Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ποιήματα

Rene Magritte, The double secret

Rene Magritte, The double secret

Άνυδρο τοπίο

Στις άδειες κάμαρες
το σκοτάδι έρχεται να σκεπάσει
τους κόκκινους ήχους της ανάσας σου.

Γυρίζοντας στις ρίζες του μύθου
ακίνητος
πυροβολείς.

***

Μνήμη

Στον Rene Magritte*

Τα άσπρα σεντόνια
νωχελικές αναμνήσεις
βουτώ στην πηγή
και πίνω ξανά
το γλυκόπικρο
της μνήμης νερό
σκουριασμένο ποτήρι
που θα γίνει χρυσό
σαν μαζέψει το αίμα
ξυραφιά στο μελίγγι
στάζει μέλι πικρό
και το γλείφουνε σφήκες.

*Rene Magritte (1898-1967). Σουρεαλιστής καλλιτέχνης με επιρροές από το ντανταϊστικό κίνημα.

***

Ένας λύκος παρατηρεί το φεγγάρι

Από τότε που θυμάμαι τα χρώματα
ο λύκος ουρλιάζει στο φεγγάρι.
Στο λευκό φωτεινό του περίβλημα,
αποτύπωμα μπότας καμικάζι.

Αν πεθάνω, μου είπε ένα απόγευμα,
θα είναι που έχασα την οφθαλμαπάτη.

Αγαπώ τα παιδιά που γεράσανε
μα ακόμα μου κλείνουν το μάτι.

*Από τη συλλογή “Αγχέμαχες λέξεις”, Εκδόσεις Άγκυρα, 2015 (σελ. 10, 13 και 30).

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Τρία ποιήματα

images-1

ΤΑΞΙΔΙ ΔΙΧΩΣ ΟΝΟΜΑ

Εγώ θα γράψω για την Ανθή
που έσβησε σαν το πουλάκι
όταν τη σήκωσε ο πατέρας τρεις φορές
μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς
για να μην ταξιδέψει δίχως όνομα.

Που την πήρε το σκοτάδι πριν
τον βίο της να ξεδιπλώσει
και δεν πρόλαβε να σχηματίσει χαρακτήρα.
Αυτός ο τάφος,
που μέσα τώρα κατοικεί
δεν τής ανήκει.
τον πήραν άλλοι.

Τον καταπάτησαν, όπως συχνά συμβαίνει,
ξένοι ή συγγενείς δεν έχει σημασία
και κανείς δεν ξέρει πια
ότι κι αυτή είναι εδώ βαθειά στο χώμα.

Και πώς να το ξέρει,
αφού κανένα μάρμαρο δεν γράφει τ’ όνομά της
κι από καιρό πάνω στη γη όλα έχουν αλλάξει;

***

ΟΙ ΑΛΛΟΙ

Άκου παιδάκι μου,
να γράψεις
καλά και για τους άλλους.
Ήταν κι αυτοί καλοί.

Όχι μονάχα για τους δικούς μας…

Καλά να γράψεις.
Και για τους άλλους.

***

ΒΡΑΔΥ ΣΤΗ ΓΩΝΙΑ

Πέφτει το σούρουπο αργά
και με πλακώνει.
Οι ίσκιοι μεγαλώνουν,
σκαρφαλώνουν
πιάνουν ταβάνι.

Καθόμαστε στο παραγκώνι
και μού μιλά,
εικόνες και ήχοι απλώνονται μπροστά μου
κι ο ύπνος, με παίρνει με τα λόγια του.

*Από τη συλλογή “Κλίνη Σπόρου, Καλή”, εκδόσεις Οροπέδιο, 2010 (σελ. 33, 37 και 41).

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Περίπατος με παντεσπάνι

IMG_20150426_194055

Όσοι μιλάτε τώρα εκ του ασφαλούς,
πρέπει μικροί να φάγατε
πολύ παντεσπάνι.
Αφού δεν μπορώ να διασχίσω
το σώμα της μάνας μου,
διασχίζω το σώμα της πόλης μου.
Κάπως έτσι δεν το ‘λεγε ο Πεντζίκης;
Κάστρα, Πανεπιστήμια, Καμάρα
Ναυαρίνου, Θερμαϊκός…
Και κάπου ενδιάμεσα, παλιά
χριστιανικά νεκροταφεία.
Κι άλλα πολλά που μόνο τα φαντάζεσαι.
Έχεις την πολυτέλεια ακόμη να φαντάζεσαι…
Θα πρέπει να ‘φαγες
πολύ παντεσπάνι!

