Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Μαρία Πανούτσου, Δύο ποιήματα
Μια τόση μικρή αλήθεια/
που όμως αρκετή /
για να σημαδεύσει την νέα εποχή/
1 συν 1
Το ένα και μοναδικό/ξεπροβάλλει σ’ ένα άνοιγμα
το λέμε παράθυρο/για πιο εύκολα/ το λέμε ουρανό/
Υπάρχει γύρω μας / ένα πέπλο στοργής για το άγνωστο
χωρίς όνομα/ χωρίς θεό/περπατάει στα τέσσερα/
ψελλίζει λόγια μισά/ με το χρώμα της άβυσσος/
βυζαίνει από στήθος γυναίκας/που έζησε/κάποτε
Μου λείπουν οι λέξεις
Βαδίζω ανάμεσα σε δολοφόνους/
κι ο κόσμος σπρώχνει κάθε όμορφο /
στην λίμνη της Δυσδαιμόνας/
κοιτώ στο βάθος της λίμνης/
μια νύχτα χωρίς φεγγάρι
και τα φως /που αναδυόταν από εκεί /
φώτιζε όλον το κόσμο τον γνωστό/
και τότε ένας άγγελος με κρότο βροντερό/
ξεχύθηκε/ σαν ένα πελώριο κήτος της λίμνης /
και αυτό το τέρας/ κατέβασε τον ουρανό για χάρη μου/
μέχρι το σημείο να γευτώ το θείο τραγί του Σκαρίμπα/
και εκεί πόθος κι’ εφιάλτης/ με πήρε στα δυο του χέρια/
ώσπου η σκηνή αυτή έγινε πραγματικότης/
κι’ όμως δεν πίστευα ότι έβλεπα
και έτσι με έραψε επάνω του/ το κήτος/
και ενωμένοι / περπατούσαμε παράξενοι
και φωτεινοί/
όμως μου λείπουν οι λέξεις / μου λείπουν οι λέξεις/
γιατί το κήτος δεν μιλούσε/
αλλά βρυχάτο/σαν ένα πληγωμένο λιοντάρι/
νομίζω ότι ξέφτισαν οι ιστορίες των πόλεων/
και η ιστορία του κάθε ανθρώπου/
αναρριχάται σαν ένα στιβαρό αμπέλι/
και τυλίγει ορμητικά το σύμπαν /
Wallace Stevens, Κυριακή πρωί – V
Λέει αυτή, «και στη χαρά ακόμη, νιώθω
Την ανάγκη μιας άφθαρτης ευτυχίας».
Ο θάνατος είναι ο πλάστης της ομορφιάς, άρα
Απ’ αυτόν μόνο θα γίνει η εκπλήρωση των πόθων
Και των ονείρων μας. Αν και σκορπίζει τα φύλλα
Σίγουρης καταστροφής στο πέρασμά μας,
Το δρόμο που η άρρωστη οδύνη πήρε,
Τους πολλούς δρόμους όπου ο θρίαμβος έκρουσε
Τον αναιδή του ήχο, ή ο έρωτας ψιθύρισε
Λόγια τρυφερά, κάνει τη λεύκα να τρέμει
Στη λιακάδα για χάρη κοριτσιών που είχαν
Συνήθεια να κάθονται να βλέπουν το γρασίδι,
Παραδομένο εκεί στα πόδια τους. Κάνει
Τ’ αγόρια να στοιβάζουν σε πήλινα πιάτα
Φρέσκα δαμάσκηνα κι αχλάδια. Τα κορίτσια τα γεύονται
Κι ερωτευμένα αφήνονται πάνω στα χαλιά των φύλλων.
*Mετάφραση: Γιώργος Σπέντζος.
**Από εδώ: https://poiimata.com/2018/11/24/kyriaki-proi-stevens-wallace/
Κ.Π. Καβάφης, Η Πόλις
Είπες• «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή•
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»
Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς•
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες.
Χριστόφορος Τριάντης, Ο επαρχιακός μεγαλοποιητής
Επιτέλους βρίσκουν κοινό
οι λέξεις του.
Κινούνται άνετα σε εικονογραφίες και βιβλία.
Υπάρχει αναγνώριση.
Μικροτελετές διοργανώνονται
προς τιμήν του (στην εσπερία)
και παράσημα
τού απονέμονται στα τεχνολογικά
ιδρύματα.
Τα γραπτά του, ως θέσφατα, λογίζονται.
Ενίοτε εισέρχονται και στα
εορταστικά ιπποφορβεία (λόγω χορηγιών),
και στις λαμπερές συνεστιάσεις (λόγω λιβανισμάτων).
Παντού εξέρχεται ο φθόγγος του:
ψηφίδες, σελίδες, ιστολόγια (διαθέτει αρκετά).
Ω, μπορεί να μένει χρόνια
ακίνητος επί του ξυρού.
Είναι η επιβράβευση των λογυδρίων του,
υπέρ της ποίησης και άλλων δαιμονίων.
