ένα έτσι, η αλήθεια είναι δύο

Φωτογραφία: ένα έτσι

η αλήθεια είναι δύο
αναλογίσου την ευκαιρία και χτύπα

πόσα σύνορα επιστρέφουν την λέξη
πατρίδα
στην αγκαλιά ενός αγνώστου

η ακτή κι ο ορίζοντας
δεν είναι εύκολη υπόθεση

το καλό και το δίκαιο

το παιδί που θα μεγαλώσει
τον κόσμο
μέχρι να χωρέσει στα μάτια μου

υψώνω το δάχτυλο
την σιωπή μου να παραδεχτώ
μόνος μαζί
με τον φροντιστή της σκηνής

ποτέ δεν είμαστε αυτό που έρχεται
είμαστε πάντοτε αυτό που φεύγει

στην άκρη της γλώσσας
κρέμεται αυτό το χαζό αστείο

σαν σημαία καρφωμένη
στο ολόγιομο νέο φεγγάρι

https://enaetsi.wordpress.com

Joyce Mansour, Από τα “Ερωτικά”

Πυρετός, το αιδοίο σου ένας κάβουρας
Πυρετός, οι γάτες που τρέφονται απʼ τα θαλερά βυζιά σου
Πυρετός η βιάση απʼ των νεφρών σου τα σαλέματα.
Των κανίβαλων βλεννών σου η λαιμαργία,
το σφίξιμο από τα λούκια σου που σκιρτούνε κι απαιτούνε
μου ξεσχίζουν τα πέτσινα δάχτυλα
μου ξεριζώνουν τα πιστόνια.
Πυρετός, σφουγγάρι ψόφιο απʼ την παραλυσία πρησμένο
πιλαλάει το στόμα μου στο μάκρος της γραμμής
του ορίζοντά σου
σε θάλασσα φρενίτιδας άφοβος ταξιδιώτης…
Είναι νύχτα
κι η γαλήνια γρατσουνιά όπου πεθαίνει το κενό λαχανιασμένο
δέρνεται παλεύει ανοίγεται και κουλουριάζεται ηδονικά
πάνω στο αργοσάλευτο πέος του εξερευνητή Νώε.

*

Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου
Μαλλιά μπερδεμένα
Αιδοία γαντζωμένα
Με το στόμα σου για προσκεφάλι
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου ράχη ράχη
Δίχως να μας χωρίζει ανάσα
Δίχως λέξεις να μας περισπούνε
Δίχως μάτια να μας διαψεύδουν
Δίχως ρούχα.
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου στήθος στήθος
Συσπασμένη και ιδρωμένη
Λαμπυρίζοντας με χίλια σύγκρυα
Απʼ την αδράνεια φαγωμένη
Της έκστασης τρελή
Πάνω στον ίσκιο σου νά ʽχω ξεμείνει
Καταχτυπημένη από τη γλώσσα σου
Για να πεθάνω ανάμεσα στα δόντια του λαγού
Τα σάπια
Ευτυχισμένη.

*

Εγωιστικά μ’αγαπάει εκείνη,
της αρέσει που πίνω τα νυχτερινά της σάλια
της αρέσει που περπατώ τ’αλατισμένα χείλια μου
πάνω στις άσεμνες γάμπες της, πάνω στα πεσμένα στήθια της
της αρέσει που θρηνώ της νιότης μου τις νύχτες
ενώ αυτή στερεύει τα μούσκλα
που απ’τις άνομες επιθυμίες της αγανακτούνε
Δεν είναι από λάθος μου αν τα νύχια σου μακραίνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν τα μαλλιά σου μεγαλώνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν κανείς δεν σ’έκλαψε
Δεν είναι από λάθος μου αν πάγωσες αγαπημένε
Δεν προσδόκησα το θάνατό σου

*

Ναι έχω δικαιώματα πάνω σου
Σε είδα να στραγγαλίζεις τον κόκορα
Σε είδα να ξεπλένεις τα μαλλιά σου μέσα στο βρωμόνερο
των υπονόμων
Σε είδα μεθυσμένο από την μπόχα των σφαγείων
το στόμα γεμάτο κρέας
τα μάτια πλημμυρισμένα μ’ όνειρα
να βαδίζεις κάτω από το βλέμμα ανθρώπων ξεπνοϊσμένων
Μ’αρέσει να παίζω με τα μικροπράγματα
Τ’αγέννητα πράγματα ρόδινα στα μάτια μου της τρέλας
ξύνω, σουβλίζω, σκοτώνω, γελώ.
Νεκρά τα πράγματα δεν σαλεύουν πια
κι’εγώ νοσταλγώ τον πυρετό μου της τρέλας
λυπάμαι τα εκφυλισμένα γονικά μου
θα’θελα ν’αφανίσω των ονείρων μου το αίμα
καταργώντας έτσι τη μητρότητα.


Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιούνται να χλωμιάζουν
θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Τα βίτσια των αντρών
είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.

*

Το μπηγμένο καρφί στον ουράνιο μάγουλό μου
τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ’τ’αυτιά μου
οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές
το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται που ευωδιάζει
τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους
όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας

*

Άσε με να σ’αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

*“Ερωτικά”, Εκδόσεις Κείμενα, 1978. Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.

Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα από τα γαλλικά

Μετάφραση ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Στη διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα ο Άρης Αλεξάνδρου βρέθηκε στο Παρίσι, όπου έζησε κάνοντας διάφορα επαγγέλματα, γράφοντας το «Κιβώτιο». Την περίοδο εκείνη και για την ακρίβεια στα 1969 με 1971 έγραψε υπό τη μορφή άσκησης εννέα ποιήματα στα γαλλικά, τα οποία περιέχονται στην β’ έκδοση του συλλογικού τόμου Ποιήματα (1941-1974), και φέρουν τον τίτλο «Exercices de rédaction». Δύο εξ αυτών αποδίδονται και στα ελληνικά από τον ίδιο και περιέχονται στον ίδιο συλλογικό τόμο. Τα υπόλοιπα επτά δίνονται σήμερα στην μετάφρασή τους. — ΞΜ

ΑΠΟΔΟΧΗ

Εκτός από τον ουρανό
χωρίς πουλιά
τα βρεγμένα ονόματα
των δρόμων
τα νησιά παλιών καιρών
εξαφανισμένα
σ’ ένα ξεχασμένο μάθημα
γεωγραφίας
εκτός από τη γλώσσα μου
χαμένη κι αυτή
τις λέξεις μεταφρασμένες
με λεξικό
χωρίς ιστορία χωρίς γη
χωρίς νερό
εκτός από τον πόνο της
τρίτης μου εξορίας.

*

ΜΝΗΜΗ

Μες στο θυμάρι, ανάμεσα στις πέτρες
(καλύτερα να σωπαίνεις, δεν θέλω να μιλώ)
Κάτω απ’ τον γαλάζιο ανοιξιάτικο ουρανό
(να ξεχνάς, αυτό τριάντα σου πήρε χρόνια)
Στους αγκαθότοπους θυμάρι ανθίζει
(ήταν στης νιότης την αυγή οι τρεις μου φίλοι)
Μια μέρα τ’ Απρίλη, μέρα ηλιόλουστη λαμπρή,
κείτονταν στο σωρό, είχαν κι οι τρεις τουφεκιστεί.

*

ΕΣΤΕΤ

Η ζωή έχει πρόσωπο, έτσι δεν είναι;
Στη φυλακή έλεγα…
Ο χρόνος το σβήνει όπως…
Βάλτε ένα νόμισμα στις γραμμές.
Όταν περάσει το τραίνο,
το νόμισμα μένει γυμνό,
χωρίς κορόνα, χωρίς γράμματα.
Είν’ ό,τι θέλω να πω…
η γυμναστική της φυλακής μ` εκνεύριζε.
Όχι, αυτό είναι λάθος. Με συγχωρείτε.
Μιλάω άσχημα τα γαλλικά.
Έπρεπε να πω
αυτό μου ήταν ανυπόφορο.

*

Ο ΣΦΥΓΜΟΣ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Πέφτει απαλά η βροχή στη γη
μα οι σταγόνες της ξανανεβαίνουν
στον ουρανό.

Πάει κι έρχεται η απαλή βροχή,
ανεβαίνει-κατεβαίνει με ρυθμό
και μέτρο,
σταθερά, όπως ο σφυγμός του κόσμου,

ο σφυγμός που κάνει το αίμα μου βροχή
να πέφτει,
που κάνει τη βροχή αίμα μου ν’ ανεβαίνει.

