Γεωργία Τρούλη, Τρία ποιήματα

Ήδη

Ν’ αγναντεύαμε μια κουταλιά ουρανό
Μολις ξυπνούσαμε
αντί να λέμε
Βάλε το μπρίκι να βράσει
Στα μάτια σου
Σε κοίταξα χθες
Τυλιξε σ’ένα αλουμίνιο χαρτί
Τα λόγια σου
Θα τ’ ακούσω στη δουλειά
Δως μου δυο φιλιά –στα γρήγορα πάντα-
Ένιωσα
Κι εσύ
Αχ , να βρω τις κάλτσες μου,
Τα κλειδιά,
Το τηλέφωνο
Και να ξεφυσάς
στον σκουριασμένο ανελκυστήρα
Της σχέσης
Δεν προλαβαίνω
Πρέπει να φύγω,ήδη

***

Επιστροφή στο χωριό

Πήγε να βρει απάντηση στην υπερβολή
Στα παράθυρα που δεν ξέρουν να εφαρμόζουν
Στα διαβρωμένα παντζούρια
που μαρτυρούν μια ξύλινη μνήμη
Στο ξερακιανό χώμα μιας γλάστρας
που έχει πάνω της δυο τσιγάρα
σβησμένα στο περσινό καλοκαίρι
Στο κέλυφος του πιο χοντρού σαλιγκαριού
Στο κλειδί μιας τεράστιας πόρτας
που έσπασε
και το μισό έμεινε μέσα της
Το υπόλοιπο δεμένο σ’ ένα κορδόνι
και τόσο ‘εξυπνα’ κρυμμένο
κάτω από το χαλί

***

Λεωφορείο ο πόθος

Η λογική μιμείται τη φαντασία
στα πασαλείμματα
της πραγματικότητας
Κι εσύ μου λες
Ρεαλισμός!
Ρεαλισμός!
Ποιο όνειρο να κατεβάσω
κι άλλο στο πάτωμα;
Δεν είδες ποτέ να περνάει ο πόθος
γρήγορα
σαν λεωφορείο;

Αθανάσιος Πάσχος, Δύο ποιήματα

Fernand Léger‏, Woman with flower

Κράτα ένα φιλί

Τελευταίο όταν γείρουμε τα μάτια μας στη γη
Την ώρα που θα ανέβουμε στης ζωής το λευκό πανί
Να φυσήξει δυνατό αέρα και με σάλτο
Να αρπάξουμε την ευκαιρία
Να πάμε όπου ανατέλλει η ελπίδα
Και δύει σαν λεπίδα στον εγωισμό
Που κόβει τη φλέβα της αγάπης
Εκεί που κλαις
Και χύνεις τη δροσιά σου σα δάκρυα
Θα αναβλύσει γλυκό κρασί της μοίρας
Για να ξεχάσεις
Να τιμήσεις ό,τι σου σκαψε τη ζωή..

***

5-8-2010

Μέρα νύχτα με
Οξύνεις
Σαν τροχός σαν
Νερό με λειαίνεις
Τη ζωή μου σαν τραγούδι
Ψηλά πετάς και όταν συναντώ
Σύννεφα και θεό
Καμπύλη γίνομαι ουράνιου τόξου
Διπλώνομαι και ξεσπώ
Καταιγίδα στο σαρκωμένο κόκκινο φόρεμά σου..

*Από τη συλλογή “ζω ονειρεύομενος”. Εμείς τα πήραμε από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/12738

Άννα Αχμάτοβα, Προς θάνατον

Έτσι κι αλλιώς θα ’ρθεις, γιατί όχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ’σβησα κι η πόρτα μου ανοιχτή,
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ’ρθεις,
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος που ’χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου,
ώστε το μπλε πηλήκιο στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό,
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.

*Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου.

