Δημήτρης Π. Παπαδίτσας, Νυχτερινά

Φώτο από την ταινία “Euridice- Ba-2037” του Νίκου Νικολαΐδη

I

Ν’ ακούς πάντα

Ν’ ακούς το μεγάλωμα της νύχτας

Ν’ ακούς των χεριών τον ψαλμό το ξεκόλλημα της πέτρας

απ’ τον τοίχο

Ν’ ακούς το φυτό που τρίζει το πρωί, το μεγάλωμα της

νύχτας στο δέρμα

Ν’ ακούς τον αγέρα στων πουλιών τα κόκαλα

Ν’ ακούς του πουλιού το δρόμο την αγάπη του σπιτιού του

νερού το φως

Ν’ ακούς των ματιών τη δόνηση καθώς απ’ τον ορίζοντα

γυρίζουν

Και ακινητούν σ’ άλλων ματιών την αιώρα

Ν’ ακούς της φωτιάς τον πανικό, του ζώου το θρήνο

Το άχυρο που καίγεται στον ήλιο

Τον ήλιο ν’ ακούς που δέρνεται απ’ το φέγγος της σταγόνας

Ν’ ακούς του άστρου το χρώμα

Ν’ ακούς του άστρου την ευωδιά που ο κόσμος την ανάσανε

κι έγινε περιβόλι

Ν’ ακούς στην ερημιά το χοροπηδητό της ρίζας

Ν’ ακούς μες στους θορύβους το ψιθύρισμα του νου που τον

καρφώνουμε στον τοίχο

Ν’ ακούς τα μαλλιά τα φρύδια το μέτωπο και τη θλίψη τους

Όπως όταν ακούμε στο μυαλό μαχαίρια ν’ ακονίζονται

Ν’ ακούς τα χέρια ή τις παρειές που είναι μες στα χέρια

ζεστές και τρέμουν

Ν’ ακούς την τουφεκιά που αστοχεί όμως που κόβει σε δυο

τα πάντα
Κι ύστερα ο ύπνος πάλι τα ενώνει

Ν’ ακούς της χαραμάδας την οδύνη που ευρύνεται να

πεταχτεί ο Θεός

Ν’ ακούς το Θεό μες στο φόνο σαν το φλουρί στη νύχτα

Σαν την αστραπή πάνω στο φλουρί
Την καρδιά ν’ ακούς

Ν’ ακούς τον ουρανό που σαλεύει στου εμβρύου τον ύπνο

Την καρδιά ν’ ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα

φεγγάρια

Ν’ ακούς στο χώμα το άλογο, στο χώμα το σκάψιμο, την

πληγή του νερού

Το τρίψιμο του αλόγου στον αέρα

Ν’ ακούς πάντα.

* Δ. Π. Παπαδίτσας, Ποίηση, εκδ. Αστρολάβος/Ευθύνη.

Πόπη Αρωνιάδα, Δύο ποιήματα

Οφθαλμαπάτες

Η γύμνια σε φόντο μαύρο δυνατό!
Φυλακισμένος ο κυκεώνας των χρωμάτων
σε μια ακτίνα μείξης
κι αυτά, τα σφιχτοφασκιωμένα,
τροφαντά μπουμπούκια γλυκοκοιτάζουν
τον ανοιξιάτικο ήλιο,
λαχταρούν το αναλίγωμα του μαύρου!

Δαιμόνια φιδογλυστρούνε γύρω της,
στήνουν χορό, σε φόντο θολό,
κερένια χέρια, διάφανα, λευκά,
λύνουν τα μάγια, φίδια πολύχρωμα,
κερδίζουν τα μάτια και λάμπει φωτιά.
Η γύμνια άφαντη, όμως στέκει εκεί,
από πρωταγωνίστρια κομπάρσος,
νεκρό φύλλο που χορεύει
στις ορέξεις τ’ ανέμου.

Το αίμα των θανάσιμα πληγωμένων θεών
βάφει με χρώματα απαλά την ανατολή
του ήλιου της αλήθειας.
Ακτίνα ξίφος μπήκε βαθιά,
η ψυχή γονάτισε, υποκλίθηκε,
άρχισαν να χύνονται απ’ τα βάραθρα
χρώματα κι αρώματα
κι η γύμνια στεφανώθηκε θεά!

