Έχω από καιρό παραιτηθεί
της προσπάθειας να ενώσω
τα κομμάτια του παζλ
με την ένδειξη ”απόκρυφα μέρη”.
Όταν την ταίριαζα σε όλους τους εαυτούς,
σε όλες τις ανησυχίες μου
μέσα σε μια μπανιέρα.
Όταν υπήρχαν μυστικά και σημεία μου
που δεν ήθελα να μοιραστώ.
Ξεκινώ δανείζοντας έναν ώμο, έναν αγκώνα,
ένα γόνατο,μια παλάμη,
κάποιο κομμάτι του λαιμού μου.
Μέχρι σαν κισσός να απλωθώ πάνω σας,
κόβοντάς σας την αναπνοή.
Να βγω όταν τα φώτα της σκηνής αναβοσβήνουν.
Σάρκα γυμνή νευρική,
μπήγοντας βελόνες στα μάτια σας,
αφού έτσι κι αλλιώς
θα με τοποθετήσετε σε χαμηλό ράφι
στα μουσεία
των πρησμένων παντελονιών σας
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Άννα Νιαράκη, Από μηχανής θεός
Έβαλα πλυντήριο χτες.
Χωρίς πρόπλυση,
με ένα απορρυπαντικό που καθαρίζει στους 40 βαθμούς.
Και μετά έβαλα τα κλάματα.
Είχαμε απομείνει εγώ, το πλυντήριο,
το ψυγείο, η τοστιέρα, η κουζίνα και το καλοριφέρ.
Ευτυχώς, την ώρα που κορύφωναν οι λυγμοί
και οι στροφές του πλυντηρίου,
μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο ο γάτος μου
και νιαουρίζοντας θυμωμένα,
μου είπε να σου πω
ότι είσαι μεγάλη κουφάλα.
*Από τη συλλογή “Τετράδιο Πειραμάτων”, εκδ. Χαραμάδα, 2010. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύοται από το http://greekpoetics.blogspot.gr/2014/05/blog-post_12.html
Γιώργος Λίλλης, Κατακερματισμένη απολογία μες στο σκοτάδι
Οι παγωμένες σκιές και η ανάσα.
Που είχε κάνει σχοινί τη φωνή και θηλιά
το άγριο σούρουπο των ματιών·
των ματιών μου το παγωμένο οροπέδιο.
Κι ας ήμουν μόνος
κι ας ήμουν στο σκοτάδι μόνος
το σκοτάδι που από μελάνι γίνεται λέξη κι από λέξη
σπιτάκι μνήμης στη λευκή πεδιάδα
το σκοτάδι που ανοίγει την πορτούλα
πίσω ακριβώς απ’ το θώρακα και μετρά
το υπόλοιπο της ζωής· αν η μπαταρία
αρχίζει να σκουριάζει
κι άλλα τέτοια παρανοϊκά
σαν να ορμούν δέντρα και νερά
πολλά νερά μες το δωμάτιο.
Φοβισμένος τυλίγομαι μέσα·
γιατρεύομαι σ’ ενύπνια που δεν αγαπούν το φως.
Και με κοιτάζουν.
Περιεργάζονται το σχήμα μου, ελέγχουν την πείνα μου για φυγή
καταδυναστεύουν την όραση μου. Μόνο ένα κομμάτι
ουρανό. Κι αυτό όχι κατάδικο μου. Κι άλλοι δίπλα μου νηστικοί και μόνοι
εκλιπαρούν και το μοιράζω λοιπόν το κομμάτι.
Μ’ έχουν πιάσει και φωνάζω βοήθεια
σώστε τα μελάνια μου
σώστε τις σκιές μες τις λέξεις
αφήστε ν’ αφουγκραστώ την ανάσα
την ανάσα μου καθώς βασανίζεται
ν’ ανέβει από τη σπηλιά του λαιμού κι όπως σπάζοντας
να σκορπά φωνή
χιλιάδες τρομαγμένες νυχτερίδες δίχως φεγγάρι σαν σε όνειρο·
μεγάλο τρομακτικό όνειρο:
Το δωμάτιο δίχως τοίχους σ’ ένα λιβάδι.
