Σταύρος Μίχας, από τη συλλογή “Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”

michas114

Οι κάτοικοι της χώρας αποκοιμήθηκαν θλιμμένοι
έμειναν μόνο οι φίλες μου οι σκιές
το αστέρι της νύχτας είναι κόκκινο για ένα
μακρινό έγκλημα
δεν αντέχω τις κλειστές πόρτες
τα τραγούδια των πλανόδιων μουσικών γίνανε θρήνοι
εδώ σκοτώνουν τους ταξιδιώτες
και τα χλωμά κορίτσια χορεύουν στεφανωμένα
με φλογισμένα σύννεφα
θύματα υποβολών
δεν είδαμε ποτέ την αλήθεια που μας αποκαλύφτηκε
ακούγονται τα βήματα των υπόγειων αδερφών μας
κανείς ποτέ δεν μπόρεσε ν’ αναγνωρίσει αυτούς τους
ταξιδιώτες

Επόπτες κρατούν στα χέρια τους τα σκοτάδια
μαύρα φορτηγά περνούν όλη τη νύχτα
κάποιοι παραμονεύουν στις πόρτες
οι παρείσακτοι με τα οπλισμένα χέρια
έχουν μάτια δολοφόνων μας προετοίμασαν πολύ νωρίς
γι’ αυτή την ψεύτικη ζωή.

Υπάρχει μια πόρτα στην άκρη του μυαλού
πρέπει να βρούμε το κλειδί
είναι στο ίδιο μέρος που είμαστε φυλακισμένοι…
Τύλιξε το σώμα του
με τ’ όνειρο
και κοιμήθηκε ανάμεσα στα θηρία.

***

Χέρια
χιλιάδες χέρια
πρόβαλαν μέσα απ’ τους τοίχους
άπληστα χέρια
χέρια που ικέτευαν
ματωμένα χέρια
χέρια κομμένα που πάνω τους
φύτρωναν άλλα χέρια
παθιασμένα χέρια εραστών
χέρια δεμένα μ’ αλυσίδες
γαντοφορεμένα χέρια
χέρια τρελών
στολισμένα χέρια
χέρια που πρόδωσαν.

Χιλιάδες χέρια
θα πνίξουνε τη χώρα.
Μάυρα πουλιά
καρφώνουν το φεγγάρι
και τ’ άστρα κλαίνε.

***

Νεκρούπολη
ξεκοιλιασμένα αυτοκίνητα τέρατα
θρηνητικά ουρλιαχτά άγριων σκύλων
ζητιάνοι πεθαίνουν ξαπλωμένοι σ’ εφημερίδες
τηλεορασάνθρωποι σκλάβοι υπνωτικών υποδείξεων

Συμμορίες παιδιών περιπλανιούνται στους δρόμους
μέρες γεμάτες πόνο
ο φετινός χειμώνας είναι τόσο κρύος
στις πλατείες οι φονιάδες στήσαν καταυλισμούς
σκιές γλιστρούν στους τοίχους
σκουλήκια προχωρούν όρθια στους νέους νεκρούς.

*“Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”, Σειρός Ανοιχτή Πόλη, Αθήνα 1988.

Γρηγόριος Σακαλής, Γυναίκα

Christian Schloe, Mayflower

Christian Schloe, Mayflower

Εκεί στην αμμουδιά
λύνω πάνω στο κορμί σου
με πετραδάκια εξισώσεις
αν μ’ αγαπάς
αν σ’ αγαπώ
εσύ σκας στα γέλια
και μου χαλάς τα κλάσματα
αδερφή και ερωμένη
μάνα και θυγατέρα
γυναίκα του Πικασσό
του Μοντιλιάνι
προσεγγίζεις το θείο
στον Όλυμπο ενθρονίζεσαι
της ομορφιάς αστέρι
και της γνώσης πηγή
νιώθω ασήμαντος
να είμαι πλάϊ σου
μα σε θέλω τόσο
που βρίσκω τη δύναμη
να το κάνω.

