Λίντια Ντιμκόφσκα (Lidija Dimkovska), Δύο ποιήματα

ΑΙΤΟΥΝΤΕΣ ΑΣΥΛΟ

Το μεγαλύτερο κέντρο αιτούντων άσυλο βρίσκεται κάτω από τη γη.
Είναι οι αυτόχειρες, όσοι μετανάστευσαν στον άλλο κόσμο,
οι παρίες, οι καταπιεσμένοι, οι βασανισμένοι αυτού εδώ του κόσμου.
Το υπόγειο κέντρο αιτούντων άσυλο προσφέρει ελευθερία κίνησης
από την περιφέρεια προς το κέντρο και τούμπαλιν,
τρία γεύματα τη μέρα και καθημερινή άδεια εξόδου για περίπατο.
Οι αιτούντες άσυλο φορούν ένα βραχιολάκι στους καρπούς τους.
Μα για δείτε, οι κανονικοί νεκροί ξεκινούν απεργία πείνας
διαμαρτυρόμενοι για το πλεόνασμα αυτοχείρων γύρω τους.
Δεν θέλουν αιτούντες άσυλο δίπλα στα νοικοκυρεμένα σπίτια τους,
δεν θέλουν γύρω τους πεταμένες θηλιές, άδεια μπουκάλια χαπιών,
κόκαλα σπασμένα από πτώση και κοιλιές πρησμένες από πνιγμό.
Αντί για σκιάχτρα
φυτεύουν στους καταπράσινους κήπους τους σταυρούς
για όσους πέθαναν ενάντια στη θέληση του Θεού.
Οι αιτούντες άσυλο είναι μπερδεμένοι και θυμωμένοι,
το ‘να τους πόδι τούς τραβάει πίσω διαρκώς.
Κάποιοι ξέχασαν ν’ αφήσουν σημείωμα,
άλλοι να φιλήσουν την κόρη τους,
κάποιοι άφησαν ένα κουστούμι στο καθαριστήριο,
άλλοι δεν έκαναν τη διαθήκη τους,
κάποιοι δεν ακύρωσαν το ταξίδι τους,
άλλοι δεν είχαν κλείσει ραντεβού με τον θάνατο.
Και τώρα βρίσκονται εδώ.
Συνοδευόμενοι από διερμηνέα και με φακέλους στο χέρι
περιμένουν στον διάδρομο να τους δεχτεί ο υπάλληλος της υπηρεσίας ασύλου.
Εθνικότητα, φύλο, θρησκεία. Πολλοί έχουν πατέρα,
αλλά όχι πατρίδα. Κάποιοι είναι αλλεργικοί στην οργωμένη γη,
ανήμποροι να φιλήσουν τα χώματά τους,
έπρεπε ν’ αναχωρήσουν για υπόγεια εδάφη.
Κάποιοι ήταν αιώνιοι φυγάδες των εαυτών τους,
δεν είχαν κανέναν να τους αγοράσει αντιγηραντικά χάπια.
Κάποιοι πέρα απ’ την τύχη τους χαράμισαν και την ατυχία τους.
Άλλοι δεν έκαναν έρωτα
στον έρωτα της ζωής τους για χρόνια.
Κάποιοι δολοφονήθηκαν απ’ το πιο κοντινό κι αγαπημένο τους πρόσωπο,
όχι με μαχαίρι αλλά με σύριγγα ή λαβίδα.
Μεταξύ τους υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν μόνο μετά θάνατον.
Γεμάτο είναι το κέντρο αιτούντων άσυλο,
χωρίζεται με συρματόπλεγμα απ’ τον κόσμο των κανονικών νεκρών.

Εγώ έφτασα χθες. Πήρα δύο εισιτήρια εισόδου.
Τη μέρα θα μένω στο κέντρο αιτούντων άσυλο,
και τη νύχτα στο σπίτι των κανονικών νεκρών.
Δεν ξέρω από ποιο δεν θα επιστρέφω.

