Οι ουρανοξύστες
μοιάζουν ακίνητοι
καθώς στροβιλίζονται πάνω από τα τσιμεντένια τους
θεμέλια,
τα παράθυρα
σαν σκυλόδοντα –
λήο φρανκ
τον λιντσάρισαν δέκα
το λέει με τα λουλούδια
της τσίχλας ρίγκλεϋ με δυόσμο
χάπια κάρτερς λιτή Ρίβερ –
γείρε
στο απαλό ξελόγιασμα του ανέμου
που παίζει με τα μαλλιά σου,
κοίταξε
τα σαν γάλα σύννεφα που διαχέονται στο γαλάζιο
Προχωρήστε Γρήγορα Παρακαλώ
Αφήστε Τους Πρώτα Να Βγουν Αφήστε Τουρέ Να Βγουν
ένιωσε κι εκείνος το μέτωπό του,
το απαλό παιχνίδισμα του ανέμου
όταν το σκοινί τεντώθηκε στο δέντρο
μέσα στη δροσερή αυγή.

*Από τη συλλογή “Το κόκκινο λάβαρο” (1927). Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Lola Ridge, Το σώμα που πονά – Ο καθρέφτης του κόσμου”, Εκδόσεις Κείμενα, Αθήνα 2023. Μετάφραση: Ελένη Χατζή.

Alda Merini, Τα Άγια Χώματα / La Terra Santa

Γνώρισα την Ιεριχώ,
είχα κι εγώ τη δική μου Παλαιστίνη,
τα τείχη του φρενοκομείου
.ήταν τα τείχη της Ιεριχούς
κι ένας μολυσμένος νερόλακκος
μας είχε βαφτίσει όλους.
Εκεί μέσα ήμασταν Εβραίοι
και οι Φαρισαίοι βρίσκονταν ψηλά
και ήταν κι ο Μεσσίας
.σαστισμένος μες στο πλήθος:
ένας τρελός που ούρλιαζε στον Ουρανό
.όλη του την αγάπη για τον Θεό.
.
Όλοι εμείς, κοπάδι ασκητών
ήμασταν σαν τα πουλιά
.και κάθε τόσο ένα δίχτυ
σκοτεινό μάς φυλάκιζε
μα πορευόμασταν προς τη λειτουργία,
τη λειτουργία τού Κυρίου
και Σωτήρα μας Χριστού.
.
Πλυθήκαμε και θαφτήκαμε,
ευωδιάζαμε λιβάνι.
.Και, μετά, όταν αγαπούσαμε
μας έκαναν ηλεκτροσόκ
γιατί, λέγαν, ένας τρελός
δεν μπορεί κανέναν ν’ αγαπήσει.
.
Μα μια μέρα μέσ’ από το μνήμα
αναστήθηκα κι εγώ
και όπως ο Ιησούς κι εγώ
είχα τη δική μου νεκρανάσταση,
όμως δεν ανέβηκα στους ουρανούς
κατέβηκα στην κόλαση
απ’ όπου ξανακοιτάζω έκπληκτη
.τα τείχη της αρχαίας Ιεριχούς.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου
**Από το “Χτες Βράδυ Ήταν Έρωτας”, εκδ. 24 γράμματα

Omed Qarani, Ορφέας σε έναν άλλο Άδη

Δεν κάνω τίποτα
Μόνο γράφω ποιήματα
Η μόνη μου σκέψη και συλλογισμός
Είναι τι να γράψω τώρα!
Έτσι φαίνεται πως η μόνη μου
επιθυμία και
σκοπός είναι
Το πώς… το πότε να
αυτοκαταστραφώ
και να χαθώ
Δεν κάνω τίποτα
Μόνο γράφω ποιήματα!

Η μοναδική μου αδελφή είχε δίκιο
Το μοναδικό εργαλείο
αυτοκαταστροφής μου…

Ηλέκτρα Λαζάρ, Υπόσχεση

Φωτογραφία: Αλέξιος Μάινας

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ενήλικες
μια αναμονή ήταν
ένα περίμενε σε μια πλατεία με μια φαλτσέτα στην τσέπη […]
-Μ. Αθανασίου, ΑΔΕΛΦΟ ΤΡΑΥΜΑ ΔΕΛΤΑ

Τίποτα από χωράφια και στρέμματα
σπίτια στο Κορυδαλλό
και οικοδομές στην Αγία Βαρβάρα
Αν δεν πνίξεις το μωρό
Σε μια μαύρη γραμμή του ύπνου
κι όλα τα κλάματα δεν γίνουμε κριγμοί
μακρύ θα ‘ναι το χέρι μου τσιγκέλι θα το κάνω
Κρεατικό πανάρχαιο
Σεληνιασμένο χώμα
Και με πουτάνες θα γυρνά
και πρέζες μες στους τοίχους
Κάθε γιορτή και Κυριακή
τρενάκι στην πλατεία διαλυμένο
Στις σκάλες της Μητρόπολης απέξω θα πουλάει
Μέσα στο βράδυ θα ξερνά
το πρωινό σχολείο
Θα ‘ρχονται φίλοι σκιεροί
με σιδερένια νύχτα
Και τη ζωή σας τη φτωχή σκισμένη
σε κομμάτια βράδια βράδια
Εγώ από τους πολύτεκνους δεν παίρνω πορτοκάλια