Μοιάζω με μυρμήγκι στα χέρια
άγριων εφήβων που με γυαλί αντίκρυ
στον ήλιο προσπαθούν να με κάψουν.
Παγιδεύομαι και βγάζω κραυγή, ώσπου
γίνεται από το στόμα μου σχοινί.
Δεν ξέρω που καταλήγει
μα έτσι τεντωμένο πιάνομαι
και με δύναμη σκαρφαλώνω.
Ένα καράβι περιμένει. Πλέουμε
σε μια θάλασσα που στο βάθος τελειώνει.
Ακολουθούν σμήνος ιπτάμενα ψάρια.
Μην έχοντας άλλη εκλογή πέφτω στο νερό
και βρίσκομαι ξαφνικά να κολυμπώ σ’ ένα μπουκάλι.
Φιγούρες ανθρώπων γύρω απ’ το τραπέζι.
Κάποιος δίχως να με προσέξει έτσι όπως πάσχιζα
να κρατηθώ στην επιφάνεια με ρίχνει στο ποτήρι
με πίνει. Βυθίζομαι στο σκοτάδι, ώσπου φτάνω
σε μια ολόφωτη αίθουσα γεμάτη κόσμο.
Δίχως να καταλάβω βρίσκομαι
στην αγκαλιά μιας κοπέλας. Με οδηγεί
σ’ ένα δωμάτιο. Κάτι με τραντάζει ρυθμικά.
Είμαστε ακριβώς στην καρδιά του, ψιθυρίζει.
Βγάζει τα ρούχα και ξαπλώνει
γυμνή πάνω στο κόκκινο. Τη βλέπω να κόβει
προσεκτικά την καρδιά του άτυχου που με κατάπιε
να μου προσφέρει.
Κι όπως τρομαγμένος φεύγω βλέπω.
Γονάτισαν τα σπίτια στις σκιές τους
καταπλακώθηκαν από σκοτάδι.
Παρατηρούσα άναυδος πως
μερικά μην αντέχοντας
την οδύνη του εξευτελισμού αυτοκτονούσαν
με τα καλώδια της ΔΕΗ.
Οι δρόμοι ζωντάνευαν, ασφάλτινα φίδια
ορμούσαν στ’ αυτοκίνητα·
στις ερημιές του αντικρινού λόφου
το τελευταίο δάσος παραδιδόταν στη στρατιά
των κεραιών της τηλεόρασης
δάση πυκνά από σίδερο, φυλλωσιές από ατσάλι
περιμένοντας να φωλιάσουν
τα πρώτα μεταλλαγμένα πουλιά, βγαλμένα
από τα εφιαλτικά όνειρα του Χίτσκοκ.
Κάποια γυναίκα φυλακισμένη
πίσω απ’ το παράθυρο
αποφασίζοντας να θυσιαστεί
παρά να χωθούν βαθιά μέσα της
τα χρώματα που σκορπούσε
το τοπίο πάνω της
έπαιρνε ψαλίδι
και κόβοντας τα μακριά της μαλλιά
τα σκορπούσε
ώσπου λες κι αυτό ήταν
το μοναδικό βάρος που την κρατούσε
ανυψωνόταν και χανόταν.
Η τρέλα καραδοκούσε κάτω από το κρεβάτι μου
τέρατα που είχαν φράξει την είσοδο του δωματίου
ενθρονισμένα…
Βγαίνω απ’ την κρυψώνα σε τοπίο αχανές.
Φοβισμένος πως κάποτε θα έρθουν.
Κι επικαλούμαι το σκοτάδι να τους κάνει να μη βλέπουν.
Το σκοτάδι μου. Και βλέπω. Να μπαίνει
όλη η θάλασσα.
Και να μην πνίγομαι.
Ενυδρεία ασφαλή
ενάντια σε πληγές από πένες αιχμηρές και αιμοβόρες.
Που το ξέρω. Με θέλουν.
Πανεύκολα θα με διαπεράσουν και θα μ’ αφήσουν έτσι
τρυπημένο από παντού όλοι
να βλέπουν.