Έρμα Βασιλείου, Τα νυφικά τα στέφανα

…έπρεπε να ‘ναι από ελιά
που δεν βλέπει στη θάλασσα
μα όλες οι ελιές
τη θάλασσα αγναντεύουν
στ ‘αγιονήσι μου
για κείνο κι έμεινα απάντρευτη
μέσα στο κύμα του λαούτου
κι ακόμα να βρεθεί τέτοια ελιά ακαμάρωτη
κι αν ακόμα με θέλεις τόσο
δεν πρέπει να μπεις με άλογο στο χωριό
να με ζητήσεις
αν με θέλεις δική σου θα πρέπει να τ’ αφήσεις έξω από το χωριό
να έρθεις με τα πόδια
γεμάτα φλουριά τρυπημένα στο παπούτσι
γιατί δεν τα λογαριάζει κανείς ούτε γρόσι
θα πρέπει να το αφήσεις έξω του χωριού
να έρθεις με τα πόδια
…σε προσκαλούν οι άλλοι
κι αν σου πάρουν το μουστάκι με σπαθί
πες τους πως είσαι χωρικός
και δεν τους ανταγωνίζεσαι
εκτός αν δεν είναι κι εκείνοι ίδια ασυναγώνιστοι
και βρες στην ελιά που δεν θωρεί τη θάλασσα
κρυμμένη στο καρτέρι
στο τραγούδι του αρχικλέφταρου
ονείρου
που στην πήρε στα θέλγητρά του
μια νύχτα που ζήλευες τον εαυτό σου

*Από τον Τόμο “Νηρηίδες”.

Φρανσίς Πικαμπιά, Από το Κανιβαλικό Μανιφέστο Νταντά

“Είστε όλοι κατηγορούμενοι, σηκωθείτε
Ο ομιλητής δεν μπορεί να σας μιλήσει παρά μόνο αν είστε όρθιοι
Όρθιοι όπως όταν ακούτε τον εθνικό ύμνο
Όρθιοι όπως όταν ακούτε την Διεθνή
Όρθιοι όπως όταν ακούτε το God Save the King
Όρθιοι όπως μπροστά στην σημαία.
Τέλος, όρθιοι μπροστά στο ΝΤΑΝΤΑ που αντιπροσωπεύει τη Ζωή
Και που σας κατηγορεί, ότι αγαπάτε τα πάντα από σνομπισμό,
Αρκεί να είναι ακριβά.

Μπα, τώρα ξανακαθίσατε;
Καλύτερα, έτσι θα με ακούτε με μεγαλύτερη προσοχή.
Μα τι κάνετε εδώ, στοιβαγμένοι σαν σοβαρά στρείδια
-γιατί είστε σοβαροί, έτσι δεν είναι;
Σοβαροί, σοβαροί, σοβαροί έως θανάτου.
Ο Θάνατος όμως είναι κάτι σοβαρό ε;
Πεθαίνουμε, σαν ήρωες ή σαν ηλίθιοι, το ίδιο είναι.
Η μόνη λέξη που δεν είναι εφήμερη, είναι η λέξη Θάνατος.
Αγαπάτε τον Θάνατο όταν αφορά τους άλλους.
Εις θάνατον, εις θάνατον.
Το μόνο αθάνατο είναι το χρήμα. Το χρήμα ταξιδεύει.
Εϊναι Θεός, το σεβόμαστε – αξιοσέβαστο, αγαπητό στις οικογένειες.
Τιμή, τιμή στο χρήμα: Ο άνθρωπος που έχει χρήμα, είναι άνθρωπος με κύρος.

Η τιμή πουλιέται κι αγοράζεται, σαν τον κώλο. Ο κώλος,
Ο κώλος αντιπροσωπεύει τη ζωή σαν τις τηγανιτές πατάτες
Και όλοι εσείς που είστε σοβαροί, θα βρωμάτε χειρότερα
Από σκατά αγελάδας.

Το ΝΤΑΝΤΑ όμως δεν αισθάνεται τίποτα,
δεν είναι τίποτα, τίποτα, τίποτα
Είναι σαν τις ελπίδες σας: τίποτα
Σαν τον παράδεισό σας: τίποτα
Σαν τα είδωλά σας: τίποτα
Σαν τους πολιτικούς σας: τίποτα
Σαν τους ήρωές σας: τίποτα
Σαν τους καλλιτέχνες σας: τίποτα
Σαν τις θρησκείες σας: τίποτα

Μπορείτε να γιουχάρετε, να ουρλιάξετε, να μου σπάσετε τα μούτρα: Και μετά; ΚΑΙ ΜΕΤΑ;
Θα σας φωνάξω ξανά και πάλι, ότι είστε όλοι σας κορόιδα.