Μαρία Κυρτζάκη (1948-2016), Η μουσική

Sam Haskins, November Girl (1967)

Sam Haskins, November Girl (1967)

Ο έρωτας που με κατοικεί
ανθίζει μυστικά
Μόλις ασφάλιζε το όνειρο και λόγους ιερούς
γύρω μου έσπειρε
γκρεμός για να φυτρώσει∙ και σαν
ασπίδα του θεού στο μένος των ανθρώπων –
Εκεί μου είπε ν’ αναπαύεσαι
δροσιά από φύλλα και νερά
θα σου παρασταθούν
βράχοι γωνίες και στιλπνή – η επιφάνεια.

*Από τη συλλογή “Μαύρη Θάλασσα”, 2000. Από το http://www.poema.gr/dokimio.php?id=26&pid=13

Οράσιο Καστίγιο, Τρία ποιήματα

acropolis_big

Ποιητική τέχνη

Να λευτερώσω τη γλώσσα, έτσι ώστε να μην εμποδίζει
το προϊόν
που ξεχύνεται από μέσα, υποκινημένο
από μια εσωτερική δύναμη
και το επιτήδειο παιχνίδι του νεφρού και του διαφράγματος,
να επιμείνω πιέζοντας τους μυς
σαν να απέβαλα
ένα άλογο ή έναν κύκλωπα,
να επαναλάβω τη διαδικασία
προκαλώντας την ακόμα και με τα δάχτυλα
ή με κάποιο τραχύ υλικό,
ώσπου ν’ απομείνω άδειος, ισχνό δέρμα μοναχά,
ασκί για κρέμασμα από το πρώτο δέντρο,
καταβεβλημένη μήτρα αυτού που πετά, ίσως του φωτός.

***

Μόλις για λίγο περισσότερο φως

Για πολύ καιρό υπήρξαμε δεσμώτες των εννοιών.
Αρκετοί έχουν πεθάνει για μια λέξη
ή λιγότερο, για τη σκιά γης,
για να εξακολουθήσουν να το κάνουν.

Ας είμαστε πιο ειλικρινείς: παλεύουμε, ναι,
αλλά μόλις για λίγο περισσότερο φως,
για την αξιοπρέπεια να το έχουμε επιχειρήσει.

***

Ένα άλογο τραγουδά πάνω στη γη

Δεν είναι απαραίτητο να δεθεί σε ένα δέντρο.
Πρέπει να ανοίξει τα αφτιά, να προετοιμάσει το βλέμμα,
να εισπνεύσει τον αχνό που ανέρχεται από την άβυσσο.
Τότε προβάλλει κάτω η κυανή νύχτα,
δοκιμάζει την κοψιά του κόντρα στ’ αστέρια
και καρφώνει το τραγούδι στη σάρκα μας
που ματώνει υπάκουα προςμτο σκοτάδι.
Μια φορά σε κάθε άνθρωπο δίδεται αυτό το θαύμα.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στην ποιητικη ενότητα “Τραχύ υλικό” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Οι γάτοι της Ακρόπολης και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2012. Μετάφραση από τα Ισπανικά: Χαράλαμπος Δήμου. (Σελ. 13, 17 και 21).

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

back_sanejoker

Λέξεις στενές, πολύ στενές.
Να τονίζονται μέσα τους οι καμπύλες αυτού που ήθελες
να πεις.
Γιατί γέμισε ο ουρανός κυνηγούς κι η γη πουλιά,
μα δυσκολεύεσαι παρ’ όλα αυτά να βρεις το ταίρι σου.
Γιατί έφτασαν οι Αλιείς ψυχών
και περιμένουν ήσυχα την παλίρροια,
που ανεβάζει το δηλητήριο στην καρδιά
όταν η γλώσσα/κόμπρα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.
Σε τέτοιες ώρες προ πάντων να μην ομιλείτε εις τον οδηγόν.
Μεταφέρει το τελευταίο βλέμμα κάποιου μαστρωπού θεού
στον καθρέφτη.
Που σε κοίταξε κι εξίσωσε τον πόνο σου με αυτόν ενός σκύλου.
Μην του σπάσει.