Δήμητρα Καραφύλλη, Τέσσερα ποιήματα

FRAM williams Artel

FRAM williams Artel

ΟΠΤΙΚΗ ΓΩΝΙΑ

Ό,τι κι αν γράφεις, ποιητή μου
έρχεσαι δεύτερος.
Κάποιος, στου χρόνου τη στροφή
σ΄ έχει προλάβει.
Έχει μιλήσει για τα μάτια της καλής σου
τις ομορφιές του τόπου σου
την αγκαλιά της μάνας.
Για του πολέμου τη φωτιά
τα φώτα της ειρήνης.
Μην παίζεις το μολύβι νευρικά
στα δάχτυλά σου.
Μην παραπονιέσαι ότι στέρεψες.
Μην ακούς. Αφουγκράσου τη ζωή
που ίδια στο διηνεκές κυλά. Για όλους.
Μην αλιεύεις μίγματα εκρηκτικά, στα λεξικά
που ξεριζώνουν την ψυχή από τις λέξεις.
Βγάλε εκείνο το μικρό
πολυπρισματικό κρυσταλλάκι
που έχεις φυλαγμένο στον κόρφο σου
και πριν ξεθαμπώσει
βρες τη δική σου γωνία προβολής.
Εστίασε. Κοίτα βαθιά.
Τι βλέπεις;

***

PUZZLE

Τοπίο τρίτης άνοιξης.
Στο ομιχλώδες διηνυμένο διάστημα
αναζητώ τα ίχνη του εαυτού μου
χαμένα στην προοπτική του χρόνου.

Η Ελένη, η Άννα, η Βιβή
που μαζί σχεδιάζαμε το αύριο στο μπλοκ ιχνογραφίας
στριμωγμένες στο ίδιο θρανίο
καθόλου δεν με βοηθούν.
Είναι… πολύ απασχολημένες, λένε.
Υπεκφυγές.

Τις βλέπω. Σε μικρή απόσταση από μένα.
Στην ίδια περίπου ακτίνα.
Λάμνουν, σαν άσκοπα, στις όχθες της λήθης.
Προχωρούν, πισωγυρίζουν, συλλέγουν, ξεδιαλέγουν
προσπαθούν να τακτοποιήσουν
τα δήθεν πολύτιμα γι’ αυτές ευρήματα
σ’ ένα πλατύ, ρηχό χαρτόκουτο.
Σε μια σχεδόν φθαρμένη συσκευασία puzzle.

***

ΜΙΛΑ ΜΟΥ

Δωσ’ μου
τα κέρινα κραγιόνια σου για λίγο
να ζωγραφίσω θέλω την αυγή
όπως εσύ τη βλέπεις.

Δωσ’ μου
λίγες σταγόνες γιασεμί
απ’ την κολόνια σου
να πάρει το πρωί πνοή εαρινή.

Δωσ’ μου
δυο φιλιά σοκολατένια
να λειώσουνε στο στόμα μου αργά
να μαλακώσει η μέρα.

Α, μην ξεχάσεις.
Άφησε
τα ίχνη της αφής σου στο δέρμα μου
κομψή ρουμινένια ψηφίδα.

Και κράτα τις λέξεις.

***

ΧΑΜΕΝΗ ΕΔΕΜ

Γέμισα την κατάψυξη καρπούς και φρέσκα φρούτα.
Ελιές, αμύγδαλα, λωτούς, μήλα των Εσπερίδων.
Σύκα γλυκά, συκάμινα στο χρώμα της βιολέτας
φύλλα μυρτιάς μυρωδικά, ξανθό αραποσίτι
χουρμάδες, ρόδια, πιπεριές, μαύρα μεστά σταφύλια
λιαστές ντομάτες σαν καρδιές, κεράσια ματωμένα.
Φράουλες σχήμα του φιλιού και άρωμα αγάπης.
Μπιζέλι καταπράσινο, σέλινο σε λινό
μαντίλι πεντακάθαρο μπιρσιμοκεντημένο.
Μάντολες χρώμα του πανσέ, μαστίχα μεθυσμένη
χρυσό ζαχαροκάλαμο σε αγυρό χανάπι.

Δεν τα γευτήκαμε ποτέ.
Τ’ ανακυκλώσαμε μαζί με το ψυγείο.

*Από τη συλλογή “Στο βάθος κήπος – 32 ποιητικά γιατί”, εκδόσεις Αρκαδικός Κήτυκας, Αθήνα 2011.

