Λάζαρος Γεωργιάδης, Δύο ποιήματα

ΕΠΑΦΗ

Τελευταία στον δρόμο με σταματάνε διάφοροι «τρελοί»

Άντρες γυναίκες
Νέοι μεγάλοι
Με τρία μάτια ή με φτερά αντί για χέρια

Κάθομαι να τους ακούσω

Μιλάμε
Μιλάμε πολύ
Όσο το χρειάζονται

Μου θυμίζουν εμένα

Αυτό που
Κάποιες φορές
Είμαι

Αυτό που αυτοί
Είναι
Όλη τους τη ζωή

Συνεννοούμαστε.

***

ΚΛΕΙΝΟΝ ΑΣΤΥ (A)

Το γρασίδι ήταν γκρι
Ο αέρας μύριζε καμένο πλαστικό
Και τα αγγίγματα
Τα αγγίγματα άφηναν πάντα στο τέλος
Κάτι από νεκροτομείο.

ΚΛΕΙΝΟΝ ΑΣΤΥ (Β)

Όταν γεννιούνται τα πετάνε από την ταράτσα

μισά
τσακισμένα
άλλο χωρίς πόδια
άλλο χωρίς κεφάλι
άλλο χωρίς
μάτι
ή με τα άντερα να βγαίνουν από τα ρουθούνια

*Από τη συλλογή “Τέλος”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2018.

Λαμπρινή Αιωροκλέους, Κραυγές πίσω από το παραβάν (10 βιαστικές θεατρικές στιγμές)

1.

Έχω και τί δεν έχω
Το πορτοφόλι μου είναι όσο το περίγραμμα της αυλής σου
Δε στο λέω ειρωνικά μη γελάς
Έχω δουλέψει πολύ
Είμαι μικρέμπορος τσόχας στα Βαλκάνια
Ήμουν δηλαδή
Γιατί τώρα έχω ανοίξει τρία μαγαζιά στο βορρά
Και τί μαγαζιά ένα κι ένα
Δεν είναι μεγάλη απόσταση αν σκεφτείς πως πετάς
Ούτε φορτηγά ούτε αγροτικά κοκκινισμένα πηγούνια από τα μπαχαρικά
άνθρωποι που φωνάζουν κόβοντας καρπούζι
που ζυγίζουν στη χούφτα τους το μαστό της χήνας να δουν μήπως έχει γάλα
Ένιωθα πως είμαι καουμπόης ξερή και στεγνή γη μʼ ένα λουλούδι στη μέση
Που σήκωνε πόδια και χέρια να με κοροϊδέψει σα τσαρλατάνος απʼ τη μεσόγειο
Ή ακόμη καλύτερα σαν καθυστερημένος
Δε βάζουν λόγια στις προσευχές τους
Καν δεν έχουν τρόπους κάθονται κάτω από το μοχλό της καλοκαιρίας
Και βγάζουν από μέσα τους ισχνά πουλιά
Εγώ που με βλέπεις έχω δει ό, τι κανείς δεν έχει δει
κάποιος μπορεί να σου δώσει μια εξήγηση κάποιος άλλος μια άλλη αλλά ποτέ την προηγούμενη
Εγώ έζησα σαν αργοναύτης τα ξέρω όλα για όλα
Έχω δει ωραίες κυρίες με τιράντες και ομπρέλες από σέλας
Καραφλούς άντρες που χτενίζονται στη μέση του δρόμου
Κορίτσια να κλείνουν το μάτι σε άλλα κορίτσια
Ο πιο περίεργος όμως ήταν ο Άντυ ένας υπάλληλος του δημοσίου
Μου ʽλεγε πολλά όλο κι όλο όμως θυμάμαι έναν στίχο από κείνον:

Αυτός ο κοκορεύσας
Μπροστά από την κουρτίνα του θεάτρου
-δεν έχει τίποτα-
Μία λαμπάδα στο χέρι
Κι ένα στόρι που ανοιγοκλείνει
Σαν μουσούδι
Μες την τσέπη του.

Όπως και να το κάνεις με προβλημάτισε.

2.

