I have a dream to fill the golden sheath of a remembered day…. (Air heavy and massed and blue as the vapor of opium… domes fired in sulphurous mist… sea quiescent as a gray seal… and the emerging sun spurting up gold over Sydney, smoke-pale, rising out of the bay….) But the day is an up-turned cup and its sun a junk of red iron guttering in sluggish-green water – where shall I pour my dream?
Έχω ένα όνειρο να γεμίσω τη χρυσή θήκη μιας ενθυμούμενης ημέρας…. (Αέρας βαρύς και μαζικός και μπλε σαν τους ατμούς του οπίου… θόλοι πυροβολημένοι σε θειώδη ομίχλη… θάλασσα ήρεμη σαν γκρίζα φώκια… και ο αναδυόμενος ήλιος που αναβλύζει χρυσάφι πάνω από το Σίδνεϊ, χλωμός καπνός, που αναδύεται από τον κόλπο….) Αλλά η μέρα είναι ένα αναποδογυρισμένο κύπελλο και ο ήλιος της ένα σκουπίδι από κόκκινο σίδερο που ρέει μέσα σε αργοπράσινα νερά… Πού θα χύσω το όνειρό μου;
Επιθυμώ μια χαμηλή πτήση και δεν έχω παρά να επινοήσω το τοπίο. Λοφώδες με κίτρινες καμπύλες, θαμνώδεις συστάδες, κρυψώνες άγριας επιθυμίας ή ενός τρόμου σε σίγαση. Κλίμα ξηρό, θερμά ρεύματα που πλαταγίζουν σαν πνευστά μεταξωτά. Ο κόσμος θα γείρει και θα πέσω μόλις αλλάξω πλευρό.
Σκέφτομαι τον βιασμό. Θέλω να πω, τον σκέφτομαι τεχνικά. Και ο νους μου διαφεύγει λοξώς προς τον άρρωστο. Γιατί, τι είναι η ιατρική και οι μέθοδοί της, αν όχι μια σειρά απεχθών – και αναπόφευκτων ωστόσο – βιασμών, από κάθε διαθέσιμη οπή, το στόμα, τη μύτη, το μάτι, τη φλέβα, τον κώλο, τον κόλπο, την ουρήθρα, την χειρουργική τομή. Και τι είναι ο χειρουργός αν όχι ένας παραβάτης που επιδιώκει – όχι χωρίς απόλαυση – να διεισδύσει στο άβατο, να το εξερευνήσει και να αποθέσει την σφραγίδα του εκεί, προσθαφαιρώντας, θρυμματίζοντας, ράβοντας. Ο σκοπός βεβαίως, αγιάζει τα μέσα. Ο ασθενής αντιπαρέρχεται το ένστικτό του που αντιδρά με νύχια και δόντια, και προσέρχεται εκών, πεισμένος μέσα από επιχειρήματα στατιστικής κυρίως, ότι με αυτόν τον τρόπο θα ξαναγεννήσει τον εαυτό του, όπως η γυναίκα που γεννάει μια καινούργια ζωή. Παραδίδεται – ένα αναίσθητο τσιτσίδι κάτω από το πράσινο νυχτικό του – στην ομήγυρη των μασκοφόρων, στα χέρια τους κυριολεκτικά, σαν τον αμνό μιας τελετουργικής σφαγής που θα καθαριστεί και θα επιστραφεί (σαν) καινούργιος στις λειτουργίες του συστήματος. Όμως αυτός ο ασθενής, ο κάθε ασθενής, δεν θα πάψει ποτέ να πάσχει κρυφά, με τον ίδιο τρόπο που πάσχει ακόμα και μετά την επούλωση των τραυμάτων του, το θύμα ενός βιασμού ή μιας βιαιοπραγίας. Είναι ανεξίτηλα γραμμένος στο σώμα του σύγχρονου ανθρώπου με χίλιους τρόπους, αυτός ο τρόμος. Και είμαστε όλοι ανεξαιρέτως φρικαρισμένοι, όσο και σωσμένοι από την ιατρική επιστήμη. Όμως ας φωτίσει κάποιος και τα σκοτάδια μας, μια γκρανγκινιόλ μικροπανίδα τσιρίζει τις νύχτες… Ή τουλάχιστον ας κλείσει τον διακόπτη, ας διαγράψει κάθε μνήμη δια παντός.
