Clarisse Nicoidski, Τα μάτια

Nedret Sekban, Zenya, 2003

Και πώς να λησμονήσω
τα μάτια σας τα χαμένα
και πώς να λησμονήσω
τις νύχτες
όταν τα δικά μου έκλειναν
και τα δικά σας
παρέμεναν ανοιχτά
όταν από το φόβο
άνοιγαν τα μάτια των νεκρών
για να μας δώσουν αυτό το φως
που ποτέ δεν έσβησε
πες
πώς να λησμονήσω
*
Αν μου ’δίνες τα μάτια σου θα μπορούσα να φτιάξω
με το ένα μια βάρκα
με το άλλο το πανί
αν μου ’δίνες τα μάτια σου
θα μπορούσα να πάρω τους δρόμους της θάλασσας
της θάλασσας
που κλαίει
γύρω από την ξηρά
επειδή δεν έχει μάτια
επειδή δεν βλέπει
επειδή μόνο κλαίει
Σχίστηκαν τα μάτια
για να δουν
το κόκκινο πέπλο που μας τυφλώνει
σχίστηκαν τα μάτια
σαν ύφασμα
που την αλήθεια κρύβει

σχίστηκαν
*
Αφηγήσου μου την ιστορία
που στα μάτια σου περιδιαβαίνει
όταν τ’ ανοίγεις το πρωί
όταν ο ήλιος
βυθίζει τη φωτεινή του βελόνα
στα όνειρό σου

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό Ένεκεν”, τεύχος 47, Ιανουάριος-Μάρτιος 2018.

Ηρώ Νικοπούλου, Τρία ποιήματα

Είναι εκείνες οι λίγες,
οι ελάχιστες φορές
που γίνομαι καλάμι.
Φυσά μέσα μου ο άνεμος
κι αρθρώνω άγνωστές μου φωνές.

Είναι εκείνες οι λίγες στιγμές
που η φωτιά με δροσίζει,
το αίμα μου απλώνεται
σε χρυσές αποχρώσεις.

Νοιώθω τότε
σαν να είμαι εγώ ολόκληρη
του σύμπαντος μια φωτοτυπία.

*

Στο σώμα μου δίνω
σχήματα νέα.
Το ακουμπώ σ’ άλλα σώματα
ν’ αλαφρύνει το βάρος.
Το μοιράζω.
Το φθείρω.
Παθαίνει.
Κι όμως εκεί στο βάθος
(πέρα από κάθε συνθήκη)
φέγγει βουβή η ύλη του,
όχημα τρυφερό και μάταιο
όλο υπομονή κι υπόσχεση,
Σχεδόν γεμάτο αγάπη.

*

Να κύλαγα με την πρωινή δροσιά,
να χόρταινα μπουκιές του ήλιου,
να ήμουν κίνηση φτερούγας,
αεράκι στα χέρια της κλαίουσας,
η παύση στα μεσοδιαστήματα.

Η μέθη πριν τον τρύγο
να ήμουν ήθελα η χαρά
πριν από την αιτία,
ο ήχος πριν το χτύπημα,
το δάκρυ από την απώλεια πριν
και θάνατος να ήμουν ήθελα,
θάνατος δίχως εξορία.

*Από τη συλλογή “Ανέμου”, εκδ. Πλανόδιον, 1999.

Εύα Σπαθάρα, Τρία ποιήματα

Καημένε Κάντιε

Σιωπή
Ρυθμίστε
τα ρολόγια σας
Περνάει ο Κάντιος
Ο αδερφός του κρυφά τον κοιτάζει
από το τζάμι
Τον βρίσκει γερασμένο
και κυρτό
Καημένε Κάντιε μισός απόμεινες
μόνο και μόνο για να την πεις στον Χιουμ
Ούτε αγκαλιές ούτε φιλιά ούτ’ έρωτες
και σώμα ιδρωμένο
Πες μου
τουλάχιστον τις νύχτες αγγιζόσουν
ή ήταν κι αυτό νοούμενο

***

Το αυτί του καπιταλισμού πονάει Αίσωπε

Το ρ που τρυπώνει στον τόπο
και τον μετατρέπει σε τρόπο
ενοχλεί
Αυθαδιάζει
όπως κι ο θάνατος
που μοιάζει α
θάνατος
Το ξέρω
το έχουν πει κι άλλοι πριν από μένα αυτό
Η χρήση του στερητικού τσακίζει

Όμως αυτή η επανάληψη
Αυτή η ταλάντωση
της απεραντοσύνης
στη φθαρτή πραγματικότητα
το εκκρεμές μιας ενδεχόμενης ανατροπής
είναι –πώς να το κάνουμε– η μύγα
στο αυτί του λιονταριού

***

Ένα παραμύθι ενός από τους Γκριμ

Είσαι το δάσος
που μέσα του θα ’θελα
να ανθίσω
να χαθώ
να μην αφήσω ίχνη
και με βρουν

Κάνε όμως γρήγορα κάτι
κι εσύ γιατί τα πόδια μου
με γυρίζουν πίσω
κι είναι κοντά
ο δρόμος της επιστροφής

*Από τη συλλογή “Ντάλιτ”, Εκδόσεις Θράκα.