Χρήστος Ζάχος, Πέντε ποιήματα

600903_10152444226144937_1951444048_n

Η αντίπερα όχθη

Έτσι,
κάθε βράδυ που κάθομαι και διαβάζω τους αγαπημένους μου
ποιητές
-γράφοντας ενίοτε κάποια αδέξια στιχάκια-
όταν σηκώνομαι να πάρω άλλη μια μπίρα από το ψυγείο,
περνάω σε μια άλλη διάσταση
λησμονώντας πάντα τον δρόμο της επιστροφής.

***

Προοίμιο

Το νιώθω, κάτι θα αλλάξει
και θα το αλλάξουμε εμείς
Με γιορτή, με ποίηση, με επανάσταση
Με σύγκρουση και με ό,τι χρειστεί.

Μια καινούργια μέρα ξημερώνει
Όμορφη, δίκαιη, ουτοπική
Μοναδική
δική μας
όμορφη μέρα

Καλημέρα!

***

Αλκοολικές συναντήσεις

Κάθομαι στο μπαρ και πίνω μπίρα με ρακή
Πιο δίπλα κάθεται μια μεγαλοκυρία
και πίνει ούσκι με μπίρα
και πιο πέρα, κάποιος με βότκα και μπίρα
Κι εσείς ψάχνετε να βρείτε το νόημα όλων αυτών
Μπίρα, το νερό των αλκοολικών

***

Απρόσμενο συναίσθημα

Ξαφνικά, άρχισα να νιώθω περίεργα
Κάπως όμορφα αλλά ευάλωτα
Κάποιες μύχιες φαντασιώσεις
άρχισαν να παιδεύουν το μυαλό μου
κι ένιωσα το τζιν να στενύει
στον καβάλο

κοίταξα τον ουρανό
και τον ήλιο πίσω από τα σύννεφα

Ήταν όμορφα
Πήρα το δρόμο για το σπίτι

***

Ο τρόπος μου

Η τέχνη είναι ελευθερία
και αυτή την ελευθερία θέλω να εκφράσω
με τον δικό μου τρόπο

*Από τη συλλογή “Χ-έγερση υποσυνειδήτου”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2014.

x-egersi

Φώτης Γερασίμου, Τέσσερα ποιήματα

Εδουάρδος Μανέ, Γεύμα στη χλόη, 1863

Εδουάρδος Μανέ, Γεύμα στη χλόη, 1863

4, rue des Citeaux

Τι να πω…
Ότι και να πω το ίδιο θα ’ναι.
Απο κει πέρασα.
Ή μήπως δεν θάναι…
Για να μην πεθάνω δεν πρέπει να ‘χω παρελθόν.
Μα εγώ το παρελθόν μου το θέλω.
Αφού από κει πέρασα. Αυτό είμαι.
Άρα, για να μην πεθάνω θα πρέπει να μην είμαι.
Ε, όχι εγώ θέλω να είμαι.
Άρα, θέλω να πεθάνω;
Δηλαδή, το δίλημμα είναι ή χωρίς παρελθόν
και χωρίς θάνατο
ή με παρελθόν και θάνατο;

Εσείς, τι λέτε;

***

Καντ

Ήταν ανάγκη να περνάς κάθε βράδυ
από κείνο το δρομολόγιο;
Θα σου βρίσκαμε κι εμείς ένα δρομολόγιο
που θα σου άρεσε.
Κι αν σε ζάλιζαν την άνοιξη οι μυρωδιές
απ’ τη χλωρή ατμόσφαιρα
και διέκοπταν τους συλλογισμούς σου
οι φωνές των παιδιών
θα βάζαμε τις γλάστρες μέσα
και τα παιδιά θα τα μαζεύαμε νωρίς.
Και αναπόσπαστος να σκέφτεσαι
τη γενική θεωρία του Υψηλού
όπως θα σου ξανοιγόταν ο διάδρομος του γαλαξία
ανάμεσα στα φωτισμένα παράθυρα
και τα ξέπνοα γελάκια των πορνών

αργά
κατεβαίνοντας
την οδό Πιπίνου…

***

υγ. 1

Με βήμα ρυθμικό κι επίσημο
με ύφος σαν να βγαίναν απ’ τ’ όνειρο
σαν να ‘χαν ξυπνήσει από μεσημεριάτικο ύπνο
με τόσο βάρος αθωότητας στα μέλη
με τόση ελαφράδα ενοχής στις κινήσεις
αποφασισμένα, κουρδισμένα, ανυποψίαστα
-που τα στέλνετε;-
διασχίζοντας με χαμόγελο τον κόσμο
που δεν είχαν επιλέξει,
για τις πρώτες τους γυμναστικές
επιδείξεις…