Σε τρεις μήνες, εγώ και τα φιλαράκια μου, θα σας πουλάμε τους πίνακές μας για μερικά φράγκα.”

Κανιβαλικό Μανιφέστο Νταντά
Φρανσίς Πικαμπιά, 1920

Γιάννης Λειβαδάς, Σταθερή Αξία

Ξέρω εκείνες τις σκέψεις και την φορά ετούτη ίσως

Δεν μου θυμίζουν τίποτα

Στον θάνατο έχουμε τα μάτια κλειστά

Μα των ζωντανών τα μάτια είναι ορθάνοιχτα –

Κάνε τράκες

Παντού είναι πρωί μεσημέρι βράδυ

Και όλα μεταποιούνται

Είμαστε εμιγκρέδες

Σε βλέπω για πρώτη φορά

Γιατί δεν είχαμε ειδωθεί ποτέ

Σε κάποια συμφωνία που κρύβεται

Η σελίδα δεν είναι μεταδοτική σαν την μανία

Η νιρβάνα δεν έχει παιδική ηλικία

Οι λεωφόροι και τα στενά άνοιξαν

Επιστρέφουμε στα ίδια τετράγωνα

Ώσπου να καπνίσω αυτό το φτηνό πούρο

Ο καπνός γίνεται καπνός.

Γιώργος Μπλάνας, Αυτό δεν είναι ένα ποίημα

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς

ούτε δρεπάνι να θερίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή κουνάει το χέρι σταθερά

περνούν από το χέρι του πολλά.

Εννοείται: ο δεξιός πρωθυπουργός.

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς

ούτε σφυρί για να τσακίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή του έδωσε πιστόλι

εκείνος που έχει χέρι σταθερό,

πρέπει να δέχονται όλοι

τυφλά ένα τραύμα φανερό.

Εννοείται: ο κάθε μπάτσος

φασίστας, «Ελλην», «Χριστιανός».

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα˙ ευτυχώς.

Θα προτιμούσε να θερίζει, να τσακίζει.

Θανατηφόρα ευμάρεια δεν θέλει να μυρίζει

και είναι ανένταχτο γραμματολογικώς.

*Το πήραμε από εδώ: http://athinakisdimitris.wordpress.com/

Γιώργος Αλισάνογλου, Δύο ποιήματα

Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις
 
«Στα Ουράλια βροχή από φωτιές
Έπεφτε από τον ουρανό
Στα Ουράλια βροχή από φωτιές
Δεν ξύπνησαν
Οι φλόγες ήρθαν
Και τους τύλιξαν_»
Κι αν ακόμα δεν υπάρχει η αθανασία
Θυμήσου τα πτώματα των ποιητών
Που πλέουν στο ποτάμι
Πως οδεύουν γαλήνια προς την αιωνιότητα
Με στίγματα Άνοιξης χαραγμένα στους χαυλιόδοντες
Με σβόλους αίματος στο ρόδο των κροτάφων
Πια, αδυνατώ να πω πως μοιάζουν
Πολλές οι αμαρτίες που θα τους παρομοιάζουν
Με τις κουρούνες του Κώστα Καρυωτάκη
Με το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίη
Έτσι όπως η Σύλβια ξερνάει ένα Άριελ
Άγριος κρίνος της Δύσης το φαρμάκι
Δεν ξέρω τίποτα πια – δεν ξέρω με τι μοιάζουν
Όμως τη νύχτα αυτή – η οικογενειακή κατακόμβη
Υψώνεται προς κάποιον ουρανό γεμάτη χρέη
Και ίσως να είναι της γενιάς τους πράγματι οι τελευταίοι
Που φέρνουν τα μηνύματα σε λάθος πια καιρό
Και γίνομαι ποίηση – ανθός λέω κι εγώ
Έτσι όπως φυτρώνουν όλοι απ’ τα μάτια μου
Καθώς κάνω να κοιτάξω τον υστερόφημο ουρανό
Μάτια γαλάζια – ωσαννά – τα χείλη από λάβδανο
Κι εμβατήρια λαών – πώς να το πω
Ώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!

