Anna Niarakis, Two poems

Sleepless light

Time is an axis convergent
to death, one way with definite direction
So many thousands of years and no one ever
ran it over backwards
No one ever was planted in the womb a second time
a fetus to rest in its bag
lullabied to the heartbeat
of its mother, and unsuspected to come out
to this world again, ready to cry over
but this time more moanful, louder, more certain
for its corruptible body.

***

Hangover

My madness:
lead secured
in the cozy chamber of night.

It will gunfire by accident
my eye-Beretta
filling the sky with Pleiades.

I am shining from within
bleeding from outside
I’m okay.

Grief retaliated
the call
showering me with poems
and morning migraines.

spit the lyrics
but the taste of the poem
remains.

*From the collection “Sunrise over nothing”, Plan B Press, 2018.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Το μονόξυλο

Fritz Berger, Το μονόξυλο

Είμαι ο ιθαγενής που πήρε το δρόμο του

βαθιά μέσα στο δάσος

με την ακονισμένη του μάχαιρα και τη φωτιά

με το ρυάκι του και με τον χρόνο του

με τα παρθένα ξέφωτα και με τα δέντρα τ’ αψηλά

να κόψω και να πελεκήσω

–είναι δουλειά που κάνεις μόνος–

να φτιάσω το μονόξυλο

να ξανοιχτώ στις θάλασσες.

Γρηγόρης Σακαλής, Πληρότητα

Κάποιοι απολαύσανε
τα αγαθά της ζωής
τα αγαθά του καθεστώτος
ζήσαν πλουσιοπάροχα.
Άλλοι πάλι χαντακώθηκαν
μάτωσαν για το κοινό καλό
βασανίστηκαν.
Οι πρώτοι
είχαν για σημαία τους το εγώ
οι δεύτεροι το εμείς
ποιός κέρδισε
ποιός έχασε
δεν είναι εύκολο
να το πεις
μια κούφια ζωή, φίλαυτη
δεν δίνει τις χαρές
της συντροφικότητας
κι ας ματώνεις
οι εμπειρίες της
φέρνουν την πληρότητα
που δεν την βρίσκεις
πουθενά αλλού.

Τάσος Δενέγρης, Φάουστ και ινδική κάνναβις

Φώτο: Σπύρος Στάβερης

Πελτασταί, παγίδες, ασβέστης
Άσπρη σιβηρική γούνα με σαντιγί
Ζεστός λήθαργος
Δεν καταλαβαίνω τίποτα
Δεν υστερώ σε τίποτα
Αντιθέτως υπερτερώ
Σπάνια, άνθρωπος έχει γράψει στα αρχίδια του
Μαζεμένες τις αξίες του ευρωπαϊκού πνεύματος
κατανόηση, μνημεία, σκοπιμότης, ανωτερότης
Κατωτερότης, Μιχαήλ Άγγελος, Μπαρντό
Συνομιλία, κηδεμονία
Σπάνια
Χωρίς να δώσει αντάλλαγμα
Ένα τετραγωνικό στρέμμα από την ψυχή του

Σάββατο βράδυ
Ήμουν άγγελος, αρκούδα, ταπεινός,δυνατός
Αδιάφορος
Πανταχού παρών στο χάος
Συγκεντρωμένος σε μια τρύπα σκόρου
Ή σ’ έναν ήχο

Απρίλιος 1964

*Από τη συλλογή “Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος” (1975).

Hannah Arendt, Παρηγοριά

Έρχονται οι ώρες,
Που οι παλιές πληγές,
Οι από καιρό λησμονημένες,
Απειλούν να διαβρώσουν.

Έρχονται οι μέρες,
Όπου καμιά ζυγαριά
Της ζωής, των βασάνων,
Δεν μπορεί να ζυγίσει.

Περνούν οι ώρες,
Χάνονται οι μέρες,
Μα απομένει ένα κέρδος:
Ότι υπάρχουμε απλώς και ζούμε.