τα νήπια

***

υγ. 2

Μα, πού τους πάνε; πού πάνε; αναρωτιόμουν
Σχεδόν χαμένοι, εξαϋλωμένοι μέσα στην ομίχλη
των φλας απομακρύνονταν αργά κοιτώντας απ’ το
πίσω κάθισμα, ανυποψίαστοι
για το πάντα και το ποτέ, μ’ ένα χαμόγελο στα μάτια
ένα φιλί στα χείλη, τα χέρια… που νόμιζες ότι δεν
φεύγουν χωρίς επιστροφή.
και κανείς δεν έβλεπε ποιος καθόταν
στη θέση του οδηγού, όπως ακάθεκτοι πια, έτρεχαν
προς το μέλλον που ‘χε γραφτεί στο παρελθόν

οι νεόνυμφοι

*Από τη συλλογή “γεύμα στη χλόη”, εκδόσεις Κουκούτσι, Αθήνα 2012.

savedimages

Αλέξης Αντωνόπουλος, Δύο ποιήματα

love_road_

ΛΕΥΚΟ

Η έμπνευση δεν τελειώνει.
Ποτέ.
Η έμπνευση δεν τελειώνει ποτέ.

Οι λέξεις τελειώνουν.
τα σημεία στίξης τελειώνουν.
Το λευκό ανάμεσα στις λέξεις,
ανάμεσα στα σημεία στίξης,
τελειώνει.

Τότε καλείσαι να δώσεις νέους ρόλους
στις λέξεις, στα σημεία στίξης,
στο λευκό ανάμεσά τους.

Κι αν είσαι γενναίος
ή έστω
αν οι λέξεις, τα σημεία στίξης,
το λευκό ανάμεσά τους
είναι ό,τι σου έχει μείνει

θα απαντήσεις στο κάλεσμα.

θα αναστήσεις τη γλώσσα
ενώ τα ζόμπι
θα σε κατηγρούν
για τη δολοφονία της.

***

FYI

Μερικοί άνθρωποι δυσκολεύονται λίγο περισσότερο
σαν έρθει η ώρα να σηκωθούνε το πρωί.

Δεν είναι τεμπέληδες.
Δεν θέλουν ύπνο.
Θέλουν τα όνειρα που ο ύπνος φέρνει.

Κι όταν η πλάτη τους αφήσει το στρώμα
και το βαρύ κεφάλι τους δεν ξεκουράζεται πια
στο μαξιλάρι
χρειάζονται, ακόμα, λίγο χρόνο. Λίγα λεπτά.

Να πείσουν τους εαυτούς τους πως
δεν είναι απαραίτητο να είναι ζωντανοί
για να σας (εξ)υπηρετήσουν.

*Από τη συλλογή “Εδώ”, Εκδόσεις Πασιφάη, Αθήνα, Μάης 2015.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Απροϋπόθετοι άνθρωποι

P4060261

όλος ο κόσμος φτιάχνεται και γκρεμίζεται μέσα σε ένα βάζο

Ποιήτριες

τρώμε κοινωνικές πράξεις
ανοίγουμε δημόσια τα ράμματά μας
σε πιάτα στοργικά πλαστικοποιημένα
ταξικά και δομικά αποστειρωμένα
φορούμε γάντια λάτεξ στα κορμιά μας
πάσχουμε από ευγένειες ενάντια στα οράματά μας
το codebar μας έχει ψευδαισθήσεις
είμαστε το ελάττωμα στις αιώνιες γαλουχήσεις
προσοχή σε ποιον στρατό
θα μας επιτάξεις
γιατί είμαστε εμείς που τρώμε
τις κοινωνικές πράξεις

Προνοητικότητα

όταν ήμασταν παιδιά
μας έκοβαν σε κομματάκια το φαγητό
για να μην πνιγούμε από αυτό
ώστε το σύστημα να μας χτυπά
στην παρεγκεφαλίδα με ένα ρόπαλο
μέχρι το κεφάλι μας να λιώσει στο πιάτο
αφού έχουμε φάει όλο μας το φαγητό
για να είμαστε διαθέσιμα για την κοπή
ώστε να ταϊσουν προσεκτικά με εμάς
ένα άλλο παιδί