Αλέξανδρος Σάντο Τιχομίρ, Εύοσμο σκοτάδι

Στης μπουκαμβίλιας την ποδιά απέθεσα τις προσευχές μου
και το ελληνικό φως, ο καρδιογνώστης λόγος
σαν δροσερή πηγή
ανάβλυζε απ’ τα σωθικά μου.

Γλαυκός Ιούλης κι άσπιλος
και του πνεύματος η εφηβική νήψη
γλαυκός Ιούλης κι αθλοφόρος
στεφανωμένος με τους ανασασμούς των δέντρων.

Κι έσμιγαν τα ράμφη τους η ελπίδα και η πίστη
κ’ έδεσες τον ουρανό γύρω απ’ τις παρειές σου
μαγνάδι φωτός κι εμπιστοσύνης.

Ποιος καρτερεί εδώ και ποιος παρακαλεί;
Εύοσμο σκοτάδι μες στο ρημοκλήσι
κ’ η θάλασσα ψάλλει την αποκαθήλωση των τύψεων.
Εύοσμο σκοτάδι και φιλάνθρωπο
μνημούρι μικρό της θαλασσινής νοσταλγίας.

Είναι κοντά, είναι κοντά η πατρίδα.
Δες:
σήμερα το σκοτάδι έγινε χώμα
βρεγμένο απ’ τη θνητότητά μας.
Είναι κοντά.
Αν κάνεις έτσι το χέρι σου
θα πιάσεις τον κορμό της γύμνιας μας.
Χάιδεψέ τον τρυφερά, φυτεύτηκε για σένα.
Για να ξαπλώνεις κάτω από τον ίσκιο του
και να δροσίζεσαι με το αρχαϊκό τραγούδι.

*Από την ανέκδοτη συλλογή«Εκ βαθέων».

Μαριάννα Πλιάκου, Δύο ποιήματα

SAIN PETER PORT

Saint Malo
Το κοντινότερο λιμάνι.
Φτάνεις στην άλλη πλευρά
σε δύο ώρες.
Καθώς το καράβι αφήνει το λιμάνι,
πρωινά χρώματα χύνονται στο νερό
από τα κτίρια και το κάστρο.

Και η ιστορία τους.

Αν κοιτάξεις προσεκτικά,
τη διαβάζεις
στις ρυτιδώσεις.

*

ΠΑΡΑΛΙΑ PEMBROKE, ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

Το νησί μικρό. Αλλά
η παλίρροια μεγάλη
-δέκα μέτρα και.
Πιο εντυπωσιακή η άμπωτη.
Ο γρανιτώδης βυθός της δυτικής ακτής,
μαύρος και κοφτερός.
Δεν είναι δύσκολο
να καταλάβεις
πως έγιναν τόσα ναυάγια.

Στο μεταξύ,
ο ήλιος δε βιάζεται να δύσει,
καθώς πίνουμε καφέ από το θερμός.
Πολύ βαθιά μέσα,
η υποψία ενός πλοίου
διασχίζει τη Μάγχη.

*Από τη συλλογή “Χ”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021.

Etel Adnan, Ιεβούς (απόσπασμα)

Pier Paolo Pasolini, Το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο

στους θρύλους μας ο ήλιος έχει δόντια χαλασμένα

Ο Ιεβούς ήλιος περιπλανώμενος ριγεί στις σπάνιες βροχές μας
σκαρφαλώνοντας λόφους με δρόμους διπλής κατεύθυνσης
λέει:

νυχτερινή τρυφερότητα γι’ αυτούς που τρώνε
αγκάθια τα μάτια των βεδουίνων γυναικών
βασανισμένα βάθη κρατήρων. Υπάρχουν
γυναίκες σώματα σφυροκοπημένα από έναν εχθρό που
ακόμα γλείφει τις μπότες των πρώην
εκτελεστών του. Δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε το ίδιο.
Η Παλαιστίνη είναι μια χώρα σπαρμένη με μάτια
που αρνούνται να σφαλίσουν.

Η Ιερουσαλήμ δεν είναι η πόλη του Δαβίδ
η Ιερουσαλήμ είναι η πόλη του Ιεβούς

Σκόνη στο σιτάρι και
νεκροταφείο τα πρωινά!

