Lawrence Ferlinghetti, Ο κόσμος είναι μέρος όμορφο…

Ο κόσμος είναι μέρος όμορφο
να γεννηθείτε
αν δεν σας νιάζει η ευτυχία
κι αν δεν θέλετε
όλο χαρούμενοι να είστε
αν δεν σας νιάζει εν’ άγγιγμα της κόλασης
αργά ή γρήγορα
όταν όλα θά ’χουν τελειώσει
γιατί ακόμη και στον ουρανό
δεν τραγουδούν
όλη την ώρα
Ο κόσμος είναι όμορφο μέρος
να γεννηθείτε
αν δεν σας νιάζει κάποιοι να πεθαίνουν
κάθε τόσο
ή ίσως μόνο να πεινούν
κάποια στιγμή
πράγμα που δεν είναι και τόσο κακό
αν δεν πρόκειται για σας
Αχ ο κόσμος είναι μέρος όμορφο
να γεννηθείτε
αν δεν σας πολυνιάζουν
κάμποσα νεκρά μυαλά
σε καίριες θέσεις
ή μια – δυο μπόμπες
στις στριμένες σας φάτσες
ή κάποιες άλλες χυδαιότητες
σαν κι αυτές που κατακλίζουν
λόγου χάρη
τη δικιά μας κοινωνία του Name Brand
με τους διακεκριμένους της
ανθρώπους
και τους αφανείς
τους παπάδες της
και άλλους πολιτσμάνους
τα στεγανά
τις επαναστατικές ανακαλύψεις
κι άλλες δυσκοιλιότητες
που το άμοιρο κορμί μας θα κληρονομήσει
Ναι ο κόσμος είναι μέρος κατάλληλο
για τόσα πράγματα
να διασκεδάσετε
και να κάνετε έρωτα
να στενοχωρεθείτε
να τραγουδήσετε χυδαία τραγούδια
να εμπνευστήτε
να γυρίσετε παντού
να δείτε τα πάντα
να μυρίσετε τα λουλούδια
να κοροϊδέψετε τα αγάλματα
να συλλογιστήτε ακόμη-ακόμη
φιλώντας τους ανθρώπους
σπέρνοντας παιδιά
φορώντας παντελόνια
ανεμίζοντας καπέλα
χορεύοντας και κολυμπώντας στα ποτάμια
εκδράμοντας
μες στο μεσοκαλόκαιρο
ζώντας γενικά τη ζωη σας
Ναι μα ακριβώς
στη μέση
της όλης καταστάσεως
καταφτάνει
χαμογελαστός
ο εργολάβος κηδειών

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Γρηγόρης Σακαλής, Όλοι

Μεγάλη αγωνία
κόπος πολύς
ατέλειωτοι διαγκωνισμοί
ν΄ ανέβουμε λίγο πιο ψηλά
στην κοινωνική σκάλα
έστω ένα-δύο σκαλοπάτια
λες κι αυτό
είναι το ζητούμενο
ο σκοπός της ζωής
λίγα ευρώ παραπάνω
και το ανάλογο ύφος
του πετυχημένου
είναι τ΄ όνειρο πολλών
και είναι να τους λυπάσαι
που δεν κατάλαβαν τίποτα
απ΄ τη ζωή
που δεν βλέπουν γύρω τους
με άλλο τρόπο
με μια ματιά συλλογική
πως η ευτυχία αφορά όλους
κανείς δεν μπορεί
να είναι ευτυχισμένος
σε μια κοινωνία
που περισσεύει η αδικία.

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

Τώρα θά πώ τό πιό βαρύ:

Εκείνοι πού φύγαν πρίν αισθανθούν
Τή χαρά τού δέντρου που βλεπει να μεγαλώνει
Νά βγάζει κλαριά καί φύλλα μέρα τη μέρα
ρίν κατοικήσουν τό σπίτι, ένα ήσυχο σπίτι στο πλαι τής θάλασσας.

Εκείνοι πού φύγαν πρίν νά μιλήσουν *
Αύτά πού θά θελαν να πούν
Εκείνοι πού κόπηκε ή σκέψη τους
Στη μέση άπ’ την άρρώστια
Πού σαπίζει τό κρέας ή χαλνά το αίμα
Ή έκείνοι πού μείναν στα βαθιά φαράγγια τής Ασίας
Δίχως την άφή τής γυναίκας στά μέλη τους πού τελείωσαν
Εκείνοι πού προπορεύονταν εξακόσια φεγγαρια
Παχιά σύννεφα σκεπάζουν το πρόσωπό τους
Οί πράξεις τους κοιμούνται στη χώρα τών λωτοφάγων.

