Γιώργος Αναγνώστου, Τρία ποιήματα

anagnostou034

Refracting the Greek American Dream
ή Ευρυχωρία εθνότητος

Βρήκε
η κοινότητα τον ντοκουμενταρίστα της
ο αντιαριστερός το μπεστ σέλερ του
ο αριστερός την καταξίωσή του
ο υποψήφιος δήμαρχος τον βιογράφο του
ο επιχειρηματίας τον φωτογράφο του
ο ακαδημαϊκός την έδρα του
ο ποιητής τον εκδότη του
ο συγγραφέας το κοινό του
ο δημοσιογράφος τις προσβάσεις του
ο φωτογράφος το θέμα του
το ελληνοαμερικανικό όνειρο τον καθρέφτη του.

Δημιουργεί
η κοινότητα βιβλιόφιλους
ο αντιαριστερός διαφωνίες ο αριστερός κοινό
ο υποψήφιος δήμαρχος κοινωφελές έργο
ο επιχειρηματίας ενδοσκόπηση
ο ακαδημαϊκός ανατρεπτικότητα
ο ποιητής πολιτική θέση
ο συγγραφέας παρέμβαση
ο δημοσιογράφος διεισδυτικότητα
ο φωτογράφος κοινωνική συνείδηση
το ελληνοαμερικανικό όνειρο τους πληθυντικούς του.

Αναγνωρίζει
η κοινότητα την πολλαπλότητα
ο αντιαριστερός τα προνόμια καταγωγής
ο αριστερός τον διαρκή αγώνα
ο υποψήφιος δήμαρχος το κοινό καλό
ο επιχειρηματίας τις αδικίες
ο ακαδημαϊκός την ποίηση
ο ποιητής την έρευνα
ο συγγραφέας την ιστορία
ο δημοσιογράφος τη μόρφωση
ο φωτογράφος την κοινωνική ευθύνη
το ελληνοαμερικανικό όνειρο τα ψεγάδια του.

Χρωματίζει
η κοινότητα εκκεντρικότητα
ο αντιαριστερός φράχτη ο αριστερός μετάξι
ο υποψήφιος δήμαρχος ομίχλη
ο επιχειρηματίας πολιτισμό
ο ακαδημαϊκός μουσική
ο ποιητής κανό καγιάκ
ο συγγραφέας ζάρια
ο δημοσιογράφος ποδήλατο
ο φωτογράφος σκοτεινό θάλαμο
το ελληνοαμερικανικό όνειρο αγριολούλουδα.

***

Με αφορμή ένα χαστούκι, μια ταπείνωση

αποκλεισμοί/εκτοπισμοί/διασυρμοί/ανηλεείς κατατρεγμοί/
τραύματα/ βάναυσα τρεχάματα/ οριακά δράματα/
φρικιαστικά φαντάσματα/
εκμεταλλευτές βίαια καθάρματα/
πρόωρα γεράματα / άσε φίλε γάματα/
τάματα χαράματα/
ατυχήματα μη μας καταπιούν
θάλασσες μη μας ξεβράσουν
εργοδότες μη μας απομυζήσουν
νταβατζήδες μην τα διαβατήριά μας σκίσουν
πολίτες μη μας ποδοπατήσουν
γείτονες μη μας μισήσουν
από την Ελλάδα ως την Αμερική
πέρα από την αρνητική διαλεκτική
ίσως πιθανόν είναι δυνατόν
με συνανθρώπους κατάματα κοιτάγματα/
αποστάσεων αποστάγματα/
αλληλεγγύης άσματα / πολύχρωμα πλεονάσματα/
απρόβλεπτα κοιτάσματα/
αλλαγή σε διατάγματα / κάτω τα προστάγματα/
συνειδητοί αυτοσχεδιασμοί/ υποσχέσεων κραδασμοί/
φαντασίας γιασεμί/
μερίδιο στη ζωή/
εγώ / εσύ / αυτός / εμείς / εσείς / αυτοί /
εαυτός / εαυτοί / εαυτή/ εαυτές/
κυρίες και κύριοι/
ένα το ζήτημα/
μία η απορία/
σε ποιο μέρος του λόγου η αφεντιά μας /
σ’ αυτό το δράμα/
σ’ αυτήν την ιστορία/
σ’αυτό το τίμημα;

***
Διασπορικό καμπανάκι

Αναντίρρητα διασπορικός. Τα καλοκαίρια εξάπαντος Ελλάδα,
ενίοτε Χριστούγεννα, αλλά κάθε Πάσχα εννοείται
(she can afford τη διπλή Ανάσταση). Πίσω στο Kissostown,
τι είπε ποιος, πού, και γιατί στα ελληνικά Μ Μ Ε, απόλυτα
κατέχει. Για την πολιτική της διαφοράς κάνει συχνά λόγο,
«κυματοθραύστης στο αλλού» ακούστηκε να υπογραμμίζει
τις πολιτιστικές του επιτεύξεις. «Μια εξαίρετη Ελληνίδα
της διασποράς, ένα κεφάλαιο για τη χώρα μας»
αναφέρεται πολλάκις το όνομά του στον αθηναϊκό τύπο, κοτζάμ
και η φωτογραφία. Ρουτίνα πλέον οι διακρίσεις σε εθνικά σαλόνια.

Έχουμε βολτάρει και μαζί στο Main Street, Middletown,
όταν μας είχε ένα φεγγάρι επισκεφθεί. Απέφυγα τότε, θυμάμαι,
να αναφέρω στη συζήτηση τη φτώχεια, την γκετοποίηση, την απελπισία,
μόλις ένα χιλιόμετρο πέρα από τα καλογυαλισμένα πεζοδρόμια·
να μιλήσω για τις αιτίες τους. Δεν άντεχα, βλέπεις, μην και
η διασπορική σου ταυτότητα τρέφει το άλλοθι να μη νοιαστείς ποτέ.

*Από την ποιητική συλλογή “Διασπορικές διαδρομές”, εκδόσεις Απόπειρα, 2012. Ο Γιώργος Αναγνώστου γεννήθηκε στην Ορεστιάδα, έζησε στη Θεσσαλονίκη και στο Baton Rouge του Los Angeles των ΗΠΑ και τώρα ζει στο Columbus του Ohio, όπου διδάσκει στο εκεί πανεπιστήμιο. Διατηρεί ερευνητικά ενδιαφέροντα σε θέματα αμερικανικών εθνοτήτων, διασποράς και ελληνοαμερικανικών ταυτοτήτων. Έχει γράψει το βιβλίο Contours of White Ethnicity: Popular Ethnography and the Making of Usable Pasts in Greek America (Ohio University Press, 2009), το οποιο είναι υπό μετάφραση στα ελληνικά.

Γιώργος Βλάχος, Τέσσερα ποιήματα

vlahos031

Μια παράφωνη νύχτα
τα δόντια μου λύθηκαν:

Η αγάπη μου δουλεύει σε Bar
σερβίρει ποτά σε ρεμάλια, χαφιέδες
και μπράβους.
Ο έρωτας μεροκάματο είναι
τα βράδια.
Τα πρωινά κοιμάται σε μονόκλινες
μοναξιές.
Αγάπη μου κοιμήσου μέσα σε νοθευμένη
vodka και whisky.
Το καρουμπαλάδικο σε πήγε
στ’ αυτόφωρο.
Η αγάπη μου στο κρατητήριο
κι εγώ
σ’ αίθουσα αναμονής ψυχοπαθών.

Ιούνιος 2000

***

Όταν
κάποτε
βρέθηκα
στη
Βουλή
των
πολυεθνικών
εταιρειών
και
με
ρώτησαν
ποιος
είμαι
είπα:
Είμαι ο Κόκκινος Βούδας
Είμαι η Μουσουλμάνα νύχτα
Είμαι η Αγία Τράπεζα.

***

Με το στίχο τσεκούρι,
κόβω τον ουρανό στα τέσσερα.

Καίω τη γενειάδα του
Σολζενίτσιν στον κάμπο
της τέχνης.

Με το δρεπάνι έρωτα θερίζω
τα γκουλάνγκ και τις σοδειές
κλασικών δημιουργών.

1961 χτες

Η Σβετλάνα Αλεξάνδροβνα
γεννήθηκε στον πάγο.

