
Sappho and Erinna in a Garden at Mytilene 1864 Simeon Solomon 1840-1905 Purchased 1980 http://www.tate.org.uk/art/work/T03063

Sappho and Erinna in a Garden at Mytilene 1864 Simeon Solomon 1840-1905 Purchased 1980 http://www.tate.org.uk/art/work/T03063
VII
Γράφω πάνω στο λυκόφωτο τραπέζι στηρίζοντας βαριά τή γραφίδα πάνω στο στήθος του, σχεδόν ζωντανό, πού κλαίει μέ λυγμούς και θυμάται τό δάσος πού γεννήθηκε. Τό μαύρο μελάνι άνοίγει τα πλατιά φτερά του. Ή λάμπα έκρήγνυται και σκεπάζει τά λόγια μου ένας μανδύας άπό κρύσταλλα θρυμματισμένα. Ένα κοφτερό κομμάτι φως μοΰ κόβει τό δεξί μου χέρι. Έξακολουθώ νά γράφω μέ τούτο τό σκίσιμο πού άναβλύζει σκιές. ‘Η νύχτα μπαίνει στο δωμάτιο, ό άπέναντι τοίχος προτείνει τό πέτρινο ρύγχος του, πελώρια άέρινα τύμπανα μπαίνουν άνάμεσα στο χαρτί καί στη γραφίδα. Καί μιά άπλή μονοσύλλαβη λέξη θ’ άρκούσε ν’ άνατινάξει τον κόσμο! ’Αλλά τούτη τή νύχτα δεν ύπάρχει χώρος ούτε γιά μιά λέξη παραπάνω.
XIV
Δύσκολα προχωρώντας χιλιοστό χιλιοστό κάθε χρόνο, φτιάχνω ένα δρόμο μέσα άπ’ τό βράχο. ’Εδώ και χιλιάδες χρονιά τα δόντια μου τρώγονται και τα νύχια μου σπάνε για να φτάσω πέρα, στην άλλη πλευρά, στο φως, στον ελεύθερο αέρα. Και τώρα που τα χέρια μου αίμορραγοΰν καί τα δόντια μου τρέμουν ετοιμόρροπα, σ’ ένα κοίλωμα, φαγωμένο άπ’ τή δίψα καί τη σκόνη, σταματώ καί άτενίζω τό έργο μου: Πέρασα τό δεύτερο μισό τής ζωής μου σπάζοντας τις πέτρες, τρυπώντας τα τείχη, γκρεμίζοντας τις πύλες καί παραμερίζοντας τα εμπόδια πού έβαλα άνάμεσα στο φως και σε μένα στη διάρκεια του πρώτου μέρους τής ζωής μου.
*Από το βιβλίο “Οκτάβο Πας Ποιήματα”, Εκδόσεις Ηριδανός, Οκτώβρης 1986. Μετάφραση: Μάγια-Μαρία Ρούσσου.
Για το έργο του Theo Jansen, Strandbeest Evolution
επείγει να σου μιλήσω
για δέκα αλήθειες μου
μα δεν τις εμπιστεύομαι
καθόλου
διαλέγω να σου πω λοιπόν
για κείνο τ’ όνειρο στη θάλασσα
τους σιαμαίους
καλαμένιους ραβδοσκόπους
πως σε σχηματισμό βαδίζανε
σπρωγμένοι μόνο από τον άνεμο
ωχροί, καμαρωτοί, καταραμένοι
τα άλογά τους σ’ ένα σώμα με τον ανεμόμυλο
σε μουδιασμένο τροχασμό κόντρα στον ήλιο
αλλοπαρμένα αναμεσίς σε γη και θάλασσα
από τα ασήμια του καιρού μαγνητισμένα
—σε ιβηρική άραγε ακτή συνέβησαν αυτά;
μήπως στις κάτω βόρειες θάλασσες
μακριά απ’ στη Μάντσα;—
άηχη μουσική ακούγονταν να δίνει το ρυθμό
για τα ρηχά, στιγμιαία τους άλματα αιώρησης
σε επίκληση ανύψωσης βουβού μαέστρου
κι ήταν απ’ το ίδιο γένος τα γιγάντια έντομα
με τις ουρές αδελφοποιητά
που νεύαν όρκους
συστρατευμένα με ερπυστριοφόρους