Ιούνιος 1953

***

ΟΔΟΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

Ό πίθηκος χορεύοντας μέ κρέπια καί τό αρμόνιο
Μες στην πισίνα τά ποντίκια
“Οπως στη θάλασσα τά φύκια
Ή λαμαρίνα κι ό άετός
Άσπρα φεγγάρια κρεμασμένα
Ή δυσπιστία αύτή μάς πνίγει
Χρήμα συμβόλαια καί κυνήγι
Σύρμα χοντρό γιά νά μη φύγει
Ή θάλασσα καί ό άετός.

Οί καλλονές ϊδιες άντίκες
Τζάμια κινήσεις άρχαϊες νίκες
Ή έρημιά πηχτή κι ό τρόμος
Οί καλλονές καί οί ψυχώσεις
Φωτογραφίες καί κομμώσεις
Γραμμόφωνα φωνές ό δρόμος.

Ψέμα καί ψέμα μές στό βλέμμα
Έδώ ή ναυτία στίς παρόδους
Ξερά στεφάνια στίς εισόδους
Τά έντυπα κι ό θυρωρός
Πίσω άπ’ τό σχήμα καί τή σάρκα
Ίσκιοι στούς τοίχους σιωπή στά πάρκα
Τό πρόσωπό σου κι ό καιρός.

Νύχτα 5 ’Ιουλίου 1961

*Από τη συλλογή “Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος” (1975).

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες, Λόγια στο Outnet Ή “Pseudo-Blues” [prose song “written on a toilet roll”]

Δρόμο παίρνοντας ή αφήνοντας
Δρόμο
Έτσι λέμε καιρούς και καιρούς
Θα την κάνουμε γι’ αλλού
Για το πιο μακρινό και έρημο
Νησί των Εφτά Θαλασσών
Όπου
Όσοι μας έσπασαν τ’ αρχίδια τόσα χρόνια
Κυρίως οι μοιραίοι των βιβλίων
Και οι γενναίοι τής πλατείας
Και οι γόηδες των μπαρ και τής αμμουδιάς
Θα λείπουν – όχι δε θα υπάρχουν πια
Ίσως μόνο στην κοιλιά τού θηρίου
Που τους κατάπιε
Σε μια δαγκωνιά στην τελική
Απελπισμένη σκέψη μιας νύχτας
Παραδομένης στα ποτά των αναχωρήσεων
Στις χαιρετούρες και τα παινέματα
Των ηρώων που φεύγουν
Αλλά όλο βρίσκονται κολλημένοι στα χτεσινά
Όπως λέμε στα κοφτερά βράχια
Κυνηγώντας τις λέξεις που θ’ αποστόμωναν
Την κόψη στο τέλος τής γλώσσας των άλλων
Ας πούμε των απέναντι
Φτηνιάρηδων ξεπουλημένων παραδόπιστων
Των σα μαστρωπών δυο αιώνων
Με τους ξεσηκωμένους κήρυκες
Κεκράχτες πετεινούς τού θέρους
Τού μεσημεριού – λέξεις
Που όμως δε ζυγίζονται αλλιώτικα
Αν δε μετράς σαράντα μαχαιριές
Πρώτα στη ράχη από χέρια παλιόφιλων
Ας πούμε eat my dust και φακ φακ
Fuck you all – λέξεις
Που ξεγλιστρούν μέχρι την άκρη
Τού χείλους των cunnilinguist &
Αν δεν έχεις καταβροχθίσει
Όμοια ξεφλουδισμένο σύκο
Τουλάχιστον το μουνάκι κάποιας Suzanne
Μαρκέλλας ή άλλης
Που σιροπιάζει στο πρώτο φιλί
Χύνοντας γερά μέσα στην πνιχτή φωνή σου
Τη γλύκα που κρύβουν τα γυμνά νησιά
Και πιο πολύ
Τα γυμνά όταν το θέλουν κορίτσια τής ερημιάς
Να σε φωνάζουν στη λιακάδα τους
Και σε καλούν στον οργασμό τους
Να γαμηθείτε μέχρι να ξημερώσει
Μέχρι που το σώμα να γίνει ο σωρός μιας σάρκας
Που μόλις κάνει φου ο άνεμος
Χάθηκες – μετά από τρία γαμήσια στη σειρά
Και την επομένη να σέρνεσαι
Στη δουλειά στο πάσο στη διαδρομή
Μέσα στο τρόλεϊ με τα τρεμάμενα καλώδια
Που τρίζουν και δεν κουβαλούν κανένα υλικό ονείρων
Ούτε για μια φωλιά πουλιών στη φυλλωσιά
Παρά μονάχα κομμένα φτερά
Παρά μονάχα χαμένες ελπίδες
Και τη βεβαιότητα
Πως ό, τι κι αν λέμε
Δε θα ξεκολλήσουμε ποτέ
Από το εδώ και το τώρα τού σήμερα
Ενώ το μέλλον από μακριά
Θα μας φτύνει με χάρη στο πρόσωπο
Κι εμείς θα νομίζουμε
Ότι η ρεματιά με τ’ αηδόνια
Ή τις νεράιδες έρχεται πιο κοντά
Σαν όνειρο με νερά από κρύσταλλο
Γεμάτο τραγούδια χορούς και γέλια
Από εκείνα τα ξεφαντώματα που ζήσαμε χτες
Και θέλαμε να ξαναδούμε στο αύριο
Σα γεγονότα που κανένα χέρι
Καμιά σκέψη και προπάντων
Κανένας πλησίον δε θα μπορούσε
Βουτηγμένος στη χολή του ν’ ακυρώσει για πάντα •

