Ξυπνάς πάλι μόνος και το βάρος στο στήθος είναι πάλι εδώ
βάρος αδιαμφισβήτητο, βάρος ασύλληπτο, βάρος πραγματικό
βάρος πιο αληθινό απ’ οτιδήποτε θα σε περιμένει και σήμερα εκεί έξω.
Άκου. Άκου τα λόγια μου. Απλά χρειαζόμαστε λίγη φαντασία, εντάξει;
Άκου τα λόγια μου.
Δεν έχεις ξυπνήσει μόνος.
Και το βάρος στο στήθος;
Είναι επειδή σε σφίγγει στην αγκαλιά της.
Τώρα σήκω.
*Η φωτογραφία της ανάρτησης συνοδεύει το ποίημα στην ιστοσελίδα του ποιητή (την οποία μπορείτε να περιηγηθείτε ασφαλώς για περισσότερα) στη διεύθυνση: http://www.alexantonopoulos.com
Όταν τα χρόνια περνούν
κάποιοι γίνονται καλύτεροι
και κάποιοι όχι
οι πρώτοι είναι λιγότεροι
χωρίς αμφιβολία
οι εμπειρίες
τα τραύματα της ζωής
σκληραίνουν συνήθως την ψυχή
αντί να την μαλακώνουν
να την κάνουν πιο ανθρώπινη
το συναντάμε σχεδόν κάθε μέρα
για πολλούς μεγάλους ανθρώπους
που τους ξέρουμε από παλιά
να λέμε ¨πώς έγινε έτσι¨
άλλοι τους ρίχνουν ευθύνη
άλλοι τους δικαιολογούν
μα ένα είναι σίγουρο
έχουμε την ευθύνη της επιλογής
γι΄ αυτό που γινόμαστε.
***
Αν
Κοίτα
αν δεν ξεσηκωθείς
θα σου περάσουν ενώτια στ΄ αυτιά
σαν τα μοσχάρια
και θα χαμογελάς
καθώς θα το θεωρείς
προνόμιο μεγάλο
αν δεν ξεσηκωθείς
θα τρως ορισμένες μέρες
του μήνα
μεταλλαγμένα τρόφιμα
και θα ΄σαι ευτυχής
ακίνητος απ΄το φόβο του θανάτου
θα ζεις το θάνατο κάθε μέρα
οι επιθυμίες σου θα χάνονται
μόλις γεννηθούν
αν δεν ξεσηκωθείς
τον εαυτό σου θα ψάχνεις
μα δεν θα τον βρίσκεις πουθενά
θα ζεις χειρότερα απ΄τον σκλάβο
θα είσαι ένας αριθμός.
Και σκέπαζαν τους τοίχους οι σωροί,
ζωντάνευαν, ξεφώνιζαν την αριθμητική
το απαιτούμενο ξεφώνιζε η ρίζα τους ρευστό-
και ψάχνανε τα μάτια να βρούνε μια σχισμή.
Έτσι ζούσε ο Γιάννης
σε κύκλο που ‘πηζε κι άφηνε νεκρά κενά στο νου,
κωφάλαλος στων ιδεών τη σκοτεινή βοή,
με τα συμβόλαια που αποσπούσε από πελάτες
ζούσε.
Στεκόταν συμπαγής στο κουστούμι που ‘ραψε
για τον εαυτό του, στεκόταν συγχρόνως κι ευγενής
για τις μέρες που ‘δωσα γάλα στο παιδί.
Έτσι ξεκούμπωσε για λίγο το σακάκι:
καθόταν στην άκρη με το δείχτη ιδρωμένο στο κρεβάτι,
σημάδευε στο κυπαρίσσι την κορφή.
ό,τι κατάπινε το αδίστακτο σκοτάδι.
Γύρω τριγύριζαν τα πιτσιρίκια
ζητούσαν στοργή και σημασία
πριν φύγω ένα σήκωσα αγκαλιά
το κοίταξα στα μάτια κι είπα:
τι ουρανός
βλέπω να ‘ρχεται Χριστέ μου
τι κεραυνοί θα κρύβονται
βαθιά στα χώματά του
*Από τη συλλογή “Το σκίτσο στην ντουλάπα”, Εκδόσεις Θράκα, Δεκέμβρης 2017.
Σε μια ανάποδη βόλτα είδα την ομορφιά
Είχα στα μάτια καρφιά και ένα νου βυθισμένο
Μου είπε δεν ξέρω αν θα σε περιμένω
Μου είπε γεμίσαμε πράγματα παλιά
Μου είπε, δεν ξέρω να κάνω αυτά που ζητάς.
