Ζ. Δ. Αϊναλής, Συναρτήσεις 

2501873386_00019d1e52_m

I
 —
Τώρα θα υπάρξει διασταύρωση της αδιαθεσίας στο 4
Τώρα το 8 θα γυρίσει σελίδα
Δι’ απαλών ονύχων το 1 θα διεισδύσει στα θέσφατα
Και θα διυλίζει το 3 τον κώνωπα στο 7
Τώρα το 6 της άνοιξης θα γίνει ζημία στη διασπορά του 9
Και το 2 θα σέρνει το 5 απ’ την καταπακτή πιο βαθιά
Και τι θα μείνει τώρα το 0 μάτι μόνο στα σκοτεινά
 —
Μαλθακότης  ευδαίμων
κι ο πόνος στα σωθικά
1 πλην 10 ίσον μείον 9
–
–
II 
—
Θα γυρίσω τον άξονα κάθετα στην εκμετάλλευση του 7
Και θα βουλιάξει το 3 στων άστρων την επανάληψη
Θα λάμνει δεμένο το 4 στα κουπιά
Και το 2 δίχως πηδάλιο στο ναυάγιο του 9
Ένα 1 θα φωνασκεί στην πρύμνη μηχανικά
Και στ’ αμπάρια το 8 να μπάζει νερά
Θα κρέμετ’ απ’ το πόδι το 5 σα τσιγκέλι στα  ιστία νεκρό
Και το 0 θα καγχάζει σα στόμ’ ανοιχτό
 —
2 και 5 μας κάνει 7
—————- πτώμα που ζέχνει
—————————– κι η σήψη να κυβερνά
  —
–
III
—
Δάγκωμα σκοτεινό το 1 στην καρδιά νούμερο 8
Αποτρέπω τη συμφόρηση στο 7 πριν να βγω
Και κρύβω καλά το πρόσωπο στο 9
Και μένει το 4 να με σέρνει δετό
Γυμνός δεξιώνομαι στο 5 τον εξευτελισμό
αρμοί σκοτεινοί, χειροπέδες κι οι κλείδες του 6 στιλέτο στο 3 απτό
Χάνω στο 2 την έξοδο και θανατορραγώ
Στο περικάρδιο του 0
Κεκαρμένη η κρίση με συλλαμβάνει πανικού.
 —
3 μείον 9 = μείον 6 πεθαμένα παιδιά
 —
κάρβουνα αναμμένα κι αγκάθια αιχμηρά
όπλα καπνισμένα και πολύ ζωντανά.
–
–

IV
—
Τώρα θα σημάνουν οι καμπάνες στο 4
Και θα εκπνεύσ’ η σιωπή στο 8
Βλέπω την ανάσα να σώνεται πριν το 2 σωρός
Και το σώμα να καίγεται στο 5 πηλός
Λίγο χώμα τα χέρια μου στο 9 πανικός
Κι η ομιλία να τελειώνει κάπου μεταξύ του 1 και του 7
 —
Οι πρώτοι αριθμοί δεν μιλάν μεταξύ τους.
 —
Κάπου εκεί το 3 διαιρούταν στο κενό με τον  εαυτό του
Και το 6 έπαιζε με τη λέξη ξανά
– να δαγκώσεις και πάλι τον εγκλεισμό στην καρδιά.
 —
—
 V
—
Τόσο 9 πριν απ’ την άνοιξη και η σιωπή  στενή.
 —
Κοιτάω το 7 σαν τη γλίτσα να προσκολλάται στη  γη.
—
Και το 2 παραμελημένο κι ανήμπορο ν’ αρθρώσει φωνή.
  —
 —
Όσο και να διαιρείς θα μένει πάντα ένα υπόλοιπο
————————————————- στη νύχτα σκοτεινό
τέρας υπόλογο να τεχνουργεί σκυφτό.

