Πελαγία Φυτοπούλου, Ο βιολιστής

OHOOLA one-ninehundred

Εγκατέλειψε το ημερολόγιό του γεμάτο αγριόχορτα.
Πήγε να ταιριάξει στη ζωή.
Τράβηξε κατά το Λούνα-Παρκ.
Φορούσε ένα καπέλο τσακισμένο στην άκρη
και κάπνιζε πίπα.
Αυτό το αρωματικό βιολί στο στόμα του μ’ ενθουσίασε.
Έγειρε προς το μέρος μου και ρώτησε,
αφήνοντας ένα ράθυμο ρέψιμο στη μύτη μου.
«Τι κάνεις εδώ εσύ;»
«Περιμένω τη σειρά μου, προηγούνται τα ψηλότερα παιδιά». Έβγαλε το περίστροφο και πυροβόλησε, έφαγε δυο-τρεις.
Αναστατώθηκα.
Πυροβόλησε ξανά.
Το ’βαλα στα πόδια, έτρεξα μακριά,
όπως οι φιλελεύθεροι γιάπηδες ξοδεύουν χιλιόμετρα
στο διάδρομο γυμναστηρίου χωρίς να πηγαίνουν πουθενά.
Στην πραγματικότητα ήμουν ένα μικρό ανθρωπάκι,
ένας υποψήφιος δήμαρχος στην πόλη του Bella Tar
που τρέχει πάνω στην κάνη του όπλου προσπαθώντας να πιάσει
όλα τα χέρια που ζητωκραυγάζουν από κάτω.
0 βιολιστής όπλισε και πάλι. Τα χέρια σωριάστηκαν.
0 Θεός μ’ εμπιστεύεται.
Καβαλήσαμε το αλογάκι, προορισμός μας το Τορίνο.
Οι σφαίρες βρήκαν προσφιλή πίστα
τη χαίτη του κοκκινογένη ή αλλιώς Red Stone.
0 βιολιστής τραγουδά.

«Ω, πάνω στ’ αλογάκι
του Λούνα-Παρκ
το κεφάλι βουτηγμένο
στο μαλλί της γριάς

Ω,
ο βιολιστής στύβει
τη ζάχαρη στη γη μου

Ω,
και τα ρούχα μουγκά
και ο πόνος μουγκός
στάζουν πάνω μου
καλούπι ασπριτζή

Ω,
πλησιάζουμε την πόλη
τη γενναία

Ω,
ο Θεός μ’ εμπιστεύεται
με προκηρύξεις
μου μιλά
η ζωή μου όλη
μια σφαίρα

Ω,
ο Θεός συμφέρει

Ω…»
Τραγουδούσε και πυροβολούσε.
Ξαφνικά έβαλε το περίστροφο στο κεφάλι μου.
«Μη με σκοτώνετε Κύριε, σας παρακαλώ».
«Δε σε σκοτώνω, σε ψηλώνω».
ΜΠΑΜ
Δυο μέρες εξηγούσα στην ασφάλεια,
ότι η τρύπα στο κεφάλι μου είναι απ’ το τσιγκέλι
που με κρέμαγε ο πατέρας για να ψηλώσω.
ΜΠΑΜ
Το γράμμα που έφτασε στη φυλακή έλεγε:
«να τρως»

*Από τη συλλογή “Κούκος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Γιώργος Αναγνώστου, Ο Τίτλος στην Αυλαία

cf84acebeceb7-cf80cf81ceb1ceb3cebcceb1cf84cf89cebd-4

Πειθαρχημένα.
Αυστηρά προκαθορισμένα
όπως άλλωστε συνηθίζεται.
Κοντέινερ χρόνου στάζουν δαμάσκηνα,
ερωμένης ραντεβού.

Στο γραφείο σήμερα, στις επτά,
λαχάνιασμα εξαντλεί κυλιόμενη σκάλα
άπληστο σύνθημα μαγεύει
χαραμάδα χαράς.

Κάτω από το φως της λάμπας
(σαν μαθητούδια) τα προκαταρκτικά

Γραφή, ραφή, αφή, φι
ξεντύνουν πρόταση
ομοιοκαταληξίας με κραγιόν

Κνήμες χάδι
μνήμες λάδι
ουσιαστικά επιβράδυνσης τριβής.

(σάλι φοράς
ζάλη ώρας•
κομπλιμέντα όπλα
κλοπιμαία κόλπα.)

Συν μετοχές ενεργητικές
υποθετικά αν
άρθρα πυρετός («αρεστός»)
κραυγής απόσταση η αυγή Sτοp!
άγχος αγχόνη.
Time is up. Εκκρεμότητα.

Κρεμάστρα αναχώρησης
ταλαντεύει υπόσχεση
long weekend.

Αχ!
Η μελαγχολία του μετά,
απατημένα φωνηέντα
χαστούκι για κάθε
απιστία που διαβάσατε•
νέο ισο-ζύγιο συνευρέσεων
(tryst/trust):

Μία ώρα καθημερινά
μετά το δείπνο απαραίτητα.

Στο κρεβάτι κλεφτά?
εσώρουχα ποίησης κατά προτίμηση.

Είκοσι λεπτά με το πρωϊνό
να γίνει συνήθεια.

Κι αν κατάφερνε να το στριμώξει
σε κανένα lunch break
–εφικτό Τρίτες και Πέμπτες–
τόσο το καλύτερο.