Η αυτοκτονία είναι μια πράξη αγάπης
Όπως ο έρωτας
Όπως καθετί αδιάφορο
Είναι στρογγυλή
Όπως τα νερά που εξατμίζονται
Σʼ έναν κρουνό από περγαμηνές
Κάποιος είπε πως το κεφάλι σου σβολιάζει
Όταν τρέχεις στην πλατεία
Και λες το έργο με κάποια αυστηρότητα
Με την κόψη της μύτης ενός άγριου ζώου
“Η γεύση έρχεται σαν κεκλεισμένη εξέδρα
σαν κάτεργο
μέσα στον οισοφάγο του λιονταριού που
το θέαμα περιδινείʼʼ
Όχι αγάπη μου η γεύση κάθεται εκεί που είναι.
Γιατί υπάρχει αυτή η συνοφρυωμένη κοινοτοπία
Στο δάχτυλο του υποβολέα.
Και όλα πέφτουν από το παράθυρο
Μια ασχημάτιστη μέρα
Με τσιμπιδάκια στα πόδια
Γιατί δεν το λες αγάπη μου
Είναι ζηλευτό• είναι
τόσο ζηλευτό όσο εσύ
Κανείς δεν έρχεται πριν την ώρα του
Οι εκπεσόντες έρχονται λίγο νωρίτερα
Αυτό μόνο
Αυτό.

3.

Τι περιμένεις
να παραφυλάξω στο σπίτι του νεκρού με την
Κοκάλινη κληματαριά
Το όνομά μου είναι ενιαίο
σαν το κροτάλισμα
Σύλλαβέ με
Γιατί ο παπαγάλος βγήκε από το κλουβί
Γιατί το σκουφάκι μου κοκκίνισε
Γιατί κανείς δεν τάισε άργιλο τον κούκο
Πρέπει να υπάρχει συνοχή
Στην ομιλία
Στο σκούντημα
Τα πόδια της νύφης φυραίνουν με τα δευτερόλεπτα
σαν εκκολαπτόμενα ροκανίδια
-ποιος θα αρνούταν να δει-
κανείς• έβγαλε το κεφάλι του
έξω από το
παράθυρο
Μετά από λίγο το χέρι του
το πόδι του
Τελικά έγινε ένα με το χιόνι
Και τα ονόματα έτρεχαν σαν τους ποντικούς να προλάβουν τη βροχή
Ήταν ο έρωτας που μυρίζει ψάρι και τραγούδι
Σύλλαβέ με από αγάπη
Αυτό μάλιστα.

4.

Όταν σου μιλώ

Οι κούκλες σου αυτοτραυματίζονται
σαν ζώα
μέσα στη σπηλιά τους
δεν μπορώ να σου μιλώ
με τη βροχή στο στόμα
και πουγκιά ρωμαίων που μυρίζουν κανέλλα στο μεσονύχτι
γιατί οι βόλοι τρέχουν έξω από το καλάθι σου
κοκκαλιάρηδες και συριστικοί

Στο περιθώριο του στόχου που κεντρίζεται
δεν είμαι πια εγώ
η θλίψη είμαι
ενός αρχαίου κανίβαλου.

Και τα χείλη σου έχουν φωλιές
Όπου κοιμούνται τραγουδιστές και ψήλοι
κι όταν ξημερώνει στο πλάι σου
δεν είμαι πια εγώ
ο θάνατος είμαι μόνο
μεταμορφωμένος σε κουρούνα.

5.

Ο πρωταγωνιστής δεν έχει ακόμη οριστεί
Αυτό δεν σημαίνει πως το έργο δεν θʼ ανέβει
-ως το λαρύγγι σου-
Μπορείς να κόψεις ένα λουλούδι περιπαθές
Από το κεφάλι μου
Σαν όρθιο κλείστρο
δες: υπάρχει ένα κοκόρι που μιλάει
πίσω στην αυλή ενώ τα πρόσωπα με τις ρίγες τρέχουν για να φτάσουν
να προλάβουν το τραμ πριν νυχτώσει
στη δουλειά
στη μέριμνα
Αυτή που φαίνεται έρχεται τρέχοντας πάνω στην κόψη
σα σχοινοβάτης μονωμένος με αλεύρι
Η ιστορία μας είναι απλή
Όλα επαναλαμβάνονται
Που και που βγαίνω έξω και κοιτάζω κάτω από τις τέντες
Ακόμη και μια κάλτσα θα μπορούσε να είναι το σχοινί της ισορροπίας
Κι έτσι ο πρωταγωνιστής διαγράφεται καλόκαρδος και εν δυνάμει
Αθώος όπως σε
Κάθε ιστορία που αναζητά μια λευκή γυναίκα να την αμφισβητεί.

6.

Όταν κάνεις την επίθεση με το κρεμμύδι στο μέτωπό σου
Μια πλεξούδα θα σου μείνει στο χέρι
Τα νωπά χείλη της γάτας θα σε φιλήσουν
Το ενδεές φουστάνι θα κατεβεί τις σκάλες κλώθοντας μια σπείρα αλατιού
Στην κοιλιά σου.

