Ρογήρος Δέξτερ, Παλιά σκονάκια για έναν άλλο παράδεισο

Τον αδερφό τού Σ.
Τον είχαν κάνει κόσκινο
Τον γέμισαν κουμπότρυπες
Όπως έλεγαν χαχανίζοντας τις προάλλες
Ένα βροχερό βράδυ, μια κοπανιά που έβγαινε
Σκυφτός και σκνίπα από κάποιο μπαρ
Μάλλον από εκείνα τα κωλάδικα
Όπου ψωμάρια τα έσκαγαν χοντρά
Για να χουφτώσουν μια θεατρίνα
Και τ’ ανάμικτα ποτά ήταν
Σαν εύφλεκτο υγρό
Για τις συγκρούσεις με τους ματατζήδες• όλοι
Τα μάσαγαν και δε μιλούσαν
Αν και θυμάμαι τις φυλλάδες να βοούν
Για ξεκαθάρισμα λογαριασμών
Και ότι η τάδε συμμορία
Έφαγε λάχανο τον Τζώννυ• τον Γιάννη
Με την κοτσίδα και τα διπλά
Σε κάθε χέρι δαχτυλίδια
Που τον κερνούσες δυο ποτά
Και γίνονταν μικρό παιδί
– Ποιος λύκος τη νύχτα και ποιο θεριό
Στη βρύση• μόνο ένα λάθος
Έκανε σ’ επαναλήψεις
Νόθευε σα φαρμακοτρίφτης
Όλες τις σκόνες
Και ύστερα ξεπουλούσε
Λες κι αυτό ήταν
Το ένα και μοναδικό
Ταξίδι για τον παράδεισο•

Lilly June, … Ίσως με ξαναδείς άθελά σου

Photo: Helena Almeida

Ίσως με ξαναδείς άθελά σου
να αναβοσβήνω δίπλα σου
να ακολουθώ τις μνήμες του νερού
τυφλή μέσα στο φως μου
(που πάντα σε κούραζε)
να αναπαύομαι
εξορισμένη από τα σκιερά σου μάτια
μαγνητισμένη
από δρόμους σειρήνιους
να οδηγούμαι μπροστά σου
να σε βρίσκω εξαγνισμένο πια
άδειο από εμένα
αψηφώντας την ροή
να ξηλώνεις τις τελευταίες κοινές ραφές μας
ενώ εγώ δένομαι με τυχαίες κλωστές
ίσως καταφέρω να με διακρίνω ξανά
κάπου χωρίς εσένα

photo : Helena Almeida

Chris Mansell, 101 Quads

Chris Mansell, 101 Quads.
New poetry collection in collaboration of Puncher & Wattmann and Thorny Devil Press
Visual Poetics #1

A lickety split trip through Australian life with slippery language, puns, sleight of lip and playful sharp-eyed observation. From the sudden sharks waiting under the water in Sydney Harbour to rainbow lorikeets, and too too sleekly cheeky bower birds conducting affairs in the back yard, to how the boomers will misbehave in the nursing homes of the future, the language pops from the page. The poems look sharp, and sing.

“We have entered the territory of concrete poetry here, where the extreme formality of the book’s layout begins to shape content. The expressionistic and often elevated lyricism of Quads is held in a fine balance by the book’s formal restraint, and Oulipo meets concrete poetry in the service of conceptual play. But there is also passionate protest, mostly against the inescapable crap of life!”
John Jenkins, Cordite

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Τρία ποιήματα

ΟΜΟΝΟΙΑ

Άνθρωποι με αφηνιασμένα βλέμματα
φωνές αλλόκοτες
βαθιά πληγωμένες.

***

Πλήθος ανθρώπων κοντά μου και τριγύρω,
μα εγώ θέλω στην άκρη μου να γείρω.
Μια γωνίτσα μια ακρούλα να κουρνιάσω
μακριά από όλους
μόνη
να ξενοιάσω.

***

Δύο διαθέσεις
δύο βάσανα.
Το ένα παλεύει να ξεσκίσει το άλλο.
Κάπου εκεί υπάρχω και γω.
Στο ενδιάμεσο,
στο κενό.