Χτενίστηκε η στέπα
Λούστηκε ο άνεμος κόκκινη βροχή
0 ήλιος είχε πράσινα μάτια
Κίτρινα πάρκα τραγούδησαν
Οι βράχοι ανάσαναν.

0 πάγος βούρκωσε
Δάκρυσε και ο Βόλγας
με τα κόκκινα μάτια
των ψαριών του.

Τα βράδια παίζουν βιολί
με τη χορωδία των άστρων
πάνω στα μαλλιά του Μαγιακόβσκι.

Η τρέλα πήρε το δρόμο του Εμιγκρέ.

Σήμερα 2001 λεωφόροι
οδηγούν τη Σβετλάνα Αλεξάνδροβνα
στο ορθόδοξο ψυχιατρείο
«η Ελλάς».

27.11.2000

***
Όταν κάποτε αποδημήσω εις Κύριον
το τριαντάφυλλο – γη θα τραγουδάει
τη χαμένη του Διεθνή.
Εκατομμύρια Άγιοι Εμιγκρέδες θα τραγουδάνε
τη χαμένη τους Διεθνή.
Εκατομμύρια δάκρυα – στίχοι θα τραγουδάνε
τη χαμένη τους Διεθνή.
Κι ο ποιητής με τη γλώσσα – Σειρήνα θα καλεί
εκατομμύρια Άγιες πόρνες να ραίνουν το
σώμα – ποίημα με ανθόστιχους
για τη χαμένη τους Διεθνή.

19-20.9.2000

*Από τη συλλογή “δεν έχω visa για την ελευθερία”, Εκδόσεις Δυτικός Άνεμος, Αθήνα 2005.

Γιάννης Γκολφινόπουλος, Δύο ποιήματα

Zalibarek: Golems (2002)

Zalibarek: Golems (2002)

Ανεπαρκείς χαρτογραφήσεις

Η θερμάστρα που κρατώ σφιχτά στην αγκαλιά μου δεν έχει μέλλον
και το παρελθόν της μου προκαλεί ταραχή. Δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω
τους τόπους απ’ τους οποίους πέρασα και δεν καταλαβαίνω τι απέγινε
η βασανισμένη ακρογιαλιά που μέχρι πέρυσι ήταν ακόμα εφικτή μπροστά μου,
ακριβώς δίπλα στο λιμάνι, που επενδύθηκε έξυπνα με κόκκινα τούβλα
και συνεχίζει το έργο του ως σφαγείο βοοειδών.
Θα κλαις, δεν μπορείς παρά να κλαις, επαναλαμβάνει η προστακτική φωνή
που ασφαλώς μου ανήκει, ενώ εγώ αναγνώρισα, σε μια συνάντηση
ποιος ξέρει ποιων δυνάμεων που διέσχισαν τον πατραϊκό κόλπο
ηλεκτροδοτώντας ακαριαία το βυθό του, πως αυτό είναι το τέλος του κλάματος,
το ξέφτισμα της θλίψης που γεννιέται μέσα στη θλίψη και απλώνοντας το χέρι
μου δείχνει με συγκατάβαση το album με τις πολύτιμες καρτ-ποστάλ που συνέλεγα καθ’ όλη τη διάρκεια
της «λεγόμενης» ζωής μου άδειο και ωστόσο διάστικτο
από τα ανεπίστρεπτα ίχνη των μικρών πουλιών της Νορμανδίας
που στάθηκαν για λίγο πάνω του πριν φύγουν πάλι

—

Mister Swiz

Mister Swiz

Μια μάλλον ανησυχητική διαπίστωση

Ο μαγνήτης έπαψε να είναι διαλεκτικός
και οι συναλλαγές που παρ’ όλα αυτά συνεχίζω να επιθυμώ
κρύβουν παγίδες
Στο ζαχαροπλαστείο —για παράδειγμα—
οι τούρτες τελείωσαν και ο κρεοπώλης, με δάκρυα στα μάτια
ανακαλύπτει πως ο κιμάς είναι τελικά τρούφα.
Αλλά δεν πτοούμαι, κάτι τέτοιο εξάλλου δεν έχει και μεγάλο νόημα
αφού βρίσκομαι για τέταρτη συνεχή άνοιξη παγιδευμένος
μέσα σ’ αυτό το αυτοκίνητο με το πράσινο μεταλλικό χρώμα,
που μου προκαλεί πράσινα μεταλλικά συναισθήματα

Ατενίζοντας μέσα στο σκοτάδι αυτοκτονίες αρχιτεκτόνων,
πραγματοποιούμενες με χάρη και τις απαραίτητες μακέτες
που ανεμίζουν κατά την πτώση απ’ τις ταράτσες του Πολυτεχνείου.
Ήρθε η ώρα να πάρω το τσάι μου
ή μάλλον το τσάι σου
καθώς εσύ θα συσπάσαι τρυφερά,
αποπλανώντας εκείνον που είναι τόσο νέος
ακριβώς γιατί εσύ δεν είσαι πια τόσο νέα
και που ωστόσο θα έδινε τα πάντα
για να είναι μεγαλύτερος

*Από το πρώτο τεύχος (Σεπτέμβρης 2006) του περιοδικού “Κλήδονας” της Υπερεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Οι εικόνες της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν μαζί με τα ποιήματα.

Νάιρα Ρακίνη, Ποιήματα

naira2030

Ηρεμία
— όχι αδράνεια, ηρεμία.
Μετά από τόση ανησυχία και στριφογυρίσματα στο κρεβάτι
σχεδόν γαλήνιο είναι αυτό το πρωινό
έχει κάτι από το φως της γαλήνης
να σε ακούω να αλλάζεις θέση στο κρεβάτι
και ο ήχος από τα σκεπάσματα είναι η ωραιότερη μουσική.
Μπορεί να ακούγομαι υπερβολική, αλλά τι σημασία έχει;
Είχα καιρό να γράψω… από χαρά.

6.11.05

—

Οι ορμονικές διαταραχές
επηρεάζουν σημαντικά τα πλυντήρια ρούχων
και τις μελωδίες των μουσικών.
Κανένας διαχωρισμός καμία θλίψη
για τις ώρες που χάθηκαν
ανέγγιχτες
ανέπαφες
από την απόλυτα ιδιωτική ονειρόσκονη.
Κάτι σαν δικαίωμα…

24.1.06

—

Δημιουργική μανία, εκείνη που αφήνει η πηγή πίσω της.
Εκτόνωση, ίσως και διέξοδος
για τα ανείπωτα σ’ αγαπώ ή τις ακροβασίες του νου.
Σκοτάδι.
Τα μυστικά φιλιά παίρνουν το δρόμο που τους γνέφω.
Πού πηγαίνουμε;

Κάποτε έρχεται η ώρα
να συμφιλιωθείς με τη φθαρτή σου φύση.
Ένα ρομαντικό τίποτα.

Χάραζα
εύθραυστες μολυβένιες γραμμές
υποκειμενικός χρόνος.
Πάντοτε!

Οι γενναίοι του κάστρου περιπλανώνται
και χάνονται στα υπόγεια μπαρ
και στις άγονες μέρες.
Η φυγή
και το τραίνο της λήθης.

naira1029

*Από το πρώτο τεύχος (Σεπτέμβρης 2006) του περιοδικού “Κλήδονας” της Υπερεαλιστικής Ομάδας Αθηνών. Οι εικόνες της ανάρτησης είναι της Νάιρας Ρακίνη και δημοσιεύτηκαν μαζί με τα ποιήματα.

Σπύρος Μαρούλης, Έξω ο άνεμος φυσάει λέξεις

14102585_1189964517726600_9069968060417863029_n

Έξω ο άνεμος φυσάει λέξεις
Που ο ποιητής δε κατέχει
Και η ώχρα των εποχών
Μου προσφέρει αδικοχαμένες οσμές
………
Απόψε, από σεβασμό
Η βροχή είναι σιωπηλή.
Αλλά η νύχτα δεν μπορεί
Να πει ψέματα
Είναι ταραχώδης
Κραυγάζει θλίψη
Κάτω απ’ τα βλέμματα των πεθαμένων νερών.