Αν θέλει να δαμάσει τα πάρε δώσε,
τους τρελιάρικους, τους αχαλίνωτους…
Να φρενάρει τέλος πάντων
τους αχόρταγους
τους συντριβανένιους
τους αναβλύζοντες αυθορμητισμούς,
την πολιορκία της εκτοπισμένης
της τόσο μα τόσο
–για χρόνια–
παραμελημένης συζύγου.

∆ιασποράς Ώρα Ελληνικών

*Από τη συλλογή “Λόγοι Χ Αμερικής”, διαδικτυακή έκδοση Ενδυμίων, Γενάρης 2014.

Χρήστος Γιαννακός, Ποιητικές Συνευρέσεις

_nthooio-aeaiiaeuo-ouou-aea-dhiethiaoa-dhieassi

Αγρύπνια
Μια φορά, χειμώνα καιρό,
συναντήθηκαν η αγριελιά κι ο αστρίτης.

Αγριελιά
Πώς δεν τυλίχτηκες απ’ τον πανικό του χειμώνα;
Σε προδίνει το ένστικτό σου τη Νύχτα
ή κατάπιες το δηλητήριο
και νομίζεις ότι σε καίει ο πόθος;

Αστρίτης
Για κατάλληλο καταφύγιο ψάχνω.
Δέξου με να προστατευτώ απ’ το μίσος
που ριζώνει στα όνειρά μου.

Αγριελιά
Διακρίνονται τα αυτοφυή στη συμπόνια;

Αστρίτης
Το χιόνι στροβιλίζεται πάνω
σ’ ό,τι πιστέψαμε ευλογία.
Το χιόνι….

Αγριελιά
…πέφτει ποτέ εκτός εποχής;

Αστρίτης
Δέξου με να προστατευτούμε
στον ναρκωμένο λειμώνα.
Μην κοιτάς τώρα
που με τον έρποντα τρόπο μου,
ικετεύοντας,
μοιάζω ν’ αναιρώ της τόλμης το θαύμα.
Πρόκειται να φυλάω τον γυμνό σου κορμό.
Πέπρωται ν’ αφαιρώ απ’ το φωλιασμένο μου σώμα.

Αγριελιά
Αν αρνηθώ; θα με προσπεράσεις;

Αστρίτης
Δεν θα θρέψω πουκάμισο αταίριαστο
της ανθισμένης αγρύπνιας,
ιδίως γιατί και φέτος προβλέπεται
να κάνουμε άνοιξη
κατώτερη των επικηρυγμένων προσδοκιών μας.

Αγριελιά
Να λες: “…των προσδοκιών μου”.
Δεν ελπίζω παρά
μόνο σε χρώματα κι ευωδιές που τρομάζουν.

***

Ζεϊμπέκικο

Χορευτής:
Εδώ, να, μια πνοή με σηκώνει,
και σε μελανό πόντο κοιτάζω
το αναρίγισμα των υδάτων,
που καλύπτει αντίρροπο
δίδυμο ναυαγό.
Χορεύει, ανα-
ζητώντας τα ίχνη μου.
Σκυφτός,
στρέφομαι ν’ αλιεύσω
μια κίνηση εγγενή,
ενώ από μήτρα
το μέλος της αναβλύζει.

Ναυαγός:
Εδώ, να, η εκπνοή με κυρτώνει
στο κυματιστό
καθρέφτισμά σου σαν πλέω.
Κολυμβητή σε θαρρούσα τρανό
-βυθισμένο αμήχανα
τώρα σε βλέπω.
Όσο δεν θέλησα
με τη σκέψη σου να πνιγώ,
τόσο στη μαύρη
αγκαλιά της χορεύω.

***

για την Αγάπη του Άλλου

“Έλα, αγάπη, μίλα μου”.
Συγκεντρώθηκα για μερικά δευτερόλεπτα,
ώσπου ν’ αντιληφθώ
πόσο κοντά πέρασε
η εγκαρδιότητα του καλέσματος.
Πόσο κοντά πέρασε,
για να νιώσω, ξαφνικά,
την αγάπη της μιας για τον άλλο,
σαν να ήμουν ο άλλος.
Η στιγμή της απάντησης ίσως
– εκεί, σ’ εκείνον και τότε-
ερχόταν δίχως ιδιαίτερες σκέψεις
ή με το ηδονικό σφίξιμο στο στομάχι,
που παραλύει έναν ερωτευμένο.
Άγνωστη φωνή μα φωνή ζεστή.
Εκτός αν υποκρινότανΧ
να γύμναζε τον τύπο
και όχι το ήθος;
“Έλα, αγάπη, μίλα μου”.
Σε ποια να μιλήσω;
Ως ποιος να μιλήσω;
Μια τέτοια έκκληση
είναι πιθανό να μην απευθύνεται;
Τι να πει κι η αγάπη
μ’ αυτόν τον τρόπο – απρόσωπη;
“Συγγνώμη, καλέσατε λάθος νούμερο”.
“Έλα, αγάπη,
άσε τα κόλπα και μίλα μου”.

*Οι “Ποιητικές Συνευρέσεις” αποτέλεσαν κύκλο ποιημάτων διαμορφωμένο για το ηλεκτρονικό περιοδικό “Λέξημα” – από την συλλογή “Εγχειρίδιο Αμηχανίας” εκδ. Μανδραγόρας.