Μʼ ένα τρυγόνι στο στόμα
θα βρεις τη σωστή λέξη

Μʼ έναν τροχό στο αυτί
θα μʼ αγαπήσεις.

Πες: δεν έγινε για να μιλήσεις αυτοπροσώπως στη ρέμβη• μπορείς να συλλάβεις τον εαυτό σου επʼ αυτοφώρω• θράσεψε σαν παρελαύνων στρόβιλος.

Και οι μέρες που θα κλείνεις το στόμα θα ʽρθουν• εξουθενωτικές
όσο το κολύμπι

Είσαι μαύρο σκυλί, θα πουν
Οι αλέες έχουν σταχτιές κουτσουλιές κι
Ένα πουλί από χαρτόνι υποβάλλει το στίχο, θα πουν.

Και οι μέρες που ο έρωτας θα φορά την
Καπνισμένη μάσκα του φασισμού
Θα ʽρθουν
Μυρμηγκιασμένες όσο τα δάχτυλα της υποψίας

Η Υπαρκτή
Ενώ φωνάζει τον υπηρέτη ένα πρωινό μέθης
Οι εξαφανισμένοι θʼ ανοίξουν την αυλαία

Ξεχάστηκες, θα πουν

Και ο κουφός εργάτης άκαμπτος σαν αριθμημένη σελίδα
Θα σβήσει το φως:

να φοράς στο πόδι μια γιορτή να είναι νύχτα.

7.

Δεν σου λέω ψέματα. Σήμερα έφτασε μια επιστολή από αλεύρι και γκι. Ήταν λευκή για να βγάλει στην επιφάνεια τον μυελό μου που έσταζε από τη σταυρωμένη σαν χωνί φόδρα μιας κουρελούς που βημάτιζε.

Δεν σου λέω ψέματα. Από τα πόδια μου έρεε νερό και ήταν τόσο κρουστό όσο μπορεί να ʽναι μόνον ένας αψηλάφητος κόρφος.

Δεν σου λέω ψέματα. Κάποιος γουργούρισε γουργούρισε χωρίς να κάνω τίποτε. Δεν κούνησα ούτε το δαχτυλάκι μου που λένε.

Να σου το πω ψιθυριστά όχι ενός χωριάτη ήταν καμία σημασία δεν είχε δηλαδή ξεθωριασμένη και βρώμικη όπως ήταν κοίτα να δεις

Μα που την έβαλα στο φουστάνι της πλύστρας μέσα
Στο συρφετό
Μέσα στα μαλλιά μου ή κάτω από τη μασχάλη μου
Όταν έτρεχα στο μόλο με λιπασμένα τα χέρια
Μήπως γλίστρησε και έπεσε κάτω
Την πάτησε αυτός που πουλάει δερματίνη
Μπορεί να πήγε μέχρι το Μεξικό χωρίς να είμαι καθόλου υπερβολική
θα το ξαναπώ είναι σίγουρα σε κάποια μπαγκάζια στο Μεξικό

Ούτε τι λέει δεν διαβάζω
ανακαλέσαμε λέει κάθε θανατικό προσμένοντας το επόμενο

στο φουστάνι της πλύστρας είναι μέσα
στο συρφετό.

8.

Ένα ξάφνιασμα αυτό θέλω μόνο για να έρθω στην ώρα μου
Μια απόλυτη τραγωδία σαν έμβρυο που διαπλάθεται πάνω στο αυχένα των
Πιθήκων
Κι ένα σφυρί
Μικρό και άκαμπτο ένα σφυρί χωρίς γωνίες μια απόλυτη επιφάνεια

Όπως έλεγα
Αυτό μόνο θέλω
Το κουκούτσι της διαύγειας
Να ανοίξει το στόμα σαν αρχαίο κτήνος
Φεγγάρι της σχιζοφρένειας απόλυτο άνοιγμα

Μα τί λέω εγώ μόνο τους ίδιους και τους ίδιους θέλω να καταπλήττω
σα να περνά ο βλάμης μπροστά από τα κορίτσια
όπως τʼ ακούς.

9.

Κάθε βράδυ που επιστρέφω στο σπίτι
Νιώθω σα φονιάς από το πολύ κοπανηστήρι
Να ʽσουν εσύ αγάπη μου στην αγκαλιά του ακαριαίου θανάτου
Πυκνός σα χνούδι ελαφιού όταν έρχεται αυτός τρισάθλιος και διαμπερής
Να ʽσουν εσύ αγάπη μου το αργό σώμα που κόβει και ράβει
Το ασύμμετρο τελείωμα του παραβάν
Να ʽσουν η λαίλαπα
Ο μαθητής που διαβάζει για τη λαίλαπα
Ο δάσκαλος που λέει στο μαθητή για τη λαίλαπα
Αχ και να ʽσουν ένα μικρούλι δράμα.

10.

Να τα καταμετρήσω; Όχι δεν μπορώ. Δεν μπορώ.
Μια προσπάθεια μόνο; Εντάξει εντάξει.
Τίποτα τίποτα
Δεν υπάρχει πια τίποτα που να με κρατάει ζωντανό
Το αυτοκίνητό μου είναι μαύρο
Και η αγάπη μου ελεεινή
Γιʼ αυτό σας λέω μην έρχεστε κοντά μου
Στη φαρδιά πιλοτή των ερώτων μου
σα τη χλαίνη σε χοντρές γάμπες
Ο χρόνος
υπερβολικός.

*Από το poiein.gr

Richard Anders, Δύο ποιήματα

4.0.1

Πετρώδες γαλάζιο πάνω από σκιά στιλέτου

Επειδή η σάρκα
κοιμάται με το κόκαλο
κυλάνε μάτια στο τραπέζι
με πόδια λιονταριού χορεύει
το τραπέζι πάνω απ’ τη θάλασσα
κι η θάλασσα ανοίγει παράθυρα
σε μια θάλασσα από πρόσωπα

***

Λόγια

Hommage a Andre Breton

To νιτρικό πουλί ξεμυτίζει από το πράσινο χιόνι
κι η γκαρνταρόμπα του
φέγγει όπως οι εφτά επιχρυσωμένοι σπόροι
στα κηροπήγιά τους τη νύχτα

Λόγια αρμένιζαν
στον τυφλό άνεμο
κορβέτα πάνω σε γαλάζια γλώσσα
που κρεμόταν αναίσθητη στους βράχους

*Αναδημοσίευση των ποιημάτων από το τεύχος 7 (Σεπτέμβριος 2-18) του περιοδικού της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας” (σελ. 64).

Νίκος Πριόβολος, Το μολύβι του ποιητή

Ο ερωτευμένος νέος συνάντησε την αγαπημένη του
στην άκρη της πόλης
της καρφίτσωσε στα μαλλιά ένα χάρτινο ποίημα
το μολύβι του ανήκει
– ποτέ όμως το ποίημα –

η άνοιξη χάιδεψε τρυφερά τις αισθήσεις του
έκλεισε τα χείλη της στα χείλη του ποιητή
– για δες, η ποιήτρια τον φιλά στο στόμα –
οι ίδιες μορφές
οι ανοίκειες εικόνες ενός τόπου
π’ αποπειράται να σταθεί όρθιος

Αν αγάπη μου ζούμε αυτόν τον έρωτα
τον οφείλουμε σ’ εκείνους που πεθάναν δίχως έρωτα
αν έχουμε λίγα δάκρυα
τα χρωστάμε στ’ αφυδατωμένα τους μάγουλα
αν κρατάμε λίγη υγρασία στα βλέφαρα
τη δίνουμε να τη γευτούν τα παιδιά που στέγνωσαν από δίψα

αν ζούμε το όποιο παρόν
το κερνάμε στο όσο μέλλον απέμεινε

Του έπιασε το χέρι
τρυπώντας με το μολύβι
στο μέρος της καρδιάς

αμέσως ο χάρτινος όγκος από λέξεις πήρε φωτιά

κι έκαψε ξανά
ακόμα και τις στάχτες

*Από τη συλλογή “Το παιδί π’ απέμεινε όρθιο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΟΚόΝ, 2019.

“Το μερίδιο των Αγγέλων” της Άννας Νιαράκη

Γράφει η Ευσταθία Δήμου

Σε μια συλλεκτική έκδοση 300 αντιτύπων επανακυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2019 η ποιητική συλλογή της Άννας Νιαράκη, Το μερίδιο των αγγέλων από τις εκδόσεις Bibliotheque. Η συλλογή είχε πρωτοεκδοθεί το 2012 και η επανέκδοση της καταδεινύει όχι μόνο την υψηλή ποιότητα του ποιητικού λόγου, αλλά και την αντοχή του στο χρόνο, ιδιαίτερα μέσα σε μία εποχή που οι ποιητικές συλλογές διαδέχονται η μία την άλλη με εξαιρετικά μεγάλη ταχύτητα.

