Χουάνα ντε Ιμπαρμπούρου, Γυμνή σου δίνω την ψυχή μου

Γυμνή σου δίνω την ψυχή μου, να μπεις, να κατοικείς,
γυμνή σαν άγαλμα πουν καν δεν το κοσμεί το φύλλο της συκής.

Γυμνή αν το αποκορύφωμα της αναιδείας
ενός καρπού η ενός άστρου μες στον κήπο της ευδίας –

πραγμάτων τέτοιων μα και τόσων, που τηρούν με σέβας
την άπειρη ηρεμία της αμαρτησάσης Εύας.

Τα πράγματα όλα αυτά, που φτιάχνουν μέγα πλήθος
κι έχουνε καρπών, αστέρων ή και ρόδων ήθος,

δεν νιώθουνε ντροπή, να της σκεπάσουνε την άψη
με ρούχα που κανείς ποτέ δεν τόλμησε να ράψει.

Χωρίς καλύπτρα, σαν κορμί θεαίνης, σου τη δίνω,
και ως είναι: πιο λευκή και από τον άσπιλο τον κρίνο.

Γυμνή και ορθάνοιχτη σ’ τη δίνω (τι άλλο νά ’πεις;)
με όλο τον πόθο που ’χει μέσα της αγάπης.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
**Από εδώ: https://poiimata.com/2018/10/06/gymni-psychi-juana-de-ibarbourou/

Ρογήρος Δέξτερ, Μία Σχεδία του γυρισμού ή Νόστος στις όχθες τού Hudson

Μοιάζει να κύλησαν μάταια τόσα χρόνια
Στο κούφιο από ιδέες κεφάλι μου
Πού θα με βγάλουν τώρα τα βήματά μου
Οι έμμονες σκέψεις το φύσημά μου•
Μέχρι την ώρα να μετρηθώ με τους φόβους μου
Τους ορκισμένους εχθρούς μου
Τους φίλους που μαχαιρώνουν πισώπλατα
Αγάπες που έχασα σκόρπισα χάλασα
Στα πέρατα τού κόσμου•
Θα νυχτερεύω και πάλι μέσα στην όμορφη σάρκα
Θα λιώσω στον κόρφο
Τής νύχτας που με θήλασε
Τρεχάμενο νερό σε κήπους κρεμαστούς
Σε στέκια σκοτεινά και άθλια
Σε βρώμικα στενά
Γεμάτα ακόμη απ’ τίς φωνές όσων πέρασαν
Και περπάτησαν μόνοι
Παραπατώντας από μεθύσι σε μεθύσι
Μονολογώντας φτύνοντας ξερνώντας
Λόγια φτηνά που τρύπωσαν στο στόμα
Για να σφηνώσουν σα σκέψη στο φτωχό μυαλό
Και όλα να ξεχαστούν ξαφνικά
Σα να κύλησαν αιώνες
Μόλις πιάσω κουπί στα ξένα κάτεργα
Και ξαναγίνω
Το παλιό κορμί
Χαμένο στα κράσπεδα τής Βαβυλώνας.

*Από τις “Σχεδίες”.

Λάζαρος Γεωργιάδης, «Τέλος», Εκδόσεις «Στοχαστής»

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Χρειάζεται αρκετό θάρρος για να εκδώσει ένας ποιητής την πρώτη του ποιητική συλλογή. Είναι η πρώτη του έκθεση στο κοινό, όχι δυναμικά με τη μορφή της απαγγελίας, αλλά στατικά με τη μορφή της ψυχρής αποτύπωσης στο χαρτί. Και αν χρειάζεται θάρρος για να εκτεθεί ο ποιητής για πρώτη φορά στο κοινό, χρειάζεται ακόμα περισσότερο για να δώσει στη συλλογή του έναν προκλητικό τίτλο.

Τέτοιες σκέψεις κάναμε διαβάζοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Στοχαστής».

