Zωή Καραπατάκη, Felt thought

Η ποίηση πιο επιδραστική
κι απ΄ τη πράξη είναι
το γιατί μπορεί να μην
το κατέχουν όλοι

Μα η αλήθεια είναι
πως η ποίηση η αληθινή
κρύβει τόση σκέψη και συναίσθημα
που λίγες πράξεις έχουν μέσα τους
και ιδίως οι καθημερινές

Κάτω απ΄τον Πλάτανο
κάτσε
με την πλατειά δροσιά
και σκέψου
όπως ο Σολωμός στο λόφο του Στράνη
όπου έγραψε τη Γυναίκα της Ζάκυνθος

Ενώ ο πόλεμος μαινόταν
απέναντι

Γιώργος Καλοζώης, Οι βράχοι της Ιρλανδίας

Πόνος ο τόπος μου κάθε σπίτι
κι αρρώστια κάθε γειτονία κι ένας
γιατρός που διαφωνεί με έναν άλλο
παρήγγειλα πλοίο ευτυχώς το καλοκαίρι
είχα βοηθήσει ναυπηγούς τον χειμώνα
μου πρόσφεραν αντίδωρη χάρη
πήγα στο Μπέλφαστ εκεί όπου
ναυπηγήθηκαν τα παλιά αβύθιστα
πλοία έφτασα μέχρι το Κορκ
η συμφωνία δεν προέβλεπε χειραψίες
σαμπάνιες και τα σχετικά σερπαντίνες
γέλια καπέλα που πετούν ψηλά
πάνω απ’ τα κεφάλια
μου έφτιαξαν πλοίο οι φίλοι μου στο
Μπέλφαστ χρησιμοποιώντας τους δύο
γερανούς τώρα πλέον μουσεία της
εταιρίας Harland & Wolff
μου έβαλαν μέσα σε κάθε καμπίνα
γάζες αιμοστατικές ιώδια οπιούχα
που σε κάνουν να μπερδεύεις
τα λόγια σου
παραπατάς στο κατάστρωμα ξεχνάς
όλους τους στόχους που έβαλες ή
σου έβαλαν από παιδί στη ζωή σου
που είναι και δεν είναι πια δική σου
θέλω να πω πως τίποτα δεν εξαρτάται
πια από σένα αλλά από κάτι άλλο
που όμως δεν έχεις διαύγεια για να το
ονομάσεις κι αφήνεσαι να παρατηρείς
χωρίς να βλέπεις σε παρατηρούν
τα σύννεφα οι κακοί καιροί οι βροχές
και τ’ αστροπελέκια και τα φώτα που
πλησιάζουν κι απομακρύνονται
κι οι μπουγάδες των άλλων φαλαινών
ακούγονται που γευματίζουν
τις πρώτες
τρέχουν τ’ ασθενοφόρα των φαλαινών
να προλάβουν κι οι τραυματιοφορείς
να βοηθήσουν
και τα επείγοντα ετοιμάζονται να
υποδεχτούν τις φάλαινες παντού
ακούγονται στριγγλιές κραυγές και τα
φοβερά αλίμονα καθώς τα ρεύματα
μας ωθούν κατευθείαν και κατά πάνω
στους βράχους του Μόχερ.

*Από τη συλλογή «Η πλαστικότητα των Μορίων», εκδόσεις Φαρφουλάς, 2019.

Μίλτος Σαχτούρης, Τα δώρα

George Grosz, Lovesick man (1916)

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα

σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε

ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι

ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί



Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες

τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι

ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει

ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα

εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι

όμως κοιτάζουν τις οὐράνιες ρεκλάμες

καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια

στὸν οὐρανό



Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν

τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;

ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει

ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής



*Από τη συλλογή “Παραλογαίς” (1948).

Γιάννης Υφαντής, Τρία ποιήματα

Έρημη Χώρα

Σάρκας απόλαυση ανάμεσα σε ψάρι της Αλάσκας αχνιστό

γαρίδες του Παλέρμου, μανιτάρια και τζατζίκι ελληνικό.

Κι ένα ποτήρι μπίρα Bolaur.

Κ’ ύστερα μαλακία στο κρεβάτι σου

γιατ’ είσαι αλίμονο μονάχος σου στο Μόναχο

την ίδια ώρα που αμέτρητες γυναίκες

που ζουν κι αυτές μονάχες τους στο Μόναχο
στενάζουν αγκαλιάζοντας τον Άγιο Δονητή

γιατί απόκαμαν να παίρνουν το Θεό
στον αριθμό 0+ ∞ + χάος

και να μην παίρνουνε απόκριση καμμιά.

