Η παλιά κάσα τυπογραφείου Η εξαντλητικότητα της πρόθεσης
Η πατερίτσα του άρθρου Το φτερούγισμα Το πυκνό Το θορυβώδες
Το απαιτητικό τριαντάφυλλο Το άκρο της αφασίας Το πιο ημερήσιο
Το υποχρεωτικό παράθυρο Το υπερχρεωμένο σε ρυθμό Το ψηφίο
Το α στερητικό Αρεν-α. Η θηλύ-κ-ώση της αμετροέπειας. Το μικρό εν
Το παιγνιώδες Το σοβαρό συρρικνωμένο Το mute των ονείρων
Η ρωγμή Η απόσχιση Η ανακρίβεια Η υπεκφυγή Η εξήγηση
Η ρωγμή 1 ρωγμή 2 ρωγμή 345 .Η ρωγμή η συθέμελη Η παραμελημένη
Η αμνιοπαρακεντημένη Η παροχετευμένη Η διαμπερής Η χαίνουσα
Η αποχέτευση του κενού Η χαλαζόπετρα τόσων εκατοστών
Η σινική αποτύπωση Η μορφή Η τελική κατάληξη Η ζεματισμένη ανάγκη
Το κουρασμένο δέρμα ελεφαντόδοντο Ο θερμός υδράργυρος Το πιο αληθινό
Ο σκλάβος της απόχρωσης Η μαρμάρινη φέτα σελήνη Το φεύγει περίγραμμα
Το φεύγει περίγραμμα Το 1 2 3 Το ασύμφορο Το ανοικονόμητο Το δαιδαλώδες
Το εγκάρσιο σώμα Η ηχηρή ματαιότητα Η αποχέτευση του κενού
Η επιπεδοχώρα σε διάσταση ύψους Το φεγγάρι Ηώ Ο ενδιάμεσος χώρος
Ο διχασμός Ο διαρκής διχασμός Η διαρκής εκχύμωση
Το μαύρο κουτί της πτώσης Η άλικη ήβη Η εκκοίλανση του πραγματικού
Το ψεύδος Το πίσω από την κουρτίνα Το μη πίσω Η περατότητα
Η μη περατότητα Η μετατόπιση Ο συνηθισμένος ήλιος Ο κουτσός ανάμεσα
Το πόδι ανάμεσα Το εγώ ανάμεσα Η μαρμάρινη φέτα σελήνη
Η τρομακτική πιθανότητα Το συλλάβισμα ενός φυσητήρα
Η νόσος της κατάδυσης Το συγκοπτόμενο κενό Η σύνθεση Η πρώτα ευκαρυωτική
Η μετά υπεράριθμη Η έτοιμη ηθοποιία Το ευτελές ξεγύμνωμα Η ρωγμή
Η συνεχής εκχωμάτωση Το όλο προκύπτω Η ευστοχία του καουμπόυ
Η μυωπική σταγόνα βροχής Η εσχατιά του σύμπαντος Το μη όριο Το όριο
Το μουρμουρητό Η παχυλότητα των εικόνων Το διηθητικό χαρτί Το κενό
Το λευκό Το εκ του μηδενός εκπορευόμενο Η πρωτόπλαστη κραυγή
Η αποχέτευση του κενού Ο οθέλλος Το Ω θέλω Η παύση
Η αυτοανάλωση του σημείου
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Τάσος Δενέγρης, Τρία ποιήματα
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΜΥΝΑΣ
Είμαι κάτι ασύλληπτο
Είμαι κάτι ασύλληπτο
Για του ανθρώπου το μάτι
Καιροφυλακτώ
Όπως είπα κι αλλού
Στις μεγάλες διαβάσεις
Ή με μία μονάχα ματιά
Εξαφανίζω
Φόβους και ολέθριους δισταγμούς.
Γνωρίζω το μοναδικόν
Της αποστολής μου
Βοηθώ τον πλησίον
Ξεσκεπάζω την πλάνη
Πολεμώ τον θρασύ και τον δίβουλο
Τα κριτήρια δεν είναι σαφή
Πιο συχνά, η φωνή του ενστίκτου –
Καταφεύγω στα σύννεφα
Πως αλλοιώνονται τα χρώματά τους στη δύση.