***

ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ

να είσαι παιδί γονιών που σκοτώθηκαν στον πόλεμο,
παιδί χωρισμένων γονιών,
ή παιδί απ’ την Αφρική σε τεράστια αφίσα,
να ζεις σε άσυλο για άτομα με ειδικές ανάγκες,
να ‘χεις κλειδί κοινωνικής κατοικίας,
να λαμβάνεις βοήθεια σε αλεύρι, βούτυρο,
βαμβάκι και μπατονέτες,
να ‘χεις λογαριασμό στην τράπεζα για μεταμόσχευση μυελού των οστών,
να ζεις σε παιδικό χωριό SOS με μια Μεγάλη Μάνα εννέα παιδιών
και μια θεία που σ’ επισκέπτεται μία φορά τη βδομάδα
για να σιδερώσει τα ρούχα σου και να παίξει χαρτιά,
να κοιμάσαι σε χαρτόκουτο μπροστά απ’ το κοινοβούλιο
ή στο μετρό της μητρόπολης
που φιλοξενεί μια συνάντηση κορυφής,
να είσαι κούκλα βιτρίνας με εθνική ενδυμασία
αντί για τροχονόμος σε διασταύρωση,
τα παιδιά να υιοθετούν γονείς, και όχι το ανάποδο,
να πίνεις το αίμα του πρώην σου για να μην οξειδωθεί,
να είσαι ο θυροειδής αδένας της οικογενειακής πολιτικής,
να σου τρέχουν τα σάλια για κάποιους ανθρώπους,
και για κάποιους άλλους να σου κάθεται ένας σβόλος στον λαιμό,
να φυλάς την πιο μαλακή πετσέτα για τον μουσαφίρη απ’ το εξωτερικό,
και το πιο σκληρό κρεβάτι για τον αυτόχειρα που επέζησε,
να είσαι σκουπιδάκι στο μάτι του Θεού,
να μαζεύεις τη γνώση μ’ ένα κουταλάκι κολλώδους σιροπιού,
να είναι οι απόψεις σου πλυμένες κάλτσες
που δεν βρίσκουν το ταίρι τους,
να μη σου ταιριάζει πια ούτε το δέρμα, ούτε η χώρα,
να κρεμαστεί απ’ του μοναστηριού τη φλαμουριά
ο τελευταίος άνθρωπος που σε φίλησε στο μέτωπο,
να είσαι το βασικό θέμα μιας ταινίας χαμηλού κόστους,
να υποχωρήσει ο αφαλός μπροστά στη γλώσσα,
κι η γλώσσα μπροστά στο ζωντανό βάρος της ψυχής,
να γίνεις ενοικιαστής της ίδιας σου της ύπαρξης,
να ‘χεις επίγνωση ότι η ζωή είναι παιχνίδι που παίζουν
όσοι δεν ξέρουν να κολυμπούν, με κύματα ψηλότερά από κείνους.

*Από το τεύχος 20 (Χειμώνας-Άνοιξη 2019) του περιοδικού “Τεφλόν”, σελ. 71-72.

Ευτυχία Παναγιώτου, Τρία ποιήματα

Η απόπειρα της ελευθερίας

Με τρύπιο το σώμα, το φιτίλι να τρέμει,
το ποίημα πυροτεχνουργός.

Μαύρες τολύπες το ξετίναζαν. Οι Μοίρες
παίζανε
γεμάτο ζάρι
— Αλγερία, Τυνησία, Αίγυπτο —
την τύφλα τους λευκό κουτσό.
Λέγαν, θα πάμε από πνιγμό.

Μα μόνο οι λέξεις κατρακύλησαν.
Τα παιδικά σου μάτια θυμούνται
μια έκρηξη. Τον πυρετό
που ανέβαινε
των πεθαμένων.

Ακούς από κάτω
το γδαρμένο γυαλί —

***

Λίγο πριν σηκωθείς

Μην πεις πως δεν πόθησες τα φτερά του παγονιού,
ένα φόρεμα να σκουπίζει την πίστα με βαλς.
Κι αν την κορόνα σού έκλεψε τελικά το καρδιοχτύπι
όταν σε κοίταξε στα μάτια ο τολμηρότερος,
μην πεις πως ήτανε κατακτητής’

στα γόνατα είχε πέσει.

***

Ας χορέψουμε

Γκρεμίζοντας τον ύπνο
Ηλίας Λάγιος

Ο πόθος έλιωσε τα μάτια μας.

Έγινε τραγούδι, να τυραννάει τον λογοκόπο.
Αόρατο δοξάρι σε παρτιτούρες αρλεκίνου
που έσκιαξε κι έσκισε το μισοφόρι
του θανάτου. Ήχος πειραγμένος,
από παράτολμο σμίξιμο.

Το χώμα να φοβάται το σώμα.

Γι’ αυτό πριν πάλι ο Τυφλός λαλήσει
— Ας βροντήξουν παλαλά ταμπούρλα,
και πλήθος παρδαλά τα γυναικεία λώματα
Ας τσερίσουν με τον πήχη τον αγράνεμον.