Λοιπόν, απατάσθε, αγαπητέ μου Κύριε.
Έχω βροχή περίσσια ακόμα στο κορμάκι μου
κι εσείς ήρθατε πολύ νωρίς, φίλε μου Θάνατε.

*

ΤΟ ΑΝΕΞΗΓΗΤΟ

Το συρματόπλεγμα, ο καταυλισμός, καταλαβαίνετε,
συρρικνώνονταν καθημερινά,
τα σύρματα έπεφταν κατά πάνω μας
απ’ όλες τις πλευρές,
τ’ αστέρια κάθε μέρα χαμηλότερα.
Τα σκουριασμένα σύρματα πιο κοντά,
το στρατόπεδο πιο στενό,
το φως σκουριασμένο,
τ’ αστέρια από μέταλλο
καθημερινά κατέβαιναν
Καταλαβαίνετε;
Όχι, δεν κατάλαβαν.
Ήταν σιωπηλός! Ακόμη κι αυτός
δεν μπορούσε να εξηγήσει
πώς τ’ αστέρια έχουν γίνει
αγκάθινο στεφάνι.
Σαν τίποτα να μην είχε συμβεί,
πώς καταφέραμε να φορέσουμε
ένα συρμάτινο στεφάνι
για καπέλο.

*

ΣΑΦΗΝΕΙΑ

Όσο η θάλασσα κι αν ήταν ταραγμένη
όσο κι αν είναι σήμερα ήρεμη και λαμπερή.
Κι εγώ, πνιγμένος στο φως,
βλέπω ξαφνικά στο βάθος έναν αμφορέα,
που κινείται απαλά
απ’ τα θαλάσσια ρεύματα του βυθού.
Ένας αμφορέας ώχρας
με σχεδόν ξεθωριασμένα μαύρα σχέδια.
Βλέπω μέσα απ’ τα γαλανά νερά
τον αμφορέα μαύρο, με σχέδια ώχρας,
που μου θυμίζει κάτι ξαναϊδωμένο,
έναν αμφορέα διάφανο πολύ
με σχέδια γαλάζια
και φόντο κόκκινο της ώχρας.
Ναι, τον γνωρίζω!
Είναι το κεφάλι ενός αγάλματος.
Είναι –το γνωρίζω καλά– το ελληνικό μου
κεφάλι. Καρατομημένο.

*Αναδημοσίευση από το Νέο Πλανόδιο στο https://neoplanodion.gr/2025/06/16/exercices-de-redaction/?sfnsn=mo&fbclid=IwY2xjawK85g5leHRuA2FlbQIxMQBicmlkETFXTjZQeHM1bGVJM1l2eXJDAR5WqBSlM9ngwlMylk8ByfqKhIwivQgnWk8Oe2h_-7HoU2o2Yzq7gbYxLa6uJA_aem_Xr8AQ6G3pydhzstQ_lYrhw

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Σαν ένα κύμα

Σαν ένα κύμα θα ‘ρτει. Ή σαν το ξαφνικό φως που αστράφτει
στον ορίζοντα -φανάρι που δεν το ‘δειχναν οι χάρτες.
Σαν ένα κύμα. Πάνω στα λάδια και τα γράσσα, πάνω στα
μαύρα κουρασμένα σίδερα.
Σαν ένα κύμα. Στα βρώμικα, κρυφά φορτία. Στα σκοτεινά και φοβισμένα αμπάρια.
Σαν ένα κύμα θα’ρτει -μα εσύ πορεία μην αλλάξεις.
Δώσε το στίγμα κι ετοιμάσου μια για πάντα να ξυπνήσεις.

*Από τη συλλογή “Νόστιμον ήμαρ”, 1988.

Αγγελική Κουντουράκη, Στη σιωπή

Σε ένα δωμάτιο σκοτεινό μας έβρισκε γυμνούς το ξημέρωμα
Άρχιζες τότε να μιλάς σαν άνθρωπος στη θαλπωρή που πάει να φωλιάσει
για μια πόλη μακρινή
και εκείνα τα παιδιά που μέσα στην ίδια τους φωτιά κάηκαν
και τον κόσμο τελικά δεν κατάφεραν να σώσουν από την ιστορία

Κάποτε τα ποιήματα μελωδίες είχαν κρυμμένες για τα τραγούδια
και ίχνη άφηναν με τη γραφή
να μην μπορεί η σιωπή από την αδράνεια να χάσει ψιθύριζες
και στο σώμα σου έψαχνα την απόγνωση να κρύψω
και ένα λευκό μαντήλι για εκείνους στο λαιμό σου να τυλίξω