Θανάσης Τζούλης, Έξι ποιήματα

Σχέδιο: Adolph Gottlieb

Σχέδιο: Adolph Gottlieb

Το σκοτωμένο πουλί

Υπάρχουν δρόμοι χωρίς τέρμα
που γλιστρά η νύχτα το κορμί της.
Υπάρχουν δρόμοι μ’ ένα στύλο
και μ’ ένα πουλί σκοτωμένο
στο κρανίο του.
Το σκοτεινό φεγγάρι
κατάπιε όλη τη νύχτα
κι’ αυτός ο στύλος είναι ορόσημο του δρόμου.
Αρχίσαμε από τα μάτια μας,
μην πουληθούμε στους δρόμους
στο πρώτο καραβάνι που θα βρούμε.
Άλλοτε οι δρόμοι είχαν τέρματα.
Μα τα πρόσωπα είναι στραμμένα στον τοίχο
κι’ από τα χέρια τους πέφτουν
δυό απαγχονισμένοι
μέσα στη νύχτα.

***

Τα κουπιά των νεκρών

Οι νεκροί
σκίζουν το καταπέτασμα
του σπιτιού μας.
Κρεμάστε τα πορτραίτα
και μη βροντάτε
τα έπιπλα.
Τα νερά είναι ζεστά από το σώμα τους.
Μη βροντάτε τα χέρια
και φαίνονται άδεια.
Οι νεκροί πέφτουν από τα σύννεφα
και γεμίζουν το σπίτι μας,
τα νερά στάθηκαν έκπληκτα στην πόρτα,
δεν άφησαν ακόμα την κραυγή τους.
μες στα νερά χάσαμε τα πόδια μας,
κρατείστε τα κουπιά των νεκρών.

***

Ανακομιδή

Όλη τη νύχτα έχανες τα δόντια σου –
μου χρειαζόταν αυτό το εμπόδιο.
Πλύνε το χώμα απ’ το κορμί σου,
δεν έχεις ούτε νύχτα, ούτε μέρα στο κορμί σου
όσο να βυθιστείς μες στο πηγάδι.
Τράβηξε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι,
δεν έφυγες από τα δέντρα με τις εποχές
που είχαν τα χορτάρια αίμα.
Ανάμεσα απ’ τα μέλη σου
δεν είναι μέρος για το σπαραγμό,
δεν κάρπισαν τα μάτια σου να πω πως σώθηκες
με τη νωχέλεια στους δείχτες του ωρολογιού.
Μάσε το κορμί σου απ’ το κρεβάτι
και μεσ’ από τα κόκκαλά σου
την οδύνη μου

***

Οι πέτρες και ο χρόνος (Απόσπασμα)

ΧΙ

–
Κάηκ’ η ζωή μας και γίναμε ποίηση.
Κλείστε τα παράθυρα.
Μόνο η φωνή ας βροντάει
σαν το σκυλί μέσα στις θύελλες.
[Σπόνδυλοι, 1961]

***

Η αρκούδα

Η αρκούδα που κυνηγά τον άνθρωπο
ποιος ξέρει αν δεν ήταν άνθρωπος
και φοβάται μη ξαναγίνει;

***

Ο φόβος

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Τη νύχτα τα όνειρα ξεκλειδώνουν την πόρτα
και κουβαλούν στο σπίτι μας νεκρούς
κι ύστερα βγάζουν τα κεραμίδια του σπιτιού
να κατεβεί ο Χριστός στο άδειο σπίτι
να τον σπαράξει ο φόβος μας
γιατί είναι η δική του σειρά
να πιστέψει σε μας
απόψε και την άλλη νύχτα και την άλλη

Το πρωί οι νεκροί είναι στην ίδια κουβέρτα
και κρύβουν με τα χέρια το χτυπημένο κορμί
μη φοβηθούμε και τους κλείσουμε έξω από το σπίτι
όταν ο αέρας ρίχνει τα κλειδιά από τις πόρτες

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Την ίδια ώρα η μάνα
φοβερίζει το πεθαμένο παιδί
να μη γυρίσει σπίτι αυτή τη νύχτα
θα το χτυπήσουν στην ίδια μεριά

Πώς να δηλώσουμε τους νεκρούς
να τους σώσουμε και να σωθούμε;

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε
κρατήσαμε τον ύπνο να κρυφτούμε στο μαλλί του
να ξεφύγουμε από το φόβο
που περιμένει στη πόρτα μονόφθαλμος

Πριν από την τελευταία ώρα
η μάνα διώχνει τους νεκρούς από την καταπαχτή
κι αυτοί γυρίζουν μαζεύοντας τις πατημασιές μας
γιατί φοβούνται πως χαθήκαμε
την ώρα που ο αέρας ρίχνει τα κλειδιά από τις πόρτες