Και πεντοζάλη και πυρρίχιος
και τρομαχτόν. Το χέρι εκείνο,
αυτό που αναδύθηκε
— Κάλεσμα ήταν ή αποχαιρετισμός;

*Από τη συλλογή “Χορευτές”, εκδόσεις Κέδρος, 2014.

Γρηγόρης Σακαλής, Εκεί ψηλά

Αγναντεύω με το νου μου
τη θάλασσα
έχω δυό χρόνια να τη γευτώ
βλέπω καραβάκια στο γιαλό
ψαρόβαρκες δεμένες στο μώλο
ψαράδες καθαρίζουν τα δίχτυα
γάτες να έχουν μαζευτεί
περιμένουν μια σαρδέλα
κόσμος πολύς στην παραλία
να κάνει το μπάνιο του
κι εγώ πάνω σ΄ένα βράχο
να κοιτάζω πέρα στον ορίζοντα
εκεί που σμίγει
ο ουρανός κι η θάλασσα
ζω το όνειρο
χάνομαι στις σκέψεις μου
πηγαίνω σ΄άλλο επίπεδο
είμαι εκεί και δεν είμαι
κι από το κάστρο του Πλαταμώνα
πετάω στις κορυφές
του Ολύμπου.

Λεωνίδας Χρηστάκης, Ποίημα

[…]
Είπατε καλημέρα στον θυρωρό;
Μήπως αφήσατε κανένα φως αναμμένο;
Καμμιά βρύση ανοικτή;
Κλείσατε τα παράθυρα;
Ίσως το μάτι της κουζίνας να καίει;
Τοποθετήσατε τα ρούχα στη ναφθαλίνη; […]
Είσασταν Φαλαγγίτης ή Σκαπανεύς το 1936-40; […]
Έχετε κάνει εξορία; […]
Υπογράψατε για την Κύπρο;
Μήπως είχατε πρώτα ροζ απολυτήριο Στρατού,
το οποίο όμως, σας
το άλλαξαν αργότερα;
Διοικητής σας ποιος ήταν στο Στρατό
Είχατε Δ.Ε.Δ. ή Δ.Α.Δ.;
Υπηρετήσατε ως Αξιωματικός;
Έχετε διαβατήριο;
Βιβλιάριο ασθένειας;
Απολυτήριο στρατού;
Πού μένετε;
Είστε Χριστιανός Ορθόδοξος;
Όνομα πατρός;
Μητρός;
Ονομάζεστε;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, 5:87-88.

Πάνος Κουτρουμπούσης, 5

Και πάντα το απόγεμα
όπως κάθε μέρα
την ίδια ώρα που ο ήλιος
γλυκαίνει τον ουρανό
έρχεται ανάλαφρος
ο μικρός αέρας
που απαλά χαϊδεύει
τις εκθαμβωτικές πεδιάδες
τα σιωπηλά ποτάμια
τους εγκαταλειμμένους καρβουνιασμένους λόφους,
σφυρίζει μέσα από σκελετωμένες πόλεις
φιλάει το τοπίο…
ί
Εκείνο το αεράκι
που ’χει ανακατεμένα μέσα του
δισεκατομμύρια μικρά θραύσματα
σα φωσφορίζοντα πράσινα ή κόκκινα δόντια
να αντανακλούν το φως,
όπως πέφτει απάνω τους ο ήλιος,
να στολίζουν το Χέρι της Ερημιάς.

Χρήστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

Καταδοχές

Να καταδέχεσαι
του περαστικού την καλημέρα, το γειά σου του γειτόνου
τις βροχοστάλες,τα χελιδόνια,τις ξεχασμένες σου ρίζες
της αστραπής το φευγαλέο βλέμμα
τα φύλλα της καρδιάς της,τις ανάπαυλες στα οροπέδια
το όνειρο μέσα στα όνειρα, τη δροσιά της αυγής
τις φτερούγες π’ανεμίζουν σαν πετούν
την ψυχή που γίνεται τιμόνι, τα κρυμμένα κλειδιά
τ’αγιόκλημα πάνω από τα μάτια σου

Τ’αχνάρια σου μην σέρνεις στις στάχτες
να έχεις ήχο στις σιωπές σου
και λόγια μονάκριβα,για εκείνους που ακούνε
άκου,χτυπάει ο άνεμος την πόρτα
μην τρεμοσβήνεις