Με χαρτί και λέξεις δεν σώζεται ο κόσμος έλεγες
και τα χάδια γδέρνανε τη ψυχή
γιατί η συγκίνηση πια δεν μετράει ανθρώπους ζωντανούς
μα απώλειες και συντρίμμια και τις ζεστές ώρες σβήνει
για μια αγωνία ξένη

Βλέπαμε τις αλήθειες που άναβαν τον κόσμο μήπως ανάποδα γυρίσουν μα εμείς πίσω από κλειστές πόρτες κρυβόμασταν
Ψίθυροι που κραυγή θέλαν να γίνουν αυτό ήμασταν μου έλεγες
και σε σελίδες κιτρινισμένες κρυβόσουν μην και μας βρει η αντοχή

Ποτέ δε θα σιωπήσουν έλεγες και δεν σταματούσες να ρωτάς γιατί πίσω γυρίσαμε σε εποχές που μίσος ο άλλος γίνεται μέσα σε λίγες ώρες
Γιατί ακόμη ελευθερία πρέπει να ζητάμε σαν να έχει ήδη χαθεί;
Ποια απειλή έμεινε τώρα εμάς τους τυχερούς των αιώνων να ξυπνήσει;

Η απάθεια φύση μας ντύθηκε και ο τρόμος δεν μας έσωσε ούτε απόψε
μου έλεγες λίγο πριν αποκοιμηθούμε
στη συντριβή

Μαρία Πανούτσου, Το μπορντέλο

γνώρισα
ανθρώπους χωρίς ρίζες
χωρίς την μνήμη της γης
χωρίς τα νερά
που γλύψανε τις πατούσες
των προγόνων τους
χωρίς τον απέναντι
που μας κοιτά
με μάτια όλο προσμονή
για ένα
μικρό έστω θαύμα
νοερά

γκιζεράω στους δρόμους
και ρουφώ κατευθύνσεις
του ορίζοντα
καθώς απλώνω το χέρι
για ένα ανεπαίσθητο άγγιγμα
με το αεράκι

στο μάθημα της ιστορίας
δεν συγκροτούσα ημερομηνίες
αλλά δράσεις και πρόσωπα
αποφάσεις και αιματοχυσίες
ξεδιψούσα με τις σημαίες
που κρεμιόντουσαν
σχισμένες στα μπαλκόνια
εκεί μαζί κι οι άνθρωποι
ξαπλωμένοι στα πλακόστρωτα

κάποτε έγραψα σε μια έκθεση ιδεών
τον λόγο
που οι πράξεις των αριθμών
δεν είναι για μένα
αλλά το απέραντο του κόσμου
το νεφέλωμα και η δίνη

την ίδια εποχή σκεπτόμουν τα μπορντέλα
πως τάχα ήταν χώροι ελευθερίας
ήθελα την πόρνη
χωρίς την πράξη
που έκανε
το οίκημα χωρίς
την συνεύρεση ανθρώπων

τα δεκαέξι μου χρόνια ονειρευόντουσαν
το αναποδογύρισμα του κόσμου
γι’ αυτό αγόρασα του τόμους της ιστορίας
σε τιμή ευκαιρίας και πέρασαν τα χρόνια
μέσα σε εικόνες ενός τσίρκου

στο τέλος όλα τα φαντάστηκα
και χώρους και μυρωδιές και πρόσωπα
και λόγια και πίστεψα σε ένα θέατρο σκιών
ώσπου μια μέρα άδεια απ όλα
και με ένα τσουβάλι αναμνήσεις
αποφάσισα ότι είμαι
απλά ένας ακόμη άνθρωπος
και επιτέλους ησύχασα.

τότε ήταν που βροχή ήταν βροχή
ο ήλιος, ήλιος
το φαγητό, φαγητό
το σκέπασμα, σκέπασμα
το τραγούδι, τραγούδι
η φωτιά, φωτιά
η αβύσσους, άβυσσος

κτλ κτλ κτλ

τότε ήταν που πεθύμησα

ένα βιβλίο να είχα ένα βιβλίο μονάχα για όλη την μου την ζωή

οι ανίσχυροι
ζώα γυναίκες παιδιά έγχρωμοι μειονότητες ανάπηροι
μετανάστες άποροι…

Αθήνα 2020

Voltairine De Cleyre (1866-1912), Δύο ποιήματα

Η Πρόποση της Απελπισίας

“Κλαύσαμε και οι θεοί είναι σιωπηλοί
Εμπιστευτήκαμε και προδοθήκαμε
Αγαπήσαμε και ο καρπός ήταν η στάχτη
Δώσαμε και το δώρο μετρήθηκε.

