Nicanor Parra, Διακήρυξη (απόσπασμα)

Κυρίες και κύριοι
Αυτή είναι η τελευταία λέξη μας
-Η πρώτη και τελευταία λέξη μας-
Οι ποιητές κατεβήκανε απ’ τον Όλυμπο.

Για τους παλιότερους
Η ποίηση ήταν ένα είδος πολυτέλειας
Για μας ωστόσο
Πρώτης ανάγκης είδος είναι:
Αδύνατο χωρίς αυτή να ζήσουμε.

Σ’ αντίθεση με τους παλιότερους
-Κι αυτό το λέω μ’ όλο το σέβας-
Εμείς υποστηρίζουμε
Ότι ο ποιητής δεν είναι αλχημιστής
Ο ποιητής είν’ ένας άνθρωπος κι αυτός
Ένας χτίστης πού χτίζει τον τοίχο του:
Ένας κατασκευαστής θυρών και παραθύρων.

Εμείς κουβεντιάζουμε
σε γλώσσα καθημερινή
Σύμβολα καβαλιστικά δεν θέλουμε.

Κι ακόμη κάτι:
Ο ποιητής είναι εδώ
Για να μη γενεί στραβό το δέντρο.

Αυτό είναι το μήνυμά μας.
Καταγγέλλουμε τον ποιητή δημιουργό
Τον Ποιητή Κελεπούρι
Τον ποιητή χαρτοπόντικα. [ . . .]

Στέλιος Ροΐδης, Τα δάχτυλα στη λίμνη

Μπροστά από την πύλη της ομορφιάς υπάρχει ένας
ρακοσυλλέκτης και ένας ανάπηρος
όσο πλησιάζεις σου ζητάνε να θυμηθείς
και δεν μπορείς να βρεις τι
μια γυναίκα τρέχει να πάρει γάλα και ξαναμπαίνει μέσα
ω δεν ήμουνα εγώ αυτός, ποια είσαι εσύ
ο ταξιτζής που σταματάει
μια ερώτηση θα κάνει και θα έχει πει την ιστορία της ζωής σου
σταμάτα κάπου, διόρθωσε την διαδρομή
κάποιος βάζει τα δάχτυλά του στην λίμνη
και τα ψάχνει μετά για μια τουλάχιστον εποχή
όταν βρέχει προσπαθεί να τελειώσει εκείνο το γράμμα
τριάντα χρόνια μετά, παίρνει μια μονολεκτική απάντηση
συνεχίζει να προσπαθεί να γράφει
πρέπει να αλλάξω σκέφτεται λίγο την διατύπωση
η βροχή που ξαναρχίζει, τον κάνει να ελπίζει πάλι
έτσι ευχάριστα περνάει ο καιρός,
σταμάτα κάπου, άναψε τσιγάρο, διόρθωσε ότι μπορείς,
φύγε για λίγο, φύγε για πολύ, γύρνα, μείνε πολύ,
κοίτα έξω,
κοίτα την βροχή, μην γράφεις.

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, Από “Του Λιναριού τα πάθη”

Ράψιμο

Με σκουριασμένα βελόνια με στομωμένα ψαλίδια κόβω και ράβω. Η δαχτυλήθρα μου τρύπησε, τρυπιέμαι κι εγώ. Κι οι καρφίτσες μου χαίρονται τα γηρατειά του μαγνήτη. Κόβω και ράβω παρ’ όλ’ αυτά, κόβω και ράβω, να φτιάξω ρούχο να ντυθώ. Γιατί θα ’ρθουνε μέρες κακές και χειρότερες νύχτες, που τα ψαλίδια ολάνοιχτα θα ξαγρυπνούν στα τραπέζια. Θα κλείσουν για πάντα τα μάτια των βελονιών, να μην περνάει πια κλωστή. Στο βαθύ σκοτάδι πίσω απ’ τον μπουφέ, στον αγύριστο, θα ’χει πάει η δαχτυλήθρα μου. Αστραφτερές οι καρφίτσες θα ξεσηκώνονται. Κι ο μαγνήτης μου θα ’χει πεθάνει.

*

Η σβούρα

Μέσα στα δώρα που της φέραν στη γιορτή της, βρήκε μια σβούρα σκοτεινή που δε γυρνούσε. Ώρες την έριχνε πια στο χαλί. Κι έμενε η σβούρα σα νεκρή, σκοτεινιάζοντας γύρω την κάμαρη. Έξω στη λιακαδίτσα, στ’ ωραίο χωματάκι, μόλις που έπαιρνε μισή στροφή και ξανασταματούσε. Και η αυλίτσα έπεφτε μονομιάς στη σκιά.