Αχ πλαστικό

λατρεύω το πλαστικό
την αίσθησή του την αντοχή του
τη σταθερότητα και την υπομονή του
στις αναμνήσεις μου είναι φωτεινό
το αγαπώ όσο μολύνει όσο διαλύει
όσο υπάρχει αυτό στη θέση στο πραγματικό
όσο χωρίζει τα σώματά μας
τα όνειρά μας και παύει κάποιον
αόριστο υπέρτατο σκοπό
πάντα ξεχνούσα και ήθελα να στο πω
ότι με συνθέτει με αναλώνει με μετατρέπει
κι έχει τύχει να το ερωτευτώ
να το ασφαλίσω να το φροντίσω
και μέσα σε αυτό
απορροφητικά να κλειστώ
το μισώ το αγαπώ το μισώ
πόσο μισώ το πλαστικό

Άνω θρώσκεις

τρώω γρασίδι πάρκου
κατουράω τις λέξεις μου
πίνω τις σκέψεις μου
κρατιέμαι από τρίχες
φοράω την επιδερμίδα
τα κόκκαλά μου
κοιμάμαι τα πρωινά μου
στις ώρες κάθομαι
ακούω τα όνειρά μου
μα δεν σε πιάνω
όλο κοιτάς προς τα πάνω
και δεν σε φτάνω

Κι ο θεός είναι νεκρός

και τα μάτια σου ανοίγουν
κι ο θεός είναι νεκρός
σε μια στιγμή μπορούν να αλλάξουν όλα
και μέσα από το στόμα σου
βγαίνουν παράσιτα λύονται προς τα έξω
μία βία από το λάρυγγά σου που κόβεται
η αθωότητά σου δεν βρέθηκε ποτέ
δεν υπέγραψες υπεύθυνη δήλωση
υπάρχεις ή και όχι
είναι δημοκρατική απόφαση
μη φοβάσαι κι ο θεός είναι νεκρός
η γλάστρα είσαι στον διάδρομο
αναμονής προβλεπόμενων γεγονότων
θα πεθάνεις εδώ ή εκεί
κάθε διάβαση είναι μονόδρομος
και κάθε σπίτι κρύο και κλειστό
δεν μιλάς δεν απαντάνε
κι ο ήλιος εκεί πάντα σταθερός
φτιαγμένη από το σάλιο ξένων στομάτων
δύο συν ένας δώρο εραστές αδιαρκείας
το φως τονίζει πιο έντονα τη μοναξιά σου
κι ο θεός είναι νεκρός

Σαν τον χριστό

είμαι μέσα στην οθόνη
το χιαστό μου σώμα λιώνει
για μας υπάρχει πολύ πάθος
όλα είναι ανάποδα
δεν πρέπει να ανησυχώ
όσο ακούω τον συνειρμό
και βλέπω στον νεροχύτη
το νεκρό και το άβιο
τα μαξιλάρια μου είναι λάθος
μα αυτό που με τρομάζει
έιναι ότι τις νύχτες το χέρι σου
ακουμπάει στον σταυρό
κι είμαι κι εγώ σαν τον χριστό
τα βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ
κι αν στριφογυρνώ δεν φταις εσύ
φταίει που πάνω μου το κράτος
στραγγίζει το αίμα του πειράματος
γλείφει το φως το απορρυπαντικό
προτάσσει το φυσιολογικό
μετράω ξαναμετράω
νύχτες σκαλίζουν ένα κενό εσωτερικό
που χύνεται σαν τσάι στο καθιστικό
σε λεκέ έξτρα ανόθευτο
τα μαξιλάρια μου σταθμεύουν σε λάθος
πρόκειται το σημείο του εγώ
με σπρώχνει σε ανεξιχνίαστο βάθος
να θυμάσαι πως τα βράδια
αδυνατώ να κοιμηθώ
κι είναι εκεί το εγώ κι είναι το πάθος