9607528514

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Πέντε ποιήματα

Untitled-1

Ψυχοθεραπεία Α΄

Πάρτε μικρό νυστέρι, έλεγε ο γιατρός. Οπλισθείτε το χέρι του αρχιτέκτονα, τη
σκληράδα του μεταλλειολόγου, το μάτι του επιμελητού Μνημείων Λόγου και Τέχνης.
Όχι πια οι πυρακτωμένες λέξεις μα τα ψυχρά υλικά – γυαλί, αλουμίνιο γραφίτης.
Μείνετε πάντοτε ο ευγενής νοσταλγός ενός παραδείσου πετρωμάτων ή
ακρωτηριασμένων έργων τέχνης. Σκεφτήκατε ποτέ την ικμάδα και το σφρίγος ενός συνταξιούχου συλλέκτη;

***

Ψυχοθεραπεία Β΄

Χαρείτε τον παλμό της εποχής μας, έλεγε ο γιατρός. Αφήστε τον ρόλο του έκπτωτου ονειροπόλου πρίγκιπα. Χαρίστε εγκαρδιότητες –τι σας κοστίζουν–, πιστέψτε στη
χρησιμότητα –κρατώντας βέβαια τις αναγκαίες αποστάσεις– μιας αβρής
επιστολογραφίας. Γίνετε ο περιλάλητος εκφραστής, ο ενσαρκωτής των πόθων και των
ελπίδων της πολύκλαυστης γενιάς σας. Σας ευχαριστώ. Να περνάτε. Σας διαβεβαιώ,
μου είσθε συμπαθής.

***

Όρκος

Συ που με κάλυψες με την πυκνή ανωνυμία σου

ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε

εσένα που δεν αποστήθισα ποτέ – μα στάθηκες

τόσο βαθιά δικός μου, τόσο ανέπαφος

μέσα στον συμφυρμό των άλλων, τόσο αδέξιος

μες στους αλαλαγμούς των κι ακατάδεχτος

τόσο μα τόσο αυθεντικός κι όμως ευάλωτος

μες στους παραμικρούς σου κραδασμούς, καθώς

αυτό που ζήσαμε ή ελπίσαμε είναι γραφτό

σ’ ένα τρεμούλιασμα ή σ’ ένα δάκρυ πάντα ν’ αστοχήσει

Ταξιδιώτη της νύχτας που έφυγε

ποιητική ευγλωττία, τεχνική ενός στίχου που μαθαίνεται

ευλυγισία μιας έκφρασης που καταχτιέται ενσυνείδειτα

συγκίνηση κορυφωμένη που την κατευθύνεις

Ούτ’ ένα στίχο πια ερωτικό, στ’ ορκίζομαι

***

Ακτίνες

«Δεν βλέπω όγκο ή σάρκωμα, μόνο σπασμούς»

Βλαστήμαγε γεμάτη οργή η τρομερή φωνή του

μέσα στο θάλαμο με τα βαριά καλύμματα•

άκουγα μόνο τους διακόπτες, τις χειρολαβές

που φόρτιζαν όσο μπορούσαν τα’ ανοιχτά κυκλώματα

ν’ αποτυπώσουν τις συσπάσεις της στιγμής

μα όλα σκεπάζονταν απ’ το παχύ γαλάκτωμα

Α, δεν μπορώ να συνεχίσω έτσι, γρύλιζε ο γιατρός

σε λίγους μήνες είχε πεθάνει απ’ τα εγκαύματα

***

Κριτική

«Οι ψυχικές σας μεταπτώσεις μού είναι αδιάφορες, έλεγε ο επιφανής κριτικός, η
δικαίωση θ’ αργήσει πολύ αν κάποτε είναι να έρθει. Τα φωτιστικά σας ευρήματα
ασταθή, η μετρική σας παμπάλαια, η στιχοποιία σας επενδύεται μια ανθοδέσμη
εικόνων σχεδόν μαραμένη. Σας διαφεύγουν οι Ιδέες, τα Πράγματα, η Μεγάλη
Παράδοση, τ’ Αυριανά Σκαλοπάτια – και το κυριότερο, ο Ανθρωπισμός δεν φαίνεται
να σας διακρίνει. Δύστοκος, απελπισμένος και μονήρης θα σβήνετε καθώς θ’
αλαλάζουν οι μελλοθάνατοι σκύμνοι».

Έτσι μίλησε ο επιφανής κριτικός

Βύρων Λεοντάρης, Χωρίς τίτλο (I)

greyday

Ι

Οἱ μέρες μου ὅλες λάθος μετρημένες
σὲ τσακισμένα δάχτυλα καὶ καταφαγωμένα
καθὼς χυμοῦσε πάντα πάνω μου τὸ λυσσασμένο τίποτε τῆς ζωῆς

Δὲν ἔχω χρόνο πιὰ
μὲ ἐγκαταλείπουν
οἱ πράξεις καὶ τὰ λόγια
Ὅλα ἔχουν τώρα τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
τὰ χέρια τῶν ἀγαπημένων μας ψάχνοντας γιὰ ἄλλες χειροπέδες
κι ἡ ἄμπωτη ἀπ’ τὰ σπασμένα κρύσταλλα τοῦ ἔρωτα
κι ὁ δήμιος ποὺ τελειώνει τὴ δουλειά του καὶ κάνει τὸ σταυρό του
καὶ γυρνάει κι αὐτὸς στὸ σπιτικό του
ὅλα ἔχουν τὴν εὐπρέπεια αὐτῶν ποὺ ἀποσύρονται
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μίας γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»
ποιὸ βράδυ, θεέ μου, τί νὰ μὴν ἀργήσω
μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἀβυσσαλέο παθητικὸ τοῦ χρόνου

