Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Δύο σατιρικά ποιήματα

ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΘΑΡΜΑ

Δόξα, Δόξα, Δόξα στους ήρωες!!!
Όμως
αρκετό
φόρο τιμής τους αποτίσαμε.
Τώρα
για το κάθαρμα
ας μιλήσουμε.

Πάψανε οι θύελλες των επαναστατικών λίκνων.
Σκεπάστηκε με βρύα ο σοβιετικός αναβρασμός.
Και ξετρύπωσε
πίσω απ’ τις πλάτες της ΡΣΟΣΔ
σαν σκιάχτρο
ο μικροαστός.

(Μην προσπαθείτε από τις λέξεις να πιαστείτε,
δεν είμαι καθόλου ενάντια στο μικροαστικό στρώμα.
Στους μικροαστούς
ανεξάρτητα από τάξεις και στρώματα
το δοξαστικό μου).

Απ’ όλες τις απέραντες ρούσικες πεδιάδες
από της σοβιετικής γέννησης την πρώτη μέρα
ξεχύθηκαν αυτοί,
γοργά αλλάζοντας το πτέρωμα,
σε όλα τα ιδρύματα μπήκαν με αέρα.
Γεμίζοντας με ρόζους τους πισινούς απ’ το πεντάχρονο
καθισιό,
Γεροί, σαν νεροχύτες,
ζουν μέχρι τώρα –
πιο ήσυχοι κι απ’ το νερό.
Έστησαν βολικά γραφεία και κρεβατοκαμαρούλες.

Και το βράδυ
το ένα ή το άλλο ερπετό,
τη γυναίκα του,
που μαθαίνει πιάνο, κοιτάζοντας,
λέει
από το σαμοβάρι κοκκινωπό:
«Συντρόφισσα Νάντια!
Στη γιορτή θα πάρω αύξηση –
24 χιλιάρικα.
Ταρίφα.
Εχ,
και θ’ αγοράσω για τον εαυτό μου
βρακιά απ’ τον Ειρηνικό Ωκεανό,
έτσι που από το παντελόνι
να βγαίνω
σαν κοραλλοειδής ύφαλος!».
Κι η Νάντια:
«Και για μένα φορέματα μ’ εμβλήματα.
Χωρίς σφυροδρέπανο δεν μπορείς να βγεις στον κόσμο!
Με τι
θα κάνω
σήμερα φιγούρα
στο χορό του Επαναστατικού Συμβουλίου;».

Στον τοίχο ο Μαρξ.
Σε κάδρο πορφυρό.
Στην «Ιζβέστια» ξαπλωμένο, το γατάκι κοιμάται,
τιτιβίζει
ξετρελαμένο το καναρίνι.

Ο Μαρξ από τον τοίχο κοίταζε, κοίταζε…
Και ξαφνικά
άνοιξε το στόμα,
κι αρχίζει να φωνάζει:
«Τυλίξατε την επανάσταση στα νήματα του μικροαστισμού.
Πιο φοβερή κι από τον Βράνγκελ η μικροαστική ζωή.
Γρήγορα
στρίψτε το λαιμό του καναρινιού –
ώστε ο κομμουνισμός
από τα καναρίνια να μη νικηθεί!».

***

ΞΕΣΥΝΕΔΡΙΑΣΜΕΝΟΙ

Μόλις η νύχτα γίνει αυγή,
βλέπω καθημερινά:
κάποιος στη διεύθυνση,
κάποιος στην επιτροπή,
κάποιος στην πολιτική,
κάποιος στη μορφωτική,
στα ιδρύματα ο λαός σκορπά.
Οι χαρτοϋποθέσεις πέφτουν βροχή,
μόλις στο κτίριο περάσεις:
ξεχωρίζοντας καμιά πενηνταριά –
τις πιο σοβαρές! –
οι υπάλληλοι σκορπάνε στις συνεδριάσεις.

Εξανίσταμαι:
«Δεν μπορούν ακρόαση να μου παραχωρήσουν;
Γυρίζω από την τάδε εποχή». –
«Ο σύντροφος Ιβάν Βάνιτς συνεδριάζει –
στην Τεό και Γκουκόνα».

Οργώνεις σκάλες εκατό.
Ο κόσμος σκοτεινιάζει.
Πάλι:
«Παρήγγειλαν να ‘ρθείτε σε ώρα μία.
Συνεδριάζουν:
Μελανοδοχείων αγορά.
Για τον Επαρχιακό Συνεταιρισμό».
Σε ώρα μία:
Ούτε γραμματέας,
ούτε γραμματίνα πια –
άδεια!
Όλοι μέχρι 22 ετών
στη συνεδρίαση της Κομσομόλ.

Έχει νυχτώσει, σκαρφαλώνω ξανά
στο πάνω πάτωμα του εφταώροφου κτιρίου.
«Ήρθε ο σύντροφος Βάνιτς Ιβάν;» –
«Είναι στη συνεδρίαση
του α-β-γ-δ-ε-ζ συνεργείου».

Μανιασμένος
για τη συνεδρίαση
σαν χιονοστιβάδα ορμάω,
άγριες κατάρες στο δρόμο ξερνάω.
Και βλέπω:
κάθονται άνθρωποι μισοί.
Ω διαολόπραμα!
Πού είναι το άλλο μισό;
«Τους σφάξανε!
Τους σκοτώσαν!»
Τρέχω ουρλιάζοντας.
Από τη φοβερή εικόνα σάλεψε το λογικό.
Κι ακούω
Την ηρεμότατη φωνούλα του γραμματέα:
«Βρίσκονται σε δυο συνεδριάσεις ταυτοχρόνως.
Σε μια μέρα
συνεδριάσεις είκοσι
πρέπει να προφτάσουμε.
Έτσι αναγκαζόμαστε να κοβόμαστε στα δυο.
Μέχρι τη μέση εδώ,
και το υπόλοιπο
εκεί».

Απ’ τη συγκίνηση ο ύπνος δε με πιάνει.
Νωρίς το πρωινό.
Με τα’ όνειρο την πρώιμη αυγή προϋπαντώ:
ακόμα
μία συνεδρίαση
για να καταργηθούνε όλες οι συνεδριάσεις!».

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.

Μάρκος Μέσκος, Τρία ποιήματα

Ο ΣΤΕΡΓΙΟΣ

Το βουνό γονάτιζε νύχτα με το τσεκούρι και χαραυγές
τα ξύλα στην πόλη κατέβαζε με τα μουλάρια.

Στέργιο τον έλεγαν κι είχε πέντε παιδιά –όλα κορίτσια.
Παράλυτος πήγε από κακή ασθένεια και γυναίκες.

Καί τη γυναίκα είχε του σπιτιού
αυτός φωνές και χωρατά καθώς ξεφόρτωνε τα ζώα στην αυλή
κι εκείνη σιωπηλά επιτιμώντας τον
γιατί πουλάει το βουνό τόσο φθηνά
καί χαραμίζει τη ζωή του.

*Από τη συλλογή “Άλογα στον Ιππόδρομο”, 1973.

***

ΠΡΟΑΙΣΘΗΜΑ

Από τη στέγη περνούσαν πράγματα πολλά
καπνός πνοές ανέμου φύλλα φθινοπωρινά
ο ίσκιος του ήλιου στο γύρισμα
του χελιδονιού η γλώσσα στο ζενίθ
τα ξιπόλητα πόδια των πουλιών δειλινές ώρες
κόκκινη κλώσα ή στέγη

μα εκείνο απομένει: η μαύρη κάργα στην καταχνιά
με το φοβερό ράμφος τοκ τοκ, τοκ τοκ
έμβολο θανάτου στο κρανίο.
Και η σιωπή του κρεμασμένου μέσα.

*Από τη συλλογή “Άλογα στον Ιππόδρομο”, 1973.

***

XVI

Πέλμα της χήνας φύλλο συκιάς είναι άνοιξη

στο περιγιάλι χάνεις τον λογαριασμό πόσα κύματα φτάνουν

πόσα καράβια αναχωρούν ή γράμματα ή φιλιά

μέρα και φως και μια βαρκούλα δεμένη με το ψάρι στην κοιλιά—
ψέμα τα χρήματα και ψέμα η ομορφιά δούλη του ανθρώπου προτού μαζί του πεθάνει.

Το Μεσολόγγι πιο κάτω ψηλά το φεγγάρι σημαία

το αίμα του πια δεν βροντάει και δεν κοκκινίζει τα όνειρα
κουρέλια της πόρτας δεν εμποδίζουν το κρύο της καρδιάς (άδειο καλάμι,
είπες, φυσώ ήχος θλιβερός)

κύματα κύματα κύμα και λευκός γιαλός — δεν φταίμε

τα πράγματα παίρνουν μακρινές διαστάσεις και

το δέντρο μελαγχολείο βουβά τα πουλιά.