Ξέρουμε ότι οι ουρανοί είναι άδειοι,
ότι η φιλία και η αγάπη είναι ονόματα
ότι η αλήθεια είναι σκωρία σαν στάχτη,
οι καμένες φλόγες του τέλους της ζωής.

Πολύ και μάταια περιμέναμε,
μετά τη νύχτα του ανθρώπινου τριξίματος,
για ένα μόνο τραγούδι στην άρπα της Ελπίδας,
ή μια αχτίδα αυγής στην ακτή.

Ναι, τραγούδια έρχονται αιωρούμενα, γλυκό θαύμα,
και σπίθες χρωματισμένες σαν βέλη αστράφτουν·
αλλά η γλυκύτητα είναι ψέμα, και κουρασμένα πόδια
τρέχουν πίσω από μια αχτίδα φωτός βάλτου.

Την ώρα της ανάγκης μας, το τραγούδι σβήνει,
και το στεναγμό της θάλασσας φουσκώνει από θλίψη.
Η σειρήνα χλευάζει με το γουργουριστό γέλιο της,
που πνίγεται στο το βαθύ χτύπημα του θανάτου.

Το φως που κυνηγάμε με τα αδέξια πόδια μας,
σαν τους στόχους καλύτερων χρόνων,
ταλαντεύεται ψηλά και χαμηλά και εξαφανίζεται,
οι σπίθες ήταν βαμμένες με τα δάκρυά μας.

Ο Θεός είναι ψέμα, και η πίστη είναι ψέμα,
και η αγάπη είναι δέκα φορές περισσότερο·
η ζωή είναι ένα πρόβλημα χωρίς λόγο,
και ποτέ κάτι που πρέπει να αποδειχθεί.

Προσθέτει και αφαιρεί και πολλαπλασιάζει,
και διαιρεί χωρίς σκοπό ή τέλος.
Όλες οι απαντήσεις της ψευδείς, ακόμη και ψευδώς αληθινές,
σύζυγος, εραστής, φίλος.

Το ξέρουμε τώρα, και δεν έχει πια σημασία.
Τι σημασία έχει η ζωή ή ο θάνατος;
Μικροσκοπικά έντομα, αναδυόμαστε από τη γη,
ο πόνος και η προσφορά είναι η ανάσα μας.

Σαν μυρμήγκια σέρνουμε στην κοντή μας άμμο,
ονειρευόμενοι “μεγάλα πράγματα”.
Ιδού, θροΐζουν, σαν φλοιοί σε έναν ωκεανό οργής,
στην ορμή των τρομερών φτερών του Χρόνου.

Ο ήλιος χαμογελάει χρυσός, και τα φυτά λευκά,
και ένα δισεκατομμύριο αστέρια χαμογελούν, ακίνητα·
Ακίνητα, άγρια ​​σαν εμάς, το καθένα γυρίζει προς τη γη,
Και δεν μπορεί να κρατήσει τη θέλησή του.

Χτισμένα, ανόητοι, τα μεγάλα σας πράγματα,
Ο χρόνος θα φέρει στο τίποτα·
Ζεσταίνεται με τραγούδι, τραγουδάει το γλυκό ψέμα,
Και το ψεύτικο βέλος τα δάκρυά του σφυρηλάτησαν.

Για εμάς, μια εκεχειρία για τους θεούς, τους έρωτες και τις ελπίδες,
Και μια προσευχή φωτιάς και ροής·
Μια ελαφριά στροφή στον χορό του θανάτου,
Και ένα δυνατό ζήτω για τον τάφο!

1892

*

Ζωή ή Θάνατος

Μια ψυχή, στα μισά της Πύλης, είπε στη Ζωή:
“Τι μου προσφέρεις;”

Και η Ζωή απάντησε:
“Πόνος, ο αδιάκοπος αγώνας, η απογοήτευση, μετά από αυτά
Σκοτάδι και σιωπή.”

Η ψυχή είπε στον Θάνατο:
“Τι μου προσφέρεις;”

Και ο Θάνατος απάντησε:
“Στην αρχή, αυτό που σου δίνει η Ζωή στο τέλος.”

Στρεφόμενη στη Ζωή: “Τι θα γίνει αν ζήσω και αγωνιστώ;”
«Άλλοι θα ζήσουν και θα πολεμήσουν μετά από εσάς
Λαμβάνοντας υπόψη ότι είναι πιο εύκολο εκεί που πρέπει να πάτε εσείς.»

«Και για τους αγώνες τους;» «Ένα πιο εύκολο μέρος θα είναι
Για τους άλλους, ακόμη και στο αποκορύφωμα του πιο οξύτατου πόνου
Της αγωνίας που κατακτήθηκε.»

«Και τι έχω εγώ
να κάνω με όλους αυτούς τους άλλους; Ποιοι είναι αυτοί;
«Εσύ ο ίδιος!» «Και όλοι αυτοί που ήταν πριν από εσάς», «Εσύ ο ίδιος!»

«Το σκοτάδι και η σιωπή, επίσης, έχουν τέλος;»
«Τελειώνουν στο φως και τον ήχο. Η ειρήνη τελειώνει στον πόνο,
Ο θάνατος τελειώνει σε μένα, και εσύ πρέπει να γλιστρήσεις από τον Εαυτό.

Για τον Εαυτό, όπως το φως στη σκιά και η σκιά στο φως ξανά,
Διάλεξε!»
Η ψυχή, αναστενάζοντας, απάντησε: «Θα ζήσω.»

Φιλαδέλφεια, Μάιος 1892

Γιώργος Β. Μακρής (1923-1968), Απλός λόγος

Υπάρχει εκτός των άλλων κι ένα τραίνο.
Κοιτάζω πάντα προς τα πίσω
ν΄ απομακρύνουνται τ΄ άγνωστα τούτα ζώα.
Είμαι χαρούμενος συχνά
που δεν αφήνουμε ίχνη.
Εσείς οι άλλοι μη μιλάτε
Το παιδί αυτό απεβίωσε χθες
και στην πόρτα ο ανίδεος επισκέπτης
βαστάει το ψάρι του δεμένο
με το πράσινο βούρλο.
Τι άραγε κερδίσαμε
ταχτοποιώντας τις χρονολογίες;
Μάθαμε αυτό και το είπαμε
δημιουργώντας κάποιες ιδέες.
Το είπαμε ο καθένας
με τη σειρά.
Όπως υπάρχει μια ψηλή ξυλένια σκάλα
και κόπος πολύς.
Και κάποτε ένας σκύλος σήκωνε
το πόδι του
άμα το επιθυμούσατε.
1942

*Πηγή: Γραπτά Γιώργου Μακρή, Πρόλογος-Επιμέλεια: Ε. Χ. Γονατάς, Αθήνα: Εστία 1986.

Βύρων Λεοντάρης, από την “Ψυχοστασία”

Ποτέ δεν είχε η Νύχτα τόσο πληγωμένα μάτια
ανάστατα, βουερά, έκθαμβα μάτια
για τα παιδιά των θυμωμένων τούτων δρόμων
που διασταυρώνονται με προβολείς και πολυβόλα.
Τον ίλιγγο του πυρετού γνώρισαν και τα δόντια
της παγωνιάς, της δίψας και της πείνας τη ναυτία,
ω ,σύντομοι, πολύχρωμοι ύπνοι με ξεσκέπαστα τα μάτια,
ω, της καρδιάς κελάρυσμα ύστερα απ’ το τρέξιμο
ξεφεύγοντας την άτιμη τρικλοποδιά του θανάτου…

*”Ψυχοστασία (ποιήματα) 1949-2006”.

Nicanor Parra, Βοήθεια!

Δε ξέρω πώς βρέθηκα εδώ:

Έτρεχα πανευτυχής
Με το καπέλο στο δεξί μου χέρι
Πίσω από μια πεταλούδα φωσφορίζουσα
Που μ’ έκανε τρελό από χαρά

Και ξάφνου γκαπ σκοντάφτω
Και δεν ξέρω τι έγινε ο κήπος
Το σκηνικό άλλαξε εντελώς:
Αίμα κυλά από το στόμα και τη μύτη

Ειλικρινά δεν ξέρω τι συνέβη
Ή σώστε με αμέσως
Ή φυτέψτε μου μια σφαίρα στον αυχένα.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα επείγουσας ανάγκης”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2008.
**Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.