Ο τίτλος της συλλογής μπορεί να έχει δύο ερμηνείες: 1) Ο ποιητής αρχίζει ανάποδα από το τέλος προς την αρχή σε μια διαλεκτική σχέση με την ποίηση. Κάθε τέλος του παλιού περιλαμβάνει την αρχή του νέου. Αν δεν υπάρχει τέλος, τότε δεν υπάρχει ούτε αρχή, αφού το ένα προϋποθέτει το άλλο σε μια αέναη σύγκρουση αντιθέτων. 2) Όταν εκδοθεί μια ποιητική συλλογή, ο ποιητής έχει τελειώσει την ενασχόλησή του με την επεξεργασία της. Βάζει μια τελεία και από εκεί κι έπειτα, η συλλογή περνάει στους αναγνώστες. Ο καθένας θα την εκλάβει με τον τρόπο της δικής του ανάγνωσης, αλλά ο ποιητής δεν θα μπορεί να επέμβει και να αλλάξει κάτι. Και άρα εδώ ο τίτλος «Τέλος» παίρνει τη μορφή του τελεσίδικου.

Η ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος», είναι γραμμένη σε ελεύθερο στίχο αν και δεν λείπει σε ορισμένα σημεία η ρίμα έστω και με ηθελημένα λανθάνουσα εμφάνιση. Τα νοήματα είναι συνήθως σαφή, αν και μερικές φορές ο ποιητής χάνεται σε δαιδαλώδεις διαδρόμους της φαντασίας του. Σε αρκετά σημεία, που ο Λάζαρος Γεωργιάδης γράφει κάπως πιο ρεαλιστικά, θα λέγαμε ότι δίνει τον καλύτερο εαυτό του.

Η ποίηση του Λάζαρου Γεωργιάδη είναι ανατρεπτική και αρκετές φορές αγγίζει τα όρια της αναρχίας. Έτσι, όλα είναι OK εκτός από τη φαντασία, που πέθανε. Το γένος των ανθρώπων είναι τόσο καταστροφικό για τον πλανήτη, έτσι ώστε φτάνουμε στο σημείο να λέμε πως αν ποτέ εκλείψει ο άνθρωπος: «Η ζωή μετά τους ανθρώπους / θα είναι μια / όμορφη ζωή».

Στη σύγχρονη κοινωνία η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο οδηγεί σε έναν κανιβαλισμό άνευ προηγουμένου: «Εδώ / όπως τα ήξερες / ή μάλλον / δεν ήξερες / τρωγόμαστε ζωντανοί». Στα παραμύθια μας μαθαίνουν ότι ο λύκος είναι πάντα ο κακός έτσι ώστε να γινόμαστε πρόβατα, ενώ το παιδί, που ξεκίνησε με όνειρα κι ελπίδες «είχε ήδη πεθάνει / από την ώρα που γεννήθηκε.» Ο ποιητής θρηνεί για την Πρωτομαγιά και την χαμένη άνοιξη: «σε έναν κόσμο που τόσα πολλά θα μπορούσαμε / μα φτιάχνουμε έναν άλλον / που τίποτα δεν θα μπορούμε τελικά» και περιγράφει την «αγαπημένη» οικογένεια, που καταλήγει να παίρνει Xanax.

Και πώς μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς όλα τα παραπάνω; Ο Λάζαρος Γεωργιάδης εκφράζει μεγάλο μίσος για τους εκμεταλλευτές: «δεν είναι τα λεφτά σας αυτά που ζητάμε / αλλά το αίμα σας», ενώ για την επανάσταση θα γράψει: «Αν όχι τώρα πότε…» και θα κάνει το ίδιο ερώτημα στον εαυτό του.

Στην ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος» υπάρχουν και ορισμένες ερωτικές πινελιές. Ο ποιητής βλέπει την αγαπημένη του σαν την Αφροδίτη της Μήλου, ενώ η αληθινή αγάπη κρύβεται πίσω από τα φερμουάρ και όχι στα κινηματογραφικά στερεότυπα.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Λάζαρου Γεωργιάδη «Τέλος» είναι ένα πολύ σημαντικό πρώτο βήμα στο δύσκολο δρόμο της ποίησης. Περιμένουμε τα επόμενα.