Ζωή Καραπατάκη, Όταν συλλογίζομαι

“δέσαμε την καρδιά μας και μεγαλώσαμε”
ΣΕΦΕΡΗΣ

Συχνά τώρα πια
τα νιάτα μου θυμάμαι
χωρίς να κοιτάζω τις φωτογραφίες
με τις πεθαμένες στιγμές
Ωστόσο θυμάμαι αυτά που γρατζουνάνε τη μνήμη
όπως τα νύχια το μεταξωτό
χαράζοντάς του λευκές γραμμές
Θυμάμαι τις φωνές από καθαρό μέταλλο
Τις μυρουδιές που κάρφωναν την καρδιά
Τα ζωντανά χορτάρια και τα χάδια τους
στα γυμνωμένα πόδια
Το κόκκινο που ξεχείλιζε απ’ τις ανεμώνες
και πέθαινε τόσο γρήγορα μες
τ’ ανυπόμονα χέρια μας

Θυμάμαι
Τότε που θέλαμε όλη την Άνοιξη
δικιά μας
σκοτώνοντάς τη
Τότε που βλέπαμε τα έντομα να λακίζουν
απ’ την ορμή μας
Τότε που φεύγοντας απ’ την εκδρομή
αφήναμε την ψυχή μας όμηρο
στη μελλοθάνατη Άνοιξη

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Στον ακροθαλάσσιο βράχο

Τράβηξα τις ρίζες μου κι αυτές αναστέναξαν
Πάλι ο βράχος, στην ακροθαλασσιά
Πάνω στον βράχο ό,τι συνοδεύει τις μοναχικές του μέρες
φωτεινό χαμόγελο στην ανατολή
λίκνισμα στον άνεμο, τραγουδιστό
σκοτεινή θάλασσα σε συννεφένιο ουρανό

Βροχή βαριά που τονώνει τις ρίζες
και σκάβει τον βράχο
σαν ένωση μιας φωτιάς
π’ ανάβουν οι σταγόνες της

Τον βράχο έχουμε που μας στέργει
τον βράχο, να μας θεραπεύει
το δώρο μας που αποτρέπει συντριβές
Μακριά του δεν ζούμε κι οι ρίζες του βαθιές
ανθεκτικές, πιο πέρα κι απ’το ατσάλι
λεπτές σαν τα νεύρα μα άσπαστες

Μες στον μακρύ αιώνα
στον βαρύ χειμώνα
στο καλοκαίρι που καίει επίμονα
φυτρώνουν μικρά άνθη
κι ο βράχος τα τρέφει με φύκια και ήλιο

το δελφίνι τινάζεται πάνω από τον βράχο
πετάει με περιστροφές
κι αφήνει σταγόνες
ο βράχος που χαίρεται το χαιρετάει
κι η μοναξιά του σπάει

(Καλοκαίρι 2005)

***

Καταδίωξη

δεν κοιτούσε καθόλου
μόνο βάδιζε ατάραχος μπροστά
κάπου θ’ανάβει μια φωτιά
στο σκοτάδι και στο κρύο

με περιμένει στο κατόπι μου
ο διώκτης μου
ξέρω θα με συναντήσει
ο ανελέητος κυνηγός κεφαλών

ο άνεμος,ξαφνικά,
θα σβήσει

(Δεκέμβρης 2009)

Μαρία Πανούτσου, Αποστροφή

Was ist Liebe?

Μα η μυρωδιά των λουλουδιών
το σήκωμα της φούστας
όταν ο αέρας αυτοσχεδιάζει
με έναν άνθρωπο.

