Βίκυ Δερμάνη, Τέσσερα ποιήματα

Εν κενώ

Πονάς;
όταν πονάς, πονάω
γελάς;
όσο γελάς, γελάω

κι αφού τόσο μαζί
μέσα μας γιατί τόσο κενό
γιατί ερημία τόση;

*

Ανομβρία

Ούτε αρτεσιανό να ξεδιψάσουμε
ούτε ιαματικό να γιατρευτούμε

μας στέγνωσε
των καιρών η ανομβρία

*

Ανε(μόνοι)

Από μοναξιά κρυώναμε
μα οι κουβέρτες ξεσκισμένες
πεταμένες στης απελπισίας
το κάτασπρο το παγωμένο χέρι

*

Εν τάφω

Κομματάκι-κομματάκι
οι σάρκες μας φαγώθηκαν

πόσους θανάτους ζήσαμε
ανάσταση καμιά

*Από τη συλλογή “Στης δυστοκίας τον τόπο ο αλέκτωρ σωπαίνει”, Εκδόσερις Κύμα, 2024.

Νίκος Γαλάνης, Για τους εκατοντάδες Παλαιστινίους που ελευθερώθηκαν από τις φυλακές

Artwork: Suhad Khatib

Ένα περιστέρι βγήκε από τον νου μου
Κι ορμώντας έσπασε τον τοίχο της φυλακής
Η άσφαλτος έξω το περίμενε καυτή
Δίχως σταλιά νερού
Κι ούτε σκιά για εκείνο
Σήμερα
Σε ένα άλλο μέρος της γης
Εκατοντάδες περιστέρια βγήκαν απ’ το κλουβί τους
Όχι γιατί υπάρχει κάποιος μεγαλόκαρδος θεός
Αλλά γιατί εκατομμύρια άλλα πείνασαν
Και χιλιάδες ακόμη θανατώθηκαν
Σήμερα είναι σπουδαία μέρα
Θα την γιορτάζω πάντα
Κάθε χρόνο στις 13 Οκτώβρη
Για να θυμάμαι
Πως στην Παλαιστίνη
Τα περιστέρια ζουν αιώνια

Αντιγόνη Κατσαδήμα, Δύο ποιήματα

Φωτογραφία: Urs Boke

Η ΑΜΑΞΟΠΟΡΤΑ

Ήρθε εκείνη η ώρα,
το πρωινό αναβόσβησε τα φώτα,
είχε γεύση από ανοιχτό αμάξι,
τα χείλη μας δεν σάλεψαν,
τα πράγματα μόνο,
ήθελα να ήμουν πεταλούδα,
να περιγελά τον θηρευτή
το μαύρο μάτι στο φτερό μου,
δεν ήταν ψέμα η αναχώρηση,
μεγάλωσε ξαφνικά η αμαξόπορτα
κι αποφάσισε να την ακούσει
ο γκρεμός που απλωνόταν ενώπιόν μας,
δεν είπαμε λέξη όταν φύγαμε.

*

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Η θάλασσα γυρίζει προς τα πίσω,
για να περπατώ στη μεγάλη άμμο,
μέχρι να σε συναντήσω,
αφήνω τις φωνές μακριά, νυχτώνει.
Δεν θυμάμαι πού πάμε,
μόνο ότι, όταν με γυρίζεις στη στεριά
και με θωρεί η ίδια σου η σκιά,
καθαρό νερό βρέχει στους αστραγάλους,
απ΄ τη δική μας θάλασσα χωρίς αντιπάλους.
Φοβάμαι για τα αθλητικά,
κυματίζεις το χέρι, να μην ασχολούμαι.
Μετά, υπάρχει το μπροστά,
δεν βλέπω το σκούρο σου μπλε μπουφάν.

*Από τη συλλογή “Εκρήγνυμαι”, Εκδόσεις Απόπειρα, 2024.

Τώνια Τσαρούχα, Δύο ποιήματα

ΤΕΛΕΤΕΣ ΕΝΗΛΙΚΙΩΣΗΣ

Η Αλίκη τρώει το κέικ
απ΄ τη γωνιά της ανυπακοής
και μεγαλώνει,
απ’ τη γωνιά του φόβου
και μικραίνει.

Παίρνει μέρος στο κυνήγι του βίσωνα.

Βάφει τα νύχια στο ιώδες της πληγής,
τα μάτια στις πενήντα αποχρώσεις της μέρας.

Μασάει αρωματικές λέξεις
για να μη μυρίζει η ανάσα της.

Κεντάει στο στήθος το τραγούδι του κύκνου.
Πετάει ζωγραφίζοντας αγριόχηνες.
Γίνεται μπαλαρίνα σε μουσικό κουτί.

Πίνει το νεκρό της άρνης και ξεχνάει
τις περιπέτειες στην κουνελότρυπα.