*Από τη συλλογή “Τα ισόβια ποιήματα”. 1977.

Γιώργος Καββαδίας, Στους δρόμους

Χρόνια τώρα βαδίζουμε στην ίδια διαδρομή,
επαιτεία, ληστεία, ψεύτικοι πολιτικοί.
Οι πολίτες κοιμούνται δίχως κάτι να συμβεί,
κι όλοι απλά αναμένουν μία κάποια αλλαγή.
Όμως τα ψέματα τελειώνουν κάποια μέρα,
κι αν δεν πάρεις μέτρα θα φωνάξουν ιερέα.
Τους βολεύει να αδρανείς, να νομίζεις πως ψεκάζουν,
τα «μεσάνυχτα» να μπαίνουν και το σπίτι σου ν’ αδειάζουν.

Φίλε ξύπνα ήρθε η ώρα, τη φωνή σου να υψώσεις,
και τη μάχη που οφείλεις στα παιδιά σου να δώσεις.
Φίλε ξύπνα ήρθε η ώρα η φωτιά σου να μπει,
αυτομάτως, χαλαρά, η αλλαγή δε θα ‘ρθει.

Οδοφράγματα, κουκούλες, η ιστορία γνωστή.
Ξύλο, κλούβες, συλλήψεις, δικογραφία φτιαχτή.
Διαδηλώσεις κι αντιδράσεις, έπειτα καταστολή.
Ασφαλίτες τριγυρνάνε με αμφίεση φτιαχτή.
Μα η φωτιά όλα μαζί της θα τα πάρει,
και το κράτος τους στα τάρταρα θα πάει.
Μόν’ μη φοβάσαι τίποτα και κοίτα πάλι ψηλά,
με το μυαλό στην Άνοιξη τίποτα δεν μας νικά.

Φίλε ξύπνα ήρθε η ώρα, τη φωνή σου να υψώσεις,
και τη μάχη που οφείλεις στα παιδιά σου να δώσεις.
Φίλε ξύπνα ήρθε η ώρα, βήμα πίσω ουδείς,
όπλο πάρε στο χέρι και τον κρότο του να δεις.

Μ’ ανοχή και αποχή όλα μας πήγαν στραβά.
Με τα χέρια στις τσέπες ο τροχός δεν γυρνά.
Έτσι πάρε την τύχη στα χέρια σου ξανά.

Κάνε ομάδες στους δρόμους, σε κάθε γειτονιά,
σε κάθε εργοστάσιο, σε κάθε βιοτεχνία,
σε ό,τι απλά θυμίζει μια μικρή κοινωνία.
Ενωμένους στους δρόμος θα μας δούμε μπροστά,
γιατί ό,τι ατονεί στην αλλαγή τραβά ξανά.

Κι αν στο δρόμο φίλοι πέσουν, αν χαθείς κι εσύ μαζί,
το κατόρθωμα στο χρόνο, επιτύμβια τιμή.
Μία μάχη για το τώρα και το μέλλον στη ζωή,
δεν χαρίζουμε στο κράτος ούτε μια δικιά μας στιγμή.
8/11/2014

*Από τη συλλογή “Δεν ήσουν εσύ για επανάσταση”, εκδόσεις Εντύποις. Για περισσότερα για τον Γιώργο Καββαδία επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του στο http://www.georgekavvadias.gr

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Τα βυθισμένα καράβια

Είν’ όνειρα που ανασταίνονται
λαμπτήρες που δεν έσβησαν
Είναι περασμένες αγάπες που μπορούν να ξεδιψάσουν
Από την αλμύρα του πατημένου από το βάρος χώματος
Όλα βυθίζονται ανασταίνονται καμιά φορά από την ίδια τη θάλασσα
Μέσα από ένα χάος βγαίνουν όλα ζωντανά
Και είναι το παιχνίδι αυτό το τυχερότερο
Γιατί όταν ανακαλύπτεις πως χάθηκες
Βρίσκεσαι
Όταν ανακαλύπτεις πως έφυγες έχεις ήδη έρθει
Και μέσα από ένα παραμύθι
Σ’ ένα βιβλίο με κόκκινο κάλυμμα που δεν έχει
Ημερομηνία έκδοσης
Και όπου γράφει απλά τη λέξη Παραμύθια μιας ξεχασμένης γενιάς
Βρίσκεις πως η γενιά αυτή
Είναι η δική σου
Που έσωσες και σ’ έσωσε
Που έγραψε κάτι για το σύνολο των λησμονημένων
Για να γράψεις
Και να ξυπνήσει η σάλπιγγα και να ντυθεί με φωνές που διώχνουν τα ξόρκια
κι αφήνουν τη ζωή να συνεχιστεί
Μέσα από ένα πλήθος πεταλούδων που δεν καψαλίστηκαν
Στο πούσι της κόλασης