Ερινύες

μολυσματική ασθένεια
εξαπλώνομαι στα άκρα σου
στα πεζοδρόμια και στις υπηρεσίες
κατατρώω τις ουρές σου
κλέβω τα σούπερ μάρκετ
και τα βιβλιοπωλεία σου
στέκομαι και θάβω το είναι μου
στις φανταχτερές πλατείες
πνίγομαι στις ταμειακές μηχανές
στις φασιστικές ιδεολογίες
είμαι το αρνητικό το πρόσημο
στην ένα ευρώ πίτσα σου
και στα γιγάντια σινεμά σου
ο άστεγος του κουτιού
στις οικογενειακές κατοικίες
η υγρασία πίσω από την κουλτούρα
και η ασχήμια της ομορφιάς σου
είμαι η μοναχικότητα του σεξ
η χοντρή μπάρμπι
ο νεκρός θεός
τα αιματηρά οπισθόφυλλά σου
ο άνθρωπος μέσα στα γιγάντια άδεια πιάτα
η βραδινή βάρδια τα σφαγμένα ζώα
και τα άδεια δωμάτια
βγαίνω από τα σωθικά σου κι
εξαπλώνομαι στα άκρα σου
υψηλού κινδύνου
μολυσματική ασθένεια
ρίσκο καθημερινού θανάτου
στη φυσική τάξη πραγμάτων σου
θα με βρεις μπροστά σου
οι ερινύες του μύθου σου είμαι
η εκδίκηση για τα νεκρά παιδιά σου

Απροϋπόθετοι άνθρωποι

μιλάνε μόνοι τους
στέκονται στη μέση του πουθενά
γελάνε υστερικά και φοράνε
ελαττωματικά πλαστικά
χορεύουν άσχημα
βρίζουν χωρίς συναίσθημα
μυρίζουν κωδεΐνη και βαρβιτουρικά
στον ύπνο τους μιλάνε πρόστυχα
συχνάζουν τις νύχτες σε εργοστάσια
είναι φτιαγμένοι από κραγιόν και μεϊκάπ
και τα όνειρά τους έρχονται
από τους λόφους στο Αφγανιστάν
ως το τρεχούμενο αίμα στα βουστάσια
δεν έχουν προϋποθέσεις
μόνο αλλεργίες σε όλα τα υλικά
τρώνε λυγμούς και σφάζουν μνήμες
περπατούν μόνο ανάποδα
λέγονται τελείες και ντεφορμέ παράσιτα
κλείνουν τις πόρτες για να μπούνε
είναι μωρά γεμάτα άχυρα
σε οικογένεια δεν χωρούνε
χωρίς ψυχή φωτοσυνθέτουν δεν ζούνε
κρυφά αγαπούν νεκρούς κι αγάλματα

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα

ΒΙΒΛΙΑ - 0003

ΕΞΟΦΛΗΘΗ

Εξοφλήθη ο λογαριασμός της ΔΕΗ,
πιο δίπλα του ΟΤΕ παρατημένος,
στο τραπεζάκι της ΕΥΔΑΠ και τα κοινόχρηστα,
υπομονετικά περιμένουν τη σειρά τους.
Μέτρησες τα λεφτά σου και δεν φτάνουν.
Κι είναι στ’ αλήθεια τραγικό:
Πληρώνεις μια ζωή λογαριασμούς
κι όλο καινούργιους πρέπει να πληρώσεις.
Σάμπως δεν είναι όλη η ζωή
ένας λογαριασμός
που κάθε μέρα
πρέπει να ξοφλάμε.

***

ΤΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ

Στο πρακτορείο
πλήθος γύρω τα εισιτήρια
μ’ αναχωρήσεις, αφίξεις, επιστροφές.
Μες στο μικρό γραφείο
ξεδιπλώνονται
τόσοι και τόσοι τόποι μακρινοί
Τζαμάικα, Σεϋχέλλες, Μπαχάμες.
Κι αυτός
να ζει δίπλα σε τόσα εισιτήρια
και να μην έχει ακόμα ταξιδέψει.

***

ΣΚΟΝΗ

Τι μου ζητάς να θυμηθώ;
Η σκόνη κάλυψε το σπίτι,
θάμπωσαν τα έπιπλα,
σκλήρυναν οι καρδιές.
Τι μου ζητάς να θυμηθώ;
Η σκόνη μπήκε μες τα μάτια και τα θόλωσε,
τ’ αυτιά βούλωσαν,
ξεχάστηκαν οι φωνέες.
Τι μου ζητάς να θυμηθώ;
Είναι τα μάτια μου θολά.
Η σκόνη απ’ τα παλιά ποτέ δε φεύγει.