ΤΟ ΠΙΟ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΟ ΧΑΔΙ
Το πιο ανεπαίσθητο χάδι
Μύρισε την ζωή μου
Μια συνηθισμένη μέρα
Μπήκε μέσα με κάθε δικαίωμα,
Ήθελα να το αγοράσω αλλά δεν μπορούσα
Με αγόρασε αυτό,
Του είπα ότι δεν θα ξαναπεράσω από εδώ
Μου είπε δεν πειράζει
Εγώ θα σε βρω
Του είπα δεν μπορώ να σε δω,
Μου είπε
Απομακρύνσου, και άλλο,
Μια μέρα,
Μια μέρα συνηθισμένη μου είπε αυτό,
Που όλοι μιλούσαν.
No hay cielo, no hay estrella, no hay textura.
Lleno de vaho triste y tan sediento
como grito de tierra en un vacío,
sin esperanza y con mira en deseo.
Va urdiendo frente a todo arbitrio injusto,
con la rabia de un tigre a caldo seco.
En juego a vida o muerte, busca el pan
con las garras que clavan su veneno.
Su soledad se enciende de apetitos
e irrumpe, con acciones de sucesos:
de unas jornadas firmes en monedas,
de unas jornadas firmes en secretos.
La precaria vivencia la compone
con odio, donde ríe con el viento.
Latido de balada oculta en nubes
de vena aguda en hambre al aire expuesto.
Abandonado al curso de sus horas,
sin luna que le entone su enderezo.
Así “entre cicatrices amarillas”
se produce sombrío mi lamento.
ODA TO THE FIGHT AND TO SOMETHING
There is no sky, no star, no texture.
Full of sad mist and so thirsty
Like a cry of earth in a void,
Without hope and with a look of desire.
He is going against all unjust arbitrariness,
With the rage of a tiger to dry broth.
At stake to life or death, look for bread
With the claws that nail his poison.
Your loneliness turns on with appetites
And bursts, with events actions:
Of a few hard days in coins,
Of a few days of secrets.
The precarious experience composes it
With hatred, where he laughs with the wind.
Ballad beat hidden in clouds
From acute vein to starvation in the open air.
Abandoned in the course of his hours,
Without moon that intones its right to him.
Thus “between yellow scars”
There is sombre mourning.
ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΑΤΙ
Δεν υπάρχει ουρανός, κανένα αστέρι, καμία υφή.
Γεμάτος από μια θλιβερή ομίχλη και διψασμένος
Όπως μια κραυγή της γης μέσα σε ένα κενό,
Χωρίς ελπίδα και με μια ματιά επιθυμίας.
Πέρα από κάθε άδικη αυθαιρεσία,
Με την οργή μιας τίγρης πάνω από ένα ζεστό ζωμό.
Στο διακύβευμα ζωής ή θανάτου, ψάξτε για ψωμί
Με τα νύχια που καρφώνονται στο δηλητήριό του.
Η μοναξιά σου ξεκινάει με όρεξη
Και εκρήγνυται με δράσεις εκδηλώσεων:
Από μερικές σκληρές μέρες σε νομίσματα,
Από λίγες μέρες μυστικών.
Η επισφαλής εμπειρία το συνθέτει
Με μίσος, εκεί όπου γελάει με τον άνεμο.
Η μπαλάντα κρύβεται κρυμμένη στα σύννεφα
Από την οξεία φλέβα μέχρι την πείνα στον ανοιχτό αέρα.
Εγκαταλειμμένο κατά τη διάρκεια των ωρών του,
Χωρίς το φεγγάρι που σημαίνει αυτό το δικαίωμα σε αυτόν.
Έτσι, “ανάμεσα σε κίτρινες ουλές”
Υπάρχει πένθος σκιάς.