Το σύνολο των ποιημάτων χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες που φέρουν διαδοχικά τους τίτλους «Άνοιξη εντός», «Το στοίχημα», «Το μερίδιο των αγγέλων» και «Αντί σημειώματος». Στην πρώτη ενότητα περιλαμβάνονται δεκατέσσερα ελευθερόστιχα ποιήματα, τα περισσότερα πολύστιχα, η θεματική των οποίων περιστρέφεται γύρω από τα γνωστά θέματα του έρωτα, ιδωμένου την στιγμή του τέλους του, ενός τέλους που, σαν έκρηξη, διαλύει τα πάντα, του χρόνου που μεταφράζεται σε Στιγμές εγκιβωτισμένες σε πάγο, όπως λέει η ποιήτρια στο ποίημα «Αποκεφαλισμοί», της ποιητικής δημιουργίας και της ίδιας της ποίησης, η αναμέτρηση με την οποία αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια της πάνω στην ψυχή και το σώμα της δημιουργού. Το κλίμα και η διάθεση που επικρατεί στην ενότητα αυτή είναι σαφώς απαισιόδοξο. Νότες θλίψης και απογοήτευσης ακούγονται εδώ κι εκεί στους στίχους και η θλίψη αυτή, που σηματοδοτεί την πτώση, φαίνεται να είναι και η σωτηρία από τη ζάλη του ύψους. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το ποίημα «Κατά βάθος»

Η πτώση
Ω! ναι. Αυτή.
Αυτή μας σώζει από τα ύψη.
Από τα βάθη δεν έχει ακόμα
ανακαλυφθεί σωτήρας.

(«Κατά βάθος»)

Άλλα ποιήματα περιστρέφονται γύρω από το θέμα της μοναξιάς, ως αποτέλεσμα της απουσίας του αγαπημένου προσώπου, του θανάτου, της ανίας που γίνεται ιδιαίτερα έντονη και βασανιστική την αργία της Κυριακής, του φόβου μπροστά στο μέλλον, της μνήμης και της λήθης. Έκδηλη είναι η συγγένεια με την ποίηση του Α. Τραϊανού στον οποίο άλλωστε είναι αφιερωμένο και ένα από τα ποιήματα της ενότητας. Εικόνες θανάτου, εικόνες ζοφερές που προξενούν την φρίκη εναλλάσσονται εδώ με σκέψεις που δείχνουν έναν άνθρωπο στα όρια του εαυτού του. Από αυτή την άποψη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια παράλληλη ανάγνωση των δύο ποιητών, όχι όμως υπό το πρίσμα της σύγκρισης αλλά της σύγκλισης αφού είναι προφανές ότι η ποίηση της Νιαράκη είναι εμποτισμένη από μια γνήσια γυναικεία ευαισθησία και από έναν ερωτισμό που τη διαφοροποιεί σημαντικά από την ποίηση του Τραϊανού.

Στη δεύτερη ενότητα, «Το στοίχημα», το κλίμα είναι κάπως διαφορετικό. Εδώ υπάρχουν ποιήματα για την ποίηση, για την ουσία και τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας, όπως το «ab initio»

Στης χορτασμένης επιθυμίας
την κοιλιά, το ποίημα συλλαμβάνεται.
Γεννιέται μήνες πολλούς αργότερα
και γράφεται, καθώς καπνίζω νευρικά
ρίχνοντας κλεφτές ματιές στον κήπο.
Αναπτήρας και ποίημα
γλιστράνε στο συρτάρι μου
στο πρώτο φως της μέρας.

(«ab initio»)

Παράλληλα, ο έρωτας προβάλλει εδώ ως το καταλυτικό εκείνο συναίσθημα που καταργεί τη μοναξιά αλλά και τη μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Άλλοτε πάλι το θέμα αυτό παίρνει την απόχρωση μιας αναζήτησης που εκτείνεται πέρα από το χρόνο και το χώρο. Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι από το ποίημα «Σε ψάχνω»

Σε ψάχνω
ντυμένη στα λευκά
σε μια πόλη γεμάτη από
ν
ύ
χ
τ
ε
ς…

(«Σε ψάχνω»)

Ο έρωτας που γίνεται ανάμνηση, ο έρωτας που αποκτά τη διάρκεια του μέσα από τη μετουσίωσή του σε αγάπη, ο έρωτας που αποτυπώνεται μέσα στην ποιητική δημιουργία, η ερωτική απουσία που δίνει την αφορμή για μια φαντασιακή εμπειρία συνεύρεσης και η αίσθηση της εκκρεμότητας που αποπνέει κάθε σχέση πριν την ολοκλήρωσή της είναι μερικές από τις κατευθύνσεις στις οποίες στρέφεται το θέμα αυτό.