Για την αδιαθεσία καταπίνει μανιτάρια
απομεινάρια
μιας λανθάνουσας τόλμης
και περιπλανιέται στις πόλεις.

*

ΧΡΟΝΙΑ ΣΤΟΝ ΤΙΤΑΝΙΚΟ

Όταν άρχιζε να χιονίζει
ανέβηκα στο κατάστρωμα..

Για να με γνωρίσεις
φόρεσα φύλλα και μεταξωτές
ματαιώσεις.

Εσύ κουβαλούσες στην πλάτη
ένα πιάνο με ουρά ψαριού.

“Μ’ αυτό θα πάμε στον Νέο Κόσμο”
είπες.

Η ανάσα σου μύριζε καραμέλα βουτύρου
και κονιάκ.

Απ’ το στόμα σου έβγαιναν
μπουρμπουλήθρες και
αλογάκια της Παναγίας.

*Από τη συλλογή “Ο κήπος της ανυπακοής”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021.

Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου, Τρία ποιήματα για τη Γάζα

Απόψε να γυρίσεις

Αυτοί με όπλα
Εμείς με πέτρες
Που ‘χουν πάνω χαραγμένο
το δίκιο μας
Αυτοί να φοβούνται
τους μώλωπες
Κι εμείς με τις ματωμένες
μας τρύπες
σαν τίτλους τιμητικούς
της ιστορίας απονομή
Μόνο φοβούμενοι το χαστούκι
της μάνας
που παίξαμε με λάσπες κι αίματα
Μα ύστερα δεν είναι αυτή
που στο μνήμα του Γασσάν
έχυνε δάκρυα θρήνου
μα πιο πολύ περηφάνιας;
Αυτοί με τα όπλα
Κι εμείς με τις πέτρες
που ‘χουν πάνω τους χαραγμένο
το δίκιο και τη μητρική στοργή:
«Απόψε να γυρίσεις, Γασσάν,
σ’ αγαπώ».

*

Ολοκαύτωμα της Ράφα

Με ακλόνητο βλέμμα
γυμνοί γεννήθηκαν στη γη
σκόρπισαν γενιές σαν στάχτες
περιφρονούν
μάτια διατρυπούν
τη σιδερένια κατοχή
γδυτοί αντάρτες.

*

Μπλακάουτ

Σωστή πλευρά της προϊστορίας,
δεν πίπτει λόγος
πίπτει βία.
Εμπρός! στης Γάζας τα σφαγεία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://neokartel.blogspot.com/2025/07/blog-post.html?fbclid=IwY2xjawNKkrdleHRuA2FlbQIxMQABHgyQ8Y3Y17PMowiSwbNpowVAvAEmHL9er17tgKospWOXqZUB8FxqMWppeOyF_aem_2pHy7MWUUEKAkggeNtiuCg

Άντεια Φραντζή, Η ζωή

Έτσι πια το γυαλί θρυμματίζεται
η πόλη μας εκτινάσσεται και διαλύεται
σε μικρά μπαλάκια και το σώμα σου
καλέ μου το τυλίγει το φωτοστέφανο.
Σε κοιτώ καθώς απομακρύνεσαι
σε ρευστό φας χρώματος ροζ
στην άκρη να στάζει
και γύρω μου τ’ αγκωνάρια
της θυμωμένης γης και ρωγμές
και με παίρνουν μέσα τους πολύ βαθιά
στο κέντρο.
σύρματα χόρτα.

Τι λες, Θεέ μου θα ζήσω;

*Από τη συλλογή “Μεταγραφή ημερολογίου”, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΤΑ LADA ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΘΑΝΟΥΝ;

Πωλούνται τύρφης υλικά
Οι λάμπες του Ίλιτς, ο Τύμβος του Τσάρου
Άγγελοι χωρίς φτερά, μολυβένιοι στρατιώτες
Τα μαύρα μάτια στο Γενί Καλέ
κι η δόξα του αντάρτικου στο Κερτς

Πωλούνται τύρφης υλικά
κρινάκια για τον άλλο κόσμο
κεριά σε μαύρο φόντο, ένα ψυχοσάββατο
που μνημονεύει άπιστες Καρένινες

Γεννηθήκαμε σαν ασκιά στην παγωνιά
Πού είναι ο χρυσός και ο άργυρος;
Πού είναι των υπηρετών το πλήθος και ο θόρυβος;

Όλη η ζωή συνοπτικά και σε προσφορά
Σκόνη, τέφρα, σκιά χωρίς
μορφή, χωρίς θρίαμβο, χωρίς πάθος

Θρηνώ και κλαίω και ρωτώ:
-Πού πάνε, Κύριε, τα Lada για να μην πεθάνουν;

“ΚΑΝΤΕΝΤΣΑ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ

Έρχονται οι Στρέλτσι του Ιβάν του Τρομερού
οι κωδωνοκρούστες της Αποκάλυψης
λαοί παραδομένοι στην τρέλα