Ευριπίδης Κλεόπας, Τα υπόλοιπα είναι σιωπή (αποσπάσματα)

14063777_10210305269689782_7664714027095457016_n

Οι ανολοκλήρωτοι έρωτες διαρκούν για πάντα.
Οι υπόλοιποι είναι αναλώσιμοι.
————————–
Οι νυχτερινοί δρόμοι
δεν έχουν μνήμη από μόνοι τους
—————————-
Την πιο σαδιστική φυλακή
την είδα χτισμένη πάνω
στα βράχια της Κυανής Ακτής.
Τα κάγκελα κοιτούσαν
προς τη θάλασσα.
———————
Μόνο η δημιουργία έχει σημασία.
Ολα τ’ άλλα είναι πόλεμος.
———————
Τι κακιά μετάλλαξη έπαθε ο πίθηκος
και προέκυψε το είδος μας;
Ε, κύριε Δαρβίνε;
——————-
Στο βυθό της Μεσογείου
σαπιοκάραβο με εφτακόσιους μετανάστες
με εισιτήριο, συνήθως πιο ακριβό
από αυτό των επιβατών του Τιτανικού

Νικόλας Ευαντινός, Ενεός…

Fragmented Society

——————————–
——————–

μπροστά στην ελευθερία μου.

——-
Δεν είμαι ελεύθερος
ούτε τις αλυσίδες μου να φτιάξω.
Αυτό με κάνει ελεύθερο.
——————–

μπροστά στο μέλλον της δημόσιας σφαίρας.
———————–
«Όταν της νύχτας το ποτάμι κυλήσει από τους σκυφτούς φανοστάτες της πόλης, θα ουρλιάξουν όλοι οι φωτοστεφανωμένοι. Από τους ωκεανούς θα αναδυθεί ο πιο παγωμένος ήλιος…Βοναπάρτηδες και γοργόνες, αγκιτάτορες και ιππότες, οι ψηφίδες όλες της παραμυθένιας ηρωοποιείας θα  καρφιτσωθούν πάνω του σαν χαρταετοί που δεν ανακυκλώθηκαν ποτέ. Τρισέγγονα του Λεβιάθαν -σχολικοί σπασίκλες που είχαν μεταμορφωθεί σε κερδομόλες πεταλούδες-  θα γίνουν η λεία των  θρόνων τους, καθώς το σκότος γλιστερό θα εισβάλλει στην γυάλινη αίθουσα των ακροάσεων. Άγγελοι σχοινοβάτες θα εκπίπτουν από τις συννεφένιες ταράτσες και στο στόμα της απόγνωσης θα πέσουν για να αλεστούν από της οργής  το στομάχι. Τότε από τα πέρα σύνορα θα εμφανιστούν αγέλες κύκνων, κοπάδια λύκων, και άοπλες όλες οι λεγεώνες των υστερορωμαικών σφραγίδων. Θα ζητούνε Σύνταγμα και θα τους δοθεί ο Θάνατος. Ο Θάνατος του Παρόντος. Και τότε παρελθόν και μέλλον βουτηγμένα μέχρι τα γόνατα στην λευτερωμένη σκοτεινιά θα ζητούνε Έλεος, για να ξεκινήσει η Εποχή η Επόμενη,  η πέραν των γνωστών τεσσάρων.»
—————————
μπροστά στο χιόνι.
——————
Εκείνη τη στιγμή ήμουν απόγονος αμμοδαρμένων πονηρών νομάδων, εθισμένων στην κάψα και την μονοτονία της τραχύτητας. Εκείνη τη στιγμή ήμουν ιθαγενής μιας χώρας αιώνια μαστιγωμένης από του ήλιου τα καυτά σχοινιά. Εκείνη λοιπόν τη στιγμή εγώ, ένας γιος του καύσωνα, έπρεπε να εφεύρω μια λέξη για να ονομάσω το θαύμα που έβλεπα. Έτρεξα στους γέροντες, σε μύθους και παροιμίες, αρχαία αινίγματα, προϊστορικά βιβλία των θεών μου. Δεν βρήκα τίποτε. Πήγα ξανά στο σημείο του θαύματος. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Ήταν λευκό, ψυχρό και συμπαγές. Το έσφιξαν οι χούφτες μου μέχρι που κάηκαν. Το μάσησαν τα δόντια μου μέχρι που πάγωσαν. Ο χρόνος κυλούσε. Το θαύμα έλιωνε. Λέξη δεν έβρισκα. Στο τέλος γίνηκε νερό και χάθηκε. Ήταν αποτέλεσμα ακραίων καιρικών φαινομένων. Τότε κατάλαβα πόσο δύσκολη είναι η δουλειά των ποιητών
———————–
μπροστά στο δίλημμα κίνηση ή ακινησία;
——————
Δεν περπάτησα ακόμα ούτε μια σπιθαμή τούτης της γης. Κι όμως όλο βαδίζω. Ακατάπαυστα οργώνω τον κόσμο πότε ως έφοδος και πότε ως υποχώρηση. Ταυτόχρονα βέβαια παραμένω αθεράπευτα ακίνητος, προσηλωμένος τρυγητής  των θαλασσόκηπων που εκτείνονται κάτω από τον μέσα ουρανό, ερωτευμένος βαθιά με τα ψάρια που τραγουδιστά πετούνε με ακλάδευτα πτερύγια στα σπλάχνα μου. Κι όμως όλο βαδίζω και σκέφτομαι πως ούτε μια σπιθαμή γης δεν ανήκει στο βήμα μου -είναι αμαρτία που με αυτή τη διαπίστωση νιώθω αναμάρτητος;
——————

μπροστά σε κάποιο νυχτερινό του Chopin.
————————–
«Θεόρατη η σκιά του λεπτού της χεριού πάνω στην λεπίδα σελήνη. Τα μαλλιά της λευτερώνονται και φτιάχνουν πεντάγραμμα για το τριβελιστό τραγούδι των γρύλλων. Οι παράνυμφες πορτοκαλιές την καμαρώνουν. Με την μυρωδιά της φλούδας τους ραντίζουν το  στροβίλισμά της. Καθώς βαρυπατά τον αέρα της νύχτας, ανοίγονται πηγάδια σε κάθε της βήμα,
–στον πάτο τους το φεγγαρόφωτο πολλαπλασιάζεται. Κοιλάδα νυχτερινών ουρανών η πίστα της. Καθώς λυγίζει στο πλάι το λαιμό, ένα μικρό αστέρι πέφτει απ’ τις κόγχες των βλεφάρων της. Ύστερα πιάνει την ουρά της βραδινής δροσιάς, και χάνεται στον αυλό της σελήνης. Ναι, πάει καιρός που μένω να κοιτώ τον κήπο πίσω απ’ το τζάμι. Πάνω του πέφτουν κάτι ψιχάλες. Σαν χαμηλόφωνες νότες  λυγίζουν τα χέρια που κρατούν το άδειο της φόρεμα..»
—————–

μπροστά στην όραση
——————–
Μια κοπέλα μεγαλώνει στα μάτια μου. Όσο τα ανοίγω, τόσο απλώνεται, εκπτύσσεται γαργαριστή σαν κάποιο πλατύμακρο ποτάμι, που τα υγραίνει. Με καθάρια υδάτινα βλέμματα κατακλύζω τον κόσμο και τα πράγματα μουσκεύουν, μαλακώνουν και παίρνουν σχήμα αληθινό. Έτσι πότε το σπίτι είναι ένα μεγάλο στόμα που καταπίνει σιωπές σαν ηρεμιστικά για να κοιμηθεί -και πότε όχι-, πότε τα μάτια των ανθρώπων είναι ανάποδες πινέζες που εξακοντίζουν λήθη -και πότε όχι-, πότε τα κορμιά κάτω απ’ τα παλτά είναι οι πύρινοι κίονες της κόλασης, άκαυτα στην αιωνιότητα -και πότε όχι-, πότε η κιθάρα είναι μια λεπτοκαρυά που στοίχειωσε στο ξύλο της των σπίνων το τιτίβισμα -και πότε όχι-, πότε τα αστέρια είναι οι τρύπες που άνοιξε στον ύπνο του κόσμου το μυδραλιοβόλο του Θεού -και πότε όχι-, πότε το ασταμάτητο γάβγισμα των πεινασμένων σκύλων οιωνός για κάποια παντοτινή παύση της Ιστορίας -και πότε όχι-. Κι όμως στην χίμαιρα ζωή υπάρχει μια τρανή παρηγοριά:  η υδάτινη γυναίκα των ματιών μου που όλο μεγαλώνει, κάποτε θα σκίσει τα μάτια μου και θα νιώσει τον κόσμο έξω τους. Τυφλός, θα είμαι ο πρόγονος μιας νέας όρασης.