***

Ώρες μηδέν…

Και πανδοχεία άδεια από ψυχές…
Η κουφή η θάλασσα
Απέκτησε κι αυτή βάδισμα εδώ και χρόνια
Για όσους την ακολουθούν
Ο Ειρηνικός
Με τα μεγάλα ατέλειωτα αμπάρια
Έχει να σε πάρει στο διάστημα των λέξεων
Οι λέξεις, ξέρεις, έχουν ένα κύμα η κάθε μια
Οι λέξεις, ξέρεις, έχουν ένα κομμάτι ξύλο
Που τις σώζει
Από τον πνιγμό του πλήθους
Όταν αυτό μασάει
Ό,τι του δώσουν
Η κουφή θάλασσα ακούει περισσότερα
Σαν ξεκουράζεται στην άμμο
Γιατί αν ξυπνήσει θα είναι όλα λόγια ναυαγίων
Ο Ειρηνικός έχει σταθμούς που πρέπει να διαλέξεις
Έχει τον αριθμό του μεγέθους του καθενός
Ακόμα και των άστρων που ονειρεύονται
Να γίνουν μια μέρα άνθρωποι
Σαν εσένα και μένα

*Από τη Συλλογή “Το Αρχιπέλαγος”, 2016.
 

Emília Cerqueira, Ένα ποίημα σε τρεις φωνές

Artwork: Juan Miro

E na noite mais negra,
o brilho do meu fogo ilumina-me,
todas as manhãs.
Amo-te. Amo-me.
E venceremos!

On the darkest night,
it is the glow of my fire
what illuminates me,
every morning.
I love you. I love myself.
Venceremos!

Σ’ αυτή την πιο σκοτεινή νύχτα,
είναι η λάμψη της φωτιάς μου
αυτό που με φωτίζει,
κάθε πρωί.
Σ’ αγαπώ.
Αγαπώ τον εαυτό μου.
Θα νικήσουμε!

*Οι τρεις φωνές αντιστοιχούν στις τρεις γλώσσες: πορτογαλικά, αγγλικά και ελληνικά.