Στενάζουν αγκαλιάζοντας τον τεχνητό φαλλό

χωρίς να ξέρουν που ο Θεός ενσαρκωμένος
γυρίζει ολομόναχος στο Μόναχο,

με κινητό όπου καμμιά τους δεν τον παίρνει,

αφού καθώς είναι καινούργιος εμιγκρές

τον αριθμό του ούτε ο Πάπας δεν τον ξέρει.

***

Τηλεφωνώ στους φίλους


Στη Ναυσικά Γκράτζιου

Τηλεφωνώ στους φίλους’ όλοι εργάζονται.

Σ’ αυτό τον κόσμο ρε γαμώ το δηλαδή
μόνο εγώ κι ο Ήλιος τεμπελιάζουμε;

***


Του Έρωτα

Του έρωτα

πρέπει να του δινόμαστε γυμνοί

όπως δινόμαστε στον ύπνο και στο θάνατο, γιατί

ο έρωτας θαρρώ είναι η μόνη

μεταλαβιά

αιωνιότητας∙ ο έρωτας

είναι η λύτρωση του τέλειου χορού, είναι

η αγαλλίαση
του Καιρού.

William Carlos Williams, Δύο ποιήματα

Η διάρκεια

Ένα τσαλακωμένο φύλλο
σκούρο χαρτί
περίπου στο ύψος

και τον φαινομενικό όγκο
ενός ανθρώπου
στροβιλιζόταν με τον

άνεμο αργά ξανά
και ξανά μες στο
δρόμο όταν

ένα αυτοκίνητο πέρασε
από πάνω του και
το τσαλάκωσε στο

χώμα επάνω. Σε αντίθεση
μ’ έναν άνθρωπο σηκώθηκε
πάλι και στροβιλίστηκε

με τον άνεμο ξανά
και ξανά για να γίνει
όπως πριν ήταν.

***

Όλα τα φανταστικά πράγματα

τη μουσική τη ζωγραφική κι όλα τα σχετικά
αυτό μονάχα σκέφτονταν
στο Πουέρτο Ρίκο τις παλιές μέρες
των Ισπανών όταν ήταν κορίτσι

Έτσι τώρα
δεν γνωρίζει τι να κάνει
μονάχη με τον εαυτό της
και γερνώντας εδώ πέρα —

Το πράσινο παραμένει πράσινο
όμως τα απομεινάρια
παλαιότερων πραγμάτων, ma chere

πρέπει να αντέξει τις απορρίψεις
εκείνου που επιστρέφει
στις απαρχές —

Ειδάλλως τι; ένας
καθάριος άνεμος, ψηλά, απρόσβλητος
από χυδαίες μυρωδιές.

*Από το βιβλίο “Ουίλλιαμ Κάρλος Ουίλλιαμς Ποιήματα, εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα 2007. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Βασίλης Βασιλειάδης, Naif ποίηση

Artwork: Alberto Magnelli

Κάθε μέρα
λαχταρώ νά ζήσω βουτηγμένος στήν ύβρη,
τήν ομορφιά τού αγώνα,χωρίς κανένα εχέγγυο γιά τήν νίκη,
νά κερδίσω ένα μικρό κομμάτι τής ελευθερίας μου
γιά νά τό κολλήσω στό ψηφιδωτό τής ύπαρξης μου,
χρόνια παλεύω νά τελειώσω αυτό τό ψηφιδωτό
αλλά ακόμη λείπουν ψηφίδες
πολλοί οί μικροί αγώνες μπροστά μου
γιά ν αποκτήσει τό Είναι μου τήν ομορφιά του.