Ένα αυτόματο σύστημα ενεργοποιείται πάντα στην ώρα του και πάντα σε λάθος στιγμή. Κάθε ελάττωμα, κάθε ανισορροπία θέτει προβληματισμούς, καθώς απαιτεί κατανόηση και προσπάθειες αποκατάστασης στο πεδίο της αποδοχής. Αντίθετα το τέλειο είναι και τελειωμένο. Δεν σου ζητάει τίποτα, η χαρά του τεμπέλη. Όμως για όσους βαριούνται εύκολα, δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από την ατέλεια. Και κάπως έτσι αποκτά γούστο κανείς…
Πόσο παραπλανητική είναι η αναφορά στο νόημα της ζωής! Πόση συσκότιση δημιουργεί αυτή η αναγωγή όλων των νοημάτων σε ένα, όταν ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει ότι νοήματα υπάρχουν όσα και οι άνθρωποι. Το νόημα της ζωής είναι να είμαι. Ενεργοποιώντας όλο το φάσμα των δυνάμεών μου, να υπάρχω και να συνυπάρχω. Η γκρίνια για έλλειψη νοήματος είναι ομολογία αποτυχίας του υλοποιημένου «μοντέλου» μου, του εαυτού μου. Σημαίνει ότι έχω παραδώσει σε άλλον τα κλειδιά, ότι δέχομαι να υπηρετώ ξένες δυνάμεις, δυνάμεις άλλων «νοημάτων». Κι αλίμονο αν πέσεις σε αλλουνού το όνειρο…
Άλλη μια τεχνική της εξουσίας: να σφετερίζεται την ομορφιά της πεταλούδας. Στο κάδρο αυτού που δείχνεις, δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει ούτε το δάχτυλό σου.
Κι ενώ τα σκατά της πατριαρχίας τα έχουμε εμπεδώσει, αυτό που τη γλιτώνει σταθερά είναι η ιεραρχία. Με τι πρεμούρα τρέχουν εγωιστές άνθρωποι, να τοποθετηθούν κάτω από άλλους, με γνώμονα το επάγγελμα, τις σπουδές ή τα φράγκα! Ενίοτε σκύβουν και το κεφάλι μη φανούν ψηλότεροι. Αυτό που μένει όταν συνειδητοποιείς τέτοια προθυμία θυματοποίησης, είναι να πεθάνεις από θλίψη. Ή να τους εκμεταλλευτείς.
Από τι ποινές γλιτώνω στη φαντασία μου! Όχι γιατί αποδεικνύεται η αθωότητα των προθέσεών μου, αλλά γιατί οι κατήγοροί μου ξεχνιούνται, το πέταγμα μιας μύγας τους αποσπά.
*Από τη συλλογή “η ρήξη – δενδρίτες και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις “Περισπωμένη”, Αθήνα 2023.
Sitting here alone, in peace With my private sadness Bared of the acquirements Of the mind’s eye Vision reversed, upended, Seeing only the holdings Inside the walls of me, Feeling the roots that bind me, To this mere human tree Thrashing to free myself, Knowing the success Of these burstings Shall be measured By the fury Of the fall To eternal peace The end of All…
Κάθομαι εδώ μόνος, εν ειρήνη Με την προσωπική μου θλίψη Αποκλεισμένος από τα κεκτημένα του μυαλού Όραμα αντεστραμμένο, αναποδογυρισμένο, Βλέποντας μόνο τα κρατήματα μέσα στους τοίχους μου, Νιώθοντας τις ρίζες που με δένουν, σ’ αυτό το απλό ανθρώπινο δέντρο Πιέζοντας για να ελευθερωθώ, Γνωρίζοντας την επιτυχία αυτών των εκρήξεων Που θα μετρηθεί Με τη μανία της πτώσης Στην αιώνια ειρήνη…
Κωνσταντίνος Βολανάκης (1837-1907), Φρεγάτα στο σεληνόφως
Νύχθ’ υπό λυγαίαν ΑΠΟΛΛ. ΡΟΔ.
Ω! νάτο πάλι αυτό το ισχνό, φασματικό καράβι! Βουβό, όπως πάντα, στα νεκρά νερά κυλάει απόψε, ίσκιος θολός που εγέννησε μια νύχτα εβένινη, όταν πίσσα και θειάφι η Τρικυμία μέσα στα χάη ξερνούσε.