*Από τη συλλογή “Πληγές”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Μάιος 2011.

Anna Niarakis, Two poems

Sleepless light

Time is an axis convergent
to death, one way with definite direction
So many thousands of years and no one ever
ran it over backwards
No one ever was planted in the womb a second time
a fetus to rest in its bag
lullabied to the heartbeat
of its mother, and unsuspected to come out
to this world again, ready to cry over
but this time more moanful, louder, more certain
for its corruptible body.

***

Hangover

My madness:
lead secured
in the cozy chamber of night.

It will gunfire by accident
my eye-Beretta
filling the sky with Pleiades.

I am shining from within
bleeding from outside
I’m okay.

Grief retaliated
the call
showering me with poems
and morning migraines.

spit the lyrics
but the taste of the poem
remains.

*From the collection “Sunrise over nothing”, Plan B Press, 2018.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Το μονόξυλο

Fritz Berger, Το μονόξυλο

Είμαι ο ιθαγενής που πήρε το δρόμο του

βαθιά μέσα στο δάσος

με την ακονισμένη του μάχαιρα και τη φωτιά

με το ρυάκι του και με τον χρόνο του

με τα παρθένα ξέφωτα και με τα δέντρα τ’ αψηλά

να κόψω και να πελεκήσω

–είναι δουλειά που κάνεις μόνος–

να φτιάσω το μονόξυλο

να ξανοιχτώ στις θάλασσες.

Γρηγόρης Σακαλής, Πληρότητα

Κάποιοι απολαύσανε
τα αγαθά της ζωής
τα αγαθά του καθεστώτος
ζήσαν πλουσιοπάροχα.
Άλλοι πάλι χαντακώθηκαν
μάτωσαν για το κοινό καλό
βασανίστηκαν.
Οι πρώτοι
είχαν για σημαία τους το εγώ
οι δεύτεροι το εμείς
ποιός κέρδισε
ποιός έχασε
δεν είναι εύκολο
να το πεις
μια κούφια ζωή, φίλαυτη
δεν δίνει τις χαρές
της συντροφικότητας
κι ας ματώνεις
οι εμπειρίες της
φέρνουν την πληρότητα
που δεν την βρίσκεις
πουθενά αλλού.

Τάσος Δενέγρης, Φάουστ και ινδική κάνναβις

Φώτο: Σπύρος Στάβερης

Πελτασταί, παγίδες, ασβέστης
Άσπρη σιβηρική γούνα με σαντιγί
Ζεστός λήθαργος
Δεν καταλαβαίνω τίποτα
Δεν υστερώ σε τίποτα
Αντιθέτως υπερτερώ
Σπάνια, άνθρωπος έχει γράψει στα αρχίδια του
Μαζεμένες τις αξίες του ευρωπαϊκού πνεύματος
κατανόηση, μνημεία, σκοπιμότης, ανωτερότης
Κατωτερότης, Μιχαήλ Άγγελος, Μπαρντό
Συνομιλία, κηδεμονία
Σπάνια
Χωρίς να δώσει αντάλλαγμα
Ένα τετραγωνικό στρέμμα από την ψυχή του

Σάββατο βράδυ
Ήμουν άγγελος, αρκούδα, ταπεινός,δυνατός
Αδιάφορος
Πανταχού παρών στο χάος
Συγκεντρωμένος σε μια τρύπα σκόρου
Ή σ’ έναν ήχο

Απρίλιος 1964

*Από τη συλλογή “Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος” (1975).

Hannah Arendt, Παρηγοριά

Έρχονται οι ώρες,
Που οι παλιές πληγές,
Οι από καιρό λησμονημένες,
Απειλούν να διαβρώσουν.

Έρχονται οι μέρες,
Όπου καμιά ζυγαριά
Της ζωής, των βασάνων,
Δεν μπορεί να ζυγίσει.

Περνούν οι ώρες,
Χάνονται οι μέρες,
Μα απομένει ένα κέρδος:
Ότι υπάρχουμε απλώς και ζούμε.

*Από το βιβλίο “Ευτυχισμένος όποιος δεν έχει πατρίδα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάιος 2019. Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.