Η τρίτη ενότητα που τιτλοφορείται «Το μερίδιο των αγγέλων» αποπνέει έντονη την αίσθηση ενός κενού, μιας απουσίας καίριας και καταλυτικής που ταλανίζει την ποιήτρια και την κάνει να αιωρείται ανάμεσα στο τότε, το τώρα και το μετά. Η αίσθηση του θανάτου είναι και εδώ υπαρκτή ως μια απειλή για κάτι αναπόφευκτο και τελεσίδικο. Στο ποίημα «Κατάδυση» για παράδειγμα αποδίδεται αυτή ακριβώς η αίσθηση

Ό,τι σπείραμε, το ξερίζωσε ο άνεμος.
Ποιος ξέρει τα σπόρια μας ως που ταξίδεψαν
προτού να αγγίξουν ξένα χώματα.
Ποιος ξέρει αν φύτρωσαν ξανά
κουβαλώντας κάτι από το χάδι μας
ή αν βαθιά μέσα στη γη κοιμούνται ακόμη,

ξεγελώντας αθώα έναν βέβαιο θάνατο.
(«Κατάδυση»)

Η συλλογή κλείνει με δύο ποιήματα που λειτουργούν αντιθετικά και συμπληρωματικά ταυτόχρονα. Από τη μία η βαθιά συνείδηση του τέλους, η βεβαιότητα του θανάτου και από την άλλη η ελπίδα, μια ελπίδα που καταλύει το φόβο και εν τέλει τον ίδιο το θάνατο.

Στη ζωή μου δεν θα ’θελα
να χάσω ούτε μια Άνοιξη.
Δεν θα μπορούσα ποτέ
να προδώσω τον Μάη.

Αυτό το φως
είναι ο δικός μου θεός.

Ελευθερία.
(«Ρυ Τουρνεφόρ»)

Το μερίδιο των αγγέλων προσφέρει μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία σε όποιον θελήσει να σταθεί πάνω στους στίχους του. Στίχοι θραυσματικοί, ανολοκλήρωτοι πολλές φορές, αλλά τόσο δυνατοί όσο και το συναίσθημα ή το βίωμα το οποίο τους ενέπνευσε. Η Άννα Νιαράκη έχει αναμετρηθεί με τους προκατόχους της Τραϊανό, Καρυωτάκη, Πολυδούρη, Κακναβάτο, έχει χωνέψει καλά τα ποιητικά τους διδάγματα και έχει κατορθώσει να αποκτήσει τη δική της ποιητική φυσιογνωμία μέσα στο νεοελληνικό ποιητικό τοπίο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.vakxikon.gr/niarakh-review/

Γρηγόρης Σακαλής, Καθήλωση

Δεμένος χειροπόδαρα
περιμένεις την επιφοίτηση
της λογικής των άλλων
των πολλών
δεν κάνανε τον κόπο
να μπουν μέσα στην ψυχή σου
να σε γνωρίσουν
ποιός είσαι
ο Πέτρος
ο Γιάννης
η Μαγδαληνή
η Ελένη
παρά αποφάσισαν
με συνοπτικές διαδικασίες
να σε λογικέψουν
με τη βία
καθήλωση και απομόνωση
έτσι γιατρεύουν οι άνθρωποι
τους συνανθρώπους τους.

Μαρία Πανούτσου, Αυτό το ταξίδι κράτησε πολύ

Μην φωνάζετε
δεν είμαι κουφή
ακούω τα πάντα

Από το εκεί στο εδώ
με μάτια ανοιχτά και δεν τυφλώθηκα
τρύπωνε το φως πότε – πότε

Κοίταξα πρώτα τον γιατρό που με κοίταζε
κοίταξα και την μάνα μου – ακόμη πονούσε
-χαμογελαστή πονούσε-ανοιχτό το σώμα

Μετά έκλεισα τα μάτια να ξεκουραστώ
το ταξίδι μεγάλο
και οι πόνοι με χίλιους ήλιους σε νέο πλανήτη

Για μένα το νερό μοναστήρι πρώτο
πιο σημαντικό κι’ απ’ το φως
και ο αέρας ένα ποτάμι και αυτό