Ωρύονται οι ανέμοι να βάψουν
Με αόρατα πέπλα αναπνοών
Τ’ ασβεστωμενα χαμόγελα της διάβασης
Με το ερυθρό εξάνθημα της Σαχάρας,
μιας σκόνης ταξιδιάρας
Εδώ δεν είναι Αφρική, φωνάζει θυμωμένος ο Ζέφυρος
Εδώ δεν είναι τίποτε απ’ ό,τι γνωρίσατε πριν
Είναι σέλας αμόλυντο, στιλβωμένο χρόνια από ήλιους,
Κρητίδα, κιμωλία…
Είναι η αρχή του παραμυθιού
…Της στράτας του γυρολογιού
Σε πράσινη μέρα ο άσπρος κύκλος
Του περιπλανώμενου
Κήπου των Εσπερίδων…
Στην κοίτη γράφτηκαν οι μέρες της εβδομάδας
Κι ο χείμαρρος σβήνει ονομασίες πεζές
Να δώσει νέες του κυλήματος,
Του όχλου των υδάτων
Και ονομάτων των Κυπρίων ακόμα και των ξένων
Που αγαπούν την Κύπρια μεσόσαρκη σάρκα
Πάνω ψηλά στο δρόμο για τις Πλάτρες
Τα σπίτια πλήθυναν και ζητού
Συλλογικές, βαφτιστικές εικόνες
Τόσο λαμπρά είναι τα μυστικά
Που αλλάζουν κάθε μέρα ονομασία
Μα όχι την ουσία
Σήμερα βρίσκω το κουρεμένο ρέλι της ασφάλτου
Στα κράσπεδα των δρόμων με τις Ελιές
Και τα γιασεμιά που βυθίζουν σε φως και μυρωδιές
Τους δρόμους της πόλης μου
Πέτρου και Παύλου η καμπάνα λίγη έχει ανάπαυλα
Κάθετα στην Παπαδιαμάντη η Αριστοβούλου
Κάθετα στην Πολέμη η Αριστοβούλου
Παράλληλα στην Παλαμά
η Αριστοβούλου, όπου μένω
Γεμίζει φως ακόμα και το φως
Ελληνικά γράμματα, φιλέματα, δικά
Έτοιμο τ’ όνειρο να πάρει σειρά
Παντοτεινή
Τόσο λαμπρή είναι η Λαμπρή του γυρισμού
Με μπουκέτα χρωμάτων
Και ύσσωπο αντάμα
Ίσως αν σου δινόταν
…η ευκαιρία να ερχόσουν
στην Κύπρο
θα μπορούσες να δεις
το χρώμα του ήλιου
σου μιλώ γι αυτόν κάθε μέρα
λες και δεν τον γνωρίζεις από τα φύλλα που πέταξαν οι κλώνοι σου
τόσο νωρίς στα μέσα του δεκαεννιά εκατοντάδες
στο απόλυτα ολόγιομο κόκκινο αίμα
του τραγουδιστή ήλιου
στο τριαντάγλυφο φύλλο του
άνοιγμα της απλώστρας του
αυλής της εισόδου του στις μέρες
του νηστευτή λιακωτή κι αλισσομένου ( αλυσοδεμένου, Κυπρ.)
Ηλίου των ηλιανθέμων
Ηλίου των επαιτών του γυρισμού
Γεννήθηκες
Χίλια καλημερίσματα και άλλα τόσα
Προσδέχεται ο θόρυβος των κινούμενων
Σκιών των σχημάτων της μνήμης
Που δοσμένα στο φως
Καθαρίζουν την υδρόσφαιρα της θάλασσας με πάθος
Κρατώντας την ταυτότητα της
Χρωστικής ψυχής σου
Ω, αγάπη των στηθών της θάλασσας
Ω φως!
Ω φως μου!
*Από τη συλλογή “Κούρης, Ο κεραστής του Οίνου”, Λεμεσός, Μάρτιος 2018.
Όταν κέρδισα την καρδιά σου
Με δελέασε
σαν πολύτιμο κομμάτι από διαμάντι.
Την αγκάλιασα, την έκρυψα,
και την ύμνησα,
μ’ έκαψε.
Σαν πεταλούδα
όρμησα στα φώτα σου.
Πέθανα μια φορά
πριν την αποκαλύψω
πυγολαμπίδα μου
πέθανα μια φορά
για μια εκατό φορές ολοζώντανη αγάπη
αγάπη μου.
Ακριβή μου,
πέθανα για σένα μια φορά
όταν πρωτοκέρδισα την καρδιά σου.