***

Η Διάφανη Προσευχή

«Αυτήν την φορά δεν θα σας πω για το κορίτσι
Θα σας μιλήσω για το αγόρι»

Το φως με διαπέρασε Ολόκληρο
εμένα τον Αειφανή τον Αμφιφανή τον Αφανή
τον Εμφανή τον Καταφανή τον Προφανή
όλο το φως του κόσμου
μέσ’ απ’ τα σωθικά μου πέρασε
σαν να μην υπήρχε άλλο φως
σαν να μην υπήρχε άλλο σώμα
σαν να μην υπήρχε άλλος κόσμος
αυτό το όλο φως
αυτό το τόσο σώμα
αυτός ο μόνος κόσμος
διάτρητος από Ιθάκη
με τις μακριές του λόγχες-δεσμίδες
να ζυγίζουν την βαρύτητα του κορμιού μου
ολόκληρο με διαπέρασε
το φως
καθάριο και διαυγές
φιλεύσπλαχνο και θελκτικό
η ζωή έπαιρνε ζωή
διαπερνώντας την δική μου ζωή
σαν να ήταν διάφανη η ζωή μου
κι από μέσα – και μέσα απ’ το σώμα μου
γεννιόταν μια άλλη·
η μετά την ζωή ζωή μου
η μελλοντική ζωή
και διαμέσου της
περνούσαν οι ζωές–
όλες οι ζωές των ανθρώπων
συνωστίζονταν κι έλαμπαν
αθόρυβες
αθωράκιστες
πρόσφορες
σαν να επέστρεφαν για να δώσουν
μια απάντηση στα περίπλοκα ερωτήματα
κι όμως δεν ζητούσα καμμιά απάντηση
καμιά ταυτολογία ή ετυμηγορία
μόνο το φως να με διαπερνά
κοιτώντας ψηλά στον θόλο τ’ ουρανού
διάφανος από νεογέννητο αστερισμό
να διακρίνεται στο επέκεινα
να φωτίζεται σχεδόν απατηλά
η μετά/ ζωή μου
με μια ανεξίτηλη δυνατότητα να υπάρχω
και όλες οι ζωές των ανθρώπων να είναι εκεί διπλές
και το φως
το οριστικό φως
να με σημαδεύει σθεναρά
και όλες οι ζωές να επιστρέφουν
στο κορμί μου
όλες οι ζωές των ανθρώπων
να ζούνε απ’ τη δική μου ζωή
και λίγο λίγο
να λιγοστεύει η ζωή μου
να εκλείπει
δύσκολα να περιγράφεται
να αδυνατίζει
να ξεφεύγει από κάθε ορισμό
να παραδίδεται ξανά
στην παιδική μου ηλικία
άπληστη και ρευστή
στις ρίζες των πρώτων μου αριθμών
στην πόρπη της λήθης
να γίνεται η ίδια
φως
το άνευ όρων
φως
το τελικό
φως

Περίτμητο Απερίτμητο Άτμητο Αδιάτμητο Κατάτμητο Ακατάτμητο
Αγάμητο Λιθόδμητο Νεόδμητο Εύδμητο Αθέμιτο Απολέμητο Δυσπολέμητο Αδιανέμητο Ακατανέμητο Ανευφήμητο Ακοίμητο Αμίμητο Αξιομίμητο Πολυφήμητο Δυσμίμητο Ατίμητο Αδιατίμητο Αξετίμητο Πολυτίμητο Ανεπιτίμητο Ανεκτίμητο Αβλαστήμητο Ανοικοδόμητο Αγηροκόμητο Αταξινόμητο Ανοικονόμητο Ακληρονόμητο Αταχυδρόμητο Αλατόμητο Ακαρατόμητο

[Οι λέξεις δεν κατ/ονομάζουν το Φως·
το σβήνουν–
και μετά πάλι εσύ]

*Από τη συλλογή “Ο θάνατος των Ποιητών”.

Guillaume Apollinaire, Πολέμου θαύματα

Τί ρουκέτες φαντασμαγορικές αύτές
Φεγγοβολούν τη νύχτα φθάνουν στο κατακόρυφο
Κι ύστερα σκύβουν να μάς κοιτάξουν
Είναι γυναίκες καί χορεύουν μ’ ένα άνάβλεμμα
Για μάτια γιά μπράτσα καί καρδιές