Πέρα απ’ τα βάθη ερεβικών ξεκίνησε οριζόντων. Στην πρύμη του, όπου ορθώνεται, όρνεο πανάρχαιο, ο Χάρος, μια μαύρη κι ανεμόδαρτη παντιέρα είναι στημένη από τα νέφη της Νοτιάς τα θυελλικά υφασμένη. Οι φύλακες, που εξόριστοι σ’ έρημους φάρους ζούνε, βουβοί το βλέπουν, μες στο δέος των παγωμένων πόλων, να πλέει, τεράστιο φάντασμα, ενώ ένα φως γαλάζιο πένθιμα αυγάζει ως σπαραγμένη ελπίδα στον ιστό του.
Το άρμενο αυτό δε λίκνισαν του αρχιπελάγους οι αύρες κι ούτε οι φαιδροί των αλμπατρός κρωγμοί σ’ αυτό εμηνύσαν πως κάτω απ’ τα σαπφείρινα των παραλλήλων τόξα, καθώς αργά πέφτει η ζεστή, βαλσαμική αμφιλύκη,
σα μια γυναίκα ερωτική δίνεται αβρά το κύμα μες στην αγκάλη ειρηνικών κι ευωδιασμένων κόλπων: πάνω από θάλασσες στυγνές τα μαύρα ιστία του ορθρίζαν, καθώς πικρές κι ανήμερες μελλοθανάτων σκέψεις.
Μες στους ατμούς της γαλανής κι απατηλής ομίχλης οι πόλοι αλλάζαν κι έπαιρναν μια νέα τεράτινη όψη:
εκεί ήλιοι ωχροί, στις παναρχαίες τροχιές τους παγωμένοι, λάμπαν στους άδειους ουρανούς σαν κρύα, φασμάτινα άνθη.
Είδε νησιά μυστηριακά από σκοτεινό βασάλτη κάτω απ’ την πύρινη βροχή να θάβονται ηφαιστείων, και μ’ ένα βούισμα, σα ν’ αχούν σήμαντρα υπόγεια πλήθος, στ’ άναστρα βάθη να κυλούν των ωκεανείων αβύσσων!
Στο πέρασμά του εκήδευε τους αυλωδούς ανέμους: Αν κάτι εστέναζε πικρά στις αχερούσιες νύχτες, δεν ήταν ο άνεμος: οι ωχρές ψυχές των ναυαγών του στην πένθιμη άρπα ολόλυζαν των σκοτεινών ιστών του.
Το άρμενο αυτό δεν άραξε σε ειρηνικό λιμάνι (η Ειρήνη απάνω του έφευγε σαν τρομαγμένη αλκυόνα!) Προαιώνιο φάσμα αλητικό, οιωνός στυγνών θανάτων, αδιάφορο είδε να γερνούν ήλιοι, ουρανοί και πόντοι.
Και πλέει, και πλέει αυτό το ισχνό κι εφιαλτικό καράβι. Μόνοι του σύντροφοι, ουραγοί πιστοί των ταξιδιών του, κάτι πουλιά φασματικά το ακολουθάνε πάντα– μια συνοδεία από φέρετρα μετέωρα δίχως στάση!
Here in the great cemetery behind the fortress of Barcelona I have come once more to see the graves of my fallen. Two ancient picnickers direct us down the hill. “Durruti,” says the man, “I was on his side.” The woman hushes him. All the way down this is a city of the dead, 871,251 difuntos. The poor packed in tenements a dozen high; the rich in splendid homes or temples. So nothing has changed except for the single unswerving fact: they are all dead. Here is the Plaza of San Jaime, here the Rambla of San Pedro, so every death still has a mailing address, but since this is Spain the mail never comes or comes too late to be of use. Between the cemetery and the Protestant burial ground we find the three stones all in a row: Ferrer Guardia, B. Durruti, F. Ascaso, the names written with marking pens, and a few circled A’s and tributes to the FAI and CNT. For two there are floral displays, but Ascaso faces eternity with only a stone. Maybe as it should be. He was a stone, a stone and a blade, the first grinding and sharpening the other. Half his 36 years were spent in prisons or on the run, and yet in that last photograph taken less than an hour before he died he stands in a dark suit, smoking, a rifle slung behind his shoulder, and glances sideways at the camera half smiling. It is July 20, 1936, and before the darkness falls a darkness will have fallen on him. While the streets are echoing with victory and revolution, Francisco Ascaso will take up the hammered little blade of his spirit and enter for the last time the republics of death. I remember his words to a frightened comrade who questioned the wisdom of attack: “We have gathered here to die, but we don’t have to die with dogs, so go.” Forty-one years ago, and now the city stretches as far as the eye can see, huge cement columns like nails pounded into the once green meadows of the Llobregat. Your Barcelona is gone, the old town swallowed in industrial filth and the burning mists of gasoline. Only the police remain, armed and arrogant, smiling masters of the boulevards, the police and your dream of the city of God, where every man and every woman gives and receives the gifts of work and care, and that dream goes on in spite of slums, in spite of death clouds, the roar of trucks, the harbor staining the mother sea, it goes on in spite of all that mocks it. We have it here growing in our hearts, as your comrade said, and when we give it up with our last breaths someone will gasp it home to their lives. Francisco, stone, knife blade, single soldier still on the run down the darkest street of all, we will be back across an ocean and a continent to bring you red carnations, to celebrate the unbroken promise of your life that once was frail and flesh.
Εδώ στο μεγάλο νεκροταφείο πίσω από το φρούριο της Βαρκελώνης ήρθα για άλλη μια φορά να δω τους τάφους των πεσόντων μου. Δύο αρχαίοι εκδρομείς μας κατευθύνουν κάτω από το λόφο. «Durruti», λέει ο άνδρας, «ήμουν στο πλευρό του». Η γυναίκα τον σιγοντάρει. Σε όλη τη διαδρομή προς τα κάτω αυτή είναι μια πόλη των νεκρών, 871.251 difuntos. Οι φτωχοί στοιβαγμένοι σε πολυκατοικίες μια ντουζίνα ψηλά- οι πλούσιοι σε υπέροχα σπίτια ή ναούς. Έτσι, τίποτα δεν έχει αλλάξει εκτός από το μοναδικό αταλάντευτο γεγονός: είναι όλοι νεκροί. Εδώ είναι η Plaza του San Jaime, εδώ η Rambla του San Pedro, οπότε κάθε νεκρός εξακολουθεί να έχει μια ταχυδρομική διεύθυνση, αλλά επειδή αυτή είναι η Ισπανία η αλληλογραφία δεν έρχεται ποτέ ή έρχεται πολύ αργά για να είναι χρήσιμη. Μεταξύ του νεκροταφείου και του του προτεσταντικού νεκροταφείου βρίσκουμε τις τρεις πέτρες όλες στη σειρά: Ferrer Guardia, B. Durruti, F. Ascaso, τα ονόματα γραμμένα με μαρκαδόρους, και μερικά κυκλωμένα Α και αφιερώματα στην FAI και την CNT. Για δύο υπάρχουν ανθοδέσμες, αλλά ο Ascaso αντιμετωπίζει την αιωνιότητα μόνο με μια πέτρα. Ίσως όπως θα έπρεπε να είναι. Ήταν μια πέτρα, μια πέτρα και μια λεπίδα, η πρώτη αλέθει και ακονίζει η άλλη. Τα μισά από τα 36 χρόνια του τα πέρασε σε φυλακές ή στο κυνήγι, κι όμως σε αυτή την τελευταία φωτογραφία που τραβήχτηκε λιγότερο από μια ώρα πριν πεθάνει στέκεται με σκούρο κοστούμι, καπνίζοντας, με ένα τουφέκι κρεμασμένο πίσω από τον ώμο του, και κοιτάζει πλάγια στην κάμερα μισοχαμογελώντας. Είναι 20 Ιουλίου, 1936, και προτού πέσει το σκοτάδι ένα σκοτάδι θα έχει πέσει πάνω του. Ενώ οι δρόμοι αντηχούν από τη νίκη και την επανάσταση, Ο Francisco Ascaso θα σηκώσει τη σφυρήλατη μικρή λεπίδα του πνεύματός του και θα μπει για τελευταία φορά στη δημοκρατία του θανάτου. Θυμάμαι τα λόγια του σε έναν φοβισμένο σύντροφο που αμφισβήτησε τη σοφία της επίθεσης: «Εμείς συγκεντρωθήκαμε εδώ για να πεθάνουμε, αλλά εμείς δεν χρειάζεται να πεθάνουμε με τα σκυλιά, οπότε φύγε». Σαράντα ένα χρόνια πριν, και τώρα η πόλη εκτείνεται όσο το μάτι μπορεί να δει, τεράστιες τσιμεντένιες κολώνες σαν καρφιά χτυπημένες στα κάποτε πράσινα λιβάδια του Llobregat. Η Βαρκελώνη σας έχει χαθεί, η παλιά πόλη καταπίνεται στη βιομηχανική βρωμιά και στις καυτές ομίχλες της βενζίνης. Μόνο η αστυνομία απέμεινε, οπλισμένη και αλαζονική, χαμογελαστή αφέντρα των λεωφόρων, η αστυνομία και το όνειρό σου για την πόλη του Θεού, όπου κάθε άνδρας και κάθε γυναίκα δίνει και λαμβάνει τα