***

Επίχρυσα

Απομεινάρια από φως
λαίμαργα η ηδονή ρουφάει,
λίγο πιο πέρα
πάνω απ’ το δεντρολίβανο
φτύνει το αίμα τη σκουριά,
τις κάλπικες φιλοδοξίες,
πεσμένα αστέρια κάνει
μια χαψιά, τ’ αναπνέει.
Παλιός,
παμπάλαιος ουρανος
βλέμμα συννεφιασμένο
τα δάκρυά του
τρέχουν στα μαλλιά
κι εκείνα τ’ αποβάλλουν
μέσα σε μυρμηγκοφωλιές
καταστροφή αρμενίζουν.
Πέλαγα αναστεναγμοί
τις φυλλωσιές γκρεμίζουν,
χαμόγελα δειλά
δείχνουν τα σάπια δόντια
δείγμα πορνείας αιματηρής
προσμένοντας
αγγίγματα γλυκά
φιλιά επιχρυσωμένα.
Κι αν με ρωτήσουν
πού είναι τ’ άσυλο το ιερό
θα πω δεν ξέρω,
φοράω μόνο
στο πέτο την καρδιά!

*Από τη συλλογή “Ιστοί βαθιάς αλήθειας”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Μάρτης 2015.

Μαρία Πανούτσου, Δίπτυχο

Νίκος Δραγούμης, Η οροσειρά Λεζ Αλπίν στο Σεν Ρεμύ της Προβηγκίας, γκουάς σε χαρτί, ιδιωτική συλλογή

Τον καιρό του κορονοϊού, θυμάμαι εγκλεισμούς ανθρώπων.
Ο εγκλεισμός είναι ανθρώπινη ιδιότητα

Ημερολόγιο εγκλεισμού
—

Στον ζωγράφο Νικόλαο Δραγούμη
(1874-1933)

Aυτόν τον αδικημένο

…..Στην Προβηγκία, στην Προβηγκία.
Κάτω απ’ τον ήλιο να σου θυμίζει Ελλάδα. Φτωχέ μου ζωγράφε. Βρήκες το χρώμα και τις ξεκάθαρες γραμμές,την αθωότητα που ο θεός χαρίζει,την προδοσία που ονόμασες αγάπη. Φυλακισμένος εξ αρχής, φυλακισμένος πριν από όλα. Ξεριζωμός ψυχής.

Μικρές κουβέντες, μικρές ψυχές, δοσμένες στην χρησιμότητα σε πρόδωσαν. Και εσύ σεβαστικός, καρτερικός, μέχρι που το έρμο μυαλό σου ξεσπάθωσε επάνω σου, σαν τον σκορπιό που αυτό- δηλητηριάζεται, μάρτυρας εσύ του εγκλεισμού, εσύ ο μοναδικός.


αχ Νικόλαε,

πως η ψυχή μου σε νοιώθει

και ένα δάκρυ για σένα κυλά

το γυμνό ηλιοκαμένο

κορμί σου, σχεδόν σαν μούμια
ένα τοτέμ

κάτω απ’ το φως

μιας άλλης πατρίδας

Φόντο ο ασβεστωμένος τοίχος

της χτισμένης καλύβας,

γίνεται ένα με τα Φαγιούμ

ένα, με τις εικόνες των αγίων

ο αποτυπωμένος σε σελιλόιτ

εγκλεισμός σου

Αλήθεια, να ρωτήσω ήθελα…
ποιο ήταν το μυστικό της αντοχής σου;

και έγινε ο εγκλεισμούς το χάρισμα για σένα;

αχ Νικόλαε,

εκεί που σεργιανά η ψυχή σου

άκουσε τι σου λέω..

έζησες πιο πολλά και ωραία

απ’ ό,τι πολλοί άνθρωποι

ησύχασε την ψυχή σου τώρα …

(σου άνοιξαν πόλεμο και εσύ δεν τον αναγνωρίζεις

νόμισες πως πόλεμος σημαίνει μόνο πείνα και αίμα)

Καθώς σου γράφω,

σφηνώθηκε στο μυαλό μου, η ημερομηνία του θανάτου της Λύντιας*

-γιατί άραγε-

το 1941 που ήρθε και η ολοκλήρωση της επίγειας ζωής σου.

Επίλογος
Ίσως η παγωνιά, η παγωνιά, η παγωνιά, είναι η απάντηση στην παγωνιά.

Οι απλοί των λαών του κόσμου, αν τους αφηγηθώ την ιστορία σου, θα κλάψουν και αυτοί.

….Εσείς οι αισιόδοξοι φέρτε μου πίσω τις ψυχές που θυσιάζετε.