Και φτάνω. Κι όπως ανοίγω στην τύχη
Διαβάζω σαν σε ημερολόγιο. Και τρομάζω. Είμαι εγώ
τα πρόσωπα κι είμαι
εγώ αυτός που γράφει. Και διαβάζω ό,τι γράφω
δυνατά διαβάζω
και μ’ ακούν
– Ξημέρωσε. Όπως χθες, όπως τόσα χρόνια, τόσους αιώνες. Η νύχτα που πέρασε άφησε πάλι τα σημάδια της πάνω μου. Δεν θα ξανακοιμηθώ. Θα μείνω έτσι από πείσμα ξάγρυπνος μέχρι τέλος. Ξάγρυπνος μέχρι τον ύπνο της νύχτας, του ονείρου και του ίδιου του ύπνου. Κάποτε θα νυστάξουν, κάποτε θα βαρεθούν, θ’ απελπιστούν, και θα κοιμηθούν. Θα το κάνουν. Και θα είμαι ο μόνος που θα το δει. Ξύπνιος και μόνος. Κάνει ζέστη. Κοιτάζω το ρολόι περιμένοντας να χάσει το ρυθμό του για να έρθει το τέλος του χρόνου, των μηνών, των ωρών, των λεπτών, των δευτερολέπτων. Να σβήσει ο χρόνος και να πετρώσω εδώ δίπλα στο παράθυρο με το φλιτζάνι του καφέ στο χέρι. Μπροστά στον καθρέφτη. Μεταίχμιο οι δυο όψεις μου και στη μέση το γυαλί. Που βρίσκομαι; Γιατί είμαι εδώ; Ποιος είναι αυτός που κοιτά μέσα στον καθρέφτη; Πολλοί άνθρωποι σκοτώνονται. Πολλοί τρελαίνονται. Πρέπει να υπάρχει κάποια αιτία για όλα αυτά. Μοιάζω με το τίποτα. Και πως μοιάζει το τίποτα; Ποιος κατοικεί μέσα μου; Μισός θεός, μισός διάβολος ή τι; Είναι δοσμένα όλα λένε οι μυημένοι. Που; Πως; Πότε; Αυτός ο τόπος είναι γεμάτος μυστικά, κρυμμένα, τέλεια καμουφλαρισμένα, καλά προστατευμένα. Μόνο οι άγγελοι μπορούν να τ’ αγγίξουν. Μονάχα αυτοί να μου λένε: «Πιάσε στα χέρια σου την άμμο. Αυτή που τόσα χρόνια κοιμάται σε τούτο το ακρογυάλι. Μπορείς να τη νιώσεις;» με ρωτούν, «μπορείς να την απαριθμήσεις; Πόσο μικρός είσαι για αριθμούς.» Είμαι ανοιχτός σαν τον ουρανό, ανοιχτός σαν τη θάλασσα. Πόσες ζωές μου έχουν μείνει; Χθες, σήμερα, αύριο. Εικόνες δίχως αφορμή. Σάββατο σήμερα. Πως πέρασε τόσο γρήγορα ο αιώνας; Πεταμένες γόπες στο πάτωμα. Ρούχα, παπούτσια, το σεντόνι, το κρεβάτι, η καρέκλα. Ειρωνεία. Ποιος μπορεί να περιγράψει τον εαυτό του χωρίς να πει ψέματα; Μοιάζω με χιλιάδες υπάρξεις, με χιλιάδες αισθήσεις. Κλειδώνω την πόρτα. Αισθάνομαι σαν πέτρα. Ανίκανος για κάθε αντίδραση. Οι βροχές, τα λιοπύρια και οι χειμώνες, με αγγίζουν μα δεν μιλώ. Μπορείς να αισθανθείς την αγωνία μου να κοιτώ, να αισθάνομαι και να μην μπορώ να αντιδράσω; Το νιώθεις; Ευτυχώς που υπάρχουν και τα όνειρα να μας ζωγραφίζουν τα μάτια. Παρόλο που κουράζονται κι αυτά νιώθοντας την ανασφάλεια του κενού…
Στο σκοτάδι μετέωρος. Σαν να ‘χει το φιλμ σταματήσει στο Pause.
Το άγριο μάτι του βορρά πάνω στα τζάμια
κι ακούω μέσα μου ακούω τις κρυφές φωνές να εκλιπαρούν να μην ενδώσω
όσο κι αν τα βέλη ανοίξουν τη σάρκα.