Κι όταν εκτίθεται διδασκαλικά
(δίνει τα φώτα μου)
πολλά μαθαίνει τις κυρίες
(εκκολαπτόμενες λογοτέχνιδες)
και το αντίθετο.
Και τους συνοδοιπόρους ποιητές
ευφάνταστα προσφωνεί
(δείγμα ψυχογνωσίας κι ευφυΐας).
Ω, για τα πολιτικά δεν εκφράζεται
(γενικώς και ειδικώς).
Η σιωπή του, περιλάλητη εστία
απόψεων αυτοχαρακτηρίζεται.
Ναι, εδώ στις πολίχνες
πρώτος διανοούμενος
αναγορεύεται.
Αλλά και στο κλεινόν άστυ καθορίζει (κατά τι)
τις ποιητικές διαδρομές.
Και να πλήθος οι ακροώμενοι
(ακολουθούν τις μεγαλοφυΐες).
Ε, δόξα κι οβολοί
πάνε μαζί.
Είναι κι αυτή μια διαπίστωση
δική του, που θα τη γράφουν
οι μέλλοντες στοχαστές
(λόγω της πολυγνωσίας τους).
Μαρία Γερογιάννη, Ποιήματα
Σε είδα, γη,
πολύχρωμη βιτρίνα
Μες απ’ του ήλιου τις περασάδες
τ’ άβροχα βότσαλα θαλασσινής αυλής
τους ψιθύρους των δέντρων που σκορπίζουν τη γύρη
τον ξέγνοιαστο ορίζοντα που αστράφτει την αιωνιότητα
το βλέμμα τη δύσης που κλείνει το χορό
Σε είδα, Αρετούσα, με τ’ απελπισμένα σου δάκρυα
κι εσένα, τεθλιμμένε γέροντα, με τα στεγνά σου μάτια
Σε είδα, γη, πολύχωμη βιτρίνα
***
Έρωτας και Θάνατος τονίζονται στην πρώτη συλλαβή
μα η Ζωή στην τελευταία
***
Τελευταία Πράξη
Ο κότσος των μαλλιών σου σταθερός
κρυμμένα μέσα όλα τ’ ανεκπλήρωτα
Ο καθρέπτης πίσω απ’ την πόρτα
ανοιγόκλεινε τη ζωή σου
Τόλμησες πριν απ’ το τέλος
Μαλλιά λυμένα, ξανθά, σγουρά
και κόκκινα χείλη
Έτσι να τ΄ αγγίξει ο έρωτας
Είπες, να δω τον καθρέπτη
***
Γυναίκα στο μπαλκόνι
Κάθε πρωί
με το σεντόνι
τινάζει τα όνειρά της
***
Μόνος
Το βάζο στο τραπέζι
και μέσα τα χρυσάνθεμα
Μόνο ένα τραπέζι
Αχ, φίλε μου
σε είχα ποτέ
***
Εικόνα
Λεπτό χαμόγελο
ματιά ανέμου
και τα μικρά σου δάχτυλα, μια μονοκοντυλιά
Ξεφυλλίζω χρώματα
Τα προσπερνώ
*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.
Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα
Άδηλον έστι
Στην αρχαία αγορά
οι πλακόστρωτοι δρόμοι
λευκοί απλώνονται,
καθρεπτίζονται οι σκέψεις
στον διερευνητικό ήλιο.
Έμποροι και φιλόσοφοι
τις πραμάτειες τους διαλαλούν.
Δίπλα στο περιστύλιο
περιπαίξαμε την τύχη.
Στη σκιά του φεγγαριού
αντήχησαν τα βήματα
που έφερναν την ιστορία μας
στις στοές της βιβλιοθήκης.
***
Ολιγάρκεια
Περπατώντας μαζί
χωρίς άλλη παρέα
ήρεμα και αργά βήματα
τελετής μυστηριακής,
μιλάμε για θέματα απλά
τόσο κοινότοπα
που ξαφνικά σταματάμε
και κοιτάμε τα χείλη-
Η φιλοσοφία της ζωής
βρίσκεται σε όσα
δεν ζωντανεύουμε,
στο θησαυρό που φυλάμε
για τις ώρες της αλήθειας.
Βαγγέλης Γέττος, Αρμοί
Αρμοί παλιών ξεθυμασμένων αναμνήσεων
Σαν τις κρατάς στο ένα σου χέρι
και με το άλλο φωνάζεις τον κόσμο να τις απολαύσει,
σβήνουν και χάνονται
γιατί η πολυκοσμία δεν τους αρέσει.
Και σαν τις παρακαλάς να επιστρέψουν,
«τόσα λεφτά πληρώσαμε»,
τα μάτια του κοινού τρυπούν τους μυς σου.
κι αυτές μακραίνουν γι’ άλλο μυαλό
άλλα κλειδαμπαρωμένα σοκάκια
γι’ άλλα, καλά κρυμμένα
χαμογελάκια.
Ό,τι θυμάσαι πλέον σε θυμίζει.