Να καταδέχεσαι,
τους χορούς των παλιάτσων – και των ακροβατών-

Στ’αγριοκαίρι να ωριμάζεις αθόρυβα
γινου θύελλα στην κατάλληλη στιγμή
τα σύννεφα θέλουν απλωσιά

Μάρτιος 2019

***

Φύσημα

Φύσηξες πνοή
ως τον γλαυκό μυχό μου
έκαψες σαν μανιασμένη αστραπή,
πιο κάτω από το δέρμα το χνώτο έγινε κοφτό
κάθετη σπαθια,πνοή μου,
η κατάρα που έστειλες

Φεβρουάριος 2000

***

Στην πρώτη αχτίδα

Στην πρώτη αχτίδα, τραβάς την κουρτίναι
αποτρέποντας το φως να σ’αλλάξει

Μέσα στο δωμάτιο,πλανιέται η σιωπή σου
το γέλιο της περιγελά,
την έρημη ζωή σου

Απρίλης 2011

Τάσος Δενέγρης, Ο θάνατος στην πλατεία

Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς
Μπορείς να ξεχωρίσεις το θάνατο
Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην Πλατεία Κάνιγγος
Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους
Έχει μεταμορφωθεί σε λαχειοπώλη
Κι είναι ασήμαντος με μπεζ κοστούμι
Κι αναπηρικό σήμα στο πέτο
Μόλις καταλάβει πως ίσως κανείς
ίσως κανείς τον υποπτεύθηκε
Μεταμορφώνεται σε θυρωρό.

Πρέπει να προλάβω
Να πω αυτά που είδα
Σήμερα το πρωί από το έβδομο πάτωμα.

Τώρα βλέπω πώς δημιουργήθηκαν τα μνημόσυνα κι οι προβλέψεις
Τα κοινά τροπάρια και τα ωράρια
Οι ευκατάστατοι κι οι δειλοί
Οι συνήθειες, η ανοχή, τα μπορντέλα
Γι’ αυτό κανείς
Δεν μπορεί να διακρίνει
Τον θάνατο
Στην Πλατεία Κάνιγγος στις 11 το πρωί.

Εγώ πρόλαβα και την τελευταία μεταμόρφωση
Έχει ντυθεί πωλητής κι έχει μπροστά του
Ένα τραπέζι
Με κόκκινους ανεμόμυλους
Που γυρνούν δαιμονισμένα
Όταν σηκωθεί μικρός άνεμος.
Σ’ αυτή την παράξενη χαρά
Σ’ αυτή την κατάσταση που τα νεύρα δεν υπακούουν το μυαλό
Κι η μνήμη εξαρθρώνεται και περπατάει ελεύθερη
Σαλτιμπάγκος σ’ εναέρια κόλπα
Σ’ αυτήν την παράλογη χαρά
Με το σώμα νικημένο από τον ίδιο
Παντοδύναμο κι αυτοτελές
Μπορείς να δεις καθαρά στις υγρές φυλακές της ερημιάς της γυναίκας
Να συλλάβεις τους σπονδύλους του ρυθμού
Και να πιάσεις το θάνατο
Ανήμπορο και δειλό
Ν’ αποφεύγει την σύγκρουση.

27 Ιανουαρίου 1966

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι” 6:47-48. Από τη συλλογή Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος, 1975.

Τζωρτζ Ροντίλβα, Χαιρετισμοί

Χ α ί ρ ε ερημιά, που μετριέσαι με χρωματιστές ζακέτες, ριγμένες ανάσκελα σε φθαρμένα ψάθινα καθίσματα.


Χ α ί ρ ε βρώμικο υπνωτήριο, ξινισμένο σεντόνι, αλλοπρόσαλλα κεφάλια, που ξυρίζεστε γουλί τη νύχτα, ξηλώνοντας τις σαπισμένες ραφές του κρανίου.


Χ α ί ρ ε συντροφική αντλία ήχου, που κρύβεσαι χρόνια στη μασχάλη μου, σκεφτόμενη κάποια μέρα να δραπετεύσουμε μαζί μέσα απ’ τις κορνίζες του τοίχου.


Χ α ί ρ ε καπνισμένο κασόξυλο αδιέξοδου παραθυριού, που στις κοιλάδες σου φωλιάζω τις τύψεις μου, με κάμποσα περσευάμενα κέρματα στη δεξιά παλάμη.