Οι εποχές εναλλάσσονται
Μέσα στη διάρκεια της μέρας
Και δεν μένει καθόλου καιρός
Η ψυχή να χαρεί
Ή απλώς να χειμάσει.
Λάσπη θόλος αέρας ζεστός
Δυνατός και μονήρης
Ποια κορφή ποιος βυθός
Μια τριήρης
Αλυχτάει μες στη νύχτα.
*(πρώτη γραφή 31/10/1971) δεύτερη γραφή 1997).
***
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΜΥΝΑΣ
Pendant que les fonds publics s’ ecoulent en
fetes de fraternite, il sonne une cloche de feu
rose dans les nuages.
A. RIMBAUD
Illuminations
Εκείνο το πετούμενο
Δεν ξαναφάνηκε πια
Κι η φοβερή του ανάμνηση
Βράχο με κάνει
Τον άνεμο ν’ ακούω και να βλέπω δηλαδή
Όρνια και αεροπλάνα
Τις ανοησίες
Να υπομένω
Και τις συμφωνημένες εκ των άνω αναφλέξεις
Ω διχασμένη αρετή
Μοχθηροί εφιάλτες.
(1991)
***
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΆΤΩΝ
Ασκήμιες του πολιτισμού
Σκοτείνιασε.
Πιλότος που πολυβολήθηκε Η φωνή μου.
Ύστερα πάλι
Άλλο
Καινούργιο σκηνικό
Κοντά στη θάλασσα
Προχωρημένη Αναγέννηση
Πλήκτρα
Ξεχειλωμένες γιορτές
Προετοιμάζουν μεγάλη απάτη.
(Οκτώβρης 1982)
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου (1931-1996), Κόρινθος
Φτάσαμε με κόπο στο ύψωμα. Ο δρόμος κουλουριάζεται μέχρι τη θάλασσα
εκεί που ο ήλιος κατηφορίζει θρυμματίζοντας το άσπρο xαλίκι σε φως
και το λουλάκι του ουρανού ψήνει την άσφαλτο σκαρφαλώνοντας ως τους στρατώνες
Σ’ αυτό τον ερημότοπο με το λειψό νερό, τον αφιλόξενο ήλιο
ήταν τα μάρμαρα ζεστά και κλάψαμε δίπλα στις πεσμένες κολόνες
και κάποιος xάραξε στο περιστύλιο τ’ όνομά του’
Ούτε ένα σxήμα καραβιού στο αxνιστό απομεσήμερο. Η αντικρινή στεριά
και ο ήλιος να χορεύει στις βεράντες του Saint George Hotel. Όλα είναι έτοιμα
τα φρούτα στον πάγο, τα σερβίτσια ανέγγιχτα
και οι λέξεις κομψά ταιριασμένες σε μιαν ανύπαρκτη σχέση. Αργότερα μένει
το μαλακό φως πίσω απ’ τα μάτια σου στον άλλο ουρανό. Μα τώρα
που η αγωνία πυκνώνει και η μοναξιά του αρμυρού νερού δεν ξεδιψά
μας γέννησε η ένοχη σχέση, μας πεθαίνει
η ευθύνη της σκηνοθετημένης εκλογής. Τι γυρεύαμε
σ’ αυτές τις ξαπλωμένες κολόνες που δεν ονειρεύονται
τι να ζητούσαμε
*Από τη συλλογή “Ο δύσκολος θάνατος”, Εκδόσεις Νεφέλη, 2007.
Μήτσος Βλασόπουλος, Απουσία
Έτσι που διαλύθηκες σε χίλιες μικρές υποψίες ελπίδας
πάνω στο πετσί της γης και σκόρπισες
σαν τα ζάρια κι έπαιξες μεσ’ στα βράδυα την ορμή σου
προσπάθησα να συναρμολογήσω ό,τι απόμεινε
άρρυθμους χτύπους απ’ αυτούς των εξοχικών δρόμων
άρρυθμα λόγια απ’ αυτούς τους μονόλογους
που επαναλαμβάναμε ταχτικά τις βροχερές νύχτες.