Ήθελα να γεννηθώ ανάποδα
αλλά στο τέλος άλλαξα γνώμη
και βγήκα με το κεφάλι ΄
φελούκα στον ουρανό

Μέσα στο σώμα της, σκοτάδι
υγρασία και ένα κύμα ταλάντευσης
κούνια και ύπνος βαθύς

Δεν ήθελα να ξεγελαστώ
κάτι μου έλεγε ότι θα έχανα την επαφή
μόλις αντίκριζα το φως
από τί δεν ήξερα -σκεπτόμουν όμως
λαγοκοιμόμουν
αφουγκραζόμουν

Κράταγα
τα
σχοινιά
του
καραβιού

Κράτησε πολύ αυτό το ταξίδι
αναρριχιόμουν συνεχώς
καθώς γευόμουν την μυρωδιά της μάνας
αλλά και την φωνή της που με πότιζε
με ερωτήματα

Όλο αυτό
είχε
μια
γλύκα
ενοχλητική

Το φως αντίκρισα κουρασμένη
και φωνή δεν είχα να κλάψω
όμως έκλαψα στο τέλος
για να ησυχάσουν οι άλλοι

Αυτό το χωρίς επιστροφή
ταξίδι του ερχομού
που φανερώθηκε
κράτησε χρόνο πολύ

Στις χούφτες μου μηνύματα κρατούσα σφιχτά
δώρα για βασιλείς και αρχόντους
και στις κόρες των ματιών μου
όλη η ζωή της ανθρωπότητας

Είμαι αδύναμη και ο ψυχισμός βουβός
τις νύχτες με παρατάει
και τρέχει σε μέρη άγνωστα κι’ αφιλόξενα
γεμίζει τις φλέβες μου με δηλητήριο
το αισθάνομαι καθώς όλο το σώμα
σαν το υγρό που ξεχειλίζει κάποια στέρνα

Βρίσκομαι ακόμη σ’ εκείνο το ταξίδι
η μήτρα γεννά και η μήτρα θάνατο σπέρνει
άντε αδέλφια και εσύ θεέ
ανοίχτε τις θάλασσες
δεν έχουμε χρόνο πολύ ακόμη

Κέα 2019

Μαρσέλ Προυστ, Στη Celeste 1

Celeste Albaret

Ψηλη, λυγερή, όμορφη, λίγο αδύνατη,
Πότε κατάκοπη, ώρες-ώρες ζωηρή,
Γοητεύοντας τους πρίγκιπες και τον υπόκοσμο,
Εκτοξεύοντας στον Μαρσέλ μια κουβέντα ξινή,
Αντιγυρίζοντας στο μέλι ξύδι,
Πνευματώδης, ευκίνητη, ακέραιη
Είναι η σχεδον ανιψιά του Negre. 2

1.Celeste Albaret. Καμαριέρα του Προυστ.
2.Negre. Αρχιεπίσκοπος της Τουρ. Ο αδελφός της Celeste είχε παντρτυετεί την ανηψιά του.

*Από το βιβλίο “Μαρσέλ Προυστ Ποιήματα”. Μετάφραση Ελένη Κόλλια. Εκδόσεις Ηριδανός, Φεβρουάριος 2008.

Κωστής Τριανταφύλλου, γιά τή μεγαλούπολη πού δέ χωνεύω

ΑΓΑΠΗΣΤΕ
τήν άλητεία
την έπαιτεία
τήν έρημο πού σας γδύνει

α.
γυρνάει
χωρίς ναγγίζει
τά φύλλα τού γνωστού βιβλίου
τού χρόνου σά σήμερα
πώς ναγγίξω άλλιώς τίς λέξεις
πρέπει κανείς νά μή μέ βλέπει
γιά νά σηκώσω

νά ξεσηκώσω τό βάρος
τής άδειας μου τσέπης
τής άδειας μου τσάντας
τών άδειων μου χεριών
τού άδειου
χωρίς τήν άδειά οας
πώς νά μασήσω τις λέξεις
πώς νά μήν τις μισήσω
βρίσκω δυό έφημερίδες χτεσινές
μασημένες ατά χέρια σας
βρίσκω δυό ζαρωμένα αποτσίγαρα
μασημένα στά δόντια σας
βρίσκω τά χέρια μου
μασημένα άπ’ τις άδειες τσέπες
μασάω τά σάλιο μου
φτύνω αίμα
άπό τά λιγδωμένα μου μαλλιά στάζουν χλωμές γοργόνες
παίρνω ό,τι βρίσκω
μιά καχύποπτη ·
που κι έγώ δέ ξέρω τί θέλει
παίρνω τά σίγουρα βήματά σας

ό τόπος μου είναι μακρυά
καθαρίζω τήν τσατσάρα μου άπό τά μπλεγμένα όνειρα
κλέβω άπ’ τή ματιά σου
κι άπ’ τό χορτάτο σου χασμουρητό
τίπσοτα δέ γίνεται σίγουρα
ξαναγυρίΖω στήν κλεμμένη μου οργή

β.