(Γράφτηκε στό Saint-Ceneri-le-Gerei/Νορμανδία 1982)

***

Τό ξημέρωμα δέν είχε δεί μέχρι τότε
στοματικότερη σιωπή από αυτή τής αγκαλιάς τους,
τόν κρατούσε σφιχτά στά στήθια της
ντυμένη κατάρρευση ασήκωτη
στάζουν παραδοχή οί ψίθυροι,
πάντα έρχεται ή ώρα πού τά παυσίπονα χάνουν τή δράση τους
καί τότε
είναι νά μήν φτάσεις νά πείς τό ανεπίτρεπτο
δέν ξέρω πιά
πού είναι ή ζωή μου;
είναι νά μήν φτάσεις ν αναρωτηθείς τό αμετάκλητο
πώς μπορώ νά ζήσω
ακατοίκητος από ζωή;
ποιός μπορεί όταν έρθει αυτή ή στιγμή νά σού μεταγγίσει ελπίδα πεισμωμένη
εκτός από τόν έρωτα;
τού χάιδευε τά μαλλιά,
τήν πήρε αρκετά λεπτά γιά ν αποθέσει τήν απάντηση χειλόφιλο μακρόθυμο,
κανένας καί τίποτα, ψιθύρισε

(Κατερίνη, ακούγοντας τήν βοή τής αγριεμένης θάλασσας, 14.Μαρτίου 2019).

Αλέξης Τραϊανός, Δύο ποιήματα (και μια ταινία μικρού μήκους)

Επισκέψεις

Αυτές οι ξεθωριασμένες ομολογίες του χτες
Επισκέψεις που κυκλογύριζαν ολημερίς
Για νάβρουν ένα σπίτι πούμεινε κλειδωμένο
– Υαλοπίνακες αφημένοι
Στη θαμπή πρόσθεση των ετών
Φωτογραφίες που άρχισαν να πληθαίνουν
Μέσα στα μαύρα περιγράμματά τους
Τι θέλουν

Αυτοί οι απρόσκλητοι επισκέπτες
Φύγανε
Διωγμένοι

Σαθρές καρέκλες
Φιλοξενούν την υπομονή τους
Μετρημένη σε βάρος

Πού να τους βάλω να καθήσουν
Τις σαθρές καρέκλες
Πώς να δικαιολογήσω

***

Η ενέδρα

Εις μνήμην Ρ.Κ.

Μ’ αδιάφορο χέρι έκοψαν το νήμα της μουσικής
Ήρθαν κ’ εγκαταστάθηκαν γύρω μας
Με βρώμικα δάκτυλα
Φύτρωσαν κι αυξηθήκαν
Βρήκαν το έδαφος για καλλιέργειες πρόσφορο
Είχαν τα πιο σκληρά μάτια
Και μας πρυροβολούσαν

Μάς σκότωναν ολοένα μάς σκότωναν
Δεν έχουμε καταφύγιο
Μια κρυμένη πόρτα
Ένα κλεισμένο σπίτι
Ν’ αναθρέψουμε τα παιδιά που γεννήσαμε

Θυμήσου πόσες φορές σε σκότωσαν
Και συ τραγουδάς ακόμη

Μιλούνε οι νεκροί
Ουρλιάζουν φίλε μου

Λίγοι ακούνε

*Τα δύο αυτά ποιήματα του Αλέξη Τραϊανού προέρχονται από το αρχείο του γιατρού και κινηματογραφιστή Μίλτου Αρβανιτάκη, και είναι μέρος ποιημάτων που δώρισε ο ίδιος ο ποιητής στο φίλο του. Δημοσιεύτηκαν στο τεύχος Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου – Μαρτίου 2014 του περιοδικού από τη Θεσσαλονίκη “Ένεκεν”.

Χρήστος Μπράβος, Δύο ποιήματα

Πρώτη βροχή ή Αντιπερισπασμός

Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους

και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια

γλιστρούν στ’ άδειο πλακόστρωτο οι ίσκιοι

βρεμένοι ώς το κόκκαλο. Επιστρέφουν.

Τρυπώνουν στα ραγίσματα των τοίχων

ύστερα στα θεμέλια κατεβαίνουν

βυθίζονται στου κόκορα το αίμα.

Όταν χτυπά η βροχή στους τσίγκους

και σε τραβούν του ύπνου τα τελώνια

έρχονται πίσω των σπιτιών οι πεθαμένοι∙
σε γνώριμους βυθούς να ξεχειμάσουν.

*Από τη συλλογή “Με των αλόγων τα φαντάσματα” (1985).

Το αλώνι

Αέρας παγωμένος

γνέθει κρύσταλλα∙

αέρας παγερός και παγωμένος.
Μες στο κερί

και μες στο χιόνι αυτός

και λάμνει∙

Με χέρια τσακισμένα αυτός

και λάμνει

Με σκάρτα ζάρια

παίζει ο θάνατος

*Από τη συλλογή “Μετά τα μυθικά (1996).