Πῶς τὸν καιρὸν ἐν ἀτοπήμασιν ἐβιότευσα ρεμβόμενος…
Μαρτύρια πάνω στὰ μαρτύρια
καὶ κρίματα πάνω στὰ κρίματα
χρεωκόπος τοῦ καιροῦ ἀσύγγνωστος
καὶ φτάνει τώρα ξαφνικὰ τὸ μήνυμα ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει…
Νὰ τὸν προφτάσω πρέπει, ἀνάγκη πᾶσα
τώρα, σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου κι ὁ Ἀγώνιος πεθαίνει
νὰ τὸν προφτάσω κι ἂς μὴ τὸν προφταίνω πιὰ
νὰ ξεκινήσω ἀμέσως… ἀπὸ ποῦ γιὰ ποῦ
σὲ μία κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
-ἔτσι τὰ βρίσκει ὅταν ἔρχεται τὸ μήνυμα
ἔτσι ὅπως πρὶν ἀπὸ μετοίκηση μὲς σ’ ἔξαλλα δωμάτια
σκόρπια χρειώδη καὶ ἄχρηστα εὐτελῆ καὶ τιμαλφῆ ἐνθύμια καὶ φυλαχτὰ
φτωχὲς παρηγοριὲς τῆς καθημερινῆς ἁφῆς καὶ τῆς χαμοζωῆς μας
ἀπελπισία τοῦ τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις
ἀπελπισία του νὰ σὲ νοιάζει ἀκόμη τί νὰ πάρεις τί ν’ ἀφήσεις…-
σὲ μιὰ κατάκοπη ἀκαταστασία σωριασμένα ὅλα τὰ τοῦ βίου μου
σ’ αὐτὸ τὸ τώρα ποὺ δὲν εἶναι χρόνος πιὰ
ἀραιώνει ἀραιώνει τὸ παρὸν τριγύρω μου
κι εἶμαι στὸ πουθενὰ
καὶ μόνο ἡ φωνὴ μιᾶς γυναίκας νὰ τρέμει καὶ νὰ τρίζει σὰ σπασμένη σκάλα
«… τὸ βράδυ μὴν ἀργήσεις…»

Χωρίς τίτλο (VIII)

VIII

Οἰωνὸς πετόμενος ἔστη ἐν μεσουρανήματι
ἀσάλευτος
κι οὔτε κατὰ τὴ δύση πάει ὅπου τραβᾶν σμήνη οἱ ἀποδημοῦντες
οὔτε πρὸς τὴν ἀνατολὴ τὸν σπρώχνουνε ἀπόγειοι στεναγμοὶ
Ἐρήμωσαν ἄξαφνα οἱ δρόμοι ποὺ τὸ βλέμμα τῶν ἀπελπισμένων
χάραξε στὸν ἀέρα
καὶ τὰ περάματα τῶν κεκμηκότων
κι ὁ ἴσκιος μου τινάζεται νὰ φύγει ἀπ’ τὸ κορμί μου πρὸς τὰ πάνω
ξεγλωσσίζοντας
σὰ φλόγα λύχνου ποὺ τοῦ σώνεται τὸ λάδι

Προαίσθημα κακῶν μελλούμενων…
Πάντα νὰ τὰ ἀποτρέψω πάσχιζα ἔστω τὴν τελευταία ὥρα
ἀλλά, νά, τώρα βλέπω δὲν ὑπήρχανε ποτὲ μελλούμενα• μόνο τετελεσμένα
κι οὔτε ὥρα τελευταῖα μὰ μετατελευταία
ὅλη ἡ ζωή μου ἐκπρόθεσμη
προαίσθημα πάντα ὅσων εἶχαν πιὰ συντελεσθεῖ
ἔδρασε λάθρα ὁ χρόνος σὰν τὸ μόνο πεπρωμένο
πλήρωμα καὶ συντέλεια

Τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπὸ καιρὸ
τὸ τέλος εἶχε ἐπέλθει ἀπ’ τὴν ἀρχὴ
πέρασε πάνω μου καὶ μ’ ἄφησε σ’ αὔτη τὴ μετατελευταία ὥρα
-μαύρη ὥρα δίχως ἔκβαση-
νὰ σπαρταράω ψυχόφυρτος

Χωρίς τίτλο (X)

Χ

Λόγια ἐκ περάτων συνάχτηκαν
γιὰ τὸν Ἀγώvιο ποὺ πεθαίνει
φτεροκοποῦν ἀπάνω κάτω στὸ τρεμάμενο τὸ ἑσπέρας
θέλουν νὰ τὸν σηκώσουν στὰ φτερὰ τους ἕνα γῦρο νὰ τὸν πᾶν
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια
μὰ αὐτὸς πεθαίνει ἀπών
ματαιωμένος καὶ ἀπών
Λυκαβηττὸς Πευκάκια Στρέφη Τουρκοβούνια – ἐδῶ παίζαμε ἄλλοτε
ἐδῶ ζήσαμε
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας
Ἐδῶ… ἄλλοτε… Ὅμως τὸ ἐδῶ μὲ ἐντὸς του τὸ ἄλλοτε δὲν εἶναι πιὰ ἐδῶ
καὶ τὸ ἄλλοτε μὲ ἐντὸς του τὸ ἐδῶ δὲν εἶναι πιὰ ἄλλοτε

… παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα «φρούρια» μὲ κοτρῶνες στὶς ἀλάνες
«συμμορίες» πετροπόλεμοι ἢ ξεθάβοντας χειροβομβίδες
σκουριασμένες στὰ δασάκια
μέρες τῆς παιδικῆς ἀγριότητας – ἀργότερα
μπήκαμε στὸ παιχνίδι τῶν μεγάλων σὲ ἄχαρη ἐποχὴ
ἄρχιζε νὰ τσακίζει ἡ Ἐπανάσταση νὰ φτιασιδώνεται ν’ ἀλλάζει εὔκολα ὀνόματα
λέγανε τώρα «θύματα» τοὺς μάρτυρες
καὶ τῶν πληγῶν τὸ χάος «εἰρήνη»
στὸ ἰδανικὸ ὑπεισέρχονταν τὸ τερατῶδες ὑπαρκτὸ
καὶ μόνο ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ προκήρυξη διαμαρτυρίες ἠμιπαράνομα
ἔντυπα ἔρανοι γιὰ τοὺς ἐξορίστους ψιλοπράματα
καὶ σὲ ὦρες ἀθυμίας πειραζόμασταν πόσα χρονάκια φυλακὴ μποροῦν
νὰ μᾶς κοστίσουν ὅλα αὐτὰ
καὶ τότε αὐτὸς σηκώθηκε «λοιπόν, μονάχα αὐτό; δὲν παίζουμε τὴ ζωή μας;»
κι οἱ ἄλλοι γύρισαν ἀλλοῦ τὸ πρόσωπο
κι ἀπόμεινε χλωμὸς καὶ διάφανος ἔξαλλος μὲς στὸν ἴδιο του τὸν τρόμο
τρεκλίζοντας καὶ σάμπως νὰ πνιγόταν
γιατί ἔνιωσε ὅτι φριχτὴ ἡ βλαστήμια ποὺ ξεστόμισε
ὅτι πατοῦσε πάνω σὲ ἄλλων ζωὲς καὶ πεπρωμένα
καὶ πὼς κανένας πιὰ μπαγκιέρης δὲν ὑπῆρχε νὰ δεχτεῖ τὴ ζωή του
καὶ τότε ἦταν ποὺ ζήτησε νὰ γίνει ἡ Κρίση ἐπιτέλους νὰ τελειώνουμε
ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀναγνώριζε τὸ ἔγκλημα

… κι αὐτὴ τόσο ὄμορφη τόσο ἄδικα ὄμορφη
τὰ μάτια μου νὰ σέρνει μὲς στὸν κουρνιαχτὸ τῶν δρόμων
κι ἀτέλειωτες ἀγρυπνίες κι ἡ σκιά μου πέρα δώθε σὰν ἐκκρεμὲς
πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου… κανεὶς δὲν εἶμαι
ἀπῶν ματαιωμένος καὶ ἀπῶν
ἄδειος – κερὶ μολύβι καὶ χαρτὶ
λιώνει καὶ τὸ μολύβι σὰν κερὶ καὶ τὸ χαρτὶ ἀποσαθρώνεται
τὸ κατατρῶνε ὀξειδώσεις σχιζομύκητες ἀνόβια
κι ἀναρωτιέμαι ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
λέξεις καὶ συλλαβὲς ἀλληλοσπαραγμένες
στίχοι μὲ κατακλεῖδες ποὺ ἠχοῦν σὰν λαιμητόμοι

… παιχνίδια βάρβαρα θανάσιμα στὸν κουρνιαχτὸ τοῦ κόσμου
κι ἡ σκιά μου πέρα δῶθε σὰν ἐκκρεμὲς πίσω ἀπὸ τὰ παράθυρα
χτυπῶ τὴν πόρτα μου… κανεὶς δὲν εἶμαι
τίποτε δὲ σημαίνω τίποτε δὲν ἔχω νόημα
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
κωπηλατῶ γιὰ τὰ παλιὰ κι εἶναι ἡ φωνή μου τρύπια
μπαίνουν νερὰ τ’ ἀδειάζω μπαίνουνε ξανὰ
σῶσον μέ, Σκότος, φύλαξον τοῦ βίου μου τὰ κρύφια
καὶ κάνε νὰ τελειώσει τοῦτος ὁ βραχνὰς
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται -ἐδῶ ζήσαμε… τί λόγος…
τὸ «ζήσαμε» ματαιώνει τὸ «ἐδῶ» καὶ τὸ «ἐδῶ» τὸ «ζήσαμε»
κανεὶς δὲν εἶμαι πουθενὰ δὲν εἶμαι
ἦταν ἀνάγκη ἔτσι νὰ εἰπωθεῖ ἡ ζωή μας
ξανάρχεται καὶ φεύγει καὶ ξανάρχεται
καὶ δὲν τελειώνει αὐτὸ καὶ δὲν τελειώνει
δὲν ἔχει νόημα τὸ νὰ τελειώσει
τέλος εἶναι τὸ ματαιωμένο τέλος

καθένας μας πεθαίνει ἀπῶν

*Ἀπὸ τὴ συλλογὴ «ἐκ περάτων», ἔκδ. ὕψιλον/βιβλία. Ἀθῆναι χ.χ.