Γρηγόρης Σακαλής, Σούρουπο

Σ΄ένα παγκάκι
στην πλατεία
μόνος, σούρουπο
τότε που η θλίψη
γίνεται ανυπόφορη
και τα κλαδιά των δέντρων
σε σκεπάζουν λυπημένα
κοιτάς τον κόσμο γύρω σου
που περνάει αδιάφορος
ψάχνεις να βρεις
κάποιο φίλο ή γνωστό
να μιλήσεις
μα δεν βρίσκεις
τραβάς σ΄ένα μαγέρικο
τρως μια φορά τη μέρα
ένα πιάτο φαϊ
και λίγο κρασί
για συντροφιά
αργά πηγαίνεις μια βόλτα
στο πάρκο
πλήρης ησυχία, ερημιά
γυρίζεις σπίτι
άλλο ένα κρασί
και σκέφτεσαι
ότι όποιος λέει
ότι αγάπησε τη μοναξιά του
απατάται ή εξαπατά.

Ηλίας Τσέχος, Τρία ποιήματα

Τόποι εγερμένοι

Στην Ούρσουλα Grueber

Μας περιμένουν κάμποι της θάλασσας
Θέρη στη Βάθια
Χάρτινοι πύργοι
Στην Καρδαμύλη οι Διόσκουροι
Στολισμένα φραγκόσυκα
Ελαιώνες αδιάδρομοι
Λησμονούμε Ζυρίχη
Το κοσμηματοπωλείο εργασίας σου
Άγευστα πρωινά
Εδώ
Ντόπια κρασιά γευόμενοι
Ψευτοκεφτέδες τρώγοντας
Πράσινο λάδι φετινό στις σαλάτες
Αθλούμενοι με κύματα κρεβάτια
Αρμύρες σκληροτράχηλες ιδρώτα
Απολησμονημένοι τότε

***

Ελάτε ποιητές

Στον Γιώργο Βέη

Ελάτε ποιητές
Και ξένοι
Άστεγες εποχές
Ολίγων μέσες
Ελεόθρεπτα
Κλειδιά αρμαθιές
Ρίξτε στο τζάκι ξύλα
Αρχεία
Επαγγέλματα
Καπνούς στις συγκινήσεις
Καλωροσίσατε μήλα πράσινα
Αγνώστους αναγνώστες
Ελάτε ποιητές
Βάσανο σπέρμα
Πεδία λοίσθια
Λύσσες λυμένες
Κλείνουν σπίτια
Μάνες δεν γεννούν
Καείτε

***

Αργεί ο κόσμος

Στην Αθηνά Ξανθίδου

Ισημερινοί

Ό,τι επιθυμήσαμε
Και δεν ανταμωθήκαν
Χρώματα χάθηκαν
Χώματα υψωθήκαν
Πλάτες γύρισαν

Παράλληλοι

Από την άλλη
Ό,τι συναντήσαμε
Μήκη και πλάτη
Εμείς δήθεν πλάτες γυρίσαμε

Αργεί ο κόσμος πουλί μου ταξιδιάρικο
Πόσο αργεί πουλιά μου αταξίδευτα.

*Από τη συλλογή “Νόμοι Αφιερώσεων”, έκδοση Ούτις, Αθήνα 2012.

Γρηγόρης Σακαλής, Οι δικές μας μέρες

Να τελειώσουμε με τις αυταπάτες μας
πως κάτι θ΄αλλάξει
πως κάτι καλό θα γίνει
δεν πρόκειται ν΄αλλάξει τίποτα
δεν πρόκειται να γίνει κάτι καλό
για τη ζωή μας
όσο αυτοί κυβερνούν
με τις διάφορες ονομασίες
και φορεσιές
με το βλέμμα του θανάτου
στα μάτια
και τα σιδερένια χέρια
πρέπει να δράσουμε
να ΄ρθουν οι δικές μας μέρες
που όλοι οι άνθρωποι
θα ζουν ελεύθεροι
κι αλληλέγγυοι
ν΄αγαπήσουν
να δημιουργήσουν
και να εργαστούν
χωρίς κανένα υπολογισμό.