Τον τομαρά ζητάνε, τον κρεμαλοφτιάχτη
κι αυτόν που τρώει το μεδούλι
από το καύκαλο του Γιόρικ
και το σαγονοκόκαλο του Κάιν

Άσε τη ζωή να κροταλίζει, να κροταλίζει
στην απύθμενη φύση, απύθμενα

Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD
Και μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται
καλύτερα από τις μηχανές
καλύτερα από τους πάνθηρες
καλύτερα από χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα

Άσε τη ζωή να κροταλίζει, να κροταλίζει
στην απύθμενη φύση, απύθμενα

Έχω τριάντα χρόνους νεκροθάφτης
πρώτα κοπέλι, μάστορας κατόπι

Για ένα γυαλί ρακή, σκάβω και θάβω
στα δείπνα της Εκάτης

Κι ο κάπελας με πάταγο την κούπα μου ας σπάσει.”

*Από τη συλλογή ”Τι αιώνα κάνει έξω;”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Σύρραξη στην κλινική την Κυριακή

Κάθε Κυριακή-Στην κλινική-Σύρραξη γύρω απ’ το μοναδικό ραδιόφωνο-Στην αίθουσα ψυχαγωγίας-Τη θλιβερή-Αντιμαχόμενοι άθεοι και χριστιανοί της ψυχιατρικής πανδαισίας-Οι άθεοι θέλουν να ακούσουν τα ηλεκτρικά δαιμόνια-Όπως τους κατηγορούν αυτοί της Εκκλησίας-Οι άλλοι τη λειτουργία-Για έναν Θεό που για να υπάρχει η κλινική είναι νεκρός-Όπως τους κατηγορούν αυτοί της αθεΐας-Και μέχρι να το αποσύρει νοσοκόμος για να επιβάλει ησυχία-Στην αίθουσα-Τα ηλεκτρικά δαιμόνια με το νεκρό Θεό παλεύουν-Στα ερτζιανά-Ποιος θα σταθεί-Κι απ’ τα ηχεία ηλεκτρισμός μαζί με ψαλμωδία-Σκηνή που κάνει τον καθένα να ξεχνά-Του εγκλεισμού του την αιτία-Στην κλινική-Κάθε Κυριακή-Σύρραξη γύρω απ’ το μοναδικό ραδιόφωνο-Στην αίθουσα ψυχαγωγίας-Τη θλιβερή-

*Aπό τη συλλογή ‘’Κάθαρμα”, Εκδόσεις Οδού Πανός, 2020.

Omed Qarani, Δύο ποιήματα

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Δεν χρειάζεται να θυμάσαι,
Εμείς γνωρίζουμε
πως ο θάνατος είναι μια ορεινή νύχτα
κι ένα κομμάτι κρύο ψωμί
κρεμασμένο στον αέρα
Και το γεγονός ότι δεν θα επιστρέψεις ποτέ,
κάνει τη ζωή διαρκώς πιο γλυκιά…

*

ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ

Ο λόγος που για μερικά χρόνια
η αστυνομία με κυνηγούσε διαρκώς
και μερικά χρόνια με φυλάκισαν
δεν ήταν ότι ήμουν κάποιος νέος επαναστάτης
ούτε κάποιος παλιός τρομοκράτης
ήμουν απλώς μεθυσμένος
ήθελα να ανατινάξω τα κτίρια
αφού ο Μιναρές του Τσόλι *
είχε χαθεί από μένα!

Ιωάννινα, Ελλάδα 2018

 *​Ο Μιναρές Τσόλι (γνωστός και ως Μιναρές Μουζαφαρίγια) είναι ένα ιστορικό μνημείο στην πόλη της Ἄρβηλα (Χαουλέρ -Αρμπίλ). ​Η ιστορία του χρονολογείται περίπου 800 χρόνια πριν. ​Ύψος: Είναι περίπου 36 μέτρα και αποτελείται από μια οκταγωνική βάση και έναν κυλινδρικό κορμό.

Ηλίας Μέλιος, Δύο δρόμοι

στην αυτοδιάθεση της Κύπρου

στις εθνικές γιορτές (που μοιάζουν πανηγύρια)
στις παρελάσεις
οι γριές γυναίκες παιδεύονται
ποια απ’ όλες θα φτάσει πρώτη τη σημαία
να της βάλει φωτιά
τις στάχτες της να σκορπίσει στα νερά της πατρίδας

στις παρελάσεις που μοιάζουν πανηγύρια
οι γριές γυναίκες του λιμανιού
βάζουν στοίχημα μεταξύ τους
ποια απ’ όλες θα κλέψει πρώτη τη σημαία
ενοχλούνται μ’ αυτούς που απορούν με
το ημιτελές του χαρακτήρα τους

*Από το “Χεράτ”, Έκδοση Ελί-τροχος, Πάτρα 1998.