Κι οι τέσσερις τοίχοι. Το αντηχείο του φόβου·
Είναι αδύνατον να προσαρμοστώ στην πραγματικότητα που εισβάλλει
νιώθω το βάρος να με βουλιάζει μέσα στο πάτωμα και να χάνομαι
στις ρίζες του σπιτιού, έτσι που ο Αχέροντας κι όλοι οι νεκρόφιλοι
με περιμένουν μ’ αναμμένα κεριά στην απέναντι όχθη
κι εγώ φωνάζω όχι, όχι, όχι, και βυθίζω τα χέρια στο χώμα κι αυτό ουρλιάζει
σηκώνεται όρθιο και με πετά μ’ όλη τη δύναμη προς το μέρος τους με πετά.
Ώσπου τον βλέπω.
Κοιτάζω γύρω. Όλοι φευγάτοι. Μονάχα αυτός παίζοντας μ’ ένα
χαρώνειο νόμισμα. Ο Τειρεσίας. Και πλησιάζω. Ήρεμος πια.
Σχεδόν γαλήνιος.
« Αν τραυματίσεις το όνειρο βγάζει αίμα;
Ποιες μυρωδιές έχουν κλείσει μέσα τους οι μνήμες;
Όταν οι ήχοι δεν ταξιδεύουν που κοιμούνται;
Τι χρώματα κρύβει ένα πεθαμένο ποτάμι στα χέρια του καλοκαιριού;
Και πως η μυρωδιά και μόνο της βροχής στον αέρα το ανασταίνει ξανά μες το
φθινόπωρο;
Και γιατί όταν πεθαίνει ο άνθρωπος δεν ξαναζωντανεύει όπως το ποτάμι;
Τι τρώει η σελήνη όταν πεινά τα μεσάνυχτα;
Ακούγονται απόηχοι μυστικών φωνών μέσα στον ύπνο σου;
Μπορούν οι λέξεις να κρατήσουν τη γεύση σου μετά το θάνατο σου;»
με ρωτά με απόλυτη σοβαρότητα.
Δεν ξέρω τι ν’ απαντήσω.
Και μια πικρή γεύση πεθαμένου τριαντάφυλλου
με παίρνει για τη στέγη των χαμένων χαδιών.
Στο σκοτάδι μετέωρος. Μ’ όλα τα εργαλεία της γραφής
Βαθιά μου μπηγμένα. Να βλέπουν τα βροχερά μου
μονοπάτια ως τα κάτω.
Νομιμοποιώντας του απόλυτου μηδενός την επινόηση
στα ήσυχα νερά του ύπνου
μες στο θάνατο·
το κέλυφος μιας νεκρής χελώνας στην ερημιά
και το αντίθετο σκηνικό με το γεράκι να ταΐζει τα πεινασμένα του νεογνά·
το ένδοξο σχεδιάγραμμα της πλοκής της ζωής
και της κατάληξης της.
Κι όπως χορεύει στο στήθος μου ο άνεμος
Βασιλεύουσα σελήνη καλπάζουσα στα νερά αναδύεται χλομή·
το πιο βαθύ μαύρο στα υπόγεια της υπάρξεως
με πλήρη υγρασία τα πνευμόνια μου αιμορραγούν μέλλον
ποτάμι λατρευτικό της ροής
κι άγριο
ανοίγοντας διόδους στο σφαλιστό μου οικόπεδο·
πυκνές τσουκνίδες όνειρα και αγχώδη δευτερόλεπτα
στο κουρδιστό ξυπνητήρι του μυαλού μου.
Έχουν και τα όνειρα ολισθηρότητα. Πέφτουν στην ουτοπία
και δολοφονούνται από την απόλυτη πεποίθηση της βαβυλωνιακής τους διάστασης·
νευρώσεις – Alptraum –
κι όπως σκοτεινιάζει στη θεαματική βιτρίνα μπήγονται
τα πρώτα εικονίδια του μέλλοντος
στου θώρακα μου την περισυλλογή. Το σύνορο
της εκκωφαντικής πραγματικότητας.
Στα όνειρα μου πάντα κατοικεί το υγρό στοιχείο.