Εγώ πάντως χώρισα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες. Σε εκείνους με τα στάχυα στην αγκαλιά και σε εκείνους με τα δρεπάνια στα χέρια.

*Lydia Borzek, ρωσίδα ζωγράφος, σύντροφος του Δημήτρη Δραγούμη

Αθήνα – Απρίλιος 2020

—-

Με κάθετο τον ήλιο

Σε ό,τι φαίνεται ακατόρθωτο

Σε δύσκολες εποχές μαχαίρια βγαίνουν

με κάθετο τον ήλιο,

στολές φορούν οι άνδρες

και οι γυναίκες υψώνουν τις ψωλές που δεν έχουν

ανεμίζουν τις γλώσσες τους

και μιμούνται τα αρσενικά μαμούδια.

Αλλοίμονο την πρόοδο και τις σχολές που φτιάχτηκαν

και τα νερά και τα βουνά

τα ίδια που μαράθηκαν

σαν τις μανόλιες κάποια χρόνια αναλαμπής

που βγήκαν καμαρωτές και φώναζαν

και τα παιδιά και αυτά μαυρίσανε

από τις γνώσεις τις πολλές

απ’ αγκαλιές που κρύβανε τους στίχους

Στις δύσκολες στιγμές

οι ποιητές μαχαίρια βγάζουν

με κάθετο τον ήλιο

κι’ οι κιμωλίες γράφουν την καταδίκη

σε αθώους και φονιάδες

ελάτε εσείς ουρανοί και σκοτεινιάστε

τούτο το αστέρι για μια στιγμή,

να ξαναρχίσει ο παλμός – στροβιλισμός

και ο δερβίσικος χορός.

Ένα αρνί προσμένει την σφαγή

γιορτή της άνοιξης σημάδι,

το αίμα καθαρίζει πιο πολύ

κι από το τρεχούμενο νερό

κι άσε,

την ξεβρασμένη Μήδεια και Λαίδη Μάκβεθ

να πλένεται ολημερίς και ολoβραδίς.

Σε δύσκολες εποχές

και τα πουλιά πετούν μακρυά

μπας και σωθούν

και όπως ο Τειρεσίας μονολογεί από τάφο

αρρώστησε η πόλη απ’ το δικό σου το μυαλό *

Σε ποιόν αλήθεια απευθύνεται;

Ποιόν έχει στης γλώσσας του, την άκρη;

*Τειρεσίας στην Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Αθήνα Μάρτιος 2020

Αγγελής Μαριανός, Δύο ποιήματα

ΡΑΘΥΜΟΣ

Ήταν συντετριμμένος
μιλούσε για αυτόν χωρίς να τον αποκαλεί
με τ’ όνομά του.

Καταλάβαινα πως
η κουβέντα ήταν για το γέρικο σκυλί εκείνου,
του γέρου αφέντη.
Απέναντι μου κάθεται.
Τη δεύτερη εβδομάδα του ψύχους
βρήκε τον σκύλο του νεκρό.
Τον περιμάζεψε, τον έθαψε,
έβαλε ένα σταυρό πάνω στα σκληρά χώματα.
Κάπνισε ένα τσιγάρο
για να φύγουν τα σεκλέτια
και μου τα συζητούσε
σα να ήμασταν από χρόνια φίλοι,
με συγκίνησε
όταν με κοίταξε στα μάτια και είπε :
«Τον έβλεπα τελευταία, ήταν ράθυμος».

«Ράθυμος»,
«Τελευταία ήταν ράθυμος»
επαναλάμβανα στη διαδρομή προς το σπίτι.
Τι όμορφα που μιλούσε για το θάνατο
ο γέροντας αφέντης του σκύλου.
Εξιστορούσε το τέλος
σα να είχε τη γεύση του παρατημένου πικραμύγδαλου.
Φοβισμένος για τον θάνατο που δεν κατονόμαζε
και με μια ντροπαλή όρεξη για ζωή 
τα είπαμε και αυτή τη φορά
κι όλο κοντοστεκόταν να με αποχαιρετήσει…

***

ΤΟ ΚΑΔΡΟ

Υπέροχα στέκει η Βροχή σα μπαίνει ο ήλιος στο ίδιο κάδρο.
Το φως στολίζει τη στιγμή και στάγδην ανανεώνει τη διάθεση.
Φως απαραίτητο θερμό, δάνειας δροσιάς σταλίδα.
Βροχή στοιχείο τονικό, φίλτρο του ήλιο σ’ είδα.
Μες το νερό που κολυμπώ χοροπηδά η βροχή
και όμορφα απλώνει τα θαυμαστικά της
πάνω στη φλούδα του Αιγαίου.