Γιάννης Ρηγόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

wallerotas-ceb3ceb9ceb1cf84ceaf-ceb5cf81cf89cf84ceb5cf85cf8ccebcceb1cf83cf84ceb5


ΑΚΙΝΗΣΙΑ

Στ’ αρχαία πεζοδρόμια
δεν ακούω τα βήματα των προγόνων.
Σημάδια από σκοτεινό αίμα
θρηνούν τον άγγελο
που ήταν της νιότης.
Τώρα σε μια ακινησία καθισμένος
γράφω τραγούδια
που κανείς δεν θα τα νιώσει.

***

ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΝΕΡΟ

Κάθομαι στο παραθύρι της ανατολής
αναπολώντας το αίμα μου
καθώς κάτω στο δρόμο
περνούν φορτηγά και ερπηστριοφόρα.
Σ’ ένα μαλακό χώμα
να μπω
να λύσω τα αινίγματα με τους πεθαμένους.
Λέξεις ανύπαρκτες ή χαμένες
σε ρίζες αιώνων
κρατάνε το μυστικό
και στους ζωντανούς στρώνουν τραπέζι.
Πηγές φαντάσματα
βγάζουν αίμα και νερό
τους διψασμένους και τους χορτάτους
πως θα ξεχωρίσουν;

***

ΞΥΔΙ ΚΑΙ ΝΕΡΟ

την κορυφή της σκάλας
στέκεσαι και αγναντεύεις τη θάλασσα
Στο πρώτο σκαλοπάτι πεσμένος
προσπαθεί να κουνήσει τα φτερά του:
Άγγελος είναι λαβωμένος.
Δεν τον κοιτάς.
Ο δικός σου άγγελος περιμένεις νάρθει από τα νερά.

Ο λαβωμένος θέλει να σου πει μια ιστορία
πούχει να κάνει με την αγάπη
με τη θάλασσα
και τα μαχαίρια.
Θέλει να σου πει πως τον βρήκαν απροστάτευτο
από τη δική σου απαντοχή
και τούσπασαν τα φτερά.
Ελεύθερη νάσαι πια
Να μην τον καρτερείς γιατί δεν θάρθει.

Όμως όπως εκείνα τα πουλιά
που έχουν δεχτεί τα βόλια
και σέρνονται στους θάμνους ή τα πεζοδρόμια
ήρθε στο πρώτο σκαλί σου κι έπεσε.

Είναι αυτός που καρτερούσες.
Ξέπλυνε τον με ξύδι
και ράντισε τον με αρμύρα.

***

ΚΑΚΟ ΣΠΥΡΙ

Κακό σπυρί στο κόκαλο
Καλόγερους και μάγους
Γονάτισε.

Ρήμαξε και μιαν άνοιξη
Κι ένα καλοκαιράκι.

Τις μυστικές γραφές του
Κληρονόμησε
Ένας καμπούρης γυρολόγος
Τις κάνει θράκα
Και πυρώνεται
Όταν το χιόνι
Κλείνει τους δρόμους
Για τα πανηγύρια.

*O Γιάννης Ρηγόπουλος ζει στο Άργος. Δημοσιεύει ποιήματα, δοκίμια και κριτικά κείμενα σε ποικίλα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, ενώ έχει εκδοτική ανάμειξη στο περιοδικό “Αναγέννηση”. Έχει εκδώσει ουκ ολίγα βιβλία, μεταξύ των οποίων την ποιητική συλλογή “Ενδοφλεβίως”, από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Η εικόνα της ανάρτησης είναι από το προσωπικό του ιστολόγιο.

Γιώργος Ρούσκας,

Άυλο Πύαρ

Άυλο Πύαρ 

Ρήμαξε όλη μου η ζωή 
κυνηγώντας όνειρα 
που ήταν φτιαχτά. 
Τα νιάτα μου σπατάλησα 
γιατί μ’ έπεισαν 
πως τα λίγα 
δεν είναι αρκετά. 

Εγώ ο Άτλας. 
Ο Σίσυφος πάλι εγώ. 
Εξόριστος 
στον τόπο μου τον ίδιο. 
Λερναία Ύδρα 
ο πολιτισμός 
μα δυστυχώς 
δεν είμαι ο Ηρακλής. 

Δώσ’ μου να πιω 
το νέκταρ των χειλιών σου. 
Διψώ. 
Την αμβροσία θέλω 
των πιο απόκρυφων πηγών 
απ’ τα ζεστά, 
ποτάμια ύδατά σου 
λαίμαργα να ρουφήξω. 
Στα μακριά μαλλιά σου 
άσε με 
γυμνός να τυλιχτώ. 

Να πίνω άυλο πύαρ 
απ’ τα Λευκά σου Όρη 
να γεύομαι το σώμα σου 
σαν αχνιστό ψωμί 
και του ιδρώτα σου 
τα αρώματα να γίνονται 
υπέρτατου 
ερεθισμού αφορμή. 
Τ΄ αξύριστο μου μάγουλο 
με τρυφερότητα 
στο αριστερό σου πέλμα 
άσε με ν ακουμπώ 
το χρίσμα για να λάβω 
ώστε πολίτης άξιος 
του Όλυμπου να γίνω• 
στο πλάι σου να περπατώ.

***

Ονειρεύομαι;

Ονειρεύομαι ένα τόπο χωρίς φράχτες
χωρίς βία, χειραγώγηση, εκβιασμούς
με δωρεάν ηλεκτρικό, τηλέφωνο, νερό
και πάροχο επικοινωνιακό

χωρίς εισιτήρια, μέτρα εισπρακτικά
ειδήσεων δελτία ψυχαναγκαστικά
διαφημίσεις, χάπια, τιμωρία
μα με συμπόνια, αγάπη, γέλιο, αφθονία

με δωρεάν τη στέγη, ρούχα, φαγητό
απάλειψη των «πρέπει» από το λεξικό
με φως, με χρώμα, μουσική
αρμονική συνύπαρξη όλων όσων στη γη

χωρίς ρολόι, βασιλιάδες,
κηφήνες, πρίγκιπες παραμυθιών
Μπομπ Σφουγγαράκη, Μπάρμπι, εξολοθρευτές
κατευθυνόμενη παιδεία, φυλακές

Το σύμπαν όλο, αν βγάλεις το κενό,
χωράει σ’ ένα μπιζέλι τόσο δα μικρό.
Στο δίλημμα του Ηρακλή κακία ή αρετή
υπάρχει τρίτος δρόμος: Η Ζωή.

Ονειρεύομαι ένα τόπο ανθρώπινο
αμόλυντο, ελεύθερο, ειρηνικό
για κάποιους όσο ουτοπικό
τόσο για εμένα εφικτό.

*Η ποιητική συλλογή “Άυλο Πύαρ” του Γιώργου Ρούσκα, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Χίλων το 2013.

Ρώμος Φιλύρας – Ποιητής από τον κύκλο των “χαμένων” ποιητών

Ρώμος Φιλύρας, ένας θεατρίνος της ζωής

• Τι έχει μείνει, τι θα μείνει από αυτή την αλαμπουρνέζικη φιγούρα, από αυτό το μυωπικό πρόσωπο, από αυτό το τρέκλισμα μπροστά στο κάλεσμα της φύσης; Τι συντηρεί τη γοητεία του ποιητικού έργου, αυτού τού δανδή, αυτού του πώς τον λένε, αυτού του ευγενικού πώς σας λένε, που κρεμιέται στις λέξεις, γιατί ο γκρεμός είναι από κάτω και μία συλλαβή, αν δεν ακουστεί μουσικά, τον χωρίζει πάντα από την καταβαράθρωση, την ψυχολογική και τη συναισθηματική.