ύστερα απ’ τη δοκιμασία της απώλειας μνήμης
η κόμη του ήλιου φέρνει μια
δίψα που το καθάριο νερό θα σβήσει…
ω κοσμικά εξογκώματα καθαρίστε
τα βουνά μας από άμμο ώστε οι άντρες του
αύριο να περπατήσουν πάνω στον ροζ γρανίτη
να πιουν
το μαύρο σιντριβάνι
αυτό το σώμα γεμάτο τρύπες καμένο
απ’ το θειάφι ανοιγμένο απ’ το μαγγάνιο πληγές
στο στόμα του και πετρέλαιο για τα
φιλιά του

πρόσφυγας δίχως καταφύγιο

Φέρνω τους αρχαίους θεούς
κολυμβητές κοσμικών ρευμάτων
πέτρες πάνω στις οποίες θα συρθούν φεγγάρια
πνεύματα φύλακες τεχνίτες

Φέρνω τους νέους θεούς
από σάρκα φτιαγμένους
το μέλλον ανοιχτό
την ανάσταση των φτωχών
απελευθέρωση ελευθερία απελευθέρωση
είμαι νομάς από ένα σύμπαν σεπτό

(…και προσφέραμε τον θάνατό του για να
κινηθεί ο ήλιος…)

στις άνυδρες χώρες μας η βροχή
αιώνια φτιαγμένη από σφαίρες.

*Από το βιβλίο “Αραβίδες ντίβες – Ανθολογία σύγχρονης αραβο-αμερικανικής ποίησης”, Εκδόσεις Τεφλόν 2021.

Nadia Lopez Garcia, Δύο ποιήματα

Της Θλίψης

Έλεγε η γιαγιά μου πως όταν η θλίψη
μοιάζει ατελείωτη,
πιθανώς να έχει πέσει η ψυχή μας στο ποτάμι,
και γι’ αυτό κλαίει και θρηνεί
χωρίς σταματημό.

Δεν μπορούμε να πάρουμε ανάσα,
ξεραίνεται το στόμα μας
και πονούν τα χέρια μας.

Η θλίψη φαίνεται να μας κυριεύει,
μας αρπάζει από το λαιμό και δεν μπορούμε πια να
ονειρευτούμε.

Η θεραπεία;
λουτρά με βάμμα άρνικας,
λουτρά με οινόπνευμα,
λουτρά με αλατόνερο,
Για να ξεπρηστεί η καρδιά μας,
τα μάτια μας,
τα χέρια μας,
και τα φτερά μας.

*

Χασίντα

Είναι κουρασμένη η ψυχή της θείας Χασίντα.
Τα μάτια της είναι στεγνή θάλασσα,
ακίνητη, αποκοιμισμένο.

Οι γυναίκες στο σπίτι λένε πως η ψυχή της είναι άρρωστη,
πως έχει γεμίσει το στόμα της αγέρι
και τα χέρια της τρέμουν από τη θύμηση.

Αφέψημα απήγανου για το μυαλό της,
για τα μάτια της και το στόμα της,
απήγανο για να γιατρέψει
τα παιδιά της που πέθαναν σε μέρη μακρινά,
το χωράφι της που έχει μείνει μονάχο του,
στην καρδιά της που κλαίει.

Χασίντα, μην κλαις πια.

*Από τη συλλογή “Βρεγμένη γη”, Ελευθεριακές Εκδόσεις Ναυτίλος, Οκτώβρη 2024. Μετάφραση: Ζωή Γιαλιτάκη.

Τάσος Κόρφης, Της μοναξιάς

Και μη θελήσεις να σου προσφέρω τη μοναξιά μου,
Αυτή την ήρεμη ακροθαλασσιά με τους πευκώνες,
Τ’ αρχαία ερείπια, τα φοβισμένα ζώα, τά κρίνα
Των βράχων. Μη θελήσεις να σου προσφέρω τις ώρες μου,
Σπαταλημένες σε πολυσύχναστους σταθμούς,
Άνάμεσα στην πλήμμη των έπιστροφών καί τη ρηχία των αναχωρήσεων,
Λησμονημένες άποσκευές, που δεν περιμένουν πια κανένα.

Εσύ,
Όσο κι αν στάθηκες κοντά μου, κι αν με τύλιξες
Με τις βαθύκολπες πτυχές σου σαν ζεστό ύφασμα,
—Πού προστατεύει το χειμώνα τα έρημα άγάλματα—
Μη θελήσεις νά σου προσφέρω την ηρεμία που δοκίμασα,
Τριγυρνώντας σε φτωχογειτονιές ολομόναχος,
Κι ανάβοντας μέ τη φλόγα της καρδιάς μου
Τούς λυχνοστάτες άπό σπίτι σέ σπίτι.

*Από τα Ποιήματα Β΄, Εκδόσεις Πρόσπερος, 1997.