Πώς να δηλώσουμε τους νεκρούς
να τους σώσουμε και να σωθούμε;

Στη χαμηλότερη άκρη του ύπνου μας
μαζευτήκαμε και κλάψαμε

Μίλτος Σαχτούρης, Πέντε ποιήματα

15871442_10154720852116011_3389932355311811186_n

Ο βυθός

Ένας ναύτης ψηλά

στα κάτασπρα ντυμένος

τρέχει μέσ’ στο φεγγάρι

Κι η κοπέλα απ’ τη γης

με τα κόκκινα μάτια

λέει ένα τραγούδι

που δε φτάνει ως το ναύτη

Φτάνει ως το λιμάνι

φτάνει ως το καράβι

φτάνει ως τα κατάρτια

Μα δε φτάνει ψηλά στο
φεγγάρι

*Από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

***

Η σκηνή

Απάνω στο τραπέζι είχανε στήσει

ένα κεφάλι από πηλό

τους τοίχους τους είχαν στολίσει

με λουλούδια

απάνω στο κρεβάτι είχανε κόψει από χαρτί

δυο σώματα ερωτικά

στο πάτωμα τριγύριζαν φίδια

και πεταλούδες

ένας μεγάλος σκύλος φύλαγε

στη γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν το δωμάτιο απ’ όλες

τις πλευρές

δε θά ‘ταν φρόνιμο κανείς

να τους τραβήξει

ένας από τους σπόγγους έσπρωχνε τα
σώματα

στον έρωτα

Η δυστυχία απ’ έξω

έγδερνε τις πόρτες

*Από τη συλλογή Η ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΗ

***

Η νοσταλγία γυρίζει

Η γυναίκα γδύθηκε και ξάπλωσε στο
κρεβάτι
ένα φιλί ανοιγόκλεινε πάνω στο πάτωμα

οι άγριες μορφές με τα μαχαίρια αρχίσαν
να ξεπροβάλλουν στο
ταβάνι
στον τοίχο κρεμασμένο ένα πουλί πνίγηκε
κι έσβησε
ένα κερί έγειρε κι έπεσε απ’ το καντηλέρι

έξω ακούγονταν κλάματα και ποδοβολητά

Άνοιξαν τα παράθυρα μπήκε ένα χέρι

έπειτα μπήκε το φεγγάρι

αγκάλιασε τη γυναίκα και κοιμήθηκαν μαζί

Όλο το βράδυ ακουγόταν μιά φωνή:

Οι μέρες περνούν

το χιόνι μένει

*Από τη συλλογή ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ

***

Η πηγή

Φεγγάρι πεθαμένο μου

για ξαναβγές και πάλι

θέλω να δω το αίμα
σου

δεν έκαιγες λυχνάρι

φώτιζες

το φοβισμένο πρόσωπο

θέλω να δω

το φοβισμένο πρόσωπο

τώρα

πάλι και πάλι

τότε

όλο το σώμα μου ήταν

μιά πληγή

φεγγάρι

μια πηγή

και φώτιζε

της νύχτας το σκοτάδι

Φεγγάρι πεθαμένο μου

θέλω να δω το αίμα
σου

τώρα

πάλι και πάλι

*Από τη συλλογή ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ Ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ

***

Το μαρτύριο

Μοσχοβολούσε το φεγγάρι

σκύλοι μ’ άσπρα λουλούδια στο κεφάλι

περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί

κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο

και μέσα φαίνονταν

τα σφυριά και τα μαχαίρια

Μέσα στα χέρια μου έσπασα το
κρύσταλλο

Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο

να μεγαλώνει ν’ ανάβει την καρδιά μου

και τ’ άλλο το γκρίζο σαν καπνός

ν’ αδειάζει από μέσα μου να φεύγει

Nikos LeFou Pierrot Ziakas, Οι υπόνομοι ξερνάνε πεταλούδες

ziakas

Δώδεκα και είκοσι δυο
ένα ρετάλι σώμα ντύνεσαι Σάββατο βγαλμένο δέρμα, στάχτη στο καφέ
και τρεις χτυπάς φορές στο πάτωμα
να σε ακούσει κάποιος
αλλά είσαι στο υπόγειο
οι τοίχοι με γυρισμένη πλάτη
τώρα μαθαίνεις τις λέξεις με γρατζουνιές
κάνεις το σώμα σου τρίτο δεύτερο κωλάδικο στον Έβρο
στάση για φαντάρους και νταλικέρηδες
το κατάστημα διαθέτει ευρύχωρο πάρκινγκ
κι άλλες ανέσεις
το σόου ξεκινάει αυστηρά σε μια κάποια συγκεκριμένη ώρα
κι από τότε μετράς αμέτρητα υπεραστικά δρομολόγια
θα μου άρεσε να σου πω “εντός μου”
αλλά έχουν περάσει μόλις είκοσι λεπτά
κι ήδη σε γεύομαι νερό
σε κάνω χώμα / σπασμένο δέρμα
όπως μαθαίνω τη σημασία του ρήματος
“Έρχομαι”
το τρόμο της λέξης “εποχή”
γιατί κρύβει μέσα τον χρόνο
κι εσύ κάνεις την ηχώ μέσα στο κούφιο μου
μια και δεκατέσσερα
τρυπώνω σε μια εσοχή του σύμπαντος
όπου σε μυρίζω θάλασσα
μου γνέφεις αγάπη
όπου είσαι κάτι ωκεάνιο
είμαι κάτι όμορφο
τα δέντρα δεν έχουν κρεμασμένους
η μουσική δεν σπάει κόκκαλα
όπου ξεριζώνεις το στέρνο μου
και βρίσκεις πάλι εσένα
όπου το μέλλον δεν είναι στραμμένο στο κρόταφο
το σώμα σου είναι εκδρομή
τα δόντια μου στη θέση τους
όπου είμαστε χρυσόψαρα στη γυάλα
σε μαθαίνω κάθε φορά από την αρχή
όπου αγαπιόμαστε έτσι κι αλλιώς
χωρίς ποιήματα κι επαναστάσεις
τώρα πετάω πάνω απο τη πόλη
και βρίσκω πάνω στα παράθυρα
είμαι το κρύο στις φυλακές Γενάρη μήνα
το λασπωμένο προαύλιο
η άδεια μεριά στο κρεβάτι
το ατυχές του συμβάντος
το απόβαρο του ανθρώπου
κι όλο γυρίζει μια λόξα στο ταβάνι
που
/
δεν μπορεί
/
θα της γυρίσει το μάτι.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του ποιητή στο Facebook.

Μιχάλης Κατσαρός, Ὁ Δοῦλος

katsaros

Ὁ Δοῦλος ποὺ δραπέτευσε
ἔλεγε προσευχὲς στοὺς φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σὲ λιγδωμένα προσκέφαλα.
Ἐγὼ δὲν ἤλπιζα πὼς μπορεῖ νὰ σωθεῖ.
Οἱ χωροφύλακες ἔχουν γερὴ ὅραση –
δὲ διαλύονται μὲ αὐταπάτες καὶ ψυχοσάββατα.
Τώρα αὐτὸς ποὺ ἐπέμενε νὰ ρωτάει
φαίνεται θἆταν ἀποφασισμένος γιὰ θάνατο
ἢ θἆταν κατάσκοπος ποὺ δὲ φοβᾶται.
Ἐγὼ πάντως
ἐξακολουθῶ νὰ βλέπω τὸν ἐπερχόμενο
μεσαίωνα
μὲ φάλαγγες πιστῶν
μὲ ἀργυρᾶ δισκοπότηρα ἀφρίζοντα αἷμα
μὲ σημαιοστολισμοὺς καὶ παρελάσεις
μὲ ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εἰκόνες ἀπὸ παλιὲς ἐκστρατεῖες
καὶ τυφεκισμοὺς
ἥρωες μὲ αὐστηρὰ βλέμματα
Ἁμὲς δὲ γ᾿ ἐσόμεθα
πληρωμένη ἐκπαίδευση
θεὸς ἀγέρας τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως
κλειδωμένα στὴν ἐποχὴ σὲ χάλκινα θησαυροφυλάκια.
Ἂν ἄξαφνα σᾶς γεννηθεῖ τὸ ἐρώτημα
πὼς τὰ κατάφερε αὐτὸς ὁ θνητὸς
μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ βαρύγδουπο διαπασῶν τῶν ὕμνων
νὰ δραπετεύσει μὲ ἀληθινὸ λαμπερὸν ἥλιο
μὲ ἀληθινὲς ἐξαρτήσεις τοῦ βίου –
ἂν δὲ μπορεῖτε νὰ καταλάβετε
τί τὸν ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τελευταῖο διάβημα
ποὺ βρῆκε τὴν ἔξοδο ἀφοῦ γύρω ἦταν μπετὸν
ἀφοῦ γύρω τραγουδοῦσε ἡ φοιτήτρια
ἕνα τραγούδι ἱστορικὸ παλιῶν ἡρώων
τότε
δὲ θά ῾χετε δεῖ κάτι κρυφὲς μικρὲς πόρτες
ὅμως ὁλοφάνερες στὰ μάτια τῶν εἰδικῶν
δὲν θἄχετε δεῖ τὸ ραγισμένο τοῖχο
ὅπου βλασταίνουν κάτι φυτὰ
πάνω σ᾿ ἀσβέστη κίτρινο ἀπ᾿ τὴν πολυκαιρία.
Τὸ ζήτημα πιὰ ἔχει τεθεῖ:
Ἢ θὰ ἐξακολουθοῦμε νὰ γονατίζουμε
ὅπως αὐτὸς ὁ δραπέτης
ἢ θὰ σηκώσουμε ἄλλον πύργο ἀτίθασο
ἀπέναντί τους.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε και στο 4 Ατέχνως στο http://atexnos.gr/ο-δούλος/ από όπου πήραμε τη φωτογραφία της ανάρτησης.