σαραντάποδους γενναίους σκώληκες
—με απρόθυμα, αντίθετα, αγήματα ελεφάντων—
και δράκους με πτερύγια γάζας
που κυμάτιζαν στη ράχη τους
σε ακτινωτά μπηγμένες μπαντερίγιας ∙
τα αλλόκοτα όντα με κεραίες και ουρές
και νήμα εφέλκυσης,
πλασμένα από μια παιδική ανάμνηση
ιπτάμενου Ολλανδού σαμάνου
(τότες που απορούσε πως κουβάριαζε το άχερο
ο άνεμος σε πατρικό χωράφι)
τα είδα, φερμένα να αυλιστούν
στο χείλος της στεριάς καθώς σουρούπωνε,
πως από πνοή αιφνίδιου ανέμου ζωντανέψαν
πάνω σε άμμο πλούσια νοτισμένη και
για χτίσιμο κατάλληλη
πύργων εφήμερων
όπως εφήμερη κείνων των ίδιων
—και όλων—
των πλασμάτων
η αίολη προσπάθεια
ν’ αποδράσουν
αυτά
ή να σιωπώ
*Αναδημοσίευση από εδώ: https://whenpoetryspeaks.blog/2020/01/%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b1/
**Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της Πουπερμίνα.
Πάρε με αιώνια νύχτα, στα χέρια σου
Και πες με γιο σου.
Εγώ είμαι βασιλιάς
Που με τη θέλησή μου εγκατέλειψα
Το θρόνο των κόπων και των ονείρων.
Το σπαθί μου, βαρύ για χέρια άτονα
Σε χέρια ήρεμα παρέδωσα κι αντρίκεια
Και την κορόνα και την εξουσία μου τα άφησα
Κομμάτια στον προθάλαμο.
Την πανοπλία μου, την τόσο άχρηστη,
Και τα σπιρούνια μου με τον ασήμαντο κουδουνισμό,
Στην κρύα σκάλα πέταξα.
Εγκατέλειψα το βασιλικό αξίωμα, ψυχή τε και σώματι.
Και γύρισα στην αρχαία, γαλήνια νύχτα
Όπως το τοπίο για να πεθάνει το ξημέρωμα.
Ορκίζομαι, ούτε θυμάμαι τ’ όνομά της,
Κι ίσαμε να πεθάνω θα τη λέω Μαρία,
Όχι από απλό ποιητικό καπρίτσιο,
Αλλά απ’ την όψη της που θύμιζε πλατεία
Επαρχιακή. Τι χρόνια εκείνα! Εγώ ένα σκιάχτρο,
Εκείνη νέα ωχρή και συνοφρυωμένη.
Γυρίζοντας μια μέρα από το λύκειο
Έμαθα για τον άδικο χαμό της,
Νέο που μ’ έκαμε να νιώσω
Μια τέτοια πίκρα που έχυσα ένα δάκρυ
Σαν το άκουσα. Ναι, ποιος θα το πίστευε!
Κι αυτό γιατί αισθανόμουνα ζωντάνια.
Αν πρέπει να πιστέψω αυτό που μου είπαν
Εκείνοι που μου δώσαν το μαντάτο,
Πρέπει να πω, χωρίς αμφιταλάντευση,
Πως πέθανε λέγοντας τ’ όνομά μου,
Κάτι που μου κάνει έκπληξη, γιατί
Δεν ήταν τίποτε άλλο από μια φίλη.
Μαζί της δεν είχα άλλου είδους σχέσεις
Απ’ τις απλές της αυστηρής ευγένειας,
Τίποτε άλλο από λόγια και παρλάτες
Και κάτι αναφορές σε χελιδόνια.
Τη γνώρισα στο χωριό μου (που από δαύτο
Δε μένει τίποτε άλλο από ερείπια),
Αλλά άλλο ριζικό σ’ αυτή δεν είδα:
Από αυτό της σκεφτικής και της θλιμμένης
Νέας. Κι ήταν τόσο έτσι που της έδωσα
Το ουράνιο όνομα Μαρία,
Κάτι που αποδείχνει με σαφήνεια
Την κεντρική ακρίβεια του πιστεύω μου.