Χ α ί ρ ε ημέρα υγρή, περιστρεφόμενη πόρνη, που χρόνια αυνανίζεσαι στα κεντρικά μπουρδέλα του κράτους.


Χ α ί ρ ε λύκε, που κοιμάσαι στην αυλή, φουγάρο ατμομηχανών, ποντίκι του μηχανοστασίου και των δημόσιων πάρκων.


Χ α ί ρ ε ξαγρυπνισμένη κατσαρίδα, που περιφέρεσαι στη σκοτεινή μου τρώγλη, ακολουθώντας με στο σκαλοπάτι που με σέρνει στην τελευταία κλειδαρότρυπα του κόσμου.


Χ α ί ρ ε αόρατη φθορά, που καλύπτεσαι οδηγώντας ισόβια τυφλούς ζητιάνους στα νυχτερινά παζάρια του υπονόμου.


Χ α ί ρ ε ζέχνουσα μήτρα, που ζεσταίνεις τα καμιόνια, τα καραβόσχοινα, τις λαϊκές πόρνες, τους ρακοσυλλέκτες, τις κίτρινες καταιγίδες της ερήμου, τις σιωπηλές σφίγγες και τα κάτεργα της Σιβηρίας.


Χ α ί ρ ε ομίχλη, που με σκέπασες και έζησα αιώνες κρυμμένος στα στενά πόμολα από διάφορες ερημωμένες πόρτες.


Χ α ί ρ ε νεκρέ, που περιμένεις σκυμμένος στο ψυγείο, καπνίζοντας απανωτά τσιγάρα, διχαλωτό σπιρτόξυλο που κατουράς τον ασβέστη του Θεού, που αυνανίζεσαι και κοιμάσαι στις δημόσιες τουαλέτες.

Χ α ί ρ ε λαστιχένια σκέψη, που αγυρτεύεις πίσω απ’ τους ξύλινους πάγκους στις PUB των Εξαρχείων – Βιτόφσκι, Αίτνα, Ίντριγκα, Ιπποπόταμο, Da-da – με κείνο το δίβουλο χαμόγελο κρυμμένο κάτω απ’ την τέλεια σήψη της αβύσσου.


Χ α ί ρ ε διαβαίνουσα μέρα, άγρια πουτάνα που κρέμασες τα βυζιά σου και τα άσπρα σου σεντόνια, με τα παράθυρα γραδωμένα και ορθάνοιχτα[ στο μέρος του αιδοίου.


Χ α ί ρ ε διαβαίνουσα μέρα, λεύτερη αγύρτισσα που βαυκαλίζεσαι χρόνια στα μπουρδέλα του Μεταξουργείου, στα καθίσματα του Ομόνοια – περιμένοντας ανυπόμονα τη σειρά σου – και στις ψωροκολυμπήθρες της Αθηνάς.


Χ α ί ρ ε φωνή βραχνή, που σύρεσαι στα παγωμένα κράσπεδα της Φραγκφούρτης, στα δημόσια ουρητήρια του σύμπαντος, στα μπαρμπέρικα του περιθώριου και στα γουναράδικα της Πατησίων.

Χ α ί ρ ε φίλε, αδυσώπητα ελέφα αδιάβατης ζούγκλας, που μέσα σου παραμονεύει η τραχειά κυριακάτικη μπόχα, η άπλυτη κάλτσα, η σήψη, και το κιτρινισμένο γάντι του ψυχίατρου.


Χ α ί ρ ε θλιβερέ νυχτοφύλακα, που πανηγυρίζεις τον καινούργιο μηνιαίο μισθό, ανάμεσα στις ισχνές γάτες που διεγείρονται απ’ την πηχτή ομίχλη, απ’ την επέτειο του Πολυτεχνείου, απ’ τα τραγούδια του Μίκη κι απ’ το ξέσκισμα της παρθενικής πόλης.


Χ α ί ρ ε μακρυνό, ανεπίστρεπτο ταξίδι, τελευταίο αποχαιρετιστήριο φιλί στο λόφο με τα κυπαρίσσια και την υγραίνουσα γη.


Χ α ί ρ ε μνήμη, αφημένη στη μεριά της νότιας σκίωσης, με τον ιδρώτα ολονυχτίς συλλεγμένο στο βυθό της θάλασσας και στη γραμμή των άστρων.