Joaquin O. Giannuzzi, Τρία ποιήματα

giannuzzi

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ

Κανένας κήπος δε μιλά για τον καλλιεργητή του·
να ένα παρτέρι με τριανταφυλλιές
που διαλαλούν την ομορφιά τους·
ένα αυλάκι κίτρινες γλαδιόλες που βλασταίνουν
σα στροβιλίσουν τα πράσινα σπαθιά τους
και στα θεμέλια του φράχτη που τον περιβάλλει,
ένας υγρός ψίθυρος από βιολέτες.

Σε τίποτα απ’ αυτά
δεν αναγνωρίζω την καταθλιπτική μου φύση
ούτε στην τάξη του
τις ψευδαισθήσεις του μυαλού μου.

Το τοπίο ανασαίνει
αντίστροφα από μένα·
το παρόν του είναι φύλλα σπιλωμένα απ’ τον ήλιο
που συνδιαλέγονται μόνο με τον άνεμο,
ενώ για πάντα ξένο σε τούτο το βασίλειο,
το παρελθόν μου κείτεται κάτω στο χορτάρι.
 
ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟ ΛΟΓΟ

Αγόρασα καφέ, τσιγάρα, σπίρτα.
Κάπνισα, ήπια
και πιστός στην κοσμοθεωρία μου
ανέβασα τα πόδια μου πάνω στο τραπέζι.

Πενήντα χρόνια και μια σιγουριά καταδικασμένου.

Όπως όλος ο κόσμος απέτυχα αθόρυβα.
Πριν πέσω για ύπνο καταγράφω την απογοήτευσή μου.
Αυτό μπορώ να προσφέρω σ’ έναν κόσμο
που απαιτεί από μένα μια ζωή που δε μου ταιριάζει.
Ή ίσως να πρόκειται για κάτι άλλο. Ίσως να
υπήρξε ένα διαφορετικό σχέδιο για μένα.
Ένας λαχνός να ήμουνα που χάθηκε
σε κάποια λοταρία.
Μου αρκεί αυτό.
Ένα ανολοκλήρωτο ποίημα,
ένα υπόλοιπο καφέ σε μια κούπα
που για κάποιο λόγο
δεν μπόρεσα ποτέ μου να τελειώσω.
 
 
ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Η ποίηση δε γεννιέται.
Βρίσκεται εκεί, στη διάθεση
όλων των στομάτων
να επαναληφθεί, ν’ απαγγελθεί
πλήρης και αυτούσια.
Εσύ, αφότου ξύπνησες τούτο το πρωινό,
είδες πράγματα, εδώ και εκεί,
αντικείμενα, για παράδειγμα.
Πάνω στο ηλιόφωτο τραπέζι σου
ας πούμε ότι είδες μια λάμπα,
ένα τρανζίστορ, μια γαλάζια κούπα.
Είδες κάθε πράγμα μονάχο του
και είδες το σύνολό του.
Όλο αυτό είχε ήδη όνομα.
Ήταν ήδη γραμμένο έτσι.
Χρειαζόταν άλλη γλώσσα,
άλλο χέρι, άλλα μάτια;
Δεν προσθέτει
Δεν παραμορφώνει
Δε μεταλλάσει
η μουσική του χώρου.
Ποίηση είναι αυτό που φαίνεται.

*Aπό το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδ. Θράκα, σε μετάφραση Στάθη Ιντζέ. Α’ έκδοση: Φεβρουάριος 2014, ανατύπωση: Δεκέμβριος 2016.
 **Αναδημοσίευση από το http://www.thraca.gr/2016/12/joaquin-o-giannuzzi-2014.html

Επτά μικρά ποιήματα του Kenneth Rexroth με ισάριθμα σχέδια του Clifford Harper

kteno1045

Γάτα

Υπάρχουν πολλά ποιήματα
σχετικά με τις γάτες. Προσοχή σε όσους
αγαπούν τις γάτες, έχουν κάπου
κρυμμένη μια απογοήτευση
και θα στην κολλήσουν εάν μπορέσουν.

kteno2046

Αλεπού

Η αλεπού είναι πολύ έξυπνη.
Στην Αγγλία οι άνθρωποι ντύνονται
σαν υπηρέτες των κινηματογραφικών αστέρων
και κυνηγούν έφιπποι την αλεπού.
Μάλλον αφήνουν τα σκυλιά να την κυνηγούν
και αυτοί έρχονται από πίσω.
Όταν τα σκυλιά κομματιάσουν την αλεπού
τρίβουν το αίμα της
στα πρόσωπα νεαρών κοριτσιών.
Αν είσαι έξυπνος, μην αφήσεις κανένα να το μάθει,
και ειδικά τους Άγγλους.

kteno3047

Τράγος

Το Τ είναι το πρώτο γράμμα για τον τράγο
αλλά επίσης και για τον τετραπέρατο.
Αν είσαι τέτοιος,
μάθε από τον άλλο, αφού
συνδυάζει εξημέρωση, σεξουαλικότητα
και ανεξαρτησία.

kteno4048

Άνδρας

Κάποια μέρα, αν είσαι τυχερός,
ο καθένας θα έχει ένα για τον εαυτό του.
Δοκίμασέ το πριν το πάρεις.
Κάποια είδη γίνονται από σόγια.
Δώστου να φάει πολλά και να κοιμηθεί.
Φέρσου του ευγενικά και πάντοτε
θα κάνει αυτό που θέλεις.

kteno5049

Πέστροφα

Η πέστροφα πιάνεται όταν δαγκώνει
το δόλωμα από ψεύτικη μύγα.
Όταν αντιμετωπίζεις μιαν απάτη,
κράτα το στόμα σου κλειστό
και μην προσφέρεσαι.

kteno6050

Θείος Σαμ

Σαν το μονόκερο, ο θείος Σαμ
είναι αυτό που λέμε μύθος.
Ο Πλάτων έγραψε ένα βιβλίο που είναι
μια απόκρυφη συνομωσία
παιδεραστών-κυρίων.
Εκεί λέει ότι οι ιδέες
είναι πιο υπέροχα πραγματικές
από την πραγματικότητα και οι μύθοι
βοηθούν τους ανθρώπους να μένουν στα σπίτια τους.
Αφότου δεν πρόκειται ποτέ να γίνετε
κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις
παιδεραστές-κύριοι, είναι καλύτερα
ν’ αφήσετε αυτές τις ποτισμένες με αίμα ιδέες,
σ’ εκείνους που τις βρίσκουν χρήσιμες.

kteno7051

Μονόκερος

Ο μονόκερος υποτίθεται
πως ψάχνει ένα κορίτσι για να βάλει
το κεφάλι του στον ώμο του και να κλάψει,
και τότε αυτή θα του κλέψει το κέρας.
Η παρθενία είναι γνωστή σαν στέρηση.
Είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί
οποιαδήποτε δικαιολογία
για κάτι που δεν υπάρχει.
Όμως, στα νεανικά σας χρόνια,
μπορεί να συναντήσετε έναν μονόκερο.
Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα καλύτερα
από το κέρας ενός μονόκερου.

kteno8052

*Από το βιβλίο “Κτηνολογία”, σε ποίηση Kenneth Rexroth και σχέδια Clifford Harper. Εκδόσεις “Ελευθεριακή Κουλτούρα”, Αθήνα, Δεκέμβρης 1995.

