Μαρία Πανούτσου, Το άσμα της λύτρωσης

α
Συζητούν μια ανακωχή με την ζώσα ύπαρξη
Για μια επιστροφή ομαδική στον κόσμο του αίματος
Πρωί μεσημέρι δείλι κι η νύχτα
Η πιο αιματοβαμένη ώρα της μέρας
Τότε συζήτησαν να βρουν έναν θνητό
από τα μαλλιά μέχρι τα νύχια
Δεν τους αρκούσε ο καθημερινός άνθρωπος

β
Κουράστηκα ν’ ακούω θλιβερές ιστορίες
Παρακαλώ όχι άλλες ειδήσεις
Ας φλέγεται η πόλις και ας ανοίγουν συθέμελα οι δρόμοι
Βαδίζουμε από την ανημποριά στην δυστυχία
Και από την πεντάλεπτη χαρά
Στην αιώνια ντροπή και στην βία

©Μαρία Πανούτσου  

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Υποκλίνομαι

Στον οργασμό του σώματος και της γης
και των θαυμάτων υποκλίνομαι

στα φεγγαρόφωτα του νου

στο βαθύτατο ξάφνιασμα
του εντός και του εκτός εαυτού
καθώς καλείται και γρηγορεί
να ξεχάσει όσα γνωρίζει
και να ξαναθυμηθεί αυτά που δεν ξέρει.

Στις πολύχρωμες συνευρέσεις υποκλίνομαι
και στις ευφρόσυνες ιαχές

στο λευκό μπαλέτο των αγγέλων
που ψάλλει «Αι γενεαί πάσαι»
αναδύοντας ήχους απόκοσμους
κι αλληλουχίες ρυθμικές
συνοδεία εικόνων μιας άλλης μέρας
και νύχτας

στους δρομείς
τους γυμνασμένους σε πτώσεις συνεχείς
κι όχι στο πέταγμα
γνωρίζοντας καλά
πολύ καλά
πως ακόμα και στον άλλο κόσμο
αυτό που αγαπούν
πάλι θα τους λείπει

και φυσικά
σε σένα υποκλίνομαι
που κολυμπάς στις απέραντες θάλασσες
για μια στάλα νερό
με το χαιρετισμό σου στα όρια της ανάφλεξης
τον καμωμένο αργά και περήφανα
όπως ταιριάζει
σε μια πράξη ζωής ή θανάτου.

Χαρά Παπαδοπούλου, Δύο ποιήματα

Artwork: Alia Qunhua

Απροσδόκητη συνάντηση

Μια μέρα συνάντησα την αλήθεια μου.
Πήγαινα να ψωνίσω στο σούπερ μάρκετ.

Τη ρώτησα αν ήταν καλά στην υγεία της.
Κι εκείνη μου απάντησε:
«Καλά, εσείς;»
Κι εγώ της λέω:
«Τι περιττός πληθυντικός!»

«Γιατί; Δεν είναι ταιριαστός με την ηλικία σου;
Ή μήπως δεν έχεις το κύρος της τιμής του;»

«Μπα! Τι ξαφνική οικειότητα είναι αυτή;
Εσύ τόσα χρόνια παρίστανες την άγνωστη.
Μου μίλαγες σαν να ’μουν καμιά ξένη.
Κι ούτε με άφηνες καν να σε συναντήσω.
Κι ούτε έπαιρνες από παρακάλια και λυγμούς.
Και τώρα σου θυμήθηκε να μ’ εμψυχώσεις;
Καθάρισες, νομίζεις, με το νεόκοπο ενικό σου;
Τι να την κάνω την ψεύτικη εκτίμησή σου;
Εγώ ήθελα την αλήθεια μου στο πλάι μου».
«Τότε να μου είχες καταργήσει τον πληθυντικό νωρίτερα.
Λες και δεν ξέρεις πόσο απεχθής μού είναι
η σεμνοτυφία».
Με πήρε αγκαζέ και πήγαμε μια μικρή βόλτα στο πάρκο.
Μετά είχα να γυρίσω για ψώνια.