*Ο Didi γεννήθηκε στο Σουδάν, ήταν βραβευμένος εικαστικός στη χώρα του, είχε κάνει μεταπτυχιακές σπουδές εσωτερικής διακόσμησης και σκηνογραφίας στις ΗΠΑ. Από τη δεκαετία του ’80 μετανάστης στην Ελλάδα, περιπλανώμενος, παίζοντας φλογέρα στα μαγαζιά και τις ταβέρνες, γράφοντας ποίηση. Στο ίντερνετ δε βρήκα κάποια αναφορά σ΄εκείνον ενώ είχε εκδώσει συλλογές και μετά το 2000. Δε γνωρίζω που βρίσκεται αυτή τη στιγμή. Έχω στα χέρια μου την ποίησή του, που ξεχειλίζει από αραβικό ρυθμό, από το συναισθηματισμό της αραβικής ποίησης του μεσαίωνα, από την Αφρική προφανώς με τα χρώματα, τον εξωτισμό και τα πολλά προβλήματα που της φόρτωσαν, από την Ελλάδα στην οποία μάλλον ακόμη διαμένει. Η ποίηση του Didi είναι λιτή, ουσιώδης, επείγουσα, αυθεντική. Είναι σπάνιο τι βρίσκει κανείς κάποιες φορές. Όλα τα σπάνια τα βρίσκουμε κατά τύχη. Βασίλης Κουντζάκης.
Στην αρχή, είναι μόνο μια μειοφηφία
που πέφτει θύμα.
Έναν τον πατάει το λεωφορείο
εκείνον τον πολυλογά από το Β6
ή η χοντρή ξαδέρφη με τις κοτσίδες
που μύριζε κωμικά, είναι άφαντη,
άφαντη ξαφνικά. Άλλοι πέθαναν σε μια φωτιά
ή τους πήραν βιαστικά, μέσα στη νύχτα. Αργότερα
κατέφτασαν
πένθιμα αγγελτήρια. Σα σκιά
μεγάλωσε, ετούτη η μικρή ομάδα των απόντων,
και δεν μπορείς να θυμηθείς σε ποιον ανήκε
το καπέλο αυτό
και σε ποιον, αυτό το στόμα.
Κι έπειτα, κάποια μέρα έρχεται η στιγμή,
ασυναίσθητα, και περνάει, ύπου διαπιστώνεις
πως οι μισοί απ’ αυτούς που σε τάισαν, μίσησαν, δίδαξαν
και φίλησαν,
έχουν εξαφανιστεί.
*Από τη συλλογή “Ιστορία των Νεφών” (2003), που περιλαμβάνεται στο “Ιστορία των Νεφών και άλλα ποιήματα”, σε μετάφραση Γιώργου Πρεβεδουράκη. Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΟΚόΝ, 2016.
μιλούσε πιο
όμορφα από
όλες
περπατούσε πιο
όμορφα από
όλες
έλαμπε στα
βρώμικα στενά
τα παιδιά τη
κοιτούσαν από
τα παραθύρια
οι πιο
θαρραλέοι την
ακολουθούσαν
σπουδές
ξέγνοιαστα χρόνια
και τώρα τρία παιδιά
υπάλληλος
παιδικά πάρτυ
ημιαργίες
διακοπές στα
νησιά
εκδρομές
η Νάντια
άρχισε να
ξεθωριάζει
και όταν τα
βράδια της
έβλεπε το
φως να
σκουραίνει
κάτι υποψιαζόταν
Τενεκεδένιοι άνθρωποι
Μετά τη δουλειά
Στο τενεκεδένιο ετούτο μπαράκι ανταμώνουν
Για ένα ποτό και κουβεντούλα
Κι’ ένα ακόμα ποτό και τραγουδάκι
Κι’ η τενεκεδένια γκαρσόνα τις κούπες γιομίζει
Ξανά και ξάνα
Κι’ έχει υπέροχα μάτια πράσινα
Κι’ οι τενεκεδένιοι άνθρωποι μεθάνε για χάρη της
Ξεχνούν τα τενεκεδένια τους βάσανα
Για λίγο γίνονται άλλοι άνθρωποι ανθρώπινοι
Για λίγο, αλίμονο, γιατί σε λίγο σημαίνει μεσάνυχτα
Κι’ οι τενεκεδένιοι άνθρωποι το διαλάνε…
Πω, πω, χάλια! παραπατάνε
Το δρόμο παίρνοντας για την τενεκεδένια τους κλίνη.
ΑΛΛΟΣ
Ένας άλλος κοιμάται με την γυναίκα σου τώρα
Ένας άλλος
διαβάζει την εφημερίδα σου
καπνίζει το τσιγαράκι σου πίνει το καφεδάκι σου
Ένας άλλος
φοράει το παλτό σου το καπέλο σου
πηγαίνει στη δουλειά σου
τρώει το φαΐ σου
πληρώνει τους λογαριασμούς σου
ζει τη ζωή σου
Ένας άλλος
σε κυττάζει πίσω απ’ τον καθρέφτη· / και σε φτύνει.