Το σώμα
είναι ένα χωμάτινο οχυρό που το διαπερνούν οι άνεμοι
σηκώνεται σκόνη η φωνή
και πέφτει ξανά στις αχανείς εκτάσεις της σιωπής.
Και ξέρω. Οι λέξεις
δεν με σώζουν.
Bielefeld, Φθινόπωρο 2002
***
O Γιώργος Λίλλης γεννήθηκε το 1974 στη Γερμανία και μεγάλωσε στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στο Bielefeld της Γερμανίας. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Το δέμα της νύχτας (1999), Η χώρα των κοιμωμένων υδάτων (2001), Στο σκοτάδι μετέωρος (2003), και Τα όρια του λαβύρινθου (2008). Το «Κατακερματισμένη απολογία μες στο σκοτάδι» είναι το τέταρτο και τελευταίο μέρος της συλλογής Στο σκοτάδι μετέωρος.
*Από το http://mogolospolemistisvalkaniosagrotis.blogspot.com/2009/06/blog-post_17.html
Rhie Azzam, For Lebanon
I’ve been saying I’m going to write about this for weeks,
but the truth is,
I don’t know if I can
I don’t know how to make beautiful devastation.
See I hear “Lebanon”
I see red stripes and a cedar tree.
They tell me that 60 people were killed in a village outside of Beirut,
I see Aunt Ragida
The first female pharmacist in the history of Lebanon
I see a woman who overcame so much,
broke free from tradition,
and followed her dreams,
I see myself in the mirror at three years old,
she’s in front of me,
wiping her make up off of my face,
laughing, joyous, loving.
They broadcast the score
Israel-29 Lebanon-300
I see Uncle Osmat,
the one I’ve spoken with my whole life,
the one I’ve never met because
he was fighting this battle the year I was born.
I hear his voice, “anuphebic, habiti”
He tells me his home is gone
I see her,
it’s 10:30, it’s been a long day, and all she can think about
is brushing her teeth
14 yrs old,
with a head full of dreams she can never chase,
hearts she will never break,
knowledge she will never share,
in a bomb ridden slumber,
she’s no longer here.
I don’t want more people to die,
I don’t want devastation for my family,
I read about 100,000 people having no place to call home,
and I picture
5 adults, 6 children,
1bed/1bath
over a pharmacy.
The thing is,
there is no solution.
there is no hope
this war on terrorism has cost me my hope
my country is killing my people
and i am more helpless than i have ever been.
and what is war but
terrorism with a bigger budget?
I want to scream, shout, tear the roof off
but what’s the use?
My anger gets me nowhere but angry,
my hate won’t save my heritage
these are all emotions not worth feeling anyway,
because there is nothing i can do to save them
and bitching about it gets me nowhere.
i pray
i pray to Kali, Buddah, Christ, God, Nefertiti, Diana, Lakshmi, Thor, Zeus, Mohammed, Allah, Yaweh, I pray to the god in all of you,
I pray my family lives to see tomorrow,
I pray my cousins will be granted the luxury of life,
I pray my aunt becomes a grandmother,
I pray to God they get through this.
I want the world to see,
I want every executive, vp, banker, homeless, broken hearted, cynic, idealist, poet, artist, musician to see
that this isn’t some nameless, faceless fight,
this is life,
and it deserves better.
*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2015/10/i-wish-id-written-this_23.html
Χλόη Κουτσουμπέλη, Ποιήματα
Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Φορούσα κουρέλια κι έτρεχα στα τέσσερα
είχα τυλίξει τα πληγιασμένα πόδια σε φύλλα δέντρων
πατούσα σε θραύσματα από παλιά ρολόγια
ένας κούκος χτυπούσε διαρκώς μεσάνυχτα
είχα μόλις αντέξει την εποχή των παγετώνων
και το καλοκαίρι έσταζε καυτό ιδρώτα
δεν είχα γονείς ούτε ιστορία
θυμόμουν μόνο το αυγό που έσκασε
και τον κόκκινο κρόκο που ήλιος ξεπήδησε από μέσα.
Σε είδα ξαφνικά ψηλό και ακίνητο
στην μέση εκεί του πουθενά
να μου ανοίγεις διάπλατα τα χέρια.