***

Κανόνας στην εντατική

Τα καλά παιδιά επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Οι λαμπρές εξαιρέσεις επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Ο κανόνας πάσχει από οξεία ανασφάλεια.
Χρήζει άμεσης και ταχείας επιβεβαίωσης.
Σας εφιστώ την προσοχή, κυρία μου!
Ο κανόνας σας επιβάλλεται να νοσηλευθεί άμεσα.
Παρακαλώ, παρακαλώ! Όχι, αντιρρήσεις.
Οι αντιρρήσεις θα του κάνουν κακό.
Μα δεν τον βλέπετε, έχει γίνει κατάχλωμος.
Αν πάθει κάτι, θα είστε η μόνη υπεύθυνη.
Σας προειδοποιώ! Δεν αστειεύομαι!
ΜΕ ΑΚΟΥΤΕ; [Ξελαρυγγιάζεται]
Επιβεβαιώστε τον επιτέλους!
Κινδυνεύει να μπει στην εντατική.
Πώς θα ζήσετε χωρίς αυτόν;
Μα δεν λυπάστε τα νιάτα σας;
Ναι, μα βέβαια, υπάρχουν κι άλλοι κανόνες.
Μα αυτός είναι ο δικός σας. Ο προσωπικός σας, κανόνας.
Κι εσείς είστε η δική του. Η κατάδική του, λαμπρή εξαίρεση. [Παύση]
Ε… τον επιβεβαιώνω. [Καταρρέει]
Λυπάμαι πολύ. Καθυστερήσατε.
Ο κανόνας σας εξέπνευσε.
Κι εσείς, εσείς, αγαπητή μου,
Λυπάμαι, λυπάμαι πολύ,
Δεν αποτελείτε, πλέον, καμία εξαίρεση!

*Από το βιβλίο «Ένα γυμνό κρεμμύδι», Εκδόσεις των Άλλων, 2016.

Νίκος Βαρδάκας, Πάρτι

Κεριά φωτίζουνε το δωμάτιο αυτό που
οι ποιητές ονομάζουνε αύριο. Δυνατά
ακούγεται η μουσική, όσο το πιάνο και τα
βιολιά ζευγαρώνουν στην ψυχή.
Φωνές και τραγούδια, κρασί και λουλούδια
ψέγουν το Είναι μας και μαλώνουν την Πούλια.
Ως το πρωί, μέχρι ο ήλιος να φέξει αυτό το πάρτι
πρέπει να αντέξει.
Να ξεφύγουμε απ΄το σώμα μας, να καούμε στο χρώμα μας.
Το γκρίζο να γίνει μαβί, να αλλάξουμε μορφή που
περιφέρουμε σαν το σκουλήκι που μεταμορφώνεται σε
μεταξοσκώληκα.
Πιείτε, χορέψτε η χαρά είναι σύντομη, μονάχα αγαπήστε
ξημερώνει η ντροπή.

Arthur Rimbaud, Τραγούδι από τον πιο ψηλό πύργο

Θέλω νά ’ρθει τώρα
Του έρωτα η ώρα.

Έκανα τόση υπομονή
Κι η λησμονιά παντοτινή.
Φόβοι, καημοί και θλίψη
Φεύγουν στα ουράνια ύψη.
Από μια δίψα νοσηρή
Το αίμα μου έγινε χολή.

Θέλω νά ’ρθει τώρα
Του έρωτα η ώρα.

Όπως και το λιβάδι
Παρατημένο στη λησμονιά
Φουντώνει και θάλλει
Στα νηρόχορτα και τη λιβανιά
Μέσα στο άγριο βουητό
Από βρομόμυγες σωρό.

Θέλω νά ’ρθει τώρα
Του έρωτα η ώρα.

*Απόσπασμα από την “Αλχημεία του λόγου”.
**Μετάφραση Χριστόφορου Λιοντάκη με επεξεργασία Γιώργου Χριστιανάκη. Από εδώ: http://xeniastos.blogspot.gr/2015/02/blog-post_5.html
***Το ποίημα το πήρα από εδώ: http://eisvathos.blogspot.com.au/2017/12/blog-post.html

Γιάννης Βούλτος, Τρία ποιήματα

ΑΓΙΟΣ

Μνήμη Σταύρου Τορνέ

Κουβαλά το σταυρό του
Βακτηρία

Ανεβαίνει το Γολγοθά του
Τραγουδώντας
Αμανέδες

***

ΜΟΝΟΝ

Τούτο το ποίημα
Είναι νεκρό
Με το που γράφτηκε
Έσβησε στα χέρια μου
Τώρα
Μόνον εσένα περιμένει
Να το αναστήσεις

***

ΑΠΟ ΜΗΧΑΝΗΣ ΘΝΗΤΟΣ

Σαν καβαλάρης δίχως μοίρα
σοδιάζω στα μεσόστρατα
ξωμάχους τους ανέμους
να παίξουν με τη λησμονιά
το χάροντα στα ζάρια

*Από τη συλλογή “Ανθρωποθυσία”, 2010.