Χ α ί ρ ε αδέσποτη καληνύχτα, που περιφέρεσαι διψασμένη στις αρχαίες κολώνες της Εφέσου, στους φαντάρους του Πεδίου του Άρεως, στους πρασινισμένους φράκτες, στις ξοδεμένες γκαζόλαμπες, στις χυμένες καπότες, στους μονόφθαλμους ανέμους και στα ψηλά γοτθικά παράθυρα ιστορικών εκκλησιών.


Χ α ί ρ ε απουσία, που χοντραίνεις σε τόσα έτη τετράπαχης σιωπής.

*Από την ποιητική συλλογή «Κ 862963», εκδ. Υποκείμενο, γύρω στα 1980 κάτι, που διακινούσε ο ίδιος ο ποιητής στους δρόμους και την πλατεία Εξαρχείων. Εμείς εδώ το αναδημοσιεύουμε αφού το βρήκαμε στη σελίδα του ποιητή και φίλου Θόδωρου Μπασιάκου στο Facebook.

Paul Eluard, Από τη συλλογή “Ο έρωτας η ποίηση” (1929)

Joan Miro, Spanish Culture

Από την ενότητα «ΑΡΧΙΚΑ»
I
Υψηλόφωνα
Η αγάπη ευλύγιστη ανατέλλει
Με τόσο φωτεινές αστραπές
Που στη σοφίτα του ο εγκέφαλος
Φοβάται να εξομολογηθεί.

Υψηλόφωνα
Όλα τα κοράκια του αίματος καλύπτουν
Τη μνήμη άλλων γεννήσεων
Κι όταν ανατρέπονται στο φως
Το μέλλον τροχιοδρομεί τα φιλιά.

Αδικία απίθανη ένα πλάσμα μόνο στον κόσμο
Ο έρωτας διαλέγει τον έρωτα δίχως ν’ αλλάξει πρόσωπο.

II
Τα μάτια της είναι πύργοι φωτός
Kάτω απ’ το μέτωπο της γύμνιας της

Σε διάφανα κρίνα
Η επιστροφή των σκέψεων
Ακυρώνει τις λέξεις κουφές.

Διαγράφει όλες τις εικόνες
Τυφλώνει τον έρωτα, τους αεικίνητους ίσκιους του
Αγαπά — αγαπά να ξεχνιέται.

VI
Εσύ η μόνη κι εγώ ν’ ακούω τη χλωρίδα του γέλιου σου
Εσύ το κεφάλι που σε απάγει
Απ’ τους κινδύνους του θανάτου πιο πάνω
Κάτω από υδρόγειους μουτζουρωμένες απ’ τις βροχές των κοιλάδων
Κάτω απ’ το φως βαρύ κάτω απ’ το θόλο της γης
Δίνεις ζωή στην πτώση.

Και τα πουλιά το καταφύγιο που φθονούμε
Η οκνηρία, η κόπωση
Η ανάμνηση των δασών και τα ρυάκια ευάλωτα
Τα πρωινά των καπρίτσιων
Τα πρωινά των ορατών χαδιών
Τη μεγάλη μέρα της απουσίας της πτώσης.

Οι βάρκες των ματιών σου πλανώνται
Μες στη δαντέλα της φυγής
Η άβυσσος ξεσκεπάζεται στους άλλους να τη σκεπάσουν
Οι ίσκιοι που δημιουργείς δεν δικαιούνται τη νύχτα.

VII
Η γη είναι γαλάζια σαν ένα πορτοκάλι
Ποτέ ένα λάθος οι λέξεις δεν ψεύδονται
Δεν σας κάνουνε πια να τραγουδάτε
Σειρά των φιλιών να συνυπάρξουν
Οι τρελοί και οι έρωτες Ε
κείνη το στόμα της βέρα
Όλα τα μυστικά όλα τα χαμόγελα
Και τι ενδύματα τρυφηλότητας
Να την πιστέψεις όλη γύμνια.

Οι σφήκες ν’ ανθούνε πράσινη
Η αυγή τριγύρω απ’ το λαιμό
Ένα κολιέ παράθυρα
Φτερά καλύπτουνε τα φύλλα
Κι εσύ όλο χαρά ηλιακή
Ο ήλιος όλος επί γης
Στης ομορφιάς τα μονοπάτια σου.

*Από το βιβλίο Μικρά Ανθολογία Γαλλικής Υπερπραγματικής Ποιήσεως, Πρόλογος – Μετάφραση – Σημειώσεις: Ζ. Δ. Αϊναλής. Εκδοσεις Βακχικόν, Αύγουστος 2017.