Την απάντηση την έδωσε ο Τάσος Κόρφης, μια σπάνια μορφή, επειδή ήταν επίμονα ανιδιοτελής και μεσοπολεμικός, αφού δεν έφυγε ποτέ από τον κύκλο των «χαμένων» ποιητών: «Δεν είναι άστοχο να πούμε πως ο Ρώμος Φιλύρας, μία από τις πιο θερμές παρουσίες του Μεσοπολέμου, είναι σήμερα, ίσως περισσότερο απ’ ό,τι στην εποχή του, επίκαιρος, και όσο περνούν τα χρόνια και ο βρόχος του τεχνολογικού πολιτισμού όλο και πιο πολύ θα σφίγγεται γύρω από τον άνθρωπο, η γεμάτη αθωότητα ποίησή του συνεχώς θα κερδίζει έδαφος».

Ετσι, λοιπόν, είχαν τα πράγματα, όταν οι μικρές μελέτες-πορτρέτα «Ματιές στη λογοτεχνία του Μεσοπολέμου» εκδόθηκαν το 1991, από τον Πρόσπερο. Εναν χρόνο νωρίτερα ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης είχε ανθολογήσει τον Ρώμο Φιλύρα στη «Χαμηλή φωνή», τον οποίο είχε χαρακτηρίσει έναν παρεξηγημένο ποιητή τής γενιάς του ’20. Εντούτοις, το παιχνίδι γύρω από το όνομά του, αυτού του Ρεμπό της λογοτεχνίας, όπως τον είχαν αποκαλέσει ο Μιλτιάδης Μαλακάσης και ο Κώστας Βάρναλης, δεν είχε ανάψει, ούτε όμως είχε σβήσει. Περίπου έμεινε σαν πάθος απωθημένο, ομολογημένο ωστόσο σ’ έναν κύκλο εραστών της ποίησής του. Από ‘κεί πέρα ενταφιάστηκε η περίπτωση Ρώμος Φιλύρας.

Το ποιητικό του έργο, πάρεξ σε προσωπικές αναγνώσεις, οι οποίες εντέλει αποκτούν, θέλουν δεν θέλουν, τη μορφή της ανθολογίας, βρίσκεται σε προσπάθειες όπως του νεότερου Σωτήρη Τριβιζά, δημιουργού των «Ποιητών του Μεσοπολέμου» (2004). Αυτοί οι μεγάλοι χαμένοι-κερδισμένοι, όπως αποδεικνύεται, δεν είναι οι δαφνοστεφείς ποιητές, των οποίων η προτομή δεσπόζει σε μικρές ή μεγάλες πλατείες. Είναι το καταραμένο απόθεμα της ποιητικής κοινότητας και η δεσπόζουσα στην καθημερινότητα, χωρίς όμως να δηλώνεται ως ανάγκη, γιατί είναι η καταφυγή και τα καταφύγιο, όταν ακούγεται ο ήχος των παμπάλαιων ρολογιών σ’ ένα άδειο, αδειανό και μοναχικό δωμάτιο.

Ο Ρώμος Φιλύρας γεννιέται στο Δερβένι της Κορινθίας το 1888, σχεδόν στα τελειώματα του 19ου αιώνα της ανακάλυψης των ερειπίων του αρχαίου κόσμου -εδώ βλέπε κάμποσο ρομαντισμό- και θα δεχθεί τον κραδασμό από τα απόνερα του ατυχούς ελληνοτουρκικού πολέμου. Ηδη αρχίζουν τα πράγματα να σφίγγουν, δίνοντας χώρο στη διαμόρφωση των νέων κρατών-εθνών της Βαλκανικής. Ολα τα φώτα είναι αναμμένα κι όλα σβησμένα. Στα χαρτιά της ταυτότητας του δεν θα συναντήσουμε κανέναν Ρώμο και κανέναν Φιλύρα. Μόνον το «κοινότοπο» όνομα και επώνυμο Ιωάννης Β. Οικονομόπουλος.

Ενας από τους ανθρώπους που τον στήριξαν, αυτόν τον φαντεζί της χοροπηδούσας και χορευτικής συνείδησης, αφότου επέλεξε να ζήσει στο Δρομοκαΐτειο (1927), χτυπημένος από τη σύφιλη, είναι μία προσωπικότητα της δημοσιογραφίας και της κριτικής σκέψης, ο διευθυντής της Καθημερινής, ο αριστερός στη νεότητά του, με το ψευδώνυμο Γιάννης Ζεβγάς, Αιμίλιος Χουρμούζιος. Σ’ αυτόν οφείλουμε την πρώτη και τελευταία προσπάθεια να συγκεντρωθεί το ποιητικό και πεζό έργο του Ρώμου Φιλύρα, τρία χρόνια προτού πεθάνει, στις 9 Σεπτεμβρίου του 1942. Ενα δώρο στον ζωντανό-νεκρό φίλο του.

Στην έκδοση του 1939 των εκδόσεων-Γκοβόστη, με τα στοιχεία «Ρώμος Φιλύρας. Απαντα, Εμμετρα και πεζά. Κριτική εισαγωγή Αιμ. Χουρμούζιου», που είχε την καλοσύνη να μου την προμηθεύσει ο Κώστας Σπανός της «Βιβλιοφιλίας», ο επιμελητής υπόσχεται στους αναγνώστες ότι θα ακολουθήσουν άλλοι δύο τόμοι – που δεν κυκλοφόρησαν ποτέ: «[…]. Σκέφτομαι με κάποια λύπη πως δεν μπορώ να εκταθώ στο έργο εκείνο που, σκορπισμένο εδώ κ’ εκεί μετά την τελευταία του συλλογή, παρουσιάζει τον ποιητή σ’ όλη την πληρότητα της έμπνευσής του, μιας έμπνευσης μολεμένης έστω από τον κακό πυρετό της αρρώστειας […]».

Ο Αιμίλιος γνωρίζει ότι ο φίλος του, ο Ρώμος, είναι ένας ξοφλημένος, κι ωστόσο τον περιθάλπει. Στην εφημερίδα την οποία διευθύνει, του δίνει χώρο, τον Ιούνιο του 1929, για να αυτοβιογραφηθεί. Είναι οι καλοκαιρινές μήνες, που πάνε και οι ειδήσεις διακοπές…

Στα δεκαέξι του, αυτή η φωτιά του συναισθήματος θα δημοσιεύσει στο περιοδικό Νουμάς. Από το 1902 έχει εγκατασταθεί οικογενειακώς στον Πειραιά, όπου θα ολοκληρώσει ό,τι περιλαμβάνει η περίοδος του σχολείου. Από τη μητέρα του κληρονόμησε τη θερμή και ζέουσα φύση του, από τον φιλόλογο πατέρα του, την αγάπη του για τα γράμματα. Ταξιδιάρης και ταξιδεμένος, από μικρός στα όνειρα, σ’ αυτήν την ήπειρο όπου δεν υπάρχουν σύνορα, προσπαθεί ν’ εκφράσει τον δικό του κόσμο. Πρωτότυπος από φύση και ιδιοσυγκρασία, αν και διαβάζει πολύ, και ενημερώνεται για τα πρόσφατα ρεύματα της λογοτεχνίας, αρνείται να ξεκλέψει ιδέες από τα βιβλία.

Σε συνέντευξή του στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα, το 1937, ενώ ήδη νοσηλεύεται στο δημόσιο ψυχιατρείο, έχει τη διαύγεια να αναφερθεί στα κείμενα που επέδρασαν πάνω του. Και αυτά είναι η ρομαντική ενατένιση του Σολωμού, η ολοκληρωτική βύθιση στην Παλαιά Διαθήκη, ορισμένα αποσπάσματα της Καινής δεν τον ενοχλούν, ο Ομηρος είναι πάντοτε μπροστά του, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής τραγωδούν το όραμά του. Από τον Σαίξπηρ, πρώτα έρχονται στις επιλογές του ο Εμπορος της Βενετίας, η Τρικυμία και το Χειμωνιάτικο παραμύθι. «Ακόμα», όπως αποκαλύπτει ο ίδιος, «στίχους του Καρντούτσι, του Ντανούτσιο, στίχους διακοσίων Γάλλων και θεατρικά πεντηκοντάδος Γάλλων επίσης, τον Σέλλεϋ, τον Κητς και προπάντων τον Μπάυρον». Ομως: «Περισσότερο απ’ όλα έχω διαβάσει την Αγίαν Γραφήν, τον Ομηρο και τον θείον Πλάτωνα».