*Από τη συλλογή «Πεζολίβαδα», Εκδόσεις Θράκα, Οκτώβρης 2017.

Octavio Paz, Ύμνος εν μέσω ερειπίων

όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…

Γόνγορα

Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.

Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,

πίδακας θερμός

στο κέντρο κάποιου

αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!

Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε

τη στιγμιαία αλήθεια.

Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,

γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:

η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει·

μια χούφτα γίδια είνʼ ένα κοπάδι πέτρες·

ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται

καταπάνω στη θάλασσα.

Θεός το παν!

Άγαλμα σπασμένο,

κίονες φαγωμένοι από το φως

ερείπια ζώντα σʼ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!
Πέφτει η νύχτα στο Τετιουακάν.

Ψηλά στην πυραμίδα φουμάρουν τα παιδιά μαριχουάνα,

κιθάρες παίζουνε βραχνές.

Ποιό χόρτο και ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίσει τη ζωή,

απʼ όπου θε να ξεθάψουμε τη λέξη,

την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και τον λόγο,

τον χορό, στην πόλη, αλλά και στης ζυγαριάς τους δίσκους;

Ίδια βρισιά το μεξικάνικο ξεσπάει τραγούδι,

αστέρι πάγχρωμο που αχνοσβήνει,

πέτρα που μας σφαλίζει της επαφής τις θύρες.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γηρασμένη.

Τα μάτια βλέπουνε, τα χέρια αγγίζουν.

Εδώ σου φτάνουν λίγα μόνο πράγματα – δεν θες πολλά:

φραγκοσυκιά, πλανήτης κοραλλιογενής ακάνθινος,

σύκα καλυπτοφόρα,

σταφύλια έχοντα γεύσιν αναστάσεως,

αχιβάδες, παρθενίες απροσπέλαστες,

αλάτι και τυρί, και κρασί και ηλιόψωμο.

Από τα ύψη της μαυρίλας της με θωρεί μια νησιώτισσα,

μητρόπολη κομψή και λυγερή και σβέλτη

με το φως ντυμένη.

Πύργοι αλάτινοι κι αγνάντι τους πεύκα στην όχθη πράσινα

αναδύονται τʼ άσπρα πανιά απʼ όλες τις βαρκούλες.

Ναούς στη θάλασσα χτίζει το φως.
Νέα Υόρκη, Μόσχα, Λονδίνο.

Ο ίσκιος σκεπάζει τον κάμπο – κισσός το φάντασμά του,

πανίδα ριγηλή η ανατριχίλα του,

χνούδι πυκνό και μιά ασπαλάκων συμμορία.

Και κάθε τόσο τα δόντια κάποιου κροταλίζουνε ήλιου αναιμικού.

Γερμένος σε βουνά που χτες ακόμα είσαν πόλεις

χασμουριέται τώρα ο Πολύφημος.
Κάτω, ανάμεσα στους λάκκους, σέρνεται το ανθρωπολόι.

(Δίποδα ζώα οικόσιτα: το κρέας τους, που

το βαραίνουν οι πρόσφατες θρησκευτικές απαγορεύσεις,

το προτιμούν έναντι παντός οι πλούσιες τάξεις.

Μέχρι και πριν λίγο τα θεωρούσε ο όχλος ζώα βδελυρά.)
Να βλέπεις, νʼ αγγίζεις σχήματα όμορφα του καθʼ ημέραν βίου.

Το φως βομβίζει, βέλη και φτερά.

Απάνω στο τραπεζομάντηλο ο κρασολεκές μυρίζει αίμα.

Όπως το κοράλλι τα κλαδιά του στο νερό,

απαράλλαχτα κι εγώ στη σφύζουσα από ζωντάνια ώρα

απλώνω τις αισθήσεις μου,

και κίτρινη εναρμόνιση γεμίζει ώς επάνω η στιγμή,

ω μεσημβρία, ω άγανο γεμάτο με λεπτά,

ω της αιωνιότητας ποτήρι!

Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, και συγχέονται, και

ξαναρχίζουν,

μέχρι που ακινητούν στο τέλος, ποτάμια πια που δεν

εκβάλλουνε ποτέ και πουθενά,

ίδιες δέλτα του αίματος, κάτω από έναν ήλιο δίχως βασίλεμα.