***

ΑΥΤΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Αυτή τη νύχτα
δεν μπορώ να κοιμηθώ,
η καρδιά μου χτυπά.
Το δωμάτιο γυρίζει,
οι δρόμοι τρέμουν.
Σεισμός του πλήθους η φωνή,
τραντάζει τα θεμέλια του σπιτιού,
διώχνει τα όνειρα,
μαίνει στ’ αυτιά μου,
με τρομάζει.
Αυτή τη νύχτα
δεν μπορώ να κοιμηθώ,
η καρδιά μου χτυπά
στην Παλαιστίνη!

***

ΦΩΝΕΣ

Μέσα στο σπίτι
ακούς φωνές.
Άδειο το σπίτι,
θαρρείς πως η σιωπή μιλά.
Όταν κοιμάσαι
ακούς φωνές,
ξυπνάς,
έξω απ’ τα όνειρα οι φωνές σ΄ακολουθούν.
Χλομιάζεις,
τα σκεπάσματα τραβάς,
κρύβεις το πρόσωπο μέσα στο μαξιλάρι.
Τ’ αυτιά βουίζουν,
οι φωνές σφυροκοπούν.
Ποτέ δεν ξεγελάς τις αναμνήσεις.

*Από τη συλλογή “Ερείπια”, Εκδόισεις Ρέω, Αθήνα 2010.

156368-theoharris-papadopoulos

Kenneth Rexroth, Τρία ποιήματα

Προπόρευση των Ισημεριών

Η στιγμή είχε έρθει, περπάτησα μέσα στου Φλεβάρη τη βροχή,
Το κεφάλι μου σαν όστρακο γεμάτο από τους ρυθμούς του.
Και γύρισα στο σπίτι τη νύχτα να γράψω για την αγάπη και τον θάνατο,
Την υψηλή φιλοσοφία, και του ανθρώπου τη αδελφοσύνη.

Μετά από μύχια γνωριμία μ’ αυτά τα πράγματα,
Στοχάζομαι τις αλλαγές των νερών,
Των λουλουδιών, των πουλιών, των λαγών, των ποντικών,
Κι άλλων μικρών ελαφιών
Που συμπληρώνουν του χρόνου την περιοδικότητα.

Και του σφυγμού μου τους καθυσηχασμούς.

***

Ο χρόνος είναι μια σειρά εγκλίσεων, είπε ο Μακ Τάγκαρτ

ΙΙΙ

Κουβέντα σ’ ενα σκοτεινό δωμάτιο
Πουλιά πετούν μες στoν συννεφιασμένο καθρέφτη
Και ποτέ δεν γυρίζουν πίσω
Ο καθρέφτης ξεφτίζει

ΙV

Χιλιάδες λευκά σκόρπια
Πέταλα πάνω στων ωρών τα ύδατα
Μουσική σεληνόφωτου κυματίζει τη θάλασσα
Κοινότοπα συναισθήματα
Στεναχώριες και φιλιά
Φωνές που τραγουδούν και φωνές
Πέρα στην ομιχλώδη ακτή
Γύρω από τις φωτιές των ξεβρασμένων ξύλων
Τραγουδούν για πάντα για πάντα.

***

Καθρέφτης

Το απόγευμα σβήνει με κόκκινες
Κηλίδες φωτός πάνω στα φύλλα
Στη βορειοανατολική πλευρά του φαραγγιού.
Η εξημερωμένη κουκουβάγια μου
Στέκει γαλήνια στο θανατικό της κλαδί.
Μια ανόητη καρακάξα σκούζει
Και ρίχνεται κατά πάνω της.
Εκείνη την αγνοεί. Χασμουριέται
Και τινάζει τα φτερά της.
Η καρακάξα πετά μακριά κράζοντας με τρομάρα.
Το βασιλικό μου φίδι κουλουριασμένο
Ακίνητο πάνω σε βιβλία και χαρτιά.
Ακόμα και η γλώσσα του είναι ακίνητη,
Μα τα κίτρινά του μάτια εποπτεύουν.
Τα ποντίκια τρέχουν χαριτωμένα
Στους τοίχους. Πέρα από τους λόφους
Το φεγγάρι είναι ψηλά, κι ο ουρανός
Γίνεται κρυστάλλινος μπρος του.
Το φαράγγι θαμπίζει στο μισόφωτο.
Ένα αόρατο παλάτι
Γυάλινο, γεμάτο διάφανους ανθρώπους
Βρίσκεται γύρω μου.
Πάνω από τον θαμπό καταρράκτη
Η έντονη υπόσχεση φωτός υψώνεται
Πάνω από του φαραγγιού το άνοιγμα.
Ένα γυμνό κορίτσι μπαίνει στην καλύβα μου,
Με πόδια λευκά, λικνίζοντας τη μέση,
Και με ευωδιαστό φύλο.