Τι σβούρα ήταν αυτή; Ποιος της την είχε χαρίσει; Η μαμά της δεν ήξερε να της πει. Μακάρι να ’ξερε, της έλεγε, να του τα ψάλλει. Τις ξαδελφούλες της πια ξεμονάχιαζε, τις συμμαθήτριές της. Και τι μας πέρασες, μωρέ σαχλή; της κάκιωναν εκείνες. Μια παλιοσβούρα, και χαλασμένη, θα σου φέρναμε εμείς στη γιορτή σου;

Μόνη της έπρεπε να βρει την άκρη. Το σχολείο της ήτανε μέσα στα πεύκα. Κάτω απ’ τα πεύκα στεκόταν στο διάλειμμα, με τη σβούρα αγκαλιά, και κοίταζε πέρα.

Κάποια φορά, όταν χτύπησε πια το κουδούνι, κι όλα τα κοριτσάκια χαθήκαν στις τάξεις, αυτή στεκόταν ακόμα εκεί. Συλλογισμένη πήρε να περπατάει. Σε λίγο δεν έβλεπε πια το σχολείο, το σπίτι της, βρέθηκε πολύ πιο μακριά, κι αργότερα κρύφτηκε πίσω της το τελευταίο σπιτάκι, ενώ το δάσος, ατέλειωτο, συνεχιζόταν.

Τότε είδε μπροστά της έναν τεράστιο πύργο. Σκοτεινός και παράξενος υψωνόταν στα σύννεφα, κι είχε την πόρτα του ανοιχτή και την καλούσε.

Χώθηκε μέσα, δισταχτική. Μια σκάλα στενή διακρινόταν στο βάθος. Πού να οδηγούσε; Όσο κι αν κοίταζε ψηλά δεν μπορούσε να δει, γιατί εχτός που ήταν γύρω σκοτάδι, η σκάλα φαινόταν να χάνεται στα ύψη. Περπατώντας δειλά προς τα εκεί, χάιδευε τη σβούρα της ηλεκτρισμένη. Κάτι σα λάμψη πήρε να την τριγυρνά. Έκατσε χάμω, στο πρώτο σκαλάκι, κι ήσυχα ήσυχα, προσεκτικά, χωρίς καθόλου να στρίβει τα δάχτυλά της, άφησε πλάι της, με τη μύτη, τη σβούρα.

Που πήρε όμορφα στριφογυρίζοντας ν’ ανεβαίνει, μέσα σε σπίθες χρυσαφιές χρωματιστές σκαλί σκαλί, με κινήσεις χορεύτριας, με στροβίλους καθώς πάει τ’ αδράχτι.


*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993. («Του Λιναριού τα πάθη» πρώτη έκδοση: Άγρα, 1986)
**Εμείς τα αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2016/04/blog-post_12.html

Ελίνα Αφεντάκη, Δύο ποιήματα

Αγνοούμενος

Ο πατέρας μου
ένα κανάτι κόκκινο
ψημμένο από ήλιο και κάματο.
Ένα καΐκι αραγμένο σε μπαλκόνι
αντίκρυ στη θάλασσα
Πού και πού, σκόρπιες κουβέντες
Ένας φίλος που πνίγηκε στον Ινδικό
Μια Σερραία που του ‘κλεψε την καρδιά
Κάθε που μιλάει για τα παλιά
φουντώνουν γαλάζια έλκη στο σώμα του.
Τον αφήνω έτσι να νοσεί, του κάνει καλό
Έπιασε ψύχρα πατέρα,
γυρίζω να πω
Μα εκείνος λείπει.
Στην κινούμενη άμμο της λήθης
ξανά αγνοούμενος
Του ρίχνω μια ζακέτα στην πλάτη

*

Η επιστολή

Αγαπητέ φίλε,
Εκείνη την ομπρέλα που σου δάνεισα
παρακαλώ να την επιστρέψεις.
Τη χρειάζομαι
να τρυπάω τις αερολογίες των φαύλων
μα και των νουνεχών
να σκουντάω όσους λαγοκοιμούνται στα παγκάκια
και ονειρεύονται σωτήρες
να αποκρούω τα σάλια των κολάκων,
τους φανφαρόνους και τους προφέσορες.
Κι όταν το μένος μου για τούτο το καταραμένο
κοπάδι ξεθυμάνει
με δυνατό βοριά και την ομπρέλα μου ανοιχτή
θα αναληφθώ.
Όχι σαν κάποιος θεόπνευστος,
μα σαν κάποιος πολύ κουρασμένος

*Από τη συλλογή “από αλάτι”, Εκδόσεις Θίνες.