Ο Ρώμος Φιλύρας θα συνεργαστεί με εφημερίδες και περιοδικά της εποχής του, κυρίως με χρονογραφήματα και παρουσιάσεις βιβλίων. Η δημοσιογραφία τρώει λογοτέχνες, έλεγαν κάποτε. Παράλληλα, υπηρετεί στον ελληνικό στρατό, αρχικά ως αρχειοφύλακας και στη συνέχεια ως γραφέας. Θα φτάσει στον βαθμό του υπολοχαγού, θα πολεμήσει, κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, σε Ηπειρο και Μακεδονία, όπου έπαθε κρυοπαγήματα. Αποτάχθηκε, λόγω αφροδίσιου νοσήματος, το 1924. Ο κύκλος τού Ρώμου Φιλύρα είχε κλείσει χωρίς επιστροφή. Κατά τον εγκλεισμό του, στον προστατευμένο χώρο των «τρελών», δεν θα σταματήσει να γράφει.

Το πως έζησε εκεί μέσα, το αφηγείται στο κείμενο «Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον και άλλα αυτοβιογραφικά» («Καστανιώτης»), το οποίο επιμελήθηκε ο καθηγητής Γιάννης Παπακώστας. Στο βιβλίο αυτό περιλαμβάνονται ακόμη Ο θεατρίνος της ζωής, που κυκλοφόρησε αυτοτελώς το 1916, και Η παράδοξη αυτοβιογραφία μου, για πρώτη φορά ενταγμένη σε τόμο. Η τελευταία πρωτοδημοσιεύτηκε στο εβδομαδιαίο φύλλο Οικογένεια, τον Αύγουστο του 1927. Είναι ο μόνος τόμος που βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία, με ολοκληρωμένα έργα του.

Το εύχρηστο τομίδιο Ρώμος Φιλύρας, το οποίο έχει επιμεληθεί ο ποιητής και καθηγητής Γιάννης Δάλλας, έχει τη μορφή προσωπικής ανθολόγησης και γούστου, και εντάσσεται στη σειρά «Εκ νέου» των εκδόσεων Γαβριηλίδη.

Ενόσω ζούσε, ο Ρώμος Φιλύρας -κάποτε πρέπει να ολοκληρωθεί η έκδοση τών απάντων του- τύπωσε έξι ποιητικές συλλογές (Ρόδα στον αφρό, 1911, Γυρισμοί, 1919, Οι ερχόμενες, 1920, Κλεψύδρα, 1921, Ο πιερότος, 1922, Θυσία, 1923) και το αφήγημα Ο θεατρίνος της ζωής (1916). Στην Κύπρο, το 1918, είδε το φως της έκδοσης η μετάφραση Brada Και το κύμα γύρισε πίσω -στο οποίο δεν έχουμε κάνει αυτοψία-, με το όνομα Απόλλων Φιλύρας. Στα παλαιοβιβλιοπωλεία, μπορείτε να αναζητήσετε τα ανέκδοτα ποιήματά του Πορτραίτα και κειμήλεια (Κισσός), που εξέδωσε, το 1981, ο φίλος του Ναπολέων Παπαγεωργίου.

*Βασίλης Κ. Καλαμαράς, Βιβλιοθήκη, Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010.

*Πηγή: http://dytikosanemos.blogspot.com

Παρθενικό Τραγούδι

Των δεκατέσσερω χρονών αντρείεψ’ ο ρυθμός 
και το κορμάκι σου ένιωσε καινούργια ανατριχίλα, 
και σύναυγα σου διάβηκε τις φλέβες ο χυμός 
της άνοιξης και της καρδιάς τρεμούλιασαν τα φύλλα…
Και ροδοσκάσαν τα φιλιά στο κοραλένιο στόμα… 
κι είπεν η σάρκα: -“Σήμερα κάτι άγνωστο ποθώ” 
κι αλίμονο τον έρωτα δεν ένιωσες ακόμα 
που φούντωσε στα στήθια σου της νιότης τον ανθό!

Τραγική Νύχτα

Απόψε στις κιθάρες τους τα Πνεύματα 
θα μέλπουνε κρυφούς ρυθμούς και τρόμους 
και στο ρυθμό του χαλαζιού θα σέρνουνε 
μαύρους χορούς οι καταχνιές στους δρόμους.
Οι αγέρηδες μανιάζοντας θα στήνουνε  
τις σκήτες τους στ’ αφρόλουστα ακρογιάλια,  
των λουλουδιών τα ταίρια θα χωρίζουνε,  
μα και θα ορμούν, θα οργώνουν τα κανάλια.
Απόψε η νύχτα σκιάχτρο στις ψυχούλες μας  
και χάροντας απάνου από τη κλίνη…  
Οι καταχνιές, που υφαίνουν το τρισκόταδο,  
θα’ ρθουν να σαβανώσουν τη Σελήνη…

Εαρινό

Ω, ‘κείνο το αλάλητο στην άνοιξη, 
μες στη γλυκειά, την απαλή λαχτάρα. 
Ω, ένα πουλάκι μέσα μου λαλεί, 
και τρέμει, φτερουγιάζει, λαχταρεί,
κάτι απαλό κι απόκοσμο πολύ…  
Και νιώθωντας πως κάτι το καλεί  
έξω απ’ τον εαυτό του κι απ’ τη φύση,  
και θαρρώντας πως άκουσε φωνούλα,
 
τρέμει σάμπως στο λούλουδο η δροσούλα,  
και κοντεύει να φύγει απ’ τη ψυχή μου  
και πετώντας στα μάκρη της αβύσσου  
να γίνει χερουβείμ του παραδείσου…

Στον Άδη
 
Μια μέρα θα μισέψουμε στα σκότη 
κι αν δεν το ήπιαμε όλο το ποτήρι. 
Κι αν δεν εμείναμε σε θεία αγνότη, 
το κορμί μας στον τάφο θ’ απογείρει.
Στερνή αγάπη θε να μοιάζει πρώτη, 
τόση λαχτάρα μες στο πανηγύρι 
της ζωής μας ανάρπαζε κι η νιότη 
μας φούντωνε του αίματος τη πύρη.
 
Οι κοπέλες μονάχα θα εικονίζουν 
κάθε χαρά που πέρασε και πάει 
και θα στέκουν εμπρός μας σε παράτα.
Κι ούτε κι ο νους θα ξέρει όταν θα σχίζουν, 
σαν άγγελοι των ουρανών τα χάη, 
ποια πιο πολύ μας χρύσωνε τα νιάτα.

Καρτέρι
 
Πάντα να περιμένω στ’ ακρογιάλι, 
σαν άλλοτε, σα χθες, σήμερα -χρόνια! 
μες απ’ τη στάχτη να πετιέμαι πάλι, 
φοίνικας, κρίνο στα τετράκρυα χιόνια.
Τον ίδιο εμένα να θωρώ σε εικόνα, 
σ’ ένα γιαλό, προσμονητή του αγνώστου, 
που ‘ρχεται τάχα σα σε νάρκη αρρώστου, 
μα γλιστρά κάτω προς τον καλαμιώνα…
 
Καπνός να βγαίνει από ένα τζάκι πέρα, 
να φτάνει η βάρκα χωρίς νέο πιλότο, 
δίχως μαλλιά κυματιστά στον αέρα, 
όνειρο αγάπης και στερνό και πρώτο.

Άγνωστη

Απόψε και να μ’ έβλεπε ‘κείνη π’ αναζητώ, 
αυτή που δεν εγνώρισα και που ποτέ δεν είδα, 
που στη καρδιά μου ευλαβικά τόσο καιρό κρατώ, 
σα κάποια προμηνυτική που με φωτίζει, αχτίδα.
Απόψε, που σκιρτά η καρδιά, το μάτι λάμπει αδρό, 
σπιθίζει το αίμα μέσα σου κι αγάλλεται η ψυχή μου, 
κι ανυψωμένη η σκέψη μου στ’ άπειρο, μ’ αργυρό 
φως φεγγαρίσιο, αχνοφωτά, ντύνει την έκστασή μου…

Μπόρα Του Μάη

Μέσα στον Μάη αλάλαζεν ο θρίαμβος του χειμώνα
και της βροχής το σύθαμπον εβρόντα ο κεραυνός
και το χαλάζι μάραινε τη τροφαντή ανεμώνα
και τα μπουμπούκια π’ άνοιγαν ματάκια προς το φως.