Χριστόφορος Τριάντης, Λειψές υπάρξεις

Ω, λειψές υπάρξεις
στα πατρογονικά κύτταρα
σκαλώσατε,
πανηγυρίζοντας
που βρήκατε πεδίο
να προβάρετε
τις εντολές της κοινωνίας.
Στην εργασία πέσατε
με ζέση
κι όσες στιγμές
σάς δόθηκαν (κατά συνθήκη)
απ’ τον χρόνο,
τις ανακατώσατε στα
παλιατζίδικα,
μήπως και βρείτε
σακάτικες εντελέχειες
και φτιάξετε νέους σκοπούς
και στόχους
(λογικούς, ως επί το πλείστον).
Ω, από φόβο εγκαταλείψατε
την ηδονή
και κουκούλες φορέσατε,
μήπως και αντέξετε τις κραυγές.
Ω, ήταν η μόνη
ανταμοιβή
που –αποδοτικά- οικονομήσατε
σε τούτον τον κόσμο,
κατά δική σας ομολογία.

Πόπη Γιόκαλα, Μετανάστης

Νοσταλγία
Μάτια αναζήτησης ελπίδας
Βλέμμα απείρου προσδοκίας
Καρτερικότητα θανάτου
Πνοή δαρμένη ανελέητα στα κύματα
Σφυγμοί που τρέμουν στην
απεραντοσύνη του κόσμου
Όνειρα που δεν ξυπνούν ποτέ
Ραγισμένη ψυχή
Κλάμα βουβό στο βυθό 
της θάλασσας.

Ειρηναίος Μαράκης, Χορεύοντας με τη Ζάκι-Ο

Θα φορέσω μια παλιά φούστα της μαμάς
σε χρώμα κυπαρισσί με λίγο κιτρινάκι
ένα καπέλο με πλουμιστά φτερά
μια τσάντα που θα κρύβω τα φιλιά της
ένα φλατ παπούτσι
που θα λάμπει στο σκοτάδι
κι ανάλαφρα σαν πτηνό του ουρανού
μην σκύβεις το κεφάλι κοίτα εδώ
σε χορό θα σε ζητήσω παθιασμένο
αχ, και θα ‘ναι τούτος ο χορός
μια καταιγίδα από γκλίτερ και στρασάκια
ανεμοστρόβιλος από χρωματισμένα κομφετί
ένα χαστούκι στα πρέπει και τα μην τους
ναι, στους δρόμους θα χορέψουμε
σφιχτά αγκαλιασμένοι
τον κόσμο θα αλλάξουμε
ελεύθεροι να ζήσουμε
κι ας μην μας αγαπήσουνε.

Χανιά, 30/9/2018

Αντώνης Στασινόπουλος, Τρία ποιήματα

Δειλινό

ΔΕΙΛΙΝΟΥ ΩΡΑ.
Τα πρώτα αστέρια τρεμοπαίζουν
ώσπου να στεριώσει το φως τους στη νύχτα
και εμείς αλλάζουμε χρόνο και τόπο
μέσα σε ένα σκοτεινό περιβάλλον που αλλάζει και αυτό.

Τα φώτα της πόλης άναψαν,
η κίνηση στους δρόμους αποκτά μαγευτικούς ρυθμούς,
ματιές, χαμόγελα, ψίθυροι ερωτικοί στο ημίφως.
όσο προχωρά η νύχτα οι άνθρωποι ζευγαρώνουν.
Ερωτογενής χρόνος
τα σώματα συνεπαιρνει σε χορούς λυτρωτικούς.

***

Αλληλουχία

ΤΟ ΓΑΛΑΝΟ της θάλασσας τρικυμίζει,
το κίτρινο του ήλιου μας περιθάλπει,
να, πιο κει οι μέλισσες τα άνθη αρμέγουν.
Και η νύχτα θα απορροφήσει
τα κελαηδίσματα των πουλιών.
Η σελήνη φωτίζει
τα μονοπάτια που διαλέγουν οι εραστές.

***

Νοσταλγία

ΛΕΥΚΟ ΦΟΡΕΜΑ σύννεφου είσαι ντυμένη
υπερίπτασαι
και πάλι θα συναντηθούμε
στο πορφυρό του ηλιοβασιλέματος.
Τα χείλη σου τόσο κοντινά
τόσο μακρινά.
Τα μάτια σου μελιά της θλίψης
διαβάζουν το παρελθόν.
Και γίνεσαι τόσο όμορφα γαλάζια
στου ουρανού την αγκαλιά.

*Από τη συλλογή “Φεγγάρι ολόγιομο”, Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος, 2010.