Μίλτος Σαχτούρης, Τρία ποιήματα

d5efd0d5306ff57e

Κοιτάμε με τα δόντια

Δε φταίει το φεγγάρι για την πίκρα μας
καθώς στριφογυρνάει δαιμονισμένα μέσα στο φωσφόρο
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά του
καθώς και μεις στριφογυρνάμε στο σκοτάδι μας
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά μας
δε φταίει το φεγγάρι για τους λεμονανθούς
δε φταίει το φεγγάρι για τα χελιδόνια
δε φταίει το φεγγάρι για την Άνοιξη και τους σταυρούς
δε φταίει αν πάνω στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια

*Από τη συλλογή “Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη”

***

Ο ουρανός

Πουλιά μαύρες σαΐτες τής δύσκολης πίκρας
δεν είν’ εύκολο πράμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του
Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δέντρα
κοιτάτε τ’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τη μακριά ηδονή του γαλαξία του

*Από τη συλλογή “Με το πρόσωπο στον τοίχο”

***

Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα
οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι
έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά
Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι
έπειτα μπήκε το φεγγάρι
αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί
Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:
Οι μέρες περνούν
το χιόνι μένει

*Από τη συλλογή “Τα Φάσματα ή η χαρά στον άλλο κόσμο”

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Δύο ποιήματα

saer1012

Δρώμενο

Μπαμπ, μπουμπ
και λάσπη και πέτρες και φωτιά
ταβέρνα «Ο ουρανός»
καλησπέρα σας, θα θέλατε κάτι;
ναι, λίγο μάννα θα ήταν τέλεια,
συγγνώμη, μόλις τελείωσε
και η γη της απαγγελίας αιώνια καμένη
και η δύση των ιθαγενών
και η ανατολή των γύφτων
και η Ασπασία έχτισε τον Παρθενώνα
και εγένετο πολιτισμός
και ο υιός του θεού στο εφετείο της Πάτρας
και οι αστοί επαναστ-αστοί
και εγένετο το συνδικάτο
και η αποσκίρτηση
και εγένετο η κομμούνα
και οι χρήσιμοι ηλίθιοι
και το πηγάδι ξεχείλισε
σαν καλοστημένη μασκαράτα
πλήθος, θεατές, θεατρίνοι
τα μυστικά των νεκρών στα βάθη
Ιησούδες, μένουμε στην επιφάνεια
η ιστορία μας το ‘μαθε καλά
ποιος θα μου πει το βλέμμα ενός αυτόχειρα
λίγο πριν το τέλος πως μοιάζει.

***

saer2013

Έγερση

Νιώθω το αγκάθι της σιωπής
Σαπισμένο μήλο με κάτασπρα άνθη
Ο μύθος της μοναξιάς
Το κάλπικο όνειρο της ρεματιάς
Το πρωί, έγερση
Ψεύτικες ελπίδες τα όνειρά μας
Ορφανές στιγμές, ασπρόμαυρη στη καλωδιακή,
της ψυχής η αναρχία.
Οι συνειδήσεις. Η αυτάρκεια. Η δυσπιστία.
Καραβοτσακισμένη η όψη, στο ακρογιάλι
μοιάζει να λυγίζει το κατάρτι.

*Τα ποιήματα αυτά περιέχονται στην “Ποιητική Συλλοή – 12 ποιητές”, των εκδόσεων Παλινωδίαι – Αυτοέκδοση, Αθήνα 2015. Οι δύο εικόνες της ανάρτησης περιέχονται στην εν λόγω συλλογή και συνοδεύουν τα ποιήματα αυτά, είναι έργα της Αλεξάνδρας Μάντζαρη. Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα http://www.palinodiae.com

Renzo Novatore, Στίχοι

2

III.

Θάνατος!
Ποιος θυμάται τον μακάβριο χορό του οδυνηρού και τερατώδους θεού του πολέμου;
Ποιος θυμάται ακόμα τον πόλεμο;

Πολύς καιρός έχει περάσει μεταξύ του χθες και του σήμερα, αλλά πάνω σ’ αυτή την άτυχη μα ακόμα ευγενή γη, γονιμοποιημένη από υπολείμματα πρησμένων πτωμάτων και άγονου αίματος, κανένα τέλειο, παρθένο λουλούδι, δημιουργημένο από την πνευματικότητα και την αγνότητα, δεν φυτρώνει σήμερα.

Όχι, τα λουλούδια που γεννιούνται τώρα απ’ το ξηρό έδαφος, τόσο μάταια ποτισμένα στο αίμα, δεν είναι τα λουλούδια της ακμάζουσας ζωής, ικανά για τη μεγάλη ελπίδα, για τον γενναίο αγώνα, της σθεναρής σκέψης˙ είναι μάλλον λουλούδια του θανάτου, γεννημένα στη σκιά, που αναπτύσσονται με το μαρτύριο του υποσυνείδητου, παρασυρόμενα στη θύελλα, μεταφέρονται μαζί με την κίνηση του ποταμού της λησμονιάς…
Δεν είμαι συναισθηματικός… αλλά έχω την φρικτή μνήμη του πολέμου.
Ακόμα και το πνεύμα του μεγάλου Ζαρατούστρα (που ήταν ο αληθινότερος εραστής του πολέμου και ο πιο ειλικρινής φίλος του πολεμιστή) πρέπει να έχει αρρωστήσει τρομερά απ’ αυτόν τον πόλεμο…

Πρέπει να ήταν φοβερά άρρωστος, γιατί τον άκουσα να κραυγάζει: «Πρέπει να αναζητήσετε τον δικό σας εχθρό, πολεμήστε για το δικό σας πόλεμο, και για τις δικές σας ιδέες!»

Κι αν η ιδέα σας ενδίδει, η εντιμότητά σας κραυγάζει για τη νίκη.

Αλλά φευ! το ηρωικό κήρυγμα του μεγάλου απελευθερωτή έπεσε στο κενό!

Το ανθρώπινο κοπάδι δεν ήξερε πως να διακρίνει τον εχθρό του ή να παλέψει για τον πόλεμο των δικών του ιδεών. (Το κοπάδι δεν είχε κανένα δικό του ιδεώδες!)