Και μέσα στο τρισκόταδο δεν έλαμψεν η μέρα
και δεν ακούσαμε γλυκό τραγούδημα πουλιών,
μα να βογγά απόκοσμα τον καταλύτη αγέρα
στα τρίστρατα των λιβαδιών και των περιβολιών.

Και τ’ όνειρο μας που ‘λεγε να λουλουδίσει τώρα
προσμένοντας τόσο καιρό του Μάη το λαύρο φως,
αλίμονο! η απάντεχη το πρόφτασεν η μπόρα
και σα μπουμπούκι το ‘καψεν ο μέγας κεραυνός…

Στο Χωρισμό Της…
 
Τη μέθη της χαράς να σε κερνούσα 
που δεν ηύρες στον πρώτο σου δεσμό, 
συ να γινόσουν της χαράς μου η μούσα 
κι ας μ’ έσερνες προς ένα χαλασμό.
 
Ντελικάτη, κρινένια εσύ, ολανθούσα 
μες στ’ άσπρο φόρεμά σου, εαρινό, 
σεμνή, παρθενική, χαμογελούσα, 
να ζούσα στον απλό σου στοχασμό.
 
Κι ας ήταν όλη μαγική σου χάρη 
μιαν απαλή να μύρωνε ζωή, 
κρυσταλλένια σαν το μαργαριτάρι,
 
γεμάτη από αγάπη κι ηδονή: 
-όλα χαρούμενα, σε ρύθμισμα ένα, 
τα χτυποκάρδια μας αρμονισμένα…

Δεν Ήτανε Να Γίνω…
Ένα πουλί που λάλησε 
στον άνεμο της νιότης, 
στ’ ολάνθιστο απαλό κλαδί 
κάποιας αγάπης πρώτης
 
και το τραγούδι του άλλαξε 
σε πικρό ξάφνου θρήνο. 
Δεν ήτανε να γίνω 
ό,τι έχω ‘νειρευτεί…

Έμπνευση

Δεν είν’ άλλο στον κόσμο απ’ την έμπνευση μόνο,
μόνο αυτή νανουρίζει τον πικρό μας τον πόνο
και μας σώνει απ’ του χρόνου τον βαρύ τον κασμά.

Να σε βλέπω, να παίρνω τα όλα σου, όλα τα ωραία,
να τα λιώνω στου στίχου τον κυλούμενο γύρο,
να τα κλώθω, να γίνουν πολλά, ένα, μια ιδέα,
κι απ’ της έμπνευσης όλα ραντισμένα το μύρο.

Ήπειρος

Κάθε φορά που βρέχει ο ουρανός
θυμάμαι τα δρολάπια της Ηπείρου
κι ανάβει μέσα μου βαθύς καημός
και με κυλά στα σύθαμπα του ονείρου.

Και βλέπω μες στα χιόνια κάποιο μ’ όνειρο
σαν τον καρπό απ’ το κλαρί να πέφτει
και φλόγα ολόσβυστη στα στήθια μου
κι όλα παρτά απ’ τον πόλεμο του κλέφτη.

*Πηγή: http://www.peri-grafis.com

Ρώμος Φιλύρας: μακαρίζω την παιδική μου ευτυχία για την ανήσυχη ζεστασιά…

Προτού γεννηθώ, πριχού προετοιμασθή το άνοιγμα των ανοιχτοκαστανών γαλανών ματιών μου στο φως του ήλιου, στο φως του φεγγαριού και αστριών, στο φως του κόσμου, αισθάνομαι τώρα πως εσκιρτούσα στις φλέβες του καθαυτού πατέρα μου, σε μια γλυκεία, διαυγή κι ερωτική, λεβέντικη θερμή κι ιπποτική διάθεσι και στην γλυκόαιμη καρδιά και σάρκα της καθαυτό μάννας μου, με το συγκινητικώτερο παλμό και την πιο ένθεη μανία. Και λέω των “καθαυτό” πατέρα μου και μητέρας μου, γιατί προέρχομαι από το αίμα 15 πατεράδων και 22 μαννάδων πρώτης ποιότητος αίματος, δηλαδή Αυτοκρατορικού-Βασιλικού και άλλων τόσων, δευτέρας ποιότητος, δηλαδή μαρκησιακού, πριγκηπικού, δουκικού, κομητικού και τουρκαλβανικού.

Ήμουν νευρικός, μικρός, ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος, αλλοπρόσαλλος, βερέμης, κλαψιάρης, παραπονιάρης, λιγόψυχος, ανυπόμονος, ατίθασσος, επίμονος, πεισματάρης.

– Τι είσαι τέλος πάντων! Μου είπε κάποτε μια σπάνια κυρία που είχα αγαπήσει κι αγαπώ πάντοτε, που την αγάπησα όσο τίποτ’ άλλο στον κόσμο, με στοργή και πόνο, σαν αγαπημένη παρηγορήτρα, μ’ άπειρη αγάπη κι έρωτα αιώνιο και που κάθε φορά τρέμω στην ενθύμησί της, μην τύχη και τη xάσω καμμιά μέρα για πάντα – ο μη γένοιτο. Βαθύτερα απ’ όλες τις υπάρξεις του μικρού μου xωριού, μόλις ξύπνησα στην αίσθησι του κόσμου διαυγέστερα, έδεσα τη ζωή μου αυτή τη γυναίκα, αν κι ήρθε αργότερα απ’ τη φαμίλια μου και απ’ όλες τις άλλες αντρίκειες και γυναικείες υπάρξεις στη ζωή μου. Πλάι στη μάννα μου, που ενεψύχωσε, σα νεώτερή της, όλη τη στοργή για τη μέλλουσα ζωή μας. Κι είτε κοντά της, είτε μακρυά της, τους ίδιους παλμούς αισθάνομαι πάντα γι’ αυτή κι αν έxω γίνει λίγο καρδιακός, είνε γιατί δεν είμαι πάντα κοντά της. Μπορεί η καλή μου να μη μ’ αγαπά τόσο πολύ και πάντοτε, μπορεί ν’ απασxόλησε το νου της με ματαιοδοξίες, όπως κι εγώ κάποτε, μα εγώ θα την αγαπώ πάντα στον αιώνα και μετά θάνατον. Σ’ ένα μόνο νεύμα της εγώ υποκύπτω και σωριάζομαι δικός της και μόνο δικός της. Όλ’ η ζωή μου είν’ εκείνη! Μα ήταν κι άλλες, ήταν κι άλλοι που μ’ αγαπούσαν.

Ήταν προ πάντων ο πατέρας μου, ο ξανθός λεβέντης, ο ωραίος ιππότης, ο αγνός ιδεολόγος, ο ειλικρινής άνθρωπος, ο λαμπρός Ελληνιστής, ο ευφράδης ρήτωρ, ο ενθουσιώδης πατριώτης, ο φίλαλλος, ο αλτρουϊστής, ο αυτοθυσιαζόμενος δια τους άλλους, ο γεμάτος αυταπάρνησιν, ο γλυκύς Βασιλάκης, xάρμα δι’ όσους ήσαν εις θέσιν να τον εννοούν μέσα εις το στενόν επαρxιακόν περιβάλλον, αυτόν τον κυανόαιμον κι ευγενή, απόγονον όλων των Αυτοκρατόρων του Κόσμου, τον ανεπιτήδευτον, απλόν και αφελή, κάρφος διά τους εxθρούς του, λόγω της κυριαρxίας του επί των ψυxών των καλών και των κατακτήσεών του μεταξύ των γυναικών, η φήμη των οποίων έφθανε μέxρι των Αθηνών και υπερέβαινε και τα όρια της Ελλάδος, φθάνουσα μέxρι Λονδίνου και εκείθεν μέxρι των εσxατιών της Κίνας.
[….]
Ο καλός μου πατέρας μού ‘λεγε, όταν ήμουν μικρός, εκνευρισμένος, παραπονιάρης και κλαυθμηρός:
– Τι σου λείπει; Δε μού ‘λειπε τίποτα. Μού ‘λειπε το Άγνωστο, εκείνο που ονειρευόμαστε να ‘ρθη μια ‘μέρα στη ζωή μας σαν ραγδαία βροχή ευτυχίας, σαν χαλάζι αφθονίας, πλούτου, σαν ξέσπασμα της ανυπομονησίας μας για το απροσδόκητο, που τάχα θα ‘νε κάτι νέο, μία απόλαυσι δριμεία πνευματική, γιατί όταν ήμαστε παιδιά με όνειρα και φιλοδοξίες, δεν επιτρέπαμε στην αίσθησί μας να ομολογήση πως διψάμε τον έρωτα κι όχι την πνευματική κατάκτησι. Και που νά ‘ξερα πως τα καλοκαιρινά μεσημέρια μου κι οι νυχτερινοί μου ύπνοι, ήταν γεμάτοι απόλαυσι…