*Από το βιβλίο “Ευτυχισμένος όποιος δεν έχει πατρίδα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάιος 2019. Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

Φώτο: James Wainscoat

ΕΡΗΜΙΚΟ

Απόψε χιόνισε πολύ
στην πολιτεία

Αγάπες και κρύσταλλα
χυμούν μες στη νύχτα

Πού να γείρω το κεφάλι
ν’ ατενίσω τη σιωπή των δέντρων
ν’ αγαπήσω

Πού να γείρω το κεφάλι

***

ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ

Κοιταχθήκαμε

Καθρέφτες και γιαλιά
αναλαμπές και δάκρυα

Η μέρα ακίνητη

Γαλήνη
στα δέντρα στη θάλασσα

Κανένας δεν ξέρει
γιατί υπάρχουμε

*Από τη συλλογή “Αισθηματική ηλικία” (1946-1949) που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ο δύσκολος θάνατος”, εκδόσεις Νεφέλη, Οκτώβριος 1985.

Αλεξάνδρα Χαλκιά, Θάλασσα της νύχτας

Μαύρο χυμένο μελάνι
σε λιμνούλα με καραβάκια
ήσυχα νωχελικά
ελευθερίας σύμβολα

από εφημερίδες φτιαγμένα

θάλασσα της νύχτας
κατάμαυρη

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 2, Νοέμβριος 2007.

Γιώργος Σαραντάρης, Τρία ποιήματα

ΑΝΑΓΛΥΦΟ ΜΝΗΜΕΙΟ

Ανάγλυφο μνημείο η ζωή μας δεν αφήνει
η καυχησιολογία μας περιττή
η λαχτάρα μας προς τον κόσμο
όπως τα σοβαρά δάκρυα του παιδιού
μονάχα την απόμακρη μοίρα μας υγραίνει.

***

ΜΙΛΩ

Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα ματιά σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χωρά
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν

Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει

***

ΗΤΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΗΤΑΝ ΟΝΕΙΡΟ

Ήταν γυναίκα ήταν όνειρό ήτανε και τα δυο
Ο ύπνος μ’ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σα να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μούλεγε πως μ’ αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μούλεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα
νιώθοντας την υγεία της σα δική μου υγεία

Όταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τ’ αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
’Έφευγε και ξεχνούσα πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούρια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη.

Nikki Giovanni, Balances / Ισορροπίες

In life
one is always
balancing

like we juggle our mothers
against our fathers

or one teacher
against another
(only to balance our grade average)

3 grains of salt
to one ounce truth

our sweet black essence
or the funky honkies down the street

and lately i’ve begun wondering
if you’re trying to tell me something

we used to talk all night
and do things alone together

and i’ve begun
(as a reaction to a feeling)
to balance

the pleasure of loneliness
against the pain
of loving you

8

Ισορροπίες

Στη ζωή
ένας πάντα
ισορροπεί

σαν να κάνουμε ταχυδακτυλουργικά με τις μητέρες μας
εναντίον των πατεράδων μας

ή έναν δάσκαλο
εναντίον ενός άλλου
(μόνο για την εξισορρόπηση του μέσου βαθμού μας)

3 κόκκοι αλατιού
σε μια ουγγιά αλήθεια

η γλυκιά μαύρη ουσία μας
ή τα funky honkies στο δρόμο

και πρόσφατα άρχισα να αναρωτιέμαι
αν προσπαθείς να μου πεις κάτι

μιλούσαμε όλη τη νύχτα
και κάνουμε τα πράγματα μόνοι μαζί

και ξεκίνησα
(ως αντίδραση σε ένα συναίσθημα)
να ισορροπώ

η ευχαρίστηση της μοναξιάς
ενάντια στον πόνο
του να σ’ αγαπώ

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Το ποίημα βρέθηκε εδώ: https://africanamericansinpoetry.weebly.com/nikki-giovanni.html