“Ηπια την τσαχπινιά καί τό χαμόγελό σου
Έτσι είναι κι ή καθημερινή άποθέωση κάθε
Βερενίκης μου
Ή χτενισιά της έγινε ούρα κομήτη
Αύτές οί διπλοεπίχρυσες χορεύτριες
’Ανήκουνε σ’ δλες τις ράτσες καί σ’ όλους τούς καιρούς
Ξάφνου γεννούν παιδιά κι έχουν χρόνο μόνο
Γιά νά πεθάνουν

Τί ρουκέτες φαντασμαγορικές όλες αύτές
Μά τί καλά αν ήσαν περισσότερες ακόμη
“Αν ήσαν εκατομμύρια τέτοιες μέ σημασία
Πλέρια καί προσιτή σάν γράμματα βιβλίου
Μά κι έτσι εϊναι ήδονή
Σά νά τινάχτηκε ζωή
Μέσ’ άπό πλάσματα ετοιμοθάνατα μά τί
Καλά αν ήσαν περισσότερες ακόμη τις θωρώ
Σάν ομορφιά πού φανερώνεται καί φθίνει

Θαρρώ πώς βρίσκομαι σέ φωταγωγημένο
Πανηγύρι a giorno
Ευτυχία πού προσφέρει ή γη στόν εαυτό της
Πεινά κι ανοίγει χλωμά πλατιά στόματα ‘
Η Γη πεινά καί νά τ’ άνθρωποφάγο χαροκόπι τού Βαλτάσαρ

Ποιός νά φαντάζονταν πώς θά’ταν τόσο κανίβαλος
Νά χρειαστεί τόση φωτιά νά καψαλίσει σάρκα άνθρώπου
Νά γιατί έχει ό άνεμος μιά γεύση έμπυρευματική
Κακή δέ θά’ταν γιά τούς Θεούς μά θά’ταν πιο καλή
‘Η γιορτή αν ούρανος καί γη τρώγαν μαζί
Γιά νά μήν τρέφεται μόνο ψυχές καταβροχθίζει
Καί μένει ικανοποιημένη νά ταχυδακτυλουργεί
Πολύχρωμες φωτιές
’Αλλά άνθισα στή γλύκα τοϋ πολέμου αύτού
Μ’ δλη τή συντροφιά μου στά χαρακώματα
Κραυγές φλόγας άγγέλλουν άδιάκοπα το παρόν μου
Έσκαψα λαγούμι τεντώνομαι καί τινάζομαι
Σέ χιλιάδες μικρές εκβολές

Είμαι στά χαρακώματα τής πρώτης γραμμής
Μά καί παντοϋ
Ή καλύτερα άρχίζω νά είμαι παντού
Πρώτος έγώ άρχίζω το πρόβλημα αύτό
Γιά τούς μελλούμενους αιώνες
‘Η πραγματοποίησή του θ’ άργήσει πιο πολύ
Καί άπο το μύθο τοϋ ’Ικάρου

Κληροδοτώ στο μέλλον τήν ιστορία τοϋ Γκυγιώμ Άπολλιναίρ
Ήταν στον πόλεμο όμως μπορούΰσε νά ήταν παντού
Στά ξέγνοιαστα χωριά πίσω άπο τις γραμμές
Καί σ’ δλο το υπόλοιπο τής οικουμένης
Σ’ αυτούς πού πέθαναν κρατώντας το συρματόπλεγμα
Σέ γυναίκες σέ κανόνια σ’ άλογα
Στο ζενίθ στο ναδίρ καί στά τέσσερα σημεία του ορίζοντα
Στή μοναδική δριμύτητα τής παραμονής τούτης τής μάχη
Άλλά τό δίχως άλλο θά ’ταν ακόμη πιο καλά
Άν μπορούσα να υποθέσω πώς δλα τα πράγματα
Πού κατοικώ παντού μπορούν να κατοικούν σέ μένα
Μά δέν υπάρχει τίποτα μέ έννοια τέτοια
Γιατί αν αύτή τή στιγμή είμαι παντού
Έγώ μόνο μπορώ να είμαι μές στον εαυτό μου.

*Από το βιβλίο “Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Ποιήματα”. Μετάφραση: Νίκος Σπάνιας. Εκδόσεις Γνώση, 1982.