Κατερίνα Φλωρά, Συγκυρία

Στης ακρούλας την εύθραυστη καμπή
φτάνουμε στου χρόνου αιωρούμενη πυξίδα
Αέναη κυκλικά γύρω από του εαυτό της μας αγγίζει φευγαλέα
μα πάλι γυρισμένη είχες την πλάτη σου

Σε ό,τι τυλίγει τις σκόρπιες εικόνες
με ένα αόρατο νήμα
και δίνει σχήμα στην χαώδη σου μορφή
που άσκοπα περιφέρεται

Σε ό,τι περνά μα διασπείρεται
στης συγκυρίας την άτεγκτη μοίρα
που- παρά τα λεγόμενα- ίσως προσπεράσει και αργά δεις τα ίχνη
πεταμένο μαντήλι στην άκρη του άδειου βροχερού δρόμου

Αγγελική Σιδηρά, Ποίημα λιτό

Τρίτη, σχεδόν ξημέρωμα,
και στην απέραντη ακτή
σημάδι μελανό, προκλητικό,
μόνο το μπλε σακίδιο
να περιμένει.
Μέσα ο χρόνος καιροφυλακτούσε
στο παλιό ρολόι,
που οι δείχτες του δεν ξέραν πώς
να σταματήσουν στις οκτώ και πέντε.
Μια καθαρή τσατσάρα
τυλιγμένη προσεκτικά
σ’ ένα φτηνό χαρτί,
μία τυρόπιτα, λίγο νερό μεταλλικό,
δέκα ευρώ,
σε μια ζελατίνα η ταυτότητα,
να σε αναγνωρίσουνε αμέσως.
Λιτό περιεχόμενο,
ένας μικρόκοσμος λιτός,
λιτή ζωή.
Κι εκείνο εκεί το χτένι
να μην μπορεί με τίποτα
τον κόμπο που ’χω στον λαιμό μου
να ξεμπλέξει.

Erich Mühsam, The Prisoner / Ο φυλακισμένος

Never in my life have I learnt
To submit to anyone
Here I am locked up,
Far from my home,
My wife, my workshop.
And even if they kill me,
If I must die,
To give up is to lie!

But if the chains broke
Then I would breathe in sunshine
At the top of my lungs – Tyranny!
And I would cry to the people: be free!
Forget to submit yourselves!
To give up is to lie!

Ο φυλακισμένος

Ποτέ στη ζωή μου δεν έμαθα
Να υποτάσσομαι σε κανέναν
Εδώ είμαι κλειδωμένος,
Μακριά από το σπίτι μου,
τη γυναίκα μου, το εργαστήριό μου.
Και ακόμα κι αν με σκοτώσουν,
Αν πρέπει να πεθάνω,
Το να παραιτηθώ είναι σαν να λέω ψέματα!

Αλλά αν έσπαγαν οι αλυσίδες
Τότε θα ανέπνεα στη λιακάδα
Στην κορυφή των πνευμόνων μου – Τυραννία!
Και θα φώναζα στο λαό: Ελευθερωθείτε!
Ξεχάστε να υποταχθείτε!
Το να παραδοθείτε είναι σαν να λέτε ψέματα!

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Kareemok Ghafour, Τραχιά βροχή

1

Όταν ο πόλεμος πέρασε από εδώ
Τότε σκέφτηκα τους φράχτες των κήπων
Απέναντι από το σπίτι μας υπάρχει ένας κινηματογράφος
Που προβάλλει ταινίες τρόμου
Στα αριστερά του σπιτιού μας υπάρχει ένα τζαμί
Ο ιμάμης του αφηγείται αφηγήσεις για το πώς να πας στον παράδεισο
Πόλεμος και τρόμος και παράδεισος
Γέμισαν τους κήπους με σκοτάδι..!

2

Η ζωή μέσα από το θάνατο
Ο παράδεισος μέσα από την κόλαση
Το κύμα μέσα από το εμπόδιο
Η αγνότητα μέσα από το μίσος 
και την εκδίκηση
Η αδικία μέσα από την καρέκλα εξουσίας
Η τήξη μέσα από τη φωτιά
Ο Θεός μέσα από τη μοναξιά
Γνώρισε…!

3

Το άστρο του πολέμου και،
Το άστρο του ονείρου،
Όλα αυτά τα άστρα،
Τι κάνουν μέσα στην τραχιά παλάμη τ’ ουρανού؛

*Ο Kareemok Ghafour είναι διακεκριμένος Κούρδος ποιητής, συγγραφέας και κινηματογραφιστής. Γεννήθηκε το 1972 στο Ερμπίλ του Κουρδιστάν. Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στη Κινηματογραφική Σκηνοθεσία και διδάσκει Κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο της Σουλεϊμανίας.

**Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani

Diane Di Prima, Revolutionary Letter #1 / Επαναστατική επιστολή #1

I just realized that I am the prize
i have nothing else
money for ransom, nothing else to break or trade but life
my spirit dosed, fragmented, scattered
on the roulette table paying back what I can
nothing else to put under the nose of Maitre de Jeu
nothing to push out the window no white flags
this meat is all I have to offer, play with
this head here and now, and what comes after, my move
as we crawl over this edge, going on and on
(hopefully) between the lines.

Μόλις συνειδητοποίησα ότι εγώ είμαι το βραβείο
δεν έχω τίποτα άλλο
χρήματα για λύτρα, τίποτα άλλο να σπάσω ή να ανταλλάξω παρά μόνο τη ζωή
το πνεύμα μου με δόσεις, κατακερματισμένο, διασκορπισμένο
στο τραπέζι της ρουλέτας πληρώνοντας πίσω ό,τι μπορώ
τίποτα άλλο να βάλω κάτω από τη μύτη του Maitre de Jeu
τίποτα να σπρώξω έξω από το παράθυρο καμία λευκή σημαία
αυτό το κρέας είναι το μόνο που έχω να προσφέρω, παίξτε με
αυτό το κεφάλι εδώ και τώρα, και τι θα ακολουθήσει, η κίνησή μου
καθώς σέρνεται πάνω από αυτό το χείλος, συνεχίζοντας και συνεχίζοντας
(ελπίζω) ανάμεσα στις γραμμές.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Vasilka Pateras, Samovar / Σαμοβάρι 

Soviet metal urn
transported from Uzbekistan
sputnik falling to earth
landing like a piece of
space junk
in the gulag of the new world

a memento
gifted to me
on the passing of two
former Soviet citizens
good people

I wonder about the hours it sat simmering
smoky Russian tea
for noble workers
in the workplace canteen
walls lined with glorious images –
a goose step into a five-year plan
a lamp carried into the coalmines of Donbass
a sickle gathers the harvest in Kuban
the hammer of a carpenter in Moscow

a flashback to the coronation scene
Eisenstein’s Ivan the Terrible
Prokofiev’s Orthodox hymn
voices loom
icons watch, dissenters plot
crowns himself Tsar
showered in gold coins
autocrat of all Russia

the great nobility long banished
summer and winter palaces
museums of excess
but revolution’s harvest yielded
new dictators and oligarchs
thievery continues

in a modest apartment
workers arrive home
wipe their brow
on their shirt collar
the samovar boils on

Σαμοβάρι

Σοβιετική μεταλλική λάρνακα
Μεταφέρεται από το Ουζμπεκιστάν
σπούτνικ που πέφτει στη γη
προσγειώνεται σαν κομμάτι
διαστημικών σκουπιδιών
στο γκουλάγκ του νέου κόσμου

ένα ενθύμιο
που μου χαρίστηκε
για το θάνατο δύο
πρώην σοβιετικών πολιτών
καλών ανθρώπων

Αναρωτιέμαι για τις ώρες που σιγόβραζε
αχνιστό ρωσικό τσάι
για ευγενείς εργάτες
στην καντίνα του χώρου εργασίας
τοίχοι στρωμένοι με ένδοξες εικόνες –
ένα βήμα χήνας σε ένα πενταετές πλάνο
μια λάμπα που μεταφέρεται στα ανθρακωρυχεία του Ντονμπάς
ένα δρεπάνι μαζεύει τη σοδειά στο Κουμπάν
το σφυρί ενός ξυλουργού στη Μόσχα

μια αναδρομή στη σκηνή της στέψης
Ο Ιβάν ο Τρομερός του Αϊζενστάιν
Ορθόδοξος ύμνος του Προκόφιεφ
φωνές ξεπροβάλλουν
εικόνες παρακολουθούν, διαφωνούντες συνωμοτούν
στέφεται τσάρος
κατακλύζεται από χρυσά νομίσματα
αυτοκράτορας Πασών των Ρωσιών

η μεγάλη αριστοκρατία εξαφανίστηκε εδώ και καιρό
καλοκαιρινά και χειμερινά παλάτια
μουσεία της υπερβολής
αλλά η συγκομιδή της επανάστασης έδωσε
νέους δικτάτορες και ολιγάρχες
η κλοπή συνεχίζεται

σε ένα ταπεινό διαμέρισμα
οι εργάτες φτάνουν στο σπίτι τους
σκουπίζουν το μέτωπό τους
στον γιακά του πουκαμίσου τους
το σαμοβάρι βράζει

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης