Τώνια Τσαρούχα, Οι φίλοι μου

Οι φίλοι μου κουράστηκαν να δουλεύουν σε κακοπληρωμένες δουλειές
να σέρνουν καρότσια στον διάδρομο του σούπερ μάρκετ
να χαμογελάνε βεβιασμένα σε πασχαλινά τραπέζια με το σόι
να είναι άντρες ή γυναίκες.

Τελείωσαν τις σχολές τους με 9,5
Τώρα έχουν περίπτερο στο διάστημα, ή δουλεύουν
ως intimacy coordinator σε ταινίες τρόμου,
όπου εξοικειώνουν τους θεατές με τους φόβους τους.

Οι φίλοι μου ερωτεύονται data
Πληγώθηκαν θανάσιμα κατά τη διάρκεια των Star Wars
Τώρα υποφέρουν από μετά-τραυματικό στρες
Δεν μαγειρεύουν
Και σπάνια καταφέρνουν να διαβάσουν ένα βιβλίο μέχρι τέλους.

Μέσα στο ψυγείο τους έχουν μόνο παγάκια και το μαύρο γάλα της αυγής
Αυτό το υπόλειμμα γύρω απ’ τα χείλη,
που σκουπίζουν με την ανάστροφη της παλάμης,
είναι η κόλαση.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2025/05/24/οι-φίλοι-μου-τώνια-τσαρούχα/#like-7371

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης, Δύο ποιήματα

ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΩ ΣΙΩΠΗΛΟΣ

Να σκίσω σημειώσεις,
να σκίσω τη ζωή μου.

Τις κατηφείς μου σκέψεις με μιας να ξεριζώσω,
το άγχος μου να σπάσω με γροθιές.

Την μνήμη να νεκρώσω,
τους πόθους να εξοντώσω.

Να πάψω να αθροίζω, ν’ αρχίσω να αφαιρώ,
να μην αφήνω λέξεις να με ενοχλούν.

Την πόρτα μου να κλείσω,
της έμπνευσης την πόρπη να ξηλώσω.

Μόχθος πολύς σ’ αυτή την όχθη,
καιρός να σταματήσω σιωπηλός.

2023

*

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΘΕΡΙΣΜΟ

Η ανάσα μου ψήνει τούβλα.
Η μοναξιά μου ανοίγει μονοπάτι θανάτου.
Το βλέμμα μου φανός ανθρακωρύχου.
Η ψυχή μου κριάρι σαν ορμητικό ποτάμι,
διασχίζει την ομορφιά, με τον καημό της θάλασσας.

Κατολισθήσεις έφραξαν την ακοή μου.
Λένε πως ίνες έγειραν σαν στάχυα κι ακουμπούν στα τύμπανα·
γι’ αυτό ακούω γεννήτριες, τζιτζίκια και τριζόνια.
Λένε πως νεύρα λεπτότατα έχουν νεκρωθεί
και είναι σαν ξερά λουλούδια,
που όσο κι αν τα ποτίσεις,
δεν πρόκειται να ζωντανέψουν.

2008

*Από τη συλλογή “Ποιητική καταδίκη”, Εκδόσεις “Το Κοινόν των ωραίων τεχνών”/Μαΐστρος, 2025.

Νικόλαος Κάλας, Ακρόπολη

Στο πρώτο πλάνο
ο Παρθενός
ο δηλητηριασμένος με ψυχαρική μελάνη
ο ψεύτικος, ο νεκρός
ο σκοτωμένος με φακό σε πλούσιο χαρτί
από τον Μπουασονά
νεκροθάπτη της Ελλάδας –
για φόντο χέρια σταυρωμένα
μπλεγμένα
σε θέση προσευχής
εντατικής προσευχής
τα χέρια φλύαρα χοντρά
εξόχως χοντρά
στα δάχτυλα για δαχτυλίδια
σύρματα ηλεκτρικά
που τρεμοσβούν τη λέξη
Ρ ε ν ά ν
– ο επίσημος της Ακρόπολης
κανδηλανάφτης –
πάνου στα μάρμαρα
πόδια, κοιλιά, στήθια, χέρια
μαλλιά ξέπλεκα
της Νταλιλάς
αλλά οι τρίχες κομμένες
είναι χορεύτρα που βαρέθηκε τα παρκέτα
και πηδά
σε παλιά μάρμαρα
προκλητικά
πηδά ανάμεσα σε κολόνες
τοποθετημένες φανταστικά
από ποιητή μεγαλόπνοο πολύ
τον Χερ Καρλ Μπέντεκερ –
κι όλα αυτά
κάποιας έκθεσης Ζαππείου ο προβολέας
ρεκλάμα οίκου γαλλικού
τα χτυπάει σαδικά
με μπουνιές στ’ αυτιά μας
έχει απόφαση ο αθεόφοβος
να ριμάρει με το φεγγάρι
ενώ σε νύχτες πανσελήνου
ο φορατζής εισπράττει τα φιλιά
που κρύβει ψεύτικης καρυάτιδας η φούστα
κι αφήνει σ’ αυτές
χοντρές κοιλιές
σ’ αυτούς σωληνάρια εξακόσια εξ
μόνο κύλινδροι φαίνονται εδώ πέρα
κολόνες ίσιες πεσμένες
μαρμάρινες και άλλες
ρολ-φιλμ, αγκφά, κοντάκ
νομισμάτων – τα ρέστα
αλλαγμένων δολαρίων και στερλινών
κυλινδρικά επίσης οι λέξεις ετούτες
ζουμερά πέφτουν
λέξεις εμπνευσμένες
από τη φρίκη που μας προξενούν
οι κανονιές του Μοροζίνη –
τα κανόνια κι αυτά κυλινδρικά
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακρόπολες
κάθε μέρα γκρεμίζουν τις ακροπόλεις
που αναστηλώνουν άλλοι σε πλάκες αρνητικές
φωνάζουν τα κλικ των κοντάκ
λέξεις που απαγγέλλει
με ρυθμό μηχανής άντλερ
κυρία ηθοποιός
εκπορνεύει τ’ αυτιά μας
μ’ αδύναμο λάρυγγα
οχετό της ψυχής της
που χύνει τελικά
σε χειροκροτήματα
– μαύροι αφροί θάλασσας ενετικής.

*Από τη συλλογή “Γραφή και φως” (1933), Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1998, σ. 23-24.

George Le Nonce, Ήττα

Ἄργησα πολὺ νὰ μιλήσω δὲν ἤθελα νὰ πῶ τ᾽ ὄνομά μου
Βικτωρία Θεοδώρου

Ἀδαὴς ἀκόμη, κοιτάζεις τὴν ἀντανάκλασή σου καὶ χαίρεσαι
«ἐγὼ εἶμαι» λές, «αὐτὸς εἶμαι ἐγώ», οὔτε ποὺ φαντάζεσαι
πὼς δὲν εἶσαι, καὶ δὲν θὰ γίνεις, τὸ εἴδωλό σου, ἕνας ἄλλος
εἶναι ἡ ἀντανάκλασή σου, κι ὄχι μόνο αὐτὴ στὸν καθρέφτη,
ὅλες οἱ ἀντανακλάσεις ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα, ὅλα τὰ εἴδωλά σου
εἶναι ἕνας ἄλλος, ἀλλιῶς ζεῖ, ἀλλιῶς σκέφτεται,
ἄλλα στηρίγματα ἔχει, ἐσὺ δὲν τὰ φαντάζεσαι κάν.

Ἀμέριμνος σοῦ λέει ἱστορίες γιὰ τὴ μάνα του
κι οὔτε τοῦ περνάει ἀπὸ τὸ νοῦ πὼς ἐσὺ δὲν ἔχεις μάνα.
Νοσταλγικὸς σοῦ περιγράφει τὸ πατρικό του σπίτι
κι οὔτε μπορεῖ νὰ φανταστεῖ πὼς ἐσὺ δὲν ἔχεις σπίτι.
Πικραμένος σοῦ ἀφηγεῖται πῶς τὸν ἀδίκησαν στὴ δουλειὰ
κι οὔτε ὑποψιάζεται πόσα χρόνια ἔχεις ἄνεργος.

Ἁπλὰ πράγματα, καθημερινά, δεδομένα
σπίτι, δουλειά, οἰκογένεια, καταγωγὴ
μόνο ποὺ δὲν εἶναι δεδομένα
καὶ δὲν θέλεις πιὰ νὰ ξανασυναντήσεις
δὲν θέλεις πιὰ νὰ ξαναμιλήσεις μὲ κανέναν
δὲν διαθέτεις τὸν ἐλάχιστο ἀπαιτούμενο
κοινὸ παρονομαστὴ
ἔχεις χάσει πρὸ πολλοῦ κάθε παρονομαστή.

Καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ διανοηθεῖ πὼς ὑπάρχεις κι ἐσὺ
μέσα στὴν ἐπιδεικτικὴ ἀρτιμέλεια τοῦ κόσμου.

*Από τη συλλογή «Μαντείο», Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2024.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Από τον λόφο του Στράνη

Καίγεται πάλι το Μεσολόγγι
ολημερίς κι ολονυχτίς βροντάει το κανόνι
από στεριά και θάλασσα βαρούν το καλυβάκι
Καίγεται
καίγεται το Μεσολόγγι
πεινάει και διψάει
πίνει θολό νερό και τρώγει φύκια
τρώγει ψοφίμια και ποντίκια
δεν πέφτει καίγεται το Μεσολόγγι.
Κι εμείς
από τον λόφο του Στράνη ψιθυρίζουμε
“Βάστα καυμένη Παλαιστίνη!”
πολύ σιγά και ψόφια ψιθυρίζουμε
μη μας ακούσουνε των Βρυξελλών οι Μεττερνίχοι.
όμως στο μέγα πένθος του αιώνα συμμετέχουμε
νηστεύοντας τρεις μέρες το σουβλάκι

*Από το περιοδικό “Σημειώσεις”, τεύχος 90.

John Berger, Born 5/11/26 / Γεννηθείς 5/11/26

Redder every day
the leaves of the pear trees.
Tell me what is bleeding.
Not summer
for summer left early.
Not the village
for the village though drunk on its road
has not fallen.
Not my heart
for my heart bleeds no more
than the arnica flower. **

Nobody has died this month
or been fortunate enough
to receive a foreign work-permit.
We fed with soup
let sleep in the barn
no more thoughts of suicide
than is normal in November.
Tell me what is bleeding
you who see in the dark.

Hands of the world
amputated by profit
bleed in
streets of bloodsheds.

John Berger, γεννηθείς 5/11/26

Πιο κόκκινα κάθε μέρα
τα φύλλα των αχλαδιών.
Πες μου τι αιμορραγεί.
Όχι το καλοκαίρι
γιατί το καλοκαίρι έφυγε νωρίς.
Όχι το χωριό
γιατί το χωριό αν και μεθυσμένο στο δρόμο του
δεν έχει πέσει.
Όχι η καρδιά μου
γιατί η καρδιά μου δεν αιμορραγεί πια
απ’ ό,τι το λουλούδι άρνικα.

Κανείς δεν πέθανε αυτό το μήνα
ή ήταν αρκετά τυχερός
να λάβει άδεια εργασίας στο εξωτερικό.
Τρεφόμαστε με σούπα
κοιμόμαστε στον αχυρώνα.
Δεν υπάρχουν πλέον σκέψεις αυτοκτονίας
απ’ ό,τι είναι φυσιολογικό το Νοέμβριο.
Πες μου τι αιμορραγεί.
εσύ που βλέπεις στο σκοτάδι.

Τα χέρια του κόσμου
ακρωτηριασμένα από το κέρδος
αιμορραγούν
στους δρόμους των αιματοχυτών.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Το λουλούδι άρνικα είναι ποώδες πολυετές φυτό που ευδοκιμεί στις ορεινές περιοχές της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής και παράγει κίτρινα λουλούδια που μοιάζουν με μαργαρίτες.

Ανδρέας Βουτσινάς, Δύο ποιήματα

Είμαι από τις γειτονιές

Είμαι από τις γειτονιές εκείνες
που αποστεωμένες πόρτες
κάθονται στο κατώφλι χαμόσπιτων,
ξεχασμένες από την λάμψη της λεηλασίας

από εκεί που εργάτες σακατεμένοι, χωρίς χέρια
κρατάνε μέσα τους κόσμους ολάκερους

από τις γειτονιές που νυχτολούλουδο
και άνθος πορτοκαλιάς,
ξεφεύγει από το τσιμέντο
εκεί που τα παιδιά, ποδήλατο
και άλλα ξεχασμένα παιχνίδια
δοκιμάζουν
και όταν με την θάλασσα και τον ουρανό
πάνε να ενωθούν,
η γειτονιά τους καταπίνει

*

Μείζονα απολογία σε μικρούς στίχους

Ζητάω συγγνώμη. Πίστεψα που σε κάποια
ποιήματα και στις σχέσεις των ανθρώπων.
Ζητάω συγγνώμη γιατί πίστεψα σε όσα
με το αίμα της ψυχής γράφονται.
Ζητάω συγγνώμη από την μνήμη,
διότι στην λήθη δεν την παρέδωσα
Και από τα αισθήματα που ζωντανά
τα κράτησα, από του χρόνου το σφαγείο

*Από τη συλλογή “Πολίχνη στο ημίφως”, έκδ. Φερτά Υλικά, Κέρκυρα 2024.

Σοφία Πολίτου, Η επαναστατική μνήμη της Παταγονίας

στον Oσβάλντο Μπάγιερ

Τα δέντρα υποφέρουν από μοναξιά
όπως τα παγόβουνα και οι μέλισσες
που δεν μπορούν να επιστρέψουν στις κυψέλες.
Η βαθύτερη προέλευση της συνείδησης
μου λέει να τρέξω μήπως κι εγώ τη γλιτώσω
από τη θλιβερή ύαινα που δεν κοιμάται ποτέ.
Απομακρύνομαι από τον κυκλοφορικό θόρυβο.
Τα φαντάσματα των βουνών μου δείχνουν τον δρόμο
και την ειρήνη των άγριων πραγμάτων.
Ενθουσιάζομαι την ίδια ώρα
που το σκουλήκι της απελπισίας
κλαίει στις αποσκευές μου.
Ούτε να το φιλήσω μπορώ.
Οι ειδικοί αναλύουν τον μεταβατικό τόπο,
μα εγώ βρίσκω τον τρόπο να χτίζω φωλιές μες στον χειμώνα.
Οι αριθμομηχανές των επιστημόνων
ασθμαίνοντας ακολουθούν ό,τι παρεκκλίνει,
ηχογραφούν τον παλμό του βυθού της καρδιάς
και είναι οι ίδιοι που καταγράφουν
τα ερωτικά καλέσματα πουλιών
που πρόκειται να εξαφανιστούν.
Χάνομαι αθόρυβα υιοθετώντας την τεχνική
των χιονονιφάδων. Κανείς δεν με βρίσκει.

Γιώργος Δομιανός, Τρία ποιήματα

ένας φίλος
του είχε πει
πως οι κεραίες
των πολυκατοικιών
είναι τα αγκάθια
της πόλης
μα αυτός
τις έβλεπε πάντα
σαν ρίζες
προς τον ουρανό

*

καμιά φορά
το δωμάτιο
στένευε τόσο πολύ
που αναγκαζόταν
να ξεχάσει
για να επιβιώσει

*

όταν χωρίσανε
αυτή πήρε μαζί της
τα χέρια του
και τώρα αδυνατεί
να της απαντήσει
στο μήνυμα
που του έστειλε

*Από την ενότητα [πάω στοίχημα πως ο Χριστός κάπνιζε], που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τρυφερούλης νεκροτόμος”, Κάπα Εκδοτική, 2022.

Πάνος Κυπαρίσσης, Έξι μικρά ποιήματα

ΝΗΠΕΝΘΗ

Διάφανα νήματα βροχής

Μακρόσυρτες βουβές συλλαβές
φιλούν τη γη και μέσα της πεθαίνουν

*

ΝΕΚΡΗ ΦΥΣΗ

Μαύρο σκυλί
βόσκει τ’ ασήμαντο

*

ΜΕΤΑΛΛΑΓΗ

Τι γυρεύ’ η ύλη και πλάθει κάποτε ζωή;

Αποχτά μυαλό και πανικό
χάνει χρόνο κι αίμα

*

ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ

Τ’ άνθη στα ρείθρα επιμένουν

Ωστόσο δεν ξέρουν τίποτα
Για την τυχαία σκόνη που τα θρέφει

*

Η ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Αν τολμήσεις να φανείς
ίσως να μ΄ αφοπλίσεις

*

ΕΓΓΕΝΩΣ

Υπόρρητη γλώσσα, σκοτεινή
το νου μου μάχεται
την άμαθη ψυχή και τη ραγίζει

*Από την ενότητα “Το σώμα” που περιλαμβάνεται στη συλλογή “Μαύρο βαμβάκι”, Εκδόσεις Μελάνι, Δεκέμβριος 2009.