Hans Magnus Enzensberger, Τρία ποιήματα

ΕΡΕΥΝΑ ΚΙΝΗΤΡΩΝ

Δυστυχώς δεν έχω άλλη επιλογή από το να σας σκοτώσω.
*επειδή αρνείστε να μιλήσετε Βασκικά
*επειδή η τράπεζα αρνήθηκε να υπερβώ το δάνειό μου
*εξαιτίας του πατερούλη
*επειδή δεν αντέχω τη θέα ημίγυμνων γυναικών
*επειδή οι πλούσιοι μου μπαίνουν στο μάτι
*εξαιτίας του σπλαχνικού Παντοδύναμου
*επειδή δεν μου δίνετε άλλα φράγκα για την πρέζα μου
*επειδή δεν μου φαίνεστε αρκετά Καθολικοί / είστε υπερβολικά Καθολικοί
*επειδή με προσβάλατε και το φέρω βαρέως
*εξαιτίας της μανούλας
*επειδή πάντα με στραβοκοιτάτε
*επειδή επέλεξα τη λάθος απάντηση στις εξετάσεις κι απέτυχα
*επειδή ακούω φωνές
*και τέλος πάντων. Επειδή έτσι.
Σας ευχαριστώ για την κατανόησή σας.
(Παρακαλώ, πριν δράσετε, σταυρώστε αντιστοίχως!)

***

ΜΟΛΥΒΔΟΣ

Τότε που έλαμπαν ακόμα, πυρωμένα απ’ την τήξη,
τα στοιχεία του τυπογράφου ήταν τοξικά.
Φρέσκο, αστραφτερό μέταλλο,
που γκριζάρει στον αέρα
τόσο βαρύ και μαλακό
που ένα νύχι μπορεί να το χαράξει.
Αναφλέγεται από μόνο του,
εκρήγνυται, όταν το κάνουμε σκόνη,
μέσα σε παλιές μπαταρίες, φακούς, ασφάλειες,
σκάγια και παράθυρα εκκλησιών,
αστράφτει πάνω σε γυαλιά και κρύσταλλα Βοημίας.
Oι πυροτεχνουργοί το χρησιμοποιούν ακόμα.
Κόκκινος μύλυβδος, λευκός μόλυβδος: επικίνδυνα χρώματα
μέσα σε παλιές ζωγραφιές, ενώ στο τέλος κάθε χρονιάς
συνοδεύει τις ευχές μας. Συγκεντρώνεται φανατικά
στα κόκαλά μας, δημιουργώντας κολικούς,
αραιούς, αργούς σφυγμούς, τρέμουλα,
αστάθεια και μελαγχολία.
Ένα αδυσώπητο δηλητήριο που μας θωρακίζει
από άλλα, αόρατα δηλητήρια, π.χ.,
απ’ τη βαριά ποδιά που μας φοράει
η όμορφη νοσοκόμα
με τη λευκή φορεσιά
την ώρα που εμείς
φτύνουμε αίμα.

*Από τη συλλογή “Η Ιστορία των Νεφών” (2003).

***

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Όταν σήκωσα τα μάτια πάνω απ’ τη λευκή μου σελίδα
είδα έναν άγγελο στο δωμάτιο.

Έναν, μάλλον, κοινό άγγελο,
πιθανότατα, χαμηλής βαθμίδας.

Δεν φαντάζεστε, μου είπε,
πόσο αναλώσιμος είστε.

Από τις δεκαπέντε χιλιάδες αποχρώσεις του μπλε, είπε,
η κάθε μία τους έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο

απ’ οτιδήποτε κάνετε
ή αποφεύγετε να κάνετε σ’ αυτή τη ζωή,

για να μην αναφερθώ στα ορυκτά
και στο Μεγάλο Σύννεφο του Μαγγελάνου.

Ακόμα κι ο πιο κοινός θάμνος, έτσι μετριόφρων καθώς είναι,
θα άφηνε ένα κάποιο κενό πίσω του. Εσείς όχι.

Όπως διέκρινα από τα φωτεινά μάτια του
πρέπει να ήλπιζε σε μια διαφωνία, σ’ έναν βαρύ καυγά.


Ωστόσο εγώ δεν έκανα ούτε βήμα. Περίμενα σιωπηλά
ώσπου αυτός να φύγει.

*Από τη συλλογή “Κιόσκι” (1995)

** Τα ποιήματα αυτά περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Η Ιστορία των Νεφών και άλλα ποιήματα”, σε μετάφραση Γιώργου Πρεβεδουράκη, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2016.