Και μη ξέροντας τα δικά του ιδεώδη που θα μπορούσαν να θριαμβεύσουν, ο Άβελ πέθανε στα χέρια του Κάιν για ακόμη μια φορά.

Μη γνωρίζοντας πως να πει Ναι ή Όχι! Προχωρά σαν δειλός, σαν ρομπότ (1), όπως πάντα.

Αν είχε τουλάχιστον την ικανότητα να πει το Ναι της ενθουσιώδους υποταγής (αφού δεν είχε την ηρωική δύναμη να πει το τιτάνιο Όχι της τραγικής άρνησης) θα μπορούσε να αποδείξει τελικά ότι πίστευε στην «υπόθεση» για την οποία πέθανε, πολεμώντας…
αλλά δεν ήξερε πως να πει ναι ή όχι!

Πήγε!
Σαν δειλός, όπως πάντα!
Έτσι…
Και ξεκίνησε να πάει προς το θάνατο.
Πήγε προς το θάνατο του χωρίς να ξέρει γιατί.
Όπως πάντα!
Κι ο θάνατος δεν περίμενε…
Ήρθε!…
Ήρθε και χόρεψε.
Χόρεψε και γέλασε!
Για πέντε ολόκληρα χρόνια…
Γελούσε και χόρευε πάνω απ’ τα λασπωμένα ορύγματα όλων των πατρίδων του κόσμου.
Ένας μακάβριος χορός!
Ω, τι ηλίθιος και μακάβριος (πόσο θηριώδης και ωμός) είναι αυτός ο θάνατος που χορεύει χωρίς να κουβάλα τα φτερά κάποιου ιδεώδους.
Χωρίς μια βίαια ιδέα που υπονομεύει και καταστρέφει.
Χωρίς μια γόνιμη ιδέα που παράγει και δημιουργεί.
Τι ηλίθιο και φρικτό πράγμα είναι να πεθαίνουν σαν δειλοί, χωρίς να ξέρουν το γιατί.
Τον είδαμε (όπως χόρευε) ο Θάνατος.
Ήταν ο μαύρος Θάνατος, αδιάφανης, χωρίς καμιά ευκρίνεια φωτός.
Ήταν ένας Θάνατος χωρίς φτερά!…
Πόσο άσχημος και χυδαίος ήταν.
Πόσο άχαρος ήταν ο χορός του!
Και πως τους θέριζε (χορεύοντας) όλους τους περίσσιους, όλους εκείνους που περίσσευαν!
Εκείνους για τους οποίους (ο μεγάλος απελευθερωτής λέει πως) το κράτος εφευρέθηκε.
Αλλά, δυστυχώς, δεν θέρισε μόνο αυτούς…
Ναι! Ο Θάνατος (για να εκδικηθεί το Κράτος) θέρισε αυτούς που δεν ήταν άχρηστοι. Αυτούς που ήταν αναγκαίοι…
Θέρισε ακόμα αυτούς των οποίων η ζωή ήταν ένα βαθυστόχαστο ποίημα που η υποσυνείδητη του θλίψη τραγούδησε ένα εύθυμο ρεφρέν…
Αλλά αυτοί οι οποίοι δεν περίσσεψαν, αυτοί που δεν ήταν περίσσιοι, αυτοί που πέφτοντας κραυγάζουν το επαναστατικό και ισχυρά τιτάνιο Όχι! αυτοί θα εκδικηθούν.
Θα εκδικηθούμε γι’ αυτούς!
Θα εκδικηθούμε γι’ αυτούς γιατί ήταν τα αδέρφια μας˙ γιατί πέθαναν με τα άστρα μες στα μάτια τους˙ γιατί όπως πεθαίναν, έπιναν τον ήλιο.
Τον ήλιο του Ονείρου.
Τον ήλιο της Μάχης.
Τον ήλιο της Ζωής.
Τον ήλιο της Ιδέας!

index1

IV

Ο πόλεμος!…
Τι ανανέωσε ο πόλεμος;
Που είναι η ηρωική μεταμόρφωση του πνεύματος;
Πότε ορθώθηκαν οι λαμπερές πινακίδες των νέων ανθρώπινων αξιών;
Σε ποιο ιερό ναό έχουν τον θαυματουργό χρυσό αμφορέα, που περιέχει τις φλεγόμενες καρδιές των δημιουργικών ιδιοφυϊών και των επιβλητικών ηρώων, που οι παράφρονες υποστηρικτές του μεγάλου πολέμου υποσχεθήκαν;
Που λάμπει ο μεγαλοπρεπής ήλιος του νέου μεγάλου μεσημεριού;
Τρομερά ποτάμια αίματος ποτίσαν τη χλόη όλου του κόσμου και προχωρήσαν ουρλιάζοντας σε όλους τους δρόμους της γης.
Τρομαχτικοί χείμαρροι δακρύων έγιναν η σπαρακτική, αγωνιώδης ηχώς του θρήνου τους που αντηχεί μέσα απ’ τις πιο απομονωμένες, τις σκοτεινότερες δίνες όλων των ηπείρων του κόσμου.
Βουνά ανθρώπινων οστών και δέρματος σαπισμένα παντού μες στη λάσπη, και κλάματα σ’ όλο το φως του ήλιου.
Αλλά τίποτα δεν άλλαξε: δεν ωφέλησε σε τίποτα!
Ο ιός που μαστίζει τις κοιλιές των αστών απλά εξαπλώνεται από κορεσμό˙ και η κοιλιά των προλετάριων παραπονιέται απ’ την πολλή πείνα!
Και αρκετά!
Αν με το Χριστό και τον χριστιανισμό, το ανθρώπινο πνεύμα καταστέλλεται μέσα στο κρύο και άδειο διάστημα της μετά θάνατον ζωής, με τον Καρλ Μαρξ και το σοσιαλισμό, ξεπέφτει απλά στο έντερο…
Ο βρυχηθμός που ακούστηκε σε όλο τον κόσμο μετά τον πόλεμο, συγκλονίζοντας την ανθρωπότητα, δεν ήταν παρά ο ήχος των στομαχιών που ο σοσιαλισμός πρόδωσε, εξάλειψε, κατέπνιξε και κρέμασε μόλις αντιλήφθηκε ότι αυτός ο βρυχηθμός άρχιζε να παίρνει ένα κομμάτι απ’ το χρώμα του περιεχομένου της ιδέας…
Αυτή η ανώτατη, ανώνυμη δειλία χρησιμοποίησε την πιο μαύρη, την πιο γυμνή, την πιο άθλια αντίδραση που γεννήθηκε και μεγάλωσε δραματικά.
Ήταν λογική-φυσική-θανατηφόρα!
Ήταν ανθρώπινη…