Ίσως κάποια φορά τη φίλησα,
Ποιος δε φιλάει τις φίλτατές του φίλες!
Αλλά λάβετε υπ’ όψη σας πως το ’καμα
Χωρίς καν να το καταλάβω, κι ούτε
θα το αρνηθώ, αυτό ναι, πως μου άρεσε
Η αόριστη και άϋλη συντροφιά της
Που έμοιαζε με το γαλήνιο πνεύμα
Που ζωογονεί τα σπιτικά λουλούδια.
Κατ’ ουδένα μπορώ να κρύψω τρόπο
Τη σημασία που είχε το χαμόγελο της
Ούτε να υποτιμήσω την επίδραση
Που είχε ακόμα και στις πέτρες.
Ας προσθέσουμε, ακόμα, πως της νύχτας
Ήταν τα μάτια της αξιόπιστη πηγή.
Όμως, παρ’ όλα αυτά είναι αναγκαίο
Να καταλάβετε πως δεν την αγαπούσα
Παρά μ’ αυτό το αόριστο συναίσθημα
Που νιώθουμε γι’ άρρωστο συγγενή μας.
Ωστόσο, μου συμβαίνει κάτι, ωστόσο,
Που μου κάνει εντύπωση ακόμα, εκείνο
Το περίεργο κι ανήκουστο: εκείνη
Να πεθαίνει λέγοντας τ’ όνομά μου,
Εκείνη, πολλαπλό άσπιλο τριαντάφυλλο,
Εκείνη, μια γνήσια λάμπα φωτός.
Έχουν πολύ δίκιο οι άνθρωποι,
Που μέρα-νύχτα διαμαρτύρονται
Πως δεν αξίζει αυτός ο ψεύτης κόσμος
Ούτε μια κάλπικη δεκάρα:
Είναι πιο έντιμο ένα μνήμα,
Αξίζει πιο πολύ ένα βρεγμένο ψύλλο.
Όλα είναι ψέμα, τίποτα δε μένει, ούτε
Του κρυστάλλου το χρώμα που κοιτάζεσαι.
Είναι μια μέρα ανοιξιάτικη, γαλάζια,
Πιστεύω πως θα πεθάνω από ποίηση,
Από κείνη τη μελαγχολική κοπέλα,
Δε θυμάμαι ούτε τ’ όνομά της.
Μόνο ξέρω πως πέρασε απ’ τον κόσμο
Σαν μια περιστερά ψυγάδα:
Την ξέχασα δίχως να θέλω, αργά,
Καθώς όλα τα πράγματα στη ζήση.
*Από το βιβλίο “Ποιήματα και Αντιποιήματα”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2002.
**Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.
Ω ιδές ψιχάλες σιγαλές
Στη φυλλωσιά του ρετσινιού
Που λιώνει σε δυσοίωνα μουστάκια
Α-λα Menjou
Αν σε τρομάζει
Αυτή η επάλειψη χυλού
Στην ηρεμία της φόρμας
Οι σάπιες αυτές κόγχες μες στους γλόμπους
Και το πηδάλιο που πάντα εμμένει
Σε αυθαίρετο μηχανισμό ατμοσωλήνων
Αυτοί οι ιριδισμοί ραβδώσεις σμέρνας
Σαν ράγες που υψούνται χλιμιντρώντας
Προς το προφιτερόλ του ενάστρου θόλου
Ή όπως η μούχλα ροκανίζει αμφορείς
Με τα ξηρά της μεταλήψεως ρόδα
Σ’ ένα λουτρό γιομάτο χείλη γέρικα
Που βγάνουν σάλιο και λεμονανθό
Σ’ ένα γελέκο χλόης που σαστίζει
Απ’ τον νεκρό σκαντζόχοιρο στην τζέπη
Μα προπαντός στο μενταγιόν που μιαίνει
Με τσακισμένες σφήκες το νεφρό.
Ως οι αστερίες βυζαίνουν κοπανιστό πυρ
Από κοραλλιογενείς κρήνες χαλαρές κλειδωνιές και ATM
Μορφώνεται παρευθύς όμοια λόξυγγας στο υπογάστριο
Ένα βερύκοκκο με τον πυρήνα απ’ αίμα ή χαβιάρι παχύ
Ένα συρτάρι όλο αρχαίους νευρικούς βηματισμούς
Φοιτητών σε σοφίτες με γυμνό—κρύο—ξύλινο δάπεδο
(Ενώ—τα γνωστά—η σπιτονοικοκυρά με τη σκούπα
Βαρεί άτεγχτα και ρυθμικά στ’ από κάτω ταβάνι)
Μια ουλή ελλειψοειδής τυλιγμένη σε πλαστικό πρόσφορη
Σε όλα τα περιττά αντίτυπα των μηνιαίων εκδόσεων
Ως η έκλειψη ερυθριώντας πετά το σουτιέν της
Κατά το μήλον του Αδάμ των ανεμοδειχτών
Κατά την κρύα νεκρική μολάσσα των κλινών
Πέτρες κροκάλες κοτρώνες με ούλα από σύκο
Πέτρες νερένιες με φλόγες το σχήμα της σαύρας
Καστανοκόκκινα κρόσια κυκλώνουν κορνίζες
Που στανικά διακηρύττουν «Κι αυτό θα περάσει»
Πλέκονται βιαίως στη χοάνη απ’ άνυδρο φωνήεν
Ως οι αστερίες λιάζονται έμπλεεοι μαρμελάδας ρουμπίνι
Ως η έκλειψη κρύβει το φύλο της με καπέλο μελόν.
*“Το Άλας των ηφαιστείων”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2010.
Δάδες υψηλές λαμπερές
αντάμωσα τον άντα-ντέ
Και πάντα
είναι
αργός πληθωρισμός
Στου άνεμου το στήθος.
Δάδες υψηλές λαμπερές
καίω τις ντάπιες όλες
όλα νταμάρια άσπρα και
χρωματιστά
παπύρους και τας δέλτους
ό,τι παλαιό χαραγμένο.
Πάνω στο πετσί του νεκρού
ζώου
βοδιού
γράφω με κοπίδι
στίχους και λόγια.
Πάνω στο μάρμαρο επιγραφές
Σε στημένα λιθάρια
στίχους με μαύρα άσπρα
κίτρινα γράμμματα χρυσά
χαράματα ήλιου στα όρη.
Δάδες παρελάσεων νυκτερινών
και λαμπαδηφορία νέα
μαζί με την ‘Ελένη
στα δικαστήρια ασπιδοφόρα
φέγγουν
κι η αυγή σκάει γιά κείνη.
Ρούλοι πετιούνται όπου σώμα
όπου αετοί
μεέ γράμματα ψηφία
όπου άνομοι ρυθμοί
καί λούμπι
όπου χειμώνες και οι σταυραετοί.
Δάκρυ -ζεστό ώς και για σένα.
Παιδιά βουτούν τα πόδια τους
στο νερό που μαυρίζει
κάτω από την ιτιά
τα κλαριά κλαίνε
πάνω στους ώμους και στα κεφάλια
αφήνουν τον πόνο
μιας γριάς μάγισσας
που κανείς δε χαιρετάει
μα είναι η πίστη μοχθηρή πειθώ
κι ο κακός λόγος πιάνεται
στον ίσκιο της
/είναι ο ίσκιος της
και το νερό προμαντεύει·
ντύσου Πυθία και πες μετά από εμένα
εσύ
και εσύ
και εσύ
δε θα γεράσετε ποτέ
και τούτη τη στιγμή ο ήλιος περνά
ελάχιστος φωτίζει μάτια
που περνούν
το νέο για προκοπή
Γυρίζω το βλέμμα μου
στην πλατεία με τα τριαντάφυλλα
γερνώ με την κοιλιά μου φουσκωμένη
από καρδιοχτύπι
και δάχτυλα
/δέκα και δέκα, όλα εντάξει
και με τα μαύρα μου
ένα φόρεμα που ήταν για πρωτοχρονιές
και ακολουθώ
νηοπομπή με σπασμένα κατάρτια
και μπρος μου τα κουτιά τους
όλο θησαυρούς
παλιά καρδιοχτύπια
και δάχτυλα
/δέκα και δέκα, όλα εντάξει
*Από το “Μαρμαρογλυφείο”, 2019-2020.
ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ
«Για τη ζωή μου, μιας κάποιας μέρας,
δεν ήξερα τίποτ’ άλλο, παρά μόνο όσα
αποκάλυψε ο κουρέας ρωτώντας
για τα παιδιά μου και συνειδητοποίησα ότι
ποτέ δεν ήξερα, κοιτώντας με καλά στα μάτια
πάνω απ’ τον αφρό και του ξυραφιού τις αντανακλάσεις.
Βγήκα έξω και σκόνισα τα παπούτσια ανάμεσα στις
πέτρες, κι εξακολούθησα,
τα κορδόνια λυτά, τον δρόμο για το σπίτι,
το στάξιμο του ιδρώτα: μπαίνοντας κάτι συνέβη,
δεν θυμάμαι τι· πίσω από την εξώπορτα,
ασάλευτη ανάμεσα στα κρύσταλλα, η έχθρα τής
γυναίκας μου κι αναρωτήθηκα ποια ήταν.
Για να βγάλω τη σκόνη, σκυμμένος,
τα κορδόνια κόβονταν, αιμορραγούσε το μέτωπο, ανάμεσα στα
σπασμένα κρύσταλλα, τα κορδόνια ανάμεσα στα μαλλιά,
και πίεζα, ψηλαφώντας στα θραύσματα, γράφοντας
στη σκόνη, η γλώσσα τεμαχίζοντας,
γλείφοντας, το αίμα κυλούσε απ’ τα μάτια, πάνω στους κροτάφους,
οι γιοί μας δεν έχουν ιδέα… »
***
ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ
Βλέπει κανείς μόνο αυτό που θέλει να δει
μια φωτογραφία ξασπρίζει λίγο λίγο
κι ένα πρόσωπο, έπειτα παν το εικονιζόμενο εξαφανίζονται.
Εκεί που υπήρχαν ίχνη ευτυχίας, στιγμές
τώρα ξεθωριάζει ένα γκρίζο κι αν κάτι
αντιστέκεται, ένα χαμόγελο πολύ βεβιασμένο,
σαστίζει εκείνον που το παρατηρεί
και η μνήμη αρνείται να προσπεράσει το εμπόδιο.
Αλλά για να καταλάβεις σε βάθος
τι σημαίνει διαγραφή πρέπει
να νιώσεις διαγραμμένος, όταν μια σκιά
δεν είναι παρά μια σκιά, μια ανάσα, μια πνοή,
μέσα στον θρίαμβο των αποσιωπητικών…
(από τη συλλογή “Yellow”)
***
ΤΥΧΑΙΑ ΚΑΘΩΣ ΚΟΙΜΑΣΑΙ
τυχαία καθώς κοιμάσαι
από των δαχτύλων μια ακούσια κίνηση
σε γαργαλάω κι εσύ γελάς
γελάς δίχως να ξυπνάς
κι έτσι ικανοποιημένη με το κορμί σου γελάς
τη ζωή επικροτείς ακόμα και στον ύπνο σου
όπως τη μέρα εκείνη που μου είπες:
άσε με να κοιμηθώ, πρέπει να τελειώσω ένα όνειρο.
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Παράτησε ένα γιό στά δεκαπέντε
-μαγκιά της, λέει, ό καινούργιος του μπαμπάς.
’Άφησε τό γραφείο στά τριανταπέντε
κι ήρθε στη Δήλο κι εγινε σκαφτιάς.
Αύτά πού αφήνουμε άραγε μένουν σωσμένα
σάν τούς καρπούς σέ χειμωνιάτικη ροδιά,
στά βάθη τής ψυχής καί του καιρού χαμμένα
ή θάβονται σά πτώματα κρυμμένα
μέ τύψη, θλίψη καί περίεργη μυρωδιά;
Τό μέλλον άκουμπάει στό παρελθόν μας,
όπως τά νέα χόρτα βγαίνουν μέσα στά ξερά,
μά είναι φορές πού οί πόρτες κλείνουν των δικών μας,
κόβονται οί γέφυρες καί μένει τό παρόν μας
νά πλέει άσήμαντο στου Αιγαίου τά νερά.