Ζήσης Δ. Αϊναλής, Τρία ποιήματα

Τυφλωμένος την υδρωπικία του πάθους

που ο χρόνος ανατινάσσοντας

την υστερόβουλη αναμονή

μέχρι ξανά

που μέρες ξοδεύοντας

τις νύχτες αναπολώντας

που μόνος μακριά

η μέσα μου ματιά σκίζει τα στήθια σου σ’ άλλα χείλη

το φύλλο σου

άπληστα χιλιάδες δάχτυλα διατρέχουνε τον ιδρώτα σου

άλλα

κορμιά

του κορμιού σου φωτιά

αίμα ποτάμι με πονάς

***

Τα μαλλιά σου τώρα βουλώνουν τις τρύπες μου

μέσα στο σίδερο που κατατρώει τη σκέψη μου

το μίσος αρωγός της αγάπης μου

η φωτιά που τα χείλη στεγνώνοντας

με τα δόντια να σκίσω τη σάρκα σου

να βαφτίσω τα χέρια μου μέσα της

το κορμί μου ανάπηρο

ανασυγκροτώντας και καταστρέφοντας

ένα βήμα αβέβαιο

οι βολβοί των ματιών μου

κατάσκοποι

μέσα μου τέρατα κατοικούνε

οι εικόνες σου άγριες

οργασμός

που ο πόνος ευχόμενος

ράπισμα στη σιγή

***

Η ανάσα σου υδρατμοί στο λαιμό μου

που υγραίνοντας

στο δέρμα τα δάκρυα

που το βλέμμα μου κρύβοντας στη μασχάλη σου

μια στιγμή συμφιλίωση

που εμπερικλείοντας το ένα στο άλλο

μόνο κορμί

γυμνό στο γυμνό που εφαπτομένη

η διέγερση νύχτα

να κρέμεται ασύστολη πόλεις δωμάτια

αλγεινή η σελήνη διασχίζοντας

λευκό του κόκαλου φως που ασπρίζοντας

το σπέρμα στα χείλια σου που αχνίζοντας

που το ξημέρωμα εξαγνίζοντας

ψυχρό και σφυρήλατο

δικό σου το αίμα μου

που θάνατο προμηνύοντας

ο ρόγχος το τέλος

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό εκατοστό

Τι να ελπίσω, ασύστατοι; Αξίζει να ελπίσω·
καν να σκεφτώ κάτι ανεπαίσθητα αίθριο -σκιά
κάτω από δέντρο ίσως ποτάμι και κρασί
και χείλη αποφασιστικά- στην άκρη αυτού
του αναποφάσιστου γκρεμού,
που λέω και ξαναλέω ζωή μου, με την γλώσσα
πνιγμένη στο αίμα το γλυφό, το σκοτεινό,
σαν λάμψη μέσα στο νερό του πηγαδιού
που λέω και ξαναλέω ζωή μου;
Τι να ελπίσω –πόσο μάλλον
ν’ αποφασίσω- εμπρός σ’ αυτό
το αυτάρεσκο θηλαστικό
που αρχίζει επίδοξο πτηνό
για να τελειώσει απ’ την αρχή ερπετό·
κάθε φορά -Ω, κάθε
φορά, γαλάζια ή σκοτεινή με τ’ άστρα!-
Αδάμ ή Προμηθέας, Ιώβ, Οιδίπους ή απλά
άνθρωπος αρπαγμένος απ’ τα κλαδιά του: δέντρο
και άκρη ακρότατη γκρεμού – και πέφτει
μες στον γκρεμό του ο γκρεμός
κι ο γκρεμισμένος μέσα στην εποχή του· η εποχή
μες στ’ όνομά της… Συμπαιγνία: μπρος γκρεμός
και πίσω θάνατος ! Τι θράσος·
να λες «το Ον» αυτά τα δυο
ισόβια βήματα προς τον αφανισμό.

Λοιπόν; Τι να ελπίσω

[εγώ εκτός εποχής κι η εποχή εκτός Ιστορίας
…] ίσον
λυκάνθρωπος σε κόσμο βρικολάκων…]
…………………………………………………………………….
…………………………………………………………………….

…] γυρίζεις και κοιτάζεις
πάνω, τ’ αστέρια και πέφτεις, πέφτεις
βαθιά, ψιθυριστά: ονόματα μαινόμενα,
ονόματα εκδικητικά, διεφθαρμένα,
κι ονόματα επίμονα, ανθεκτικά, δίκαια, ευσεβή.
Ονόματα κλεισμένα στα ποταπά συμφέροντά τους
κι ονόματα έτοιμα να περιθάλψουν
…] τον πρώτο μετανάστη

…………………………………………………………………………..
…………………………………………………………………………..

Τα ονόματα των Ελλήνων, των ένοχων Ελλήνων,
των αθώων Ελλήνων. Των Ελλήνων που πρέπει
να βγάζουν πάντα το φίδι από την τρύπα
μιας Ιστορίας που βγήκε από το αυγό της Ιστορίας
που βγήκε από το αυγό της γάγγραινας του Γένους
…] … […
…] αντιτάσσεις
την ψυχή σου στο φίδι και την τρύπα,
γιατί οι κορυφές των πεύκων, φτάνουν πάντα
πιο βαθιά από τις ταράτσες της Αθήνας,
όπου τ’ αποφάγια του Καρλομάγνου
δολοφονούν τ’ απομεινάρια του Ροβεσπιέρου
και του δρόμους του Λονδίνου,
όπου τ’ απομεινάρια του Ομήρου,
περιφέρονται, ρίχνοντας μνησίκακα βλέμματα
στα φροντισμένα σπίτια
που ήταν κάποτε φροντισμένοι στάβλοι
και φροντισμένα εμπορεία παιδιών
…] … […
βλέμματα σαν μαστίγια στις ράχες τους:
ευνουχισμένοι μοναχοί, που δεν ξέρουν
πως η μόνη τους αμαρτία είναι η ενοχή τους…

……………………………………………………………………………………………..
……………………………………………………………………………………………..

Ήρθαν πολλοί· και άφησαν τα κόκαλά τους ουκ ολίγοι
να τα ποτίζει ο δροσερός χαλκός του πρωινού
κι ώσπου να γίνει απόγευμα, το σίδερο του ήλιου να θερίζει
ελευθερία ξύλινη και πήλινη παραφορά.