Ιάσωνας Σταυράκης, Τέσσερα ποιήματα

Το μουρμουρητό του αιχμάλωτου

Αρνούμαι τον πόλεμο…
Θέλω να βλέπω
γυμνά τα πόδια σου
με μυστικές γραμμές
να σχηματίζουν
το σήμα της ειρήνης…

Έτσι θα παραμείνω αιχμάλωτος
στο γέλιο σου
και θα σου δίνω
λευκή την σημαία
της ψυχής μου…

***

Τυχαία γνωριμία

Γνώρισα τελικά τον άγνωστο
ποιητή…
Δεν είχε θέση ανάμεσα
σε αγάλματα…
Ούτε ποιήματα
δεν είχε γράψει…

***

Σίσυφος

Δεν είμαι ξένος εδώ…
Βλέπεις εκείνη
την κηλίδα ψέματος
που ανθίζει
μια φορά τον αιώνα
στην καρδιά της στέπας;
Βλέπεις στα μάτια
του ελέφαντα
το χάρτη
του πεπρωμένου;
Βλέπεις το Κιλιμάντζαρο
που τρίβει τους αγκώνες
και στο σκοτάδι μου φωνάζει…
Σίσυφε,
Δε με θυμάσαι;

***

Fuga

Δεν υπάρχει εμβόλιο για τη φυγή,
ακριβέ μου…

*Από τη συλλογή “Μηδέν γραμμάρια”.

Λεωνίδας Χρηστάκης, Σχιζοφωνητικά (12 ποιήματα)

Στο παρόν cd περιέχονται 12 ποιήματα, τα οποία απαγγέλθηκαν με ιδιόρρυθμο «σχιζοφωνητικό» τρόπο έκφρασης, από τον συγγραφέα και εκδότη Λεωνίδα Χρηστάκη, τον Ιούνιο του 2006. Τα ποιήματα έχουν απαγγελθεί στο παρελθόν από τον Λ. Χρηστάκη πολλές φορές -από το 1983- σε διάφορες εκδηλώσεις, ενώ αρκετά από αυτά έχουν εκδοθεί και κυκλοφορήσει, σε έντυπα του απαγγέλοντος. Τη «σχιζοφωνητική» εκφορά εμπνεύστηκε ο Χρηστάκης το 1963 στις όχθες του Σηκουάνα, όταν άκουσε για πρώτη φορά Γάλλους ποιητές και μουσικούς να απαγγέλουν με αντίστοιχο τρόπο. Καλή ακρόαση.

1. Εισαγωγή (Ανδρέας Κάλβος)
2. Η χώρα μου (Νάνος Βαλαωρίτης)
3. Ο χορός των καλών μασκοφόρων (Νατάσσα Χατζηδάκη)
4. Σύναξη ψυχών (Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης)
5. Μη με ξεχνάς τις νύχτες (Γιάννης Αλεξανδρόπουλος)
6. Άτιτλο (Ντόρια Μαρνέρη)
7. Περί πληροφορίας (Λεωνίδας Χρηστάκης)
8. Μπαλάντα στους ποιητές που πέθαναν νέοι (Μιχάλης Κατσαρός)
9. Άτιτλο (Σάκης Τότλης)
10. Μπέσκος (Δημήτρης Βέσκος)
11. Girl I want to be with you for the last time (Τέος Ρόμβος)
12. Αμέρικαν Μπαρ στην Αθήνα (Λευτέρης Πούλιος)
13. Στρογγυλή συμφωνία (Νικόλαος Κάλας)

Eavan Boland, Κεχριμπάρι

Σημασία δεν είχε ότι κάποτε υπήρξε απέραντος θρήνος:
δέντρα στις λοφοπλαγιές των δασοτοπιών τους να κλαίνε γοερά—
πλαστικός χρυσός να στάζει
στο έδαφος στο διάβα των εποχών και των αιώνων,
μέχρι σήμερα.

Αυτό το υπέροχο σεπτεμβριάτικο απόγευμα που εσύ λείπεις
Κρατώ, λες και το χέρι μου μπορεί να το φυλάξει,
ένα στολίδι κεχριμπαρένιο
που κάποτε μου έδωσες.