Να σταματήσουν άραγε όλʼ αυτά σε τούτο ʼδώ το τσαλαβούτημα
σε στάσιμα νερά;

Μέρα, μέρα στρογγυλή, γλαφυρό

πορτοκάλι πάμφωτο με τις εικοσιτέσσερείς του φέτες,

από την ίδια υποτεινόμενες όλες τους κίτρινη γλύκα!

Η ευφυΐα παίρνει επί τέλους σάρκα και οστά,

τα δύο εχθρικά συμφιλιώνονται ημίση,

και η συνείδηση-καθρέφτης τρέπεται πλέον σε υγρό

και γίνεται ξανά πηγή, σιντριβανίζει μύθους:

Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις

λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.

Νάπολη, 1948

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δημήτρης Καφετζής, Ομίχλη

Πάντα έχω ανοιχτό ένα παράθυρο, ποτέ δεν κλείνει.
Περιμένοντας πάντα μια καινούρια αρχή,
ένα επόμενο βήμα να δώσει αφορμές για συνέχεια.

Κάθε βήμα είναι ένα αύριο.
Κάθε σκέψη ένα χθες για ένα αύριο.
Και το τώρα μια γραμμή που πάνω της κυλάει μια αρχή, που πάει
να βρει ένα τέλος.

Βαλίτσες με υπάρχοντα ανοίγουν, αφού κλείσουν τα φώτα κι εκεί
αρθρώνεται ο λόγος τού εδώ και του κάθε τώρα.

Πριν μια κίνηση πάντα θεατρική.
Τα βήματα γι’ άλλους είναι άναρχα και γι’ άλλους αυστηρά καθορισμένα.
Όλοι, όμως, με βήματα περνάνε τα σύνορα
σε γη και θάλασσα κι ανέμους πάνω σε γραμμές-χορδές.

Τα πουλιά προσανατολίζονται με τ’ άστρα και πάντα βλέπουν κέντρο
κι ορίζοντα.
Οι άνθρωποι ξεκίνησαν στο φως και γυρίζουν στο χάος.
Κι ο ορίζοντας χάος είναι μα για τα πουλιά υπάρχει και το κέντρο.

Της ουτοπίας τα κλειδιά μην τα γυρέψεις.
Κάηκαν και τα δέντρα
και δε θα ‘χεις από πού να πιαστείς για να φύγεις
στο ύστατο σ ’ αγαπ
ώ.

*Από τη συλλογή ‘Ροές”, Εκδόσεις Ιωλκός, Μάιος 2015.

Παύλος Δ. Πέζαρος, Δύο ποιήματα

Του Δημήτρη

Άντρας πια εσύ σωστός κι άξιος γιος,
έρχεσαι μόνο σαν παιδάκι στα όνειρά μου,
σαν να φροντίζεις μην τυχόν
και μεγαλώσουμε μαζί,
να μη μας πάρει από κάτω ο χρόνος.

Γιατί στα μάτια σου ακόμη καθρεφτίζονται
γλάροι που λάθεψαν νομίζοντας
μέσα σ’ αυτά πως είναι η θάλασσα.

13.2.2012

***

Ηρόδοτος, με την ψυχή στο στόμα

«Νόμε, μεγάλε βασιλιά της λευτεριάς μας,
άνθισες πάνω στα βουνά,
εβίγλισες σε κάμπους,
πετάρισες σε θάλασσες,
γεφύρωσες ποτάμια,
πώς και ξεπουπουλιάστηκες,
τι θα ’χει ο Δημάρατος να λέει;»

Μουρμούριζε με τους παλιούς ρυθμούς ο γέρων
τα δόντια σφίγγοντας πεισματικά,
μην του ξεφύγει η ψυχή από το στόμα.
Απερχόμενος
άνοιξε δρόμο σκεπτικός
ανάμεσα στο αγανακτισμένο πλήθος,
γύρω του οσμιζόμενος καπνούς
που άχνιζαν ακόμη απ’ τις φωτιές
ενώ κατέρρεαν με τριγμούς μαδέρια, τοίχοι,
παρασύροντας τις μαύρες στις προσόψεις ζωγραφιές.

Αθήνα, 2013

*Από τη συλλογή “Ο αχός και ο βυθός” , Εκδόσεις Κέδρος, Μάρτιος 2016.

Ισμήνη Γεωργίου Λιόση, Εμείς

α. εμείς τα ταπεινά φορέματα της ουτοπίας της δεν
είμαστε παρά έγκλειστες γυναίκες/ με άδεια εξόδου
αργά και που/ φταίει ο σημαδεμένος πόθος στο
τρίγωνο των ματιών της καθώς/ καίγεται το κόκκινο
μετάξι του προσώπου της στο μικρό αυτό ποίημα/
πάντα θυμίζουμε κάτι ανεξίτηλο/ όπως το σπέρμα και
το μελάνι απ’ τις φλέβες ποιητών
β. είμαστε/ τα λιμοκτονούντα φαντάσματα του
aFtermeaTnigHt/ πίνουμε μπύρα από τα κύματα
πνιγμένες στα φύκια μαλλιά μας/ θηλυκά δολώματα
για καρχαρίες και/ έναν κροκόδειλο θάνατο
γ. φοβίζουμε/ φυλλομετρώντας πέταλα ευτυχίας/ από
ξεραμένα στον νεροχύτη τριαντάφυλλα/ κάποτε ω ναι
μας προσφερθήκαν/ από μη ακρωτηριασμένα χέρια/
για την ωραιότητα την ευφυΐα και/ το ταλέντο μας
να υψώνουμε χάρτινους πύργους με ποιήματα/ να
καταφεύγουν οι απελπισμένοι
δ. έτσι γινόμαστε οι ανυπότακτοι Θεοί του μεγάλου
στήθους/ οι μεγάλες αμαρτίες των ερωτευμένων
χεριών/ οι μελαγχολικές μάγισσες που μαγειρεύουμε
την ευτυχία των λαγόνων/ τα κορίτσια του
Προκρούστη που πετσοκόβουν την Αμαρυλλίδα
των λεπρών/ κάποτε θα φυγαδευτούμε για το άγριο
παραμύθι της αγάπης/ ω τότε που τα αρχαία αιδοία
μας εν δράσει/ θα καταπίνουνε τους άντρες/ ντυμένα με
σέπαλα γαρυφάλλων κι αδιάβροχα χειλάκια
γιασεμιών
ε. νύχτες με θύελλα/ ω αρσενικά ποιήματα καλέστε
μας μέσα σε ηδονόπληκτες σπασμένες λέξεις/ θα
αφήσουμε τα χέρια μας να μακρύνουν ως την ατέλεια
των σωμάτων σας/ ως την ποίηση όρχεων και μαστών
ζ. ακολουθείστε μας φρεατωρύχοι/ μυρίζουμε κάπως
σαν το βιολετί και το πράσινο το ροζ και το γαλάζιο/ η
βασιλεία μας όμως/ είναι βαθιά/ κάτω από το μαύρο
φιλιατρό

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, Εκδόσεις Τύρφη, Απρίλιος 2016. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από σελίδα της ποιλήτριας στο Facebook.

Μαρία Θεοφιλάκου, Οι άνθρωποι θέλουν να σου μάθουν

“The Mediterranean Route”, Miratovac, Serbia 2015 – photo by Moises Saman / Magnum Photos

Ω ναι, «πέφτει βροχή,
διψάνε οι καρδιές», μικρή μου Αριάδνη
Το δέρμα των ανθρώπων
Τα χώματα το μίσος
Η δύναμη της ποίησης
Τα λίγα χέρια τεντωμένα σε βοήθεια
Όλα, μπλεγμένα σ’ ένα μακρύ
Αγκυλωτό συρματόπλεγμα
Που όσο πάει το χαϊδεύουν
Στάλες αίματος

Αυτό το πρωί
Που εσύ έβγαλες το πρώτο σου στιχάκι
Στην ηλικία των πέντε ετών
−τόσο μικρή−
Βροχή έπεφτε
Πάνω στον γκρεμισμένο κόσμο

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2020/04/blog-post.html?m=1&fbclid=IwAR1yHHVFUSsv2DIfy-C45x-OVc8JjZlGZ422uHON6KpApXgGXyptdbdDbKk

Αντώνης Τσόκος, τυφλός ήλιος

Ούτε απόψε

χρειάστηκα τα μάτια μου.

Τα έβγαλα πέρα μια χαρά
με το σκοτάδι.

Ποιος είναι αυτός

που βρέχει το χορτάρι

κάθε απόγευμα;

Θα τον μαντέψω

να του κάνω το τραπέζι.

Έτσι απότομα

που έσβησε η μέρα

το μεσημέρι

δεν αντάμωσε το δείλι.

Αν φανταστώ το φως

θα ξημερώσει.

Προτού χαράξει

θα βάψω τα παράθυρα γαλάζια.

Τυφλός ο ήλιος θα πιστέψει

πως μετοίκησε ο ουρανός.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.