Έτσι που ο ύπνος του μεσημεριού σε πήρε
και σε κομμάτιασε σε χίλια πέταλα
θα βρεις το μονοπάτι της σιωπής
που ξεκινά απ’ το περσινό μανταλωμένο σπίτι.
Η ουσία της φυγής απόμεινε και τριγυρνά στα πάρκα
μα συ ανύποπτη μετράς τις χάντρες του λαιμού σου
κι αν τη Γρανάδα είχες χαραγμένη στο βυζί σου
και τα χαμόγελά σου τυλιγμένα μέσ’ το Νότο
έφυγες ήσυχα από κει που ήλθες για τα ξένα.
Παναγιώτης Κακουλίδης, Το όνειρο του τρελλού
Περπατούσα ώρες μέσα στο
μουρμουρητό
της ανθρώπινης ανυπαρξίας
Βλαστημούσα για το χτες,
για το τώρα
χωρίς να ξέρω το αύριο.
Κάπνιζα ταξιδεύοντας στον
κόσμο της μπερδεμένης
και γεμάτης αμφισβήτηση αλήθειας.
Γελούσα κι έκραζα προσπαθώντας
να δώσω θάρρος σ’ αυτούς
που με κοίταζαν.
Σταμάτησα όμως… απότομα!
γιατί το σκοτάδι με είχε ζώσει…
και ο πόνος του δοντιού μου
δυνάμωνε.
Κρίτων Βαλμάς, Προβληματισμός
Και τώρα τι θα κάνεις
Που τελείωσε το ψέμα
Που άναψαν τα φώτα
Που πρέπει δίχως άλλο
να μπερδευτείς αντάμα
Με το μεγάλο πλήθος,
Που πρέπει δίχως άλλο
Να παίρνεις αποφάσεις
Και να τηρείς τους νόμους,
Που πρέπει δίχως άλλο
Να μάθεις να υπάρχεις
Στο ψέμα της αλήθειας,
Που πρέπει δίχως άλλο
Να μπεις μέσα στη μάχη
Και να κρατήσεις όπλο,
Που πρέπει δίχως άλλο
Να κλάψεις, να γελάσεις,
ΠΟΥ ΠΑ ΝΑ ΠΕΙ ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ
Να παίρνεις και να δίνεις
Να ζεις και να πεθαίνεις
Αθήνα 1980
Διαμαντής Μπασάντης, Υδρορροές
κι αν ακόμα με θυμάσαι…
Η βροχή προσπέρασε τις παρόδους,
στάλες, υγρές αντανακλάσεις
– η απουσία σου στις εσωτερικές τσέπες.
Η χτεσινή εφημερίδα, το αμίλητο τηλέφωνο
έστησαν πια τα τελευταία σκηνικά της νύχτας.
Έμεινα μουτζουρώνοντας τα λευκά χαρτιά
– με την σβησμένη φίρμα.
Μια ακόμα απόπειρα στην αυτοκτονία του παρελθόντος.
Μ.Σαχτούρης , Με Τα Μάτια Κλειστά
Nυχτερινά Σώματα
Καθώς ανάβουν και σβήνουν οι δρόμοι
Τα μάτια σβήνουν κι’ αυτά
Ενώ τα σύννεφα ανακατεύονται και κατεβαίνουν
Κλειστά καφενεία
Δυό άνθρωποι μαζί
Πιο κάτω τρείς άνθρωποι μαζί
Πιο κάτω τέσσερις άνθρωποι
Ένα πρόσωπο ξεχασμένο
Έν’ άλλο χθες απαντημένο
Άτονο απελπισμένο
Δεν το θέλω
Ένα στόμα που ξέρει να βρίσκει
Την πληγή της Ψυχής
Ποιος είναι ο δρόμος
Πρέπει να κάψουμε τα χέρια μας τη Νύχτα αυτή
Των φαντασμάτων και της μαύρης πίκρας.