δώρα της εργασίας και της φροντίδας, και αυτό το όνειρο συνεχίζεται παρά τις παραγκουπόλεις, παρά τα σύννεφα θανάτου, τον βρυχηθμό των φορτηγών, το λιμάνι που λερώνει τη μητέρα θάλασσα, συνεχίζεται παρά όλα που το χλευάζουν. Το έχουμε εδώ που μεγαλώνει στις καρδιές μας, όπως είπε ο σύντροφός σας, και όταν το παραδώσουμε με τις τελευταίες μας ανάσες κάποιος θα το αγκομαχήσει να το επιστρέψει στη ζωή του. Φρανσίσκο, πέτρα, λεπίδα μαχαιριού, μοναχικός στρατιώτης που εξακολουθεί να το τρέξιμο στον πιο σκοτεινό δρόμο από όλους, θα επιστρέψουμε πέρα από έναν ωκεανό και μια ήπειρο για να σου φέρουμε κόκκινα γαρύφαλλα, για να γιορτάσουμε την αδιάσπαστη υπόσχεση της ζωής σου που κάποτε ήταν εύθραυστη και σαρκική.
Ομορφιά δίχως μνήμη μονάχα φως ενέργεια σιωπή – ομορφιά παρούσα ομορφιά εφήμερη σαν τη σκιά. Στην ενατένισή μου, ένα σε λογαριάζω με τον ήχο είσαι ήχος ταξίδι σιωπή – ένα με τη θάλασσα τη μεγάλη την απόλυτη ερωμένη μου. Α! δε γυρίζω πίσω στα μονοπάτια που περάσαμε χθες – κάποτε. Στην ενατένισή μου ένας δρόμος μακραίνει – χωρίς ανάμνηση – χωρίς παρελθόν. Κοντά στη θάλασσα πλανιέμαι κι’ έχω το πέλαγος αγνάντια τους βυθούς και το ξανθό σμαράγδινο νερό – το στερέωμα και τη θάλασσα και τη χίμαιρα μαζί μου – το σώμα το δικό της ξάφνισμα και ρίγος άρωμα διαβατικό. Δός μου τα χέρια σου τα σύμβολα της σιωπής τους μαστούς να ξεδιψάσω. Μουσική για πηλός εργασμένος με τα δάχτυλα τα νοητικά του γλύπτη με τη σιγή την ξύπνια την εντατική του γλύπτη φανερωμένος – χίμαιρα δική μου άρωμα διαβατικό.
*
Σ’ αυτό το θλιβερό λιμάνι βρίσκουμαι
Σ’ αυτό το θλιβερό λιμάνι βρίσκουμαι ξένος ερημικό σημείο σύννεφο ασβολερό. Κόκκινα πράσινα ξαγρυπνησμένα φώτα σιωπούν. Αλλά στο πένθιμο μοναχικό λιθόστρωτο της προκυμαίας ένα φωσφόρισμα μεταλλικό ψυχρό δικό σου ιριδίζει κ’ είναι το γέλιο σου ωπλισμένο με την αιχμή της περιφρόνησης χαρισμένο με τα δάχτυλα τα σεραφικά της καλοσύνης.
*Από το βιβλίο «Αναστάσιος Δρίβας, Τα έργα», φιλολογική επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης & Μαίρη Μικέ, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 2012.
You singing all my dead, You singing what you don’t deliver to sleep of time, Describe the empty house to me, tell me about these dead dressed in coffins who live in my innocence. With all my deaths I get back to my death, with childhood handles, with drunk desires who did not walk under the sun, and there’s no morning word who gives reason to death, and not a god to die without faces.