***

Μια εύπορη σιωπή το καλοκαίρι.
Με σπήλαια και λειβάδια
που ‘χει ταλέντα κι ένστικτα
και μεταλλάσσεται σε στίχους.
Ακροβατούν ανάμεσα σε καλησπέρα και καλημέρα.
Κατεβαίνει ο ήλιος και τέμνει τους περαστικούς.

Όλα τήκονται απ’ το υστέρημα μας,
λέξεις, μνημεία, σ’ ένα τοπίο λευκό, ακηλίδωτο.
Όταν ριγούν τα λόγια και γίνονται μουσική.

Φύσηξε.
Αναστροφή των θαυμάτων. Κάποια τρύπια φόδρα
φανερώθηκε.
Πρώτα χρίζεις, μετά περπατάς τους δρόμους.
Χαιρετάς διακριτικά συνοδοιπόρους πάνω και κάτω
απ’ το χώμα.
Αυτούς που υποπτεύεσαι την παρουσία τους, αυτούς
που σου λέγαν ιστορίες εν πλω.

*Από τη συλλογή “Η άστεγη μέρα”, Εκδόσεις Μελάνι, 2014 (σελ. 10 και 12).

Antonin Artaud, απόσπασμα

12552763_10207806168527864_9012478589047904761_n

Πού πάω στο άπειρο;

τι είναι το χάος;
από πού ήρθα από το άπειρο

το χάος τι ήτανε από κατιτί περιπλεγμένο
Τι;
θεός

τι είναι;
μια ιδέα του σύμπαντος μέσα στο σύμπαν
έπρεπε να τα μεταλλάξουμε όλα αυτά

και να ξαναβρούμε το καθαρό άπειρο.

*Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Βράδυ

Screen Shot 2016-01-18 at 12.42.52 AM

Συγυρίζοντας κάτι μπαούλα

ανακάλυψε πως

μαζί της δεν έσερνε μόνο

τον στίχο της Βάρκιζας

αλλά και λίγην άμμο

που ‘τρίζε σιγά σιγά

μες στον ποδόγυρο

ενός φουστανιού

γι’ αυτό λέει

πάντα ακούω το άγχος

εκείνης της ώρας

που όλα θρυμματίστηκαν

κι έγιναν ένα
με την αμμουδιά

σάπια και άχρηστη

είμαι εδώ μόνη

πάνω στα τελευταία

συντρίμμια ζωής που ξέρω

η πίκρα μου η θλίψη

πλέουνε συνεχώς

κατά τη θάλασσα

σαν τα ψόφια ψάρια

που κατηφορίζει ο Σηκουάνας

Γριγρία τι νιαουρίζεις τώρα

θέλεις να βγεις

έλα ανοίγω την πόρτα

φύγε και συ

δε χωράνε πια τα ψέματα.

Κρυφοχώρι (1951)

*Το ποίημα δημοσίευσε στο facebook ο ποιητής Ανδρέας Καρακόκκινος.

Φερνάντο Πεσσόα: «Το πιο χυδαίο στα όνειρα είναι πως όλοι ονειρεύονται»

fernando_pessoa_heteronimia-cover

Φερνάντο Πεσσόα, Το Βιβλίο της Ανησυχίας
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

«Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει».

Αποτελούμενο από 520 αποσπάσματα, Το Βιβλίο της Ανησυχίας είναι το κορυφαίο έργο του Πορτογάλου Φερνάντο Πεσσόα. Σχεδόν όλη την ενήλικη ζωή του και μέχρι το θάνατό του, από το 1913 έως το 1935, ο Φερνάντο Πεσσόα γράφει, με κάποιες διακοπές αλλά χωρίς να το εγκαταλείψει ποτέ. Δημοσιεύτηκε πολλά χρόνια μετά το θάνατό του. Το βιβλίο της ανησυχίας είναι ο απολογισμός της καθημερινότητας, η καταγραφή των αισθήσεων, η οξύτητα της ειρωνικής σκέψης, η ανεπανάληπτη γραφή ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα.
«Να ταξιδέψω; Για να ταξιδέψω φτάνει να υπάρχω: πηγαίνω από μέρα σε μέρα, σαν από σταθμό σε σταθμό στο σιδηρόδρομο του κορμιού μου ή του πεπρωμένου μου, σκυμμένος πάνω από τους δρόμους και τις πλατείες, πάνω από τα πρόσωπα και τις χειρονομίες, πάντα ίδια και πάντα διαφορετικά, όπως τελικά είναι και τα τοπία».