Αργύρης Χιόνης, Ποιήματα από το “Ό,τι περιγράφω με περιγράφει”
(Από την ενότητα «Προσωπεία»)
Ο Τζουτζές
Στον Νίκο Ζούδιαρη
«Κάνε με να κλάψω» είπε ο βασιλιάς
«κάνε με να κλάψω» είπε και γέλαγε.
«Χάθηκε η μάχη, κάνε με να κλάψω»,
χάθηκε ο διάδοχος» είπε και γέλαγε.
«Ο εχθρός μου νίκησε, κάνε με να κλάψω,
χάνεται η χώρα μου» είπε και γέλαγε.
«Δύναμη στο κλάμα» είπε ο τζουτζές
«δεν έχω καμιά»» είπε και γέλαγε.
«Των δακρύων την τέχνη δεν μου τη διδάξανε,
δεν μου τη ζητήσανε» είπε και γέλαγε.
«Με διαταγή σου, έγινα χαρούμενος,
Ξέμαθα στον πόνο» είπε και γέλαγε.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο τζουτζές.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε ο βασιλιάς.
«Τώρα, πώς θα κλάψω;» είπε και γέλαγε.
(Από την ενότητα: «Ιδεογράμματα Β΄)
Οκτώ χαϊκού
α.
Σκίτσο ο κόσμος και
ανελέητη ο θάνατος
γομολάστιχα
β.
στη Γιώτα Κριτσέλη
Έσβησε ο κόσμος.
Μένει αναμμένη, μόνη
μια ανεμώνη.
γ.
Για ποια εκίνησε
κορφή και σε ποια κοίτη
κατρακύλησε!…
δ.
μνήμη Γ. Κ. Καραβασίλη
Παραπατώντας
έφτασε στον θάνατο·
τον μέθυσε η ζωή.
ε.
Σήπεσαι σώμα
στη σιωπή, στην απουσία
άλλων σωμάτων
στ.
Θεέ μου, τι αόρατο
ναυάγιο που είναι
η έρημη ζωή!
ζ.
Χειμώνας πάλι·
σβηστή η φωτιά του έρωτα
και η καρδιά μου κρύα.
η.
Το είδωλό μου
μέσα στον καθρέφτη
σαν νεκρή φύση.
(Από την ενότητα: «Παίγνια και Σάτιρες»)
*
Αν ο Πενθέας
λεγόταν Νηπενθέας,
ίσως να ‘χε γλιτώσει
τη σφαγή.
*
τω αγνώστω ποιητή
Πέρασε τη ζωή του,
Γράφοντας ποιήματα
Με τη γομολάστιχα.
*“Ό,τι περιγράφω με περιγράφει” -ποίηση δωματίου”, εκδ. Γαβριηλίδης 2010.
Χρήστος Μπράβος, Δύο ποιήματα
Οικογενειακό νεκροταφείο
Μην περπατήσεις
τούτα τα βουνά
η μάνα λέει
δεν κάνει να πατάμε
τους πεθαμένους
***
Μήκος χρόνου
Στον Μιχάλη Γκανά
Θα είναι νύχτα και θα ουρλιάζουν τα βατράχια
και τα σκυλιά θα σεργιανούν στην αγορά
και εσύ μ’ ένα μαχαίρι στα νεφρά
θα συντροφεύεις τα φαντάσματα στα βράχια.
Εκείνος θα ‘ρχεται απ΄’ τ’ ανέμου τον κρυψώνα
-ξύλινα πόδια που κοντεύουν την οργιά-
και συ με τον ανάπηρο σουγιά
θα σκάβεις πάλι τ’ όνομά του στον αιώνα.
Σε κούφια μέρα θα γλιστράς τυφλός σακάτης
θα ν’όλος αίμα του σκυλιού σου ο ζουρνάς
κι αν φύγεις όλο πίσω θα γυρνάς
στα μαυρολίθαρα δεμένος απελάτης
*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο’, Τυπογραφείο “Κείμενα’, Αθήνα 1983. Αναδημοσίευση από το Ποιείν στο http://poiein.gr σε επιλογή Σπύρου Αραβανή.