Αντώνης Στασινόπουλος, Έξι ποιήματα

%ce%bf-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b9%ce%ba%cf%8c%cf%82-%cf%80%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bc%ce%b1%cf%84

Αναμονή

Κουραστική μέρα
ξαπόστασα στου δειλινού τ’ απάγκιο.
Τι θα γίνει αυτή τη νύχτα;
Πώς θα περάσει;
Θα μου χτυπήσουν την πόρτα αερικά;
Το πάτωμα τρίζει
λες και ψιθυρίζει την αγωνία μου.

***

Κάθε μέρα

Σκέψεις τρέχουν γάργαρες
σε διάσπαρτα ρυάκια.
Σμίγουν με το απέραντο της θάλασσας.
Ναυαγός δρασκελίζω το αρμυρό νερό
στην αμμουδιά να μαζέψω πετραδάκια τις σκέψεις μου.
Φτιάχνω ένα βουνό.
κι ας ξέρω ότι στην προσπάθεια να το ανέβω
ίσως κατρακυλήσω στους πρόποδες.

***

Ο ποιητής

Είμαι ο βαρκάρης στο ποτάμι
το ποίημα θα σε φέρει απέναντι.
Εκεί το απρόσμενο
αποχαιρέτα το θάνατο στην όχθη.

***

Σκίρτημα

Τα δάχτυλα κιτρινισμένα από τη νικοτίνη
τα βλέφαρα βαριά
μέθη.
Ματιές ανταλλάσσονται
φλόγα διαπερνά το κορμί.
Έρωτας χτυπά την πόρτα
στο ρυθμό του βοώντος αγέρα.

***

Μαζί

Γυαλίζομαι στον καθρέφτη των μαλλιών σου
το πρόσωπό μου αλλαγμένο.
Σαν κάποιος άλλος.
Μα έχω εσένα στην αγκαλιά μου
και ταξιδεύουμε.

***

Να μ’ αγαπάς

Όταν η ζάλη του κρασιού με τυλίξει
και ίσως φαντάζω στα μάτι σου
τρελός εραστής της ζωής
πάρε με στην αγκαλιά σου
και σφίξε με.
Δεν χρήζουν όλα στην ψυχή μας ανάλυσης
μόνο να μ’ αγαπάς.

*Από τη συλλογή “Μαζί”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2009.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Ο ποιητής

15665745_362968650745961_8914333315747277969_n

Εν αρχή ην ο λόγος ο πρώτος
Το κλάμα
Και εν τέλει ο λόγος
ο καταληκτικός
κραυγή και αυτός
Εγώ, ο από το πουθενά ερχόμενος
και ο που στο πουθενά θα τερματίσω
Χωρίς εξαίρεση
Θα ιστορήσω με λόγια γλυκά και σχήματα
Τα ανιστόρητα
Τα παιχνίδια της φθοράς
της κοινής λογικής
που ποτέ κοινή δεν ήταν
Αδελφοποιητός των αρχαίων αιώνιων νεκρών
των δικών μου και όλων
των αχράντων μυστηρίων
εξερευνητής
Των πηγών ποντοπόρος
ο πανταχού διεισδύων
και δέκτης
των υπερήχων φωνών
αοράτων πλασμάτων
αδελφός προφητών
και κακούργων
Αναβλύζω από της θάλασσας
τον άηχο βυθό
απολογητής των δεινών
ο ξεπλένων τις αμαρτίες του κόσμου
Εγώ, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης
ανεβοκατεβαίνω στο σταυρό
υποβαστάζοντας τον αδελφό μου
τους αδελφούς μου
Ο κατέχων τα όπλα
αγχέμαχα και εκιβόλα
Ο κατέχων και μοιράζων τους χιτώνες
όλους
μηδέ του κενταύρου Νέσσου εξαιρουμένου
Το πρόβατο που
φυλάγει τους λύκους
Εγώ ο ποιητής
Ο υπέροχος αιώνια αθάνατος νεκρός

*Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου «Η Πλατεία των Ταύρων» από τις εκδόσεις Οδός Πανός (2017).