ΠΟΜΠΗ ΚΩΛΕ΄
Μιανού ο κώλος παίζει το τρομπόνι
Μιανού άλλου ο κώλος παίζει την τρουμπέτα
Του χοντρού ο κώλος παίζει την τούμπα
Και παν… αργά…
αργά, στο ρυθμό της πένθιμης κωλοφανφάρας
Ήταν σπουδαίος κώλος
ο κώλος αυτουνού που είναι μέσ’ στην κάσα.
ΜΙΜΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΑΙΡΗ
Πήγε στο σούπερ μάρκετ
Γυναίκα βρήκε
Στο ψυγείο με τα νωπά
Κυριακή την παντρεύτηκε
Στο φούρνο με πατάτες.
ΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ
Πότιζε τα λουλούδια της
και νά, γίνονται χέρια
τα λουλούδια
γίνονται κάτι άντρακλες
ντούροι νταβραντισμένοι
τα λουλούδια
γραπώνουνε την κυρά
σιμά τους την τραβάνε
τα λουλούδια
την κυρά ξεγυμνώνουν
της κάνουν έρωτα
έρωτα τα λουλούδια
κι’ εκείνη
ω! εκείνη γίνεται ένα
με τα λουλούδια η κυρά
άνθος της τρισευτυχίας
αχ, η κυρά των λουλουδιών.
Ο ΑΝΘΡΩΠΑΚΟΣ
Είν’ ο ανθρωπάκος
που πάει στη δουλειά του
νωρίς το πρωί
με σηκωμένους ως τ’ αφτιά τους γιακάδες
με την ομπρέλα του, αμίλητος
με μια ομίχλη ντιπ λονδρέζικη γύρω του
ίδιος τάλε κουάλε ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης.
Το έκτακτο παράρτημα της εφημερίδας
γράφει για τ’ αποτρόπαια όνειρα της νύχτας του.
ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ
Ξημερώνει… Ώρα να πηγαίνεις.
Σιγά μαζεύεις το μπράτσο σου κάτω απ’ το κεφάλι της.
Ντύνεσαι βιαστικά, χτενίζεσαι, ανάβεις τσιγάρο
Να κοιμάται την αφίνεις
Δεν την αποχαιρετάς
Την πόρτα ωστόσο καθώς κλείνεις κοντοστέκεις
Μια τρυφερή ρίχνεις ματιά πίσω, ίσως κι’ αναστενάζεις.
Η Ζωή! Όμορφη που ‘ναι, σαν αγαπημένη
της μιας νύχτας!
Τη σκάλα τώρα κατεβαίνεις
Και πεθαμένος χάνεσαι στο πλήθος μέσα των πεθαμένων.
ΒΡΟΧΗ ΜΕΤΕΩΡΙΤΩΝ
Κορίτσια πέφτουν
στην ουράνια απόψε γέφυρα ομορφιάς.
Ω! Οι μικρές μου στάρλετ οι περσίδες που τις λέγαν οι παλιοί
Ωσάν άγγελοι με αποκαλυπτικά μπικίνι
Από λάθος φωτιά φλεγόμενες.
Ονειρεύονται καριέρες… πρίγκιπες…
Οι καϋμένες! Απόψε λάμπουν μες στα σκότη της καρδιάς μας
Απόψε ζουν το παραμύθι τους.
Στο φινάλε, τί θ’ απομείνει είναι γνωστό:
λευκή σάρκα ημερολογίου σε ένα ποίημα φαναρτζίδικο.
ΑΝΑΛΗΨΗ
Πηγαίνεις
βιαστικός
ως συνήθως
έγνοιες σε κυνηγούν
σκοτούρες
υποχρεώσεις
οι δαίμονές σου
και ξάφνου
η αναπάντεχη σκάλα μπροστά σου
ούτε που το σκέφτεσαι
πιάνεις κι’ ανεβαίνεις τη σκάλα
κι’ ανεβαίνεις
κι’ ανεβαίνεις
κόσμος μαζεύεται γύρω
(από κάτω)
έκπληκτοι
τα μάτια τους τρίβουν
τη σκάλα κανείς φυσικά δεν την βλέπει
η σκάλα υπάρχει μόνο για σένα
σε περνούν με συγχωρείς για βλαμμένο
κι’ εσύ τους στέλνεις φιλάκια
δίκην ευλογίας
καθώς χάνεσαι μες στα σύννεφα
και τότες
απ’ το γιακά σε γραπώνει
ο χωροφύλακας
στη μέση του τυλίγεις το χέρι σου
και χορεύετε και χορεύετε
…βαλς στα σύγνεφα.