Κι’ η καλοσύνη ξέχειλα
από βλέμμα και δάχτυλα.
Το χέρι που σε κράτησε καθώς γλίστραγες.
Μια φωνή που εμπιστεύεσαι.

Θυμάμαι το ξαδέλφι
που μάζευε τζιτζίκια.
Σ’ ένα χάρτινο κουτί τα κλείναμε.
Με φώναζε με το όνομά μου
κάθε φορά που έπιανε ένα.
Κώστα Κώστα φώναζα και εγώ εκείνον.

Τον θαύμαζα καθώς και η φωνή του.
Μαρία Μαρία Μαρία φώναζε.
Ένας ενθουσιασμός ξεχύνονταν στους δυό
και οι εικόνες προπορεύονταν τον χρόνο.

Ο έρωτας δεν είναι το ένστικτο
αυτό το σκοτεινό πουλί
που σε τσιμπά.
Ο έρωτας που λέω εγώ
είναι μια αφορμή.

Το ένστικτο γλυκό και τρυφερό
βάσανο και βρυκόλακας
σοδομικό και φονικό
είναι για μένα μια φορά και έξω
και δεύτερη και τρίτη ίσως
και η κακή σου μέρα έφτασε.
Αυτό είναι το ένστικτο.

Να φέρω ένα παράδειγμα:

Τον γνώρισες έξαφνα και ξέχασες ότι ήσουν σε ψαράδικο
και τρώγατε μπαρμπούνια και ο καθένας το πιάτο του
και εσύ κοίταγες τα μπαρμπούνια και έλεγες
μα πως… αφού παθαίνω αλλεργία με τα μπαρμπούνια
πως τα τρώω τώρα;

Αυτό είναι το ένστικτο.

Ο άλλος … και το μίσος
καθώς το μίσος με πεθαίνει
φωνάζω: salope saleté salope saleté
και μονολογώ: Das ist Instinkt.

Όμως..

Θα γίνω φλόμος και ίσκα
θα βρω το βλέμμα του θανάτου
το βλέμμα της καλοσύνης.

Θα το βρω.

Σ’ εκείνα τα χρόνια
αναζητώ την ελευθερία
και της αθωότητας την βεβαιότητα.

Η ξαδέλφη μου, Λούλα Λούλα Λούλα πήγε στο κοτέτσι
και έφερε τρία αυγά και
στο μικρό κουζινάκι τηγάνισε.

Θυμάμαι το λάδι καθώς έπεφτε στο σκεύος
μετά εγώ καθισμένη στο τραπέζι
κοιτούσα το ασπράδι γύρω από κάθε κρόκο
το ψωμί να βουτώ
και να απλώνεται το νόστιμο κίτρινο υγρό
στο πιάτο
και η γεύση του να’ ρχεται πρώτη στο στόμα
übergelaufen.

Αυτό ναι, αυτό είναι ελευθερία και έρωτας.

Ήμασταν όμως τότε οι άλλοι, οι πραγματικοί,

δεν περιμέναμε τίποτα.

Τι παράξενη αίσθηση

να μην περιμένεις κάτι ή κάποιον.

Τότε η μέρα και η νύχτα εναλλάσσονται
και μένουν οι ήχοι και οι αναμνήσεις που γίνονται παρόν.

Ναι όπως τώρα που ακούω τον γρύλο και τα αυγουστιάτικα μεσημέρια την δεκαοχτούρα.

Οι ήχοι των πουλιών πόσο μου μοιάζουν.

Κέα, Αύγουστος 2020 – Αδημοσίευτο

Ξέχειλα: übergelaufen.

λίγδα βρομερός: saleté salope

ένστικτο: Instinkt

έρωτας: Liebe

Andrew Franks, We are more than flesh and blood / Είμαστε κάτι παραπάνω από σάρκα και αίμα

we are more than flesh and blood
We are laughter, we are tears
we are more than flesh and blood
We are memories, we are dreams
we are more than flesh and blood
We are family, we are pride
we are more than flesh and blood
We are kisses, we are passion
we are more than flesh and blood
We are time, we are love
we are more than flesh and blood

WE ARE LOVE

είμαστε κάτι παραπάνω από σάρκα και αίμα

είμαστε κάτι παραπάνω από σάρκα και αίμα
Είμαστε γέλιο, είμαστε δάκρυα
είμαστε κάτι παραπάνω από σάρκα και αίμα
Είμαστε αναμνήσεις, είμαστε όνειρα
είμαστε κάτι παραπάνω από σάρκα και αίμα
Είμαστε οικογένεια, είμαστε περηφάνια
είμαστε κάτι παραπάνω από σάρκα και αίμα
Είμαστε φιλιά, είμαστε πάθος
είμαστε κάτι παραπάνω από σάρκα και αίμα
Είμαστε χρόνος, είμαστε αγάπη
είμαστε κάτι παραπάνω από σάρκα και αίμα