πάντα άδειες οί καρέκλες
— πού μας φτιάξαν γιά νά καθόμαστε —

παρόλα αυτά ήθελε άκόμα
νά αίστάνεται τό πρόσωπό της
σέναν περαστικό
γλυπτό στά νιάτα του πούχε πιά χαλάσει
ποιος νοιάζεται πιά!
προσπάθησε νά φτιάξει ταποκαρδιωμένα χείλια της
κάθισε στίς άδειες καρέκλες
μίλησε γιάλλο θέμα

ένα έρωτευμένο Ζζευγάρι
κάθισε πάνω της

γ.

σένα πάγκο δυό γενιές κουβεντιάζουνε
ένα μπαστούνι κρέμεται / περιμένει
νά σηκώσει τό βάρος τού ενός
ή συζήτηση κρέμεται άπό ένα σπάγγο

όταν ξαναπέρασα είδα
δυό μπαστούνια
αύτοί πού κουβεντιάζανε είχανε φύγει άγγαλιασμένοι

δ.

ή σιωπή είναι ένα αύτοκινητιστικό δυστύχημα
πού δέν έγινε
είναι ό,τι δέν έγινε
δέν ύπήρΕε
ένας δρόμος μέσα άπ’ όλα

ό,τι δέ λέγεται
ό,τι δέν άκούγεται
ό,τι δέν μπορούμε

ή σιωπή μέσα στήν άγγαλιά
ή σιωπή μές στή σιωπή
σιωπή κραυγή
σιωπή διαιώνιση

τρέχω νά σέ προλάβω
έχεις φύγει
Τι νά μοΰ κάνει τό μπουζούκι σου
τρέχω νά προλάβω
έχω φύγει
έχω χαθεί
μές στά χαρτιά μου
σκόρος είναι ή σιωπή

παίζω μέ τή σχιζοφρένεια
λές μέ χειροπέδες ή κομπολόι

άλητεύω σέ τυραννικές περιοχές
μέ φτερωτούς παλαιστές πού έξοντώνονται

αν ή σιωπή δέν είναι ένα παιχνίδι
πώς έγώ τής ξεβίδωσα τήν πίσω ρόδα;

δυό χέρια σφιγμένοα
δάχτυλο μέ δάχτυλο τί σφίγγουνε;

χειρονομεί τι χαίρεται;
ένα αιχμηρό ηρόσωπο
ένα δάχτυλο δυσανάλογο σά μιά σειρά στραγάλια
ένα πρόσωπο φράχτης κι ή υγρασία στά μάτια του

μιό φριχτή σιωπή μάς έπιπρέπει

*Από το βιβλίο “αποσπάσματα του Κωστή 1967-1973”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Απρίλης 2015.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

1
Νησιά μαδέρια στο πέλαγος

Κρατώντας τα λιμπρέττα
Με ιστορικές αφηγήσεις
Έχουν τα ψαλτικά μια λύτρωση και ώρα
Που μελέτησα…
Στο Καστελλόριζο μιλούν ελληνικά
Καλοί μας γείτονες, καλοί να γίνετε όλοι

Στο Καστελλόριζο τη γλώσσα μου μιλούν
Kι oι πέτρες
Και δίνουν παρατσούκλια
Στα πλεκτογάλανα δίχτυα
Των νότων του Αιγαίου δίκτυα

***

2
Μαούνες μαουνιέρηδες πεζέψαν
Στα τσιμέντα των νυκτόβιων
Περιπετειών του νου
Τόσο κοντά η αποστολή
Των σπειρωτών κυμάτων…
Γκουίντο ντ’ Αρέτσο βαφτιστή των ήχων
Κόψε βλαστάρια από πρασιές
Σποράδων
Λευτερωμένα νανουρίσματα
Μαγίστρων
Παίρνουν τα διπλωμένα κύματα
Που ανοίγουν τις πραμάτειες αμπαριών
Στα λινοβάμβακα
Παλάτια της ανίχνευσης

*Από τη συλλογή “Αλάβαστρο”.