Τυφλά χώθηκα στην αγκαλιά σου.
Κάτι παλιό τότε κατέρρευσε με θόρυβο
και η πρώτη πανσέληνος γεννήθηκε στον κόσμο.
***
Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΟΡΧΙΔΕΑ ΟΛΟ ΘΑΛΑΣΣΑ
Στον κόσμο του άλλου
μπαίνεις τρυφερά
γυμνός όπως σε Ιερό.
Είναι μια ορχιδέα όλο θάλασσα.
Βρέχεις τα πόδια σου στα βελούδινά της πέταλα.
Χαίρεσαι και φοβάσαι.
Γνωρίζεις.
Πως κάθε ορχιδέα ανοιγοκλείνει στους χτύπους της καρδιάς
είναι μυστική και αρχέγονη
και πως μέσα της αλλάζεις.
Ύστερα από αυτό ποτέ δεν θάσαι ο ίδιος.
***
ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ
Ο ξύλινος κούκλος που άκουγε στο όνομα Πινόκιο
ποτέ δεν τα κατάφερε να γίνει αληθινό αγόρι
έχασε μικρός την μάνα του
τον κατάπιε μία φάλαινα
δεν έμαθε ποτέ του να πενθεί.
Αφού τον έβγαλε από τον Λαβύρινθο
μόνη εγκατέλειψε σε ένα νησί
την Αριάδνη ο Θησέας
«μου έδωσες χαρά και ελπίδα,
γι αυτό αιώνια θα σ’ ευγνωμονώ»
της φώναξε από το καράβι του
κουνώντας το μαντήλι.
«Ηταν μόνο μια στιγμή υπέρβασης»
απολογήθηκε στην Φωνή ο Αδάμ
«άλλωστε Εδέμ σημαίνει ασφάλεια,
ισορροπία και τάξη
κι εγώ ήμουν ανέκαθεν νομοταγής,
αυτήν να διώξετε, την μάγισσα»
και έφτυσε το μήλο του.
«Σε σένα πάντα θα γυρνάω» είπε στην Πηνελόπη ο Κλώνος.
Παρίστανε τον Οδυσσέα ενώ ήταν ένας ακόμα απρόσωπος μνηστήρας.
Πες μου λοιπόν εσύ
που ήσουν κοινωνός του Μυστηρίου
εκείνη την Παρασκευή στο όρος των Ελαιών,
στο αεροδρόμιο πριν από την τελευταία πτώση
πόσα αργύρια εισέπραξες
για εκείνο το φιλί που μούδωσες στο στόμα;
***
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ (ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)
Αν φανταζόσουν άλογο;
Θαλασσινό.
Και αν σκάλα;
Στο χείλος του γκρεμού.
Και σπίτι;
Κάπου μαζί.
Και έρωτας;
Αυτό που τελικά δεν ζήσαμε οι δυό μας.
*Από το http://travelling-through-books.blogspot.com/2011/09/blog-post_06.html
Βάσσος Γεώργας, γαλάζιες παρελάσεις
[γαλάζιες παρελάσεις
αρρώστια της γενιάς μου]
μ΄αυτή τη πίστη πως δήθεν κερδίσαμε
επί της ουσίας μια πατρίδα γκρεμισμένη
τέτοιο κακό δεν έχω ξαναδεί να ζηλεύω
ερωτευμένα ζευγαράκια που φιλιούνται
στο δρόμο και να μη τους καίγεται
καρφάκι για τη κοινή γνώμη
και τους καθοδηγητές της
– η ιστορία κοινή παρακαταθήκη
συνείδηση του αθώου ανθρώπου
εκεί που τελειώνει η αλήθεια αρχίζουν
τα μεγάλα λόγια – κι έζησαν αυτοί καλά
και εμείς καλύτερα
στις απλές χαρές της απέναντι πολυκατοικίας
ανάξιος ηδονοβλεψίας επειδή δεν με πιάνουν
τα χάπια για την αϋπνία και τη κατάθλιψη
με όλες μου τις ψυχικές αρρώστιες αγιάτρευτες
να περιφέρονται ο όμηρος ο λόρδος βύρωνας
και ο σολωμός με την επιτήρηση πολλών