Τι να ελπίσω; Ετούτη τη φορά…
μια ψυχή που είναι να γκρεμιστεί,
ας ριχτεί από ψηλά· κι όποιον πάρει ο αιώνας.

Γρηγόριος Σακαλής, Προσοχή κίνδυνος

Από την ταινία “Ο Θίασος” του Θόδωρου Αγγελόπουλου

στον Νίκο Σφαμένο

Απ’ όλα πιο πολύ με φοβίζει
η κακία των καλών ανθρώπων.
Είναι γλυκομίλητοι
φορούν χαμόγελο ευγενείας
ωραίοι τρόποι
τους χαρακτηρίζουν
στη δουλειά τους τυπικοί
πάντα στην ώρα τους
στις κοινωνικές συναναστροφές
πάντα πρώτοι
πάνε στην εκκλησία
οι περισσότεροι
άραγε γιατί να τους φοβάμαι;
Είναι γιατί άμα πέσεις στα χέρια τους
θα σε ξεσκίσουν
θα σε κάνουν κομμάτια
οι καλοί άνθρωποι
οι ευγενικοί
γι’ αυτό
απ’ όλα πιο πολύ με φοβίζει
η κακία των καλών ανθρώπων.

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Ραγίσματα ίσως στο χείλος χθόνιου ρείθρου

Πριν ξεκολλήσει πέτρα πριν ξανακυλήσει
σε τρύπια κιβωτό καταχωνιάζει ρύπους
Ρέλια θηλιές ρούχα χαρταετοί σχισμένα
ξέφτια ραμμένα με φυγόδικες βελόνες
Την παιδική κουβέρτα την καρό διστάζει
Σε λήθης θύλακα βαθύ πριν παραχώσει
Με τα καρό ερμητικά αραδιασμένα
κατέγραφε καλά κουτάκια σφραγισμένα
Κύκλοι τετράγωνοι επάλληλες γωνίες
χάσματα σύνορα χαραγματιές κομμάτια
Χρήσιμη αν κάποτε πάτσγουορκ ραβόταν
τουλάχιστον αυτήν να έπαιρνε μαζί του
Τετράγωνων διαδρομών γεωγραφία
δίχως συγκλίσεις συρραφές δίχως συνάψεις
Ποτέ καμπύλες εναγκαλισμοί πλεξούδες
επιστροφές ποτέ σ’ ειδυλλιακά τοπία
Φυγή κι επιστροφή πάντα στον ίδιο τόπο
ραγισματιά ίσως στο χείλος χθόνιου ρείθρου

*Από την υπό έκδοση ποιητική συλλογή «Λιγοστεύουν οι λέξεις», εκδόσεις «Μελάνι».

Χρίστος Παλαιοπάνος, Τους Αίαντες μαγαρίζοντας

Όπως οδηγούν
νομίζουν ότι οδηγούν
και ιστορούν
με τον καθρέφτη των αδικημένων κραυγών
με τον ορίζοντα των δικών τους δοξαστικών
πλησίστιοι περήφανοι που πνέουν όλες τις αναπνοές
(αέρας στα πανιά τους)
κι ασπάρακτοι που ασώματα τις πλέουν
λογίζοντας αγάμητοι πως κέντρο αυτοί

το υγρότατο

υγρότερα μέσα τους εν τη ξηρά ψυχή αγωνιώντας
με τον καθρέφτη των υπολειπόμενων
με τον ορίζοντα των υπολειπόμενων

αναπνοών

άπειρες πνέοντας
αδικημένες κι αγέννητες ακόμα και νυν απορημένες

παρασυρμού:

γκρεμών πανηγύρι
υπαπαντή ηγουμένων
ερείπια επί ερειπίων
θρόνοι επί θρόνων…

πέφτουν και πέφτουν

των ασπαράκτων οδηγών τα σωθικά βαθαίνουν
στεφανωμένα τους γκρεμούς τους
δικαιοσύνη
γίνονται
γκρεμοί

γκρεμούς οι ασπάρακτοι γαμούν τρελαμένοι
που πνέουν όλες τις αναπνοές
και τις υπολειπόμενες μαζί
κι οδηγώντας
νομίζοντας ότι οδηγούν
κι ιστορώντας (ως νικητές of course)
στεφανωμένα τα αγύριστα σωθικά τους δοξαστικά τους

ενώ αναπνοές υγρές

*Από τη συλλογή “Κατά Ασπαράκτων”, εκδ. Ενδυμίων, 2016.