Γιώργος Βέης, Ο Αλέξης Τραϊανός στο τηλέφωνο

f52

Έλα σπίτι να γράψουμε ποιήματα
με χίλια βιολιά να παίζουν αληθινό ροκ,

η νύχτα διπλή, δίχως σταθμό,

μ’ όλα τα μίλια τής μηχανής και του χρόνου στο φουλ

έλα, με το τζιν να ποτίζει το μεδούλι τού νου,

έλα στο σπίτι να γράψουμε τρελά ποιήματα,

θυμάμαι που μου το ‘λεγες τόσες φορές

και σ’ άκουγα στο βάθος τής πολυκατοικίας

οδός Βασιλίσσης Όλγας 118,

με τα παντζούρια κλειστά, μέρα μεσημέρι,

για να μην μπαίνει το φως του καλοκαιριού

στο πικάπ ο Σαχτούρης να διαβάζει ποιήματα

κι εσύ να μεταφράζεις τους απόβλητους ποιητές σου,

μαγεμένος πίνοντας μαγεμένος ως το άλλο πρωί,

με τη ζέστη να ξεραίνει τις λέξεις μας,

με το μαγιό εσύ, με τους πόρους σου ανοικτούς,

για να μπαινοβγαίνει ελεύθερα το σκοτεινό αλκοόλ της μοίρας

με το τηλέφωνο κατεβασμένο

σε πόναγε το κουδούνισμα απ’ το υπερπέραν,

στο μικρό χολ οι εφέστιοι θεοί σου μαχαιρωμένοι

με το στιλέτο που έκοβες τις σελίδες και τις φέτες τής ζωής σου,

τ’ άδεια μπουκάλια στο πάτωμα, σφυρίχτρες τού θανάτου,

μου τέλειωσαν τα τσιγάρα, μου τέλειωσαν οι στίχοι,

έλα να γράψουμε άλλα ποιήματα

έχω Johnnie Walker σήμερα,

με πήρες προχθές τηλέφωνο εδώ, στο Μανχάταν,

μου ‘πες θα ‘ρθεις τα Χριστούγεννα

κι εγώ σε πήρα όπως πάντα στα σοβαρά,

θα ‘χουν μεγαλώσει πολύ τα γένια σου

θα ‘χεις γκριζάρει κι εσύ Αλέξη,

θα πάμε βόλτα στην Πέμπτη Λεωφόρο

δε θα βρέξει καθόλου εφέτος, σ’ τ’ ορκίζομαι Αλέξη,
δε θα λιώσουν ποτέ τα χέρια σου και τα ποιήματά σου,

νόμισα ότι σε είδα το πρωί στο δρόμο,

ότι μου ‘κανες τάχα έκπληξη
κι έψαχνες να με βρεις στην πόλη,

φώναξα, τράβηξα κάποιον απ’ τον ώμο,

γύρισε και με κοίταξε ένα μελαχρινό αγόρι

είχε τα μάτια σου,

Αλέξη πάρε με στο τηλέφωνο

για να έχω έτοιμο το καλύτερο ουίσκι που κυλάει εδώ

θα φτιάξω και το μαγνητόφωνο για να μου διαβάσεις

τα καινούργια σου ποιήματα, αυτά που λες

τα «πέντε χρόνια στο σκοτάδι»

θα φτιάξω και το μικρό μου τρένο

για να γυρίσουμε πίσω μαζί
στη Σαλονίκη.

*Από τη συλλογή “Υστερόγραφα γης”.

Kate Llewellyn, Letter to Freud

%24_57.JPG

What does  a woman want
Sigmund
it’s simple
what a funny question
well speaking for myself
to be loved
same as everyone else I know
yes
by the man who I want to love me
and by the greengrocer
the chemist
the postmistress
my children
– I take it my friends will anyway
and I want to be left alone
no-one saying sit down
stand up
come here
I run away then
no
it may surprise you but I’d really rather not
have a penis thanks all the same
I suppose it’s hard for you to believe that
I’d like a few laughs
rolling round a bed laughing my head off
and all the normal human things
clean water shelter
fresh food
that most never see
in their whole male or female lives
and not to want anything
Sigmund
most of all that
or does that only come like a ticket
with death?

1985

*Taken from http://poetryblogroll.blogspot.com.au/2016/06/i-wish-id-written-this_24.html