δασκάλων του κατακλυσμού του γένους
σε κιτς παρέλαση στην υπό αναμόρφωση
οδό πανεπιστημίου και να ανεμίζουν σε άσφαλτο
μαύρη για αντίθεση κόκκινες σημαίες
σε πανηγύρι προσκύνημα με τη φιλαρμονική
να παίζει κι ενώ το δάσος του καιρού μας
να καίγεται από την απάθεια μου
σε βαθμό σικέ πρωταθλήματος γ’ εθνικής
να τεντώνω τα αυτιά μου μη χάσω ούτε λέξη
από τα μεγάφωνα και τις προεκλογικές ομιλίες
μαλάκα οπαδό σήμερα που με κατάντησαν
με ανύπαρκτο το εισόδημα να χαίρομαι
τον ηττημένο απ΄την άγνοια βίο μου
Θεόδωρος Μπασιάκος, 3 ρομάντζες σε μι μπεμόλ…
ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ…
Άρα
υ π ά ρ χ ω
σ’ αυτήν εδώ την κάμαρα
ένα φως τρεμάμενο αχαμνό
σ’ αυτήν την πόλη
σ’ αυτό τ’ αστέρι
σ’ αυτό τον έναστρο ουρανό
σ’ αυτό το σύμπαν
το άπειρο
που ολοένα διαστέλλεται και διαστέλλεται
μες στο προαιώνιο τίποτα
και δεκάρα δεν δίνει αν υπάρχω / και σε σκέφτομαι
και δεκάρα δεν δίνει για την υπαρξιακή μου ανατριχίλλα
απόψε
(χίλια τόσα κοσμοτέρμινα μετά το ξακουστό BIG BANG
άλλα τόσα πάνω-κάτω πριν το big buff).
—
ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ
Είναι πόχω πουλήσει την ψυχή μου στο Διάβολο
μ’ αντάλλαγμα τί άλλο τη νιότη
την ατελείωτη νιότη
στο θλιβερό ετούτο δωμάτιο
με τα βιβλία και με τα τσιγάρα
με τ’ αλλόκοτα όνειρα
ακατανόητα ολωσδιόλου για τον μέσο αστό
με ξεκούμπωτο πουκάμισο και σηκωμένα μανίκια
εντελώς ανοιξιάτικος
με σένα στην αγκαλιά μου
με τ’ αγγούρια
(τουρσί)
κι’ αυτά στο πρόγραμμα μέσα
με τη ζωή μπροστά μου όλη κι’ όλη δική μου
όλη δική μας, αγάπη μου.
—
ΡΟΜΑΝΤΖΑ
(ΥΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ)
Δες!
Στο φεγγάρι φύτρωσ’ ένα λουλούδι
Όμορφο σαν την αγάπη μας
ή σαν μια επανάσταση
(π.χ. τον Μάη του ’68 ή τον Ισπανικό εμφύλιο…)
Ίσως σύντομα μαραθεί, δεν αντέχουν τα λουλούδια
στο φεγγάρι…
Αφού φύτρωσε όμως
θα πει πως μπορεί να υπάρξει ζωή στο φεγγάρι.
Αφού αγαπιόμαστε
κι’ αφού οι λαοί ξεσηκώνονται
θα πει πως μπορεί να υπάρξει ζωή και στη γη. Μπορεί.
—
(και μια ρομάντζα… ματζόρε:)
ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗ
Ι.
Χρυσοκοντυλιά πάνω σε όμπρα
το φεγγαρόφωτο της γρίλιας πάνω στη γυμνή σου πλάτη.
Στο κωλομέρι σου το σπέρμα μου ωσάν δάκρυ / σε εικόνα θαυματουργή.
Ιδωμένη από πίσω η αγαπημένη μου – ίδια η Παναγιά κλπ. κλπ.
ΙΙ.
Τ’ αστέρια στον ουρανό
Οι λέξεις στο χαρτί
Τα χύσια στα σεντόνια –
όλα την αγάπη μου τραγουδούν.
Αργύρης Μαρνέρος, Ποιήματα
Όχι σ’ αυτούς που τύφλωσαν τον ουρανό
και κάνανε τον ήλιο μας ζητιάνο
Όχι σ’ αυτούς που τραγουδούν τους πόνους μας
πάνω σε χαλασμένο πιάνο.