« Η ζωή είναι αυτό που εμείς την κάνουμε να είναι. Τα ταξίδια είναι οι ταξιδιώτες. Αυτό που βλέπουμε δεν είναι αυτό που βλέπουμε, είναι αυτό που είμαστε».
 
«Υπάρχει μια κούραση της αφηρημένης ευφυΐας, και είναι η πιο φρικτή κούραση που υπάρχει. Δεν βαραίνει όπως η σωματική κούραση, ούτε ανησυχεί όπως η κούραση της γνώσης που αποκτάται μέσω της συγκίνησης. Είναι το βάρος από τη συνείδηση του κόσμου, σαν να μη μπορείς να αναπνέεις από την ψυχή».

«Για τον κοινό άνθρωπο, αισθάνομαι είναι ζω και σκέφτομαι είναι ξέρω να ζω. Για μένα, σκέφτομαι είναι ζω, και αισθάνομαι δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από την τροφή της σκέψης».

«Όσο πιο διαφορετικός είναι ο κάποιος από μένα, τόσο πιο πνευματικός μου φαίνεται, γιατί εξαρτάται λιγότερο από την υποκειμενικότητα μου. Και γι᾽ αυτό ακριβώς η επιμελής και διαρκής μου μελέτη είναι αυτή η κοινή ανθρωπότητα που απεχθάνομαι και από την οποία απέχω. Την αγαπώ γιατί τη μισώ. Μου αρέσει να τη βλέπω γιατί απεχθάνομαι να την αισθάνομαι.

«Όσο περισσότερο βυθίζομαι μέσα μου, όλα τα μονοπάτια του ονείρου με οδηγούν στα ξέφωτα της αγωνίας.»
«Η ζωή μου είναι σαν να με χτυπούσαν με αυτήν….»

«Για μένα η ποίηση δεν είναι φιλοδοξία, αλλά τρόπος για να μένω πάντα μόνος.
Είτε υπάρχουν είτε δεν υπάρχουν θεοί, είμαστε σκλάβοι τους.
Το πιο χυδαίο στα όνειρα είναι πως όλοι ονειρεύονται».

« Είναι ανθρώπινο να θέλουμε αυτό που μας είναι απαραίτητο, και είναι ανθρώπινο να επιθυμούμε αυτό που δεν μας είναι απαραίτητο, αλλά που μας είναι επιθυμητό. Αυτό που είναι αρρωστημένο είναι να επιθυμούμε με την ίδια ένταση αυτό που είναι απαραίτητο και αυτό που είναι επιθυμητό, και να υποφέρουμε από την έλλειψη τελειότητας σαν να υποφέραμε από την έλλειψη ψωμιού. Η ασθένεια του ρομαντισμού είναι ακριβώς αυτή: να θέλουμε το φεγγάρι σαν να υπήρχε η δυνατότητα να το αποκτήσουμε. Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δεν το γνωρίζω. Το παρελθόν δεν το έχω πια. Το ένα με βαραίνει σαν τη δυνατότητα των πάντων, το άλλο σαν την πραγματικότητα του τίποτα».

Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον. Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας.

«Μη φοβάστε, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να καταρρεύσει η κοινωνία από υπερβολικό αλτρουισμό».

*Από το http://freethinking.gr/fernado-pessoa-to-pio-xidaio-sta-oneira-einai-pws-oloi-oneireuontai/

01.06.14_________ ______ _ __ ______ ___ _________

Matt Hetherington, The death of Sisiphus

sisyphus

“The gods had condemned Sisyphus to ceaselessly rolling a rock to the top of a mountain, whence the stone would fall back of its own weight. They had thought with some reason that there is no more dreadful punishment than futile and hopeless labour”.
Camus, “The Myth Of Sisyphus”

in vain combat with gravity,
this man is so wise that he’s enchained to life,
and as sure as the sun climbs and falls,
then climbs and falls again, he will work
until he comes to love his martyrdom.
he has his rock; he’s pushing it uphill,
and with each ascent the burden grows more weighty.
he knows that in his time off,
as he moves down from the summit,
he won’t convince himself that all is well.
but then, a lifetime later, with the sun
at its meridian, his arid heart implodes;
the doting stone rolls over him,
grinds his grateful head into the dust,
and continues to the bottom, where it rests in wait.

® 1993