Αόρατες Τέχνες
Τραγουδάς όλους τους νεκρούς μου, Τραγουδάς ό,τι δεν παραδίδεις στον ύπνο του χρόνου, Περιέγραψέ μου το άδειο σπίτι, πες μου γι’ αυτούς τους νεκρούς ντυμένους σε φέρετρα που ζουν στην αθωότητά μου. Με όλους τους θανάτους μου ξαναγυρίζω στο θάνατό μου, με παιδικές λαβές, με μεθυσμένες επιθυμίες που δεν περπάτησαν κάτω από τον ήλιο, και δεν υπάρχει πρωινή λέξη που δίνει λόγο στο θάνατο, και δεν είναι θεός να πεθάνει χωρίς πρόσωπα.
Στο θαμπό φως, μια συλλογή κρατάει τους πεθαμένους. Kάποτε ανοίγει η θύρα και περνά ένας άλλος, μ’ ένα μισόγελο, κάτι σαν σκιά χαιρετισμού, χωρίς κανείς να του αποκρίνεται. Tον κοιτούν μόνο με λοξό βλέμμα, και βυθίζονται ξανά στο θάνατο. Άγνωστοι, κι έναν άγνωστο χώρο ανιχνεύουν, καθένας μόνος, με μιαν ηρεμία, μια αποδοχή, είτε με μια αξιοπρέπεια φοβισμένη. Έπειτα πάλι, γυρνώντας, σα να μελετούνε ο ένας του άλλου τη μυστική φθορά, την κρυφή πείρα, μια σύσπαση που απόμεινε από το ταξίδι, τον πανικό ενός ίσκιου στα γερμένα μάτια, που αναζητούνε διέξοδο σε ακατανόητα περιοδικά, μιας μακρινής χρονολογίας.
Mέσα, ο σοφός καθηγητής ακούει τα βήματα, προβλέπει τα ενδεχόμενα με ακρίβεια, εγκάρδιος σε όσους ζύγωσαν κιόλα την πύλη, φορέσανε τη μαύρη σκέπη, είν’ έτοιμοι. Tους αποχαιρετά μ’ ένα μειδίαμα, «Φίλε μου, θα ξαναϊδωθούμε», βέβαιος ότι εκείνοι αναχωρούν πια για την άβυσσο. Άλλοτε σιωπηλός, στυγνός, όταν, σκυμμένος, κουράζεται ερευνώντας μακρινούς θανάτους, θύελλες βιαστικές, παιγνιώδη σκότη.
Όρθια στην πόρτα, η αδελφή, λευκή σαν το άπειρο, αμίλητη σαν την ενέδρα, κατανεύει μόνο στα ερωτηματικά, με μια ανεπαίσθητη κίνηση, μιαν απόκρυφη ειρωνεία. Δείχνει το δρόμο, ή σταματά ένα πρόωρο ξύπνημα. «Ω, κοιμηθείτε ακόμα, κοιμηθείτε».
Μυρωδιές από ζαρζαβατικά και φρούτα τον γύριζαν Τριάντα τόσα χρόνια πίσω δεκαεξάχρονο αγόρι Ξαπλωμένο πλάι στο ποτάμι αγριοπερίστερα Κόβοντας το διάστημα σε πλατιές λωρίδες Ο χρόνος χρειαζόταν επιδέσμους για τις πληγές του Στην ιτιά ο πόνος του αηδονιού μποστάνια Μ’ όλα τους τα υπάρχοντα παράδεισος κι ο θόρυβος Του νερού ισοκράτης της Βιβλικής συμφωνίας Βατομουριές γέροντας τα αιμάτινα κλωνιά τους Στο νερό νάρκισσοι κι η Τζούλια στ’ άσπρα Να ’ρχεται απ’ το μονοπάτι παλιέ καημέ Μνήμη από μπομπότα μέλι κι άγουρο Φιλί εικόνες και μυρωδιές τον πολιορκούν ως Το άλλο τετράγωνο με τα μεγάλα κτίρια ρουφιάνοι Θυρωροί κλητήρες καρφιά τον υποδέχονται Ενώ πίσω του βουίζει απειλητικό –ώριμα Θυμωμένα στάχυα– το χαμένο καλοκαίρι.
*
Ο,ΤΙ ΕΙΧΑ ΓΙΑ ΣΕΝΑ
Ό,τι είχα για σένα μέσα μου το κάνα στίχους. Άδειασα, ρημάχτηκα για χατίρι σου κι εσύ ρίχνεις μπόι κι ομορφαίνεις απ᾿ το στερνό μου αίμα· μού καρφώνεις την ανάσα στο στήθος με τα μακριά σου δάχτυλα κι από τις ρίζες της ξεπηδάνε τριαντάφυλλα πού με πληγώνουν Και με μεθάνε.