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΓΑΠΗ

*Από τη συλλογή “Sunflower Eclipse Over Troia Nova”. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Manolis, Δύο ποιήματα

ΣΙΩΠΗ

Ατέλειωτη σιωπή σε παράδρομους
σ’ έρημες φάμπρικες, ασύμφορες
εφησύχαση που προετοιμάζει
για πόλεμο το κράτος

οικουμενική δύναμη του καλού

είπε ο ηγέτης ότι αντιπροσώπευαν
καθώς τα ξανθά μαλλιά του
έλαμψαν στο ηλιοβασίλεμα
φλέβα κομμένη απ’ το κορμί του λογικού

αναμφίβολη σιωπή στα μέσα επικοινωνίας
απομονωμένα επεισόδια βίας, ανέφερε
η παρουστριάστρια ειδήσεων

αναφέρθηκε λεπτομερώς στο διαζύγιο
φημισμένου τηλεοπτικού ζευγαριού
το κράτος ετοιμαζόταν γι’ άλλον ένα πόλεμο
το δικαιωμένο δικαίωμα τους, αφού

ήταν οικουμενική δύναμη του καλού

SILENCE

Invincible silence in side streets
abandoned, unprofitable factories
complacency that prepares
the nation for war

force of universal good

the leader said they represented
blonde hair shone in the gleam
of sundown, purple dusk
vein severed from logic

undoubtable silence of mass media
isolated incidents of violence reported

anchor concentrated on the divorce
of famous cinema power couple
nation preparing for another war
its rightful right, being

the force of universal good

***

ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Αχαλίνωτος έντονος
κυλά καυτός ο πόθος
στο κορμί σου
και τίποτα δεν αναβάλει
την εξίσωσή σου
εκτός απ’ το υπέρυθρο της νιότης
το κορύφωμα

υπεροχή στγμής
που αναιρεί
το κάθε τέλος

έρως
γεννήτωρ ει
Αθανασίας

TRANSCENDENCE

Incomparable and unstoppable
lust flows in your’ flesh
nothing postpones
its equilibrium
albeit the reddish
apex of your young body

superior moment
that transcends
death

Eros
birthing
immortality

*Από τη συλλογή “Red in Black”, Ekstasis Editions, 2019.

Ιουλία Τολιά, από τις “Περιπέτειες ενός τυφλού”

Δεν στηρίζεται πια στη λογική.
Στηρίζεται στη βακτηρία του,
και στο παράλογο.
Περπατά στη μεγάλη αλέα
ακούγοντας τον μονότονο ήχο της βακτηρίας
και τον έντονο ήχο του παραλόγου.
Ο πλέον οικείος του ήχος
τώρα πια.

Επιστρέφει στο σπίτι.
Βάζει το κλειδί στην πόρτα.
Ψηλαφώντας,
πάντα ψηλαφώντας.
Έχει αναπτύξει το αίσθημα της αφής.
Για να μη σκοντάφτει.
Να μην πέφτει.
Αυτή η αναπτυσσόμενη αφή υποφέρει.
Τον βάζει στον πειρασμό
να μετέρχεται τερτίπια.
Για παράδειγμα,
όταν περιμένει να διασχίσει τον δρόμο,
πότε πότε ζητά τη βοήθεια κάποιου περαστικού.
Όχι γιατί φοβάται τη διάβαση,
αλλά για να νιώσει το άγγιγμα ενός σώματος.
Αμέσως όμως τρομοκρατείται.
Το άγγιγμα γεννά προσδοκίες.
Και γι’ αυτόν
είναι αναπότρεπτη η διάψευση.
Είναι μόνος.
Θα πρέπει να αρκείται στο άγγιγμα των αντικειμένων.
Κρατάει σφιχτά τη βακτηρία του,
την προέκταση του δικού του σώματος.
Χαϊδεύει τα λιγοστά του έπιπλα.
Πέφτει ξέπνοος στο κρεβάτι.

Το επόμενο πρωί.
Βγαίνει στον δρόμο.
Άλλη μιά μέρα ανάμεσα στον θόρυβο των οχημάτων,
ανάμεσα στον θόρυβο του κόσμου.
Ανάμεσα σε κείνον και σε κείνον.

*“Οι Περιπέτειες ενός τυφλού”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2012.