Αρμοί παλιών, ξεθωριασμένων, ξενιτεμένων αναμνήσεων
Σαν αρμοί, γιατί όλα κάποια στιγμή ξεμακραίνουν
Μόνο η απουσία δεν ξεθρονιάζεται με τίποτα κι η ανήλιαγη σιωπή
των ενοχών του πιο στυγνού δολοφόνου εποχών.
Αρμοί παλιών ξεθυμασμένων αναμνήσεων
και όπως το κακό τριτώνει
βολεύονται στο πολυτελές ξύλινο κάδρο τους
καθώς στοιχειώνουν το τηλέφωνο, τη λάμπα, την κιθάρα.
και
με το σπαθί στο χέρι
μακελεύουν το φιλί πέφτοντας από τον ουρανό
κι είναι αυτό που αποφεύγει το απότομο ξύπνημα
τις μικρές ώρες.
και άλλα το αποφεύγουν
περπάτημα σε πολυσύχναστο δρόμο,
το κάθε πρωινό,
το κάθε καινούργιο βιβλίο
Είναι σαν να δηλώνεις ότι θα αποφύγεις να προβλέψεις
τους αριθμούς της κλήρωσης
Μα τα εισιτήρια για το σκουριασμένο κουφάρι
της μηχανής του χρόνου
είναι εξαντλημένα
από τότε που φόρεσες τα πρώτα σου ρούχα
Αρμοί παλιών αναμνήσεων
τις κουβαλούν τα νύχια σου
όσο όσο.
Πάτρα 2004
*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, Μάιος 2013.
Στέλιος Ροΐδης, Ο παφλασμός του υγρού
Το ίδιο σκούρο χρώμα, το ίδιο μελάνωμα, η ίδια ώρα.
Οι νησιωτικές επιφάνειες που από μακριά τον είδαν να φτάνει
Ο θάνατος και οι τρεις αυτόπτες μάρτυρες
Οι μυρωδιές και οι κυρίες, το κάποτε πρόσωπο του πριν
Οι παλμοί μας χτυπούσαν υπόκωφα ταυτόχρονα,
Άχαρα νιάτα πανέμορφα, συγχρωτισμένα στην αδιακρισία
Συγκέντρωσε τον χώρο βύθισε τον χώρο, μέσα στην κίνηση του
Μικροσκοπικός, κυκλωμένος, κυκλωτικός,
Ο έρωτας σάλεψε τον χρόνο, τον εισήγαγε
Δεν θα καλυτερέψω με τίποτα πια, είμαι μακριά
Καμία κατηγορία καμία υποκατηγορία, μόνος
Βυθός και συντριβάνι το όνομα, μέσα στην υπογραφή,
Μπορώ να την διαστείλω, μπορώ να την οδηγήσω,
Η καθαρότερη μορφή της εκεί που αύριο θα καταπέσω
Ακόμα όχι, λέει το πλοίο που αρπάζει το λιμάνι από το χέρι
Το τρίτο πρόσωπο της Ιστορίας ποιός ξέρει (θα βρεθεί εδώ)
Την Ιστορία στο Τρίτο πρόσωπο θα πω
Η εκδήλωση αλλού θα αναπαραχθεί
Η πρόσοδος σας λιμαίνεται
Παντοδυναμία και πίστη, άγγελοι περασμένοι
Εξάρσεις και δίοδοι κρυφοί κάτω από τον ήλιο
Έζησα πολύ αέρα, κάπου φυσούσε μακριά
Κάθε χαμού τα υπέροχα μας όνειρα
Δέσε τα μάτια σου και προχώρα στην επιστροφή κανονικά,
Ο έρωτας δεν έχει μνήμη, και οι ακτές του κρυφού
Να ακούμπήσεις σε εμένα, να με ακουμπήσεις, επιμένουν
Τό ίδιο χρώμα δεν ήταν, το ίδιο μελάνωμα
Η κούραση των αποτυπωμάτων, που μιλούσε, το ανώφελο
Η μνήμη το δωσιμό της, η επαφή σε επισκιασμένη στιγμή
Όλα θα χαθούνε μετά, έτσι λέει
Ενώ τα πρόσωπα σε εκείνο το χρόνια κλειστό μαγαζί στο λιμάνι
Αυτά ακριβώς που δεν ξέρει κανείς τι έχουν απογίνει
Στις φωτογραφίες έχουν ένα χαμόγελο αδιόρατο κρυφό, παλιό,
Που τότε δεν υπήρχε
Είναι γαλήνια πρόσωπα αυτά
Όλα θα χαθούνε, κι αν όλα χαθούνε, δεν θα χαθούμε
Έχουν ένα χαμόγελο κρυφό, από ότι καταλαβαίνω
Κανείς δεν φαντάζεται τα ποιήματα του αύριο
Είναι ήσυχα μπροστά τους εδώ, κι εκεί μετά κάτι λέει,
Μέσα σε όλα που γραφτήκαν, θα ξαναρθεί η συγκυρία
Το στιγμιαίο κοίταγμα, ίσως του κόσμου η αναλαμπή
Σε κάνει να πιστέψεις τότε, να καταλάβεις πόσο άξιζε.
Antonin Artaud, Βίντεο