Κανένας δεν θα τολμήσει
να σου περάσει αλυσίδα στο πόδι
αν δεν του δώσεις την ευκαιρία
να σου πάρει να σου πάρει τα μέτρα.
Οι περισσότερες Κυβερνήσεις
Χρειάζονται την αντιπολίτευση
Για να δικτατορεύουν δημοκρατικά.
Αυτός που είναι κακός μαθητής
της ιστορίας δεν έχει δικαίωμα
να γίνεται δάσκαλός της.
ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΑΣΥΛΟ
Σταματήστε
Τους φώναξα
Η πόρτα που χτυπάτε
Είναι κληρονομιά
Πανάρχαια
Σταματήστε
Τους φώναξα
Θα καλέσω το 100
Χαχανιτά
Χτυπήματα
Μ’ αξίνες και λοστούς
Σκέπασαν τη φωνή μου
Σταματήστε
Τα πριόνια κόβαν κιόλας
Τις κλειδαριές
Σταματήστε τους φώναξα
Κι άκοιξα όλες τις βρύσες
Να τους πνίξω.
ΠΑΥΛΑ
Κάθησε κάτω
Και γράφε
Κάνε κατάλογο
Κάθε γράμμα
Και μιά λέξη
Στο Φ
Μου είπαν να βάλω
( – )
Μα υπάρχει τους είπα
Μπορούμε να γράψουμε
ΦΩΣ
Μέσ’ το σκοτάδι
Με έπνιξαν
Όπως όπως
Δίπλα στην παύλα
Ανοίξανε παρένθεση
ΦΩΣ (Άχρηστη πολυτέλεια).
Εγώ συνέχισα.
Φ Καρφί μέσα στο στόμα
Ω Άγρυπνο μάτι
Σ Αναγκαστικό σιωπητήριο
Ο ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΘΕΟΣ
Μου πρόσφεραν ένα θεό
Καμωμένο από γυαλί
Και μου είπαν προσκύνα
Προσπάθησα
Να συζητήσω να μάθω
Και μου είπαν προσκύνα
Αρνήθηκα γέλασα
Έκλαψα πικράθηκα
Και μου είπαν προσκύνα
Τότε άρπαξα το ομείωμα
το πέταξα στη γη
Και τό ‘κανα κομμάτια
Μέσα σε κάθε κομμάτι
Ένας μικρός θεός
Μέσα σε κάθε θεό
Ένα χαμόγελο
Μέσα σε κάθε χαμόγελο
Η εικόνα του εαυτού μου
Έπεσα και προσκύνησα
Τους μικρούς θεούς μου
Κ εγώ παρέμεινα
Ο ένας
Ο μοναδικός
Νεκταρία Μαραγιάννη, Πίπτοντες
Τζούλια Φορτούνη, ξεκαθάρισμα λογαριασμών
να βρέχει κι εγώ να γράφω
να με λένε
να κατοικώ
στο φωταγωγό
να αφαιρώ τις μονώσεις
να με βρίσκω ανάσκελα
να βρέχει
να μη βλέπω
στην οθόνη μου
να βρέχει
να μην σώζομαι με τίποτα
***
δήγμα γραφής
έφτασα
πρόλαβα
είδα
τις λέξεις
το δηλητήριο
κανείς δεν ήταν εκεί
***
ήδη
τα μάτια σου νεκρά πουλιά
κινείσαι αργά
τραυματισμένος κι όλο φως
κατά πάνω μας
τα μάτια σου νεκρά πουλιά
κοίταξε με
το ράμφος σου
σκυλεύει
το κορμί μου
κοίταξε με
***
πολεμική τέχνη
η αγάπη είναι αυτή που δεν αντέχεις
αυτή που αμύνεσαι
συστρέφεσαι γύρω από το οχυρό σου
καμιά φορά επιτίθεσαι κιόλας
η αγάπη είναι αυτή που δεν αντέχεις
γενναίος πελταστής
ενίοτε ρίψασπις
εσύ πάντα
γυμνός
*Από τη συλλογή “δήγμα γραφής”, εκδ. Μανδραγόρας 2015