Να τι λέει η λογική:
Οι νεκροί δεν βλέπουν τους ζωντανούς
Οι ζωντανοί δεν θα ξαναδούν ποτέ τους νεκρούς.
Ο καθαρός αέρας που χρειαζόμαστε για να βρούμε ο ένας τον άλλον
έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, μα
τούτο το ρετσίνι κάποτε
μάζεψε σπόρους, φύλλα, ακόμη και μικρό φτερό καθώς έπεφτε
και έπεφτε

και τώρα με τη λιακάδα δείχνουν τόσο ζωντανό όσο
ήταν πάντα
λες και το παρελθόν μπορούσε να είναι παρόν και η ίδια η μνήμη
μέλι Βαλτικής—
μια ενόχληση στις παρυφές του θεατού, μια επίδειξη του πόσα
μπορούν να διαφυλαχτούν
μέσα σε μια ημιδιαφάνεια με ψεγάδια.

*Απόδοση: Τούλα Παπαπάντου
**Η Eavan Boland, γεννημένη το 1944, είναι Ιρλανδή ποιήτρια, συγγραφέας, ακτιβίστρια και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ.
***Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (Ιανουάριος -Φεβρουάριος – Μάρτιος 2018) του περιοδικού “Ένεκεν”.

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Το ποίημα έφεραν οι γλάροι

τη γέφυρα καθώς διέσχιζες
τρεις μαύρες γάτες είδες
και σε τρόμαξαν
μες τ’΄όνειρο
πρωί ‘που χρύσιζε το κόκκινο

‘ς τη γέφυρα του Γαλατά
το καλοκαίρι ‘που μας έφυγε
δώδεκα ‘μάτια, φίλε, είχε ο θάνατος
γαλήνης
και την οδό Φορμίωνος
μες τις παλάμες του

για σενα – νοτισμένες.

Αντώνης Μπουντούρης, Ήρθες

Έργο Σάββα Πετράκη

Κουβαλώντας στα μάτια σου
Εσπερινούς
Αγρύπνιες
Μπουρλοτιέρηδες Αγίους
και τα ξόρκια της Κασσάνδρας
ήρθες.

Στο καντήλι κρεμασμένη μιά αγάπη
από τα παλιά.
Το βλέμμα σου χαροκαμένης Παναγιάς
Η απόστασή σου μέχρι τη καρδιά μου
ορφανεμένη.

Γιατί ήρθες;

Λίνα Βαταντζή, Ενώπιον

Δεν στάθηκα γυμνή –
Ήμουν ντυμένη ζωή
εμπειρίες το ένδυμα
ζωγραφισμένο με
χαρά και λύπη.

Γυμνή ήταν η ψυχή –
Παράθυρο ανοικτό
στο ψύχος
πέταλα ευαίσθητα στο
θρόισμα του αέρα.

Δεν μπορώ να σταθώ-
Είμαι γυμνή ντυμένη
τραύματα
καθρέφτες είμαστε
πληγές του χρόνου.

Lale Alatli, Εκείνο το παιδί

Σχέδιο: Χρήστος Αλαβέρας

Είμαι εκείνο το παιδί
κουβαλούσα ένα αστέρι
εσύ δεν με θυμάσαι,
έκανα ποδήλατο στα σοκάκια σου
έτρωγα παγωτό των δέντρων σου στις σκιές,
έπαιζα με φίλους
ας φώναζε η μάνα το σούρουπο.

Είμαι εκείνο το παιδί
κανείς δεν θυμάται πλέον
το σπίτι μας έγινε πολυκατοικία
κι εγώ ένας αριθμός στην ιστορία.

Η γιαγιά μού χάριζε όλοντον κόσμο
όπως κάθε γιαγιά
ο μπαμπάς με προστάτευε
όπως κάθε μπαμπάς
η καρδιά της μάνας χτυπούσε για μένα
όπως κάθε μάνας
εγώ όμως δεν έζησα
όπως κάθε σου παιδί.

Είμαι εκείνο το παιδί
με κατάπιε το τρένο
στην πλατεία Ελευθερίας σου
μια ομιχλώδη μέρα σαν σήμερα,
τελικά για ποιους είναι η ελευθερία
σ’ αυτήν την πλατεία;

η γιαγιά δεν άντεξε
ο μπαμπάς δεν μίλησε
η καρδιά της μάνας έγινε στάχτη
έφαγε κι εκείνους το λαίμαργο τρένο
που ποτέ δεν χόρταινε.

Είχαμε όλοι αστέρια
γίναμε καπνός μια μέρα
κι η μαυρίλα του, Θεσσαλονίκη μου
έβαψε τη δίκιά σου ιστορία.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (Ιανουάριος -Φεβρουάριος – Μάρτιος 2018) του περιοδικού “Ένεκεν”. Το σκίτσο της ανάρτησης συνοδεύει το ποίημα.