Τώρα που ξύπνησα κι όλο ξυπνώ στην ενθύμησι των περασμένων, μακαρίζω την παιδική μου ευτυχία για την ανήσυχη ζεστασιά, τα χάδια της μητέρας μου και τόσων γυναικών κοντά της, που ήθελα όμως να ‘νε πυκνότερη: Τόσο μού ‘λειπε η απόλαυσι, τόσο δυνατό αίμα ήμουνα, τόση υπεραιμία ζάλιζε τα μελίγκια μου, τόση δίψα ηδονής ετάραζε, ταράζει και θα ταράζη το κορμί μου και το πνεύμα μου, ως που εντελώς να γεράσω.
[….]
Ό,τι με φλόγιζε περισσότερο στην παιδική, την εφηβική μου ηλικία και τώρα και πάντα, ήταν η προσήλωσι στη ρυθμική και στην έμμετρη δημιουργική εργασία: Το να γράφω ποιήματα, το να ριμάρω στίχους, ήταν, είνε και θα είνε ο μοναδικός στη ζωή μου προορισμός, η μόνη μου κατεύθυνσις και φιλοδοξία. Όταν ήμουν πιο μικρός, σε στιγμές ανόητες σκέψεως, έλεγα: Αν δεν γίνω εντός τριών ετών μεγάλος ποιητής, θ’ αυτοκτονήσω!
Πολλοί καλοθεληταί ή κοτσομπόληδες, μοχθηροί ή αντίζηλοι, όπως θέλετε, περιγελούσαν τότε αυτή μου την κουταμάρα, αποδίδοντες εις ερωτικά ή άλλα ελατήρια τον αφορισμό μου: Πατούσαν και πατούν στην πήττα, γιατί ποτέ δεν βρέθηκα ή πιστεύω να βρεθώ στη ζωή μου σε τόσο θολή ψυχολογική κατάστασι, ώστε να αισθανθώ την ανάγκη ν’ αφαιρέσω μόνος μου τη ζωή μου, εκτός αν βρεθώ πιεσμένος από δεινότατα περιστατικά και πάλι το αγαθό της ζωής θα ‘χη αιώνιο για μένα το θέλγητρο του…
[….]
Ό,τι με εφλόγιζε στη ζωή μου, ήταν το να είμαι, αν ήμουν, αν μπορούσα να είμαι ή και να μπορούσα να γίνω, τελειοποιών ό,τι είχα μέσα μου ως «φυσικόν δώρον» στην υψηλότερα και ανωτέρα σημασία της λέξεως: «Ποιητής». Δεν εύρισκα μεγαλύτερον προορισμόν για τη ζωή ενός φωτισμένου, Διανοητικού ανθρώπου, από το να είνε, αν ήτο, δημιουργός, δηλαδή ποιητής, λυρικός υμνητής, ενθουσιώδης απολογητής της ζωής, του συναισθήματος και της συγκινήσεως, της χαράς, του πόνου, του έρωτος, του καϋμού και του θανάτου. Όλα, έλεγα μέσα μου, είν’ ένα επάγγελμα, μία επιστήμη, εμπόριο, βιομηχανία, βιοπάλη, χρήμα και ύλη: Ό,τι μένει, ό,τι μας υψώνει επάνω από τα καθημερινά, ό,τι μας δονεί, μας συγκινεί, μας ενθουσιάζει, μας ρίχνει σ’ έκστασι, μας συνεπαίρνει και μας ανεβάζει στα ύψη της αισθήσεως, είνε αυτό το ποσόν συγκεκινημένης και ευνοϊκής εις συγκίνησιν ουσίας, που έχουμε μέσα μας, δηλαδή εκείνο που λέγεται τάλαντον, επομένως η Τέχνη, ιδίως η θεία Ποίησις, ο Λόγος, που είνε «εν αρχή», όπως είπε κι ο Χριστός, η έκφρασις του συναισθήματός μας, η μετουσιωμένη σε ρυθμό και σε ήχο συγκίνησίς μας, το κρυφό μας αίσθημα ή μαράζι, η αγάπη μας, ο παλμός της ζωής μας.
Ρώμος Φιλύρας (1888-1942)

*Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο “Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον και άλλα αυτοβιογραφικά” (κεφ. Η παράδοξη αυτοβιογραφία μου) – εκδ. Καστανιώτη, 2007

*Πηγή: http://k-m-autobiographies.blogspot.com

Ρώμος Φιλύρας
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Ρώμος Φιλύρας (1898-1942) ήταν Έλληνας ποιητής. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωάννης ή Γιάγκος Β. Οικονομόπουλος. Γεννήθηκε στο Δερβένι Κορινθίας το 1898 και πέθανε στην Αθήνα, στις 9 Σεπτεμβρίου 1942.
Μορφώθηκε κατ’ οίκον από τον πατέρα του, που ήταν εκπαιδευτικός.
Στα 14 του εγκατασταθήκανε στην Αθήνα όπου εργάστηκε σε αθηναϊκές εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Παράλληλα άρχισε να γράφει ποιήματα («Το Δερβένι μας») αλλά και μερικά πεζογραφήματα. Πέρασε πολλές περιπέτειες και μεταπτώσεις σ’ όλο τον υγιή του βίο. Το 1920, συνεπεία αφροδισιακού νοσήματος, πέρασε τα σύνορα της ουτοπίας και του δράματος, για να υποκύψει στη τρέλα. Το 1927 κλείστηκε στο Ψυχιατρείο, για να μη κατορθώσει να βγει ποτέ από ‘κει.
Δε σταμάτησε να γράφει, άλλοτε καλά και στρωτά κι άλλοτε παντελώς αλλοπρόσαλλα ποιήματα, τα οποία συνέγραφε σε χαρτί του ψυχιατρείου και τα χάριζε αφειδώς στους επισκέπτες.
Πέθανε το 1942, στις 9 Σεπτεμβρίου, στο “Δρομοκαΐτειο” Θεραπευτήριο.
Στις 15 Απριλίου του 1940, η εφημερίδα “ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ”, έγραφε:
“Προχθές την πρωίαν ο στρατιώτης του 5ου λόχου του 7ου Συντάγματος Ιωάννης Οικονομόπουλος, ο γνωστός ποιητής υπό το φιλολογικόν ψεύδωνυμον Ρώμος Φιλύρας, απεπειράθη να αυτοκτονήση διά του όπλου του, βληθείς κάτωθεν της σιαγόνος. Ο αυτόχειρ στρατιώτης μετεφέρθη εις το Β’ Στρατιωτικόν νοσοκομείον, η Δε κατάστασίς του είναι αρκετά σοβαρά”.
*Από το http://www.sarantakos.com/

Χαρακτηριστικά του έργου του

Στην ποίηση του, διαφαίνεται η πρόθεσή του να χρησιμοποιήσει νέες λυρικές φόρμες αλλά και φραστικούς νεωτερισμούς, ενώ δεν λείπει η μουσικότητα και ο ρομαντισμός.

Εργογραφία

Εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές που δημοσιεύτηκαν στα περιοδικά “Ακρίτας”, “Ηγησώ”, “Οικογένεια”, “Μπουκέτο”, “Νουμάς”, “Νέα Εστία”, “Παναθήναια” κ.α.
Ρώμου Φιλύρα: Πορτραίτα και Κειμήλεια – Ανέκδοτα ποιήματα. Με την φροντίδα του Ναπ. Παπαγιωργίου, Αθηνα 1981.

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο “ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ” που βρίσκεται στη διεύθυνση http://logoskaitexni.blogspot.com

Romos_Filyras