*Από το βιβλίο “Κένεθ Ρέξροθ ποιήματα”, σε μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2014.

Ευτέρπη Κωσταρέλη, Πέντε ποιήματα

summerspleen

ΤΟ ΝΟΗΜΑ

Σε μπόρες μνήμη δεν απέκτησες
και από ομπρέλες
άγνοια είχες.
Τ μουσκεμένα πόδια
μένουν να σου θυμίζουν
πως δεν έχεις απάντηση:
Τι νόημα έχει η βροχή;

***

ΣΥΝΝΕΦΑ ΣΤΟ ΧΑΟΣ

Βροχερή αίσθηση
η αμφιθυμία.
Αλλόκοτη απόπειρα
η αποτύπωση του κενού.
Ξένες οι πληρωμένες αισιοδοξίες
χαστουκίζουν ανήλιαγες οικειότητες.
Σε ένα σύμπαν απροσδιόριστα γερασμένο
κλήθηκες να πολιτογραφηθείς
και από όλα πιο πολύ σε τρομάζει
το γινόμενο των εμπειριών
επί την ηλικία των επιθυμιών
με παρανομαστή ένα συννεφιασμένο χάος.

***

ΥΠΑΡΧΕΙΣ;

“Σκοπός της ζωής μας είναι
το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας”
Α. Εμπειρίκος

Το νόημα του πρωινού
κατάπιε λαίμαργα
η φλυαρία προβλέψεων.
Ξεψυχισμένες νότες παρόντος
ήχησαν σαν την κούπα του καφέ
που γλίστρησε από τα χέρια
ταράζοντας τη νοσηρή ονειροπόληση.
Κεράτινη επικάλυψη των αποφάσεων
η αμφιβόλου υγείας φιλοδοξία
χαρτογραφεί σκοπούς
ή σκοπιμότητες;
Να νιώθεις ξεχωριστός
Να εστιάζεις μίλια μακριά απ΄τη θνητότητα
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ψευδαίσθηση…

***

ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Διάπυρα μάτια αποζητούν
τη δροσιά της σιωπής
το ανάλαφρο χάδι της μοναξιάς
Σβηστά τηλέφωνα.
Απενεργοποιημένα φώτα.
Κεριά να τρεμοπαίζουν
αναποφάσιστα
επιζητώντας την επιβεβαίωση
της ύπαρξής τους
στον αναπτήρα.
Κι όμως γαλήνη διαχέει
ο καπνός των φρεσκοσβησμένων
ρομαντικών ειδωλίων.
Τώρα ξέρεις πως καμιά αλλαγή
δε θα βεβηλώσει
τα μελαχρινά ταξίδια στην ενδοχώρα.

***

ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

Απομαγνητοφωνώ
τα κίνητρα αυτού του
-ηχορυπαντικού-
κόσμου,
αξίες και ιδανικά
ενός παγετώνα παρόντος.
Οι διάβολοι χορεύουν
ειρωνικά
στους ρυθμούς
της όποιας επιβίωσης.
Ακτινογραφώ τη λαϊκή οργή
σε πολιτείες με εξειδικευμένη σιωπή
και Πιλάτους με βιολογικά κρεμοσάπουνα
και αιθέρια έλαια δακρύων.
Ψυχές στερημένες από αέρα
βαλτωμένες στη χωνευμένη ανελευθερία
και τις πρόστυχες ανισότητες.
Δυο γενιές κομίζουν το βάρος μιας ελπίδας.
απασφαλισμένη βόμβα
στα θεμέλια κάποιου ακόμα κατεστημένου.
Κι η Άνοιξη
Ίσως δώσει φτερά
σε όσες κάμπιες επέζησαν της έκρηξης.

*Από τη συλλογή “Βερντάντι”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2013.