Θανάσης Γεωργιάδης, Τρία ποιήματα

Σύνθεση: Alia Qunhua

ΑΜΦΙΠΟΛΗ ΣΕ ΚΑΙΡΟ ΧΕΙΜΩΝΟΣ

Λόγι’ από τέφρα
χωνεύονται μες στην ομίχλη γκρίζα
σκίζα ενός τεράστιου δαυλού
ο κεραυνός
και του Στρυμόνα οι Εννέα Οδοί παντέρμες

κάπου περί την Αμφίπολη, Μάιος 1987

***

ΟΛΥΜΠΟΣ

Η γη ροδίζει αυτού, ασπρίζει και σαρκώνεται
ψηλότερα στου ποταμού τις γούρνες
κι ο Δίας πάντα άφαντος στα δήθεν θεία
γούπατα

Ενιππέας, 8 Αυγούστου 1988

***

ΡΙΓΟΣ

Τρεκλίζουν δέντρα, σκιρτούνε τα βουνά,
οι λόφοι
εν θέσει τρεμουλιάζοντας·
χειμώνας

Καλλίπετρα Βεροίας, 18 Ιανουαρίου 1989

*Από τη συλλογή “Το ημερολόγιο ενός ουρανοδρόμου”, Εκδόσεις Δήγμα 2014.

Στέλιος Ροΐδης, Η Κακιά Κική

Η Κακιά Κική έδειρε το κακό παιδί της
Ο αφέντης περίμενε εώς που να βουρκώσει το ρήγμα
Η Κική ήταν κακό παιδί
Έξω από την ζήλεια της όλος ο κόσμος υπήρχε
Τα πλούτη του καιρού φούντωναν την θρησκεία της
Τα υγρά και το σώμα της ήταν παλιά
Η κακιά Κική δεν άντεχε το φως του καημού
Και καημέ του φώναζε γύρνα πίσω να σε αντέξω
Γιατί αλλιώς δεν αντέχω
Και μέσα σε ένα δωμάτιο που είχε στολίσει μικρή
Την είδα ίδια και ίδια και βαρετή
Κάτι, κάτι θα ήταν, με βρισιές να παρακαλάει.

10/2/13

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Ερείπια της Παλμύρας

Όσο περνά ο καιρός και κάνω ένα προχώρημα
βαθύτερο μες στην παραδοχή, τόσο καταλαβαίνω
γιατί βαραίνεις κι αποχτάς τη σημασία
που δίνουν στα ερείπια οι άνθρωποι. Εδώ που όλα
σκουπίζονται, τα μάρμαρα κι οι πέτρες κι η ιστορία
μένεις εσύ με την πυρακτωμένη σου πνοή για να θυμίζεις
το πέρασμα ανάμεσα στην ομορφιά, τη μνήμη
εκείνου που εσίγησε ανεπαίσθητα εντός μου
σφαδάζοντας στην ίδια του κατάρρευση κι ακόμα
τους άλλους που ανύποπτοι μες σε βαθύν ύπνο διαρρέουν.

Όσο περνά ο καιρός και προχωρώ βαθύτερα
στο ακίνητο φθινόπωρο που μαλακώνει πλένοντας
με φως τα πεζοδρόμια, τόσο βλέπω
στη χρυσωμένη δωρεά του ήλιου μια εγκατάλειψη
για όσα περιμένω και δεν πήρα, για όσα
μου ζήτησαν κι αρνήθηκα μη έχοντας, για όσα
μοιράστηκα απερίσκεπτα και μένω
ξένος και κουρελιάρης τώρα
Μα όταν
μες στη θρυμματισμένη θύμηση αναδεύω
ερείπια, βρίσκω απόκριση βαθιά γιατί τα μάρμαρα
κι οι πέτρες κι η ιστορία μένουν για να θυμίζουν
το πέρασμά σου ανάμεσα στην ομορφιά – απόκριση
για όσα περιμένω και δεν πήρα

Γεωργία Τρούλη, Το φως

Η λεπτή χειρονομία του φωτός αποκαλύπτει ατέλεια
Η έντονη αντίθεση του αποφασίζει την ένταση
Η αναποφασιστικότητά του υποδηλώνει αυγή ή απόβραδο
Η απομάκρυνση επιτάσσει σφαγή οργασμό ή δημιουργία
Η άπλετη φωτεινότητα προσδιορισμό
Εκεί κάπου στα λαγούμια μιας γης που οδηγεί σε ορίζοντα
Αναζητάς συγκινήσεις που θα θρέψουν το βλέμμα ανάστροφα
Σε μια εικόνα που δεν υπήρξε πριν να επινοηθεί ο κόσμος
Απρόσκλητος και απρόσφορος για ζωή
Εκεί κάπου φανερώνει ο ουρανός να βλέπει
Τα πάντα
Ειρωνικά
Μπλε και γαλάζια

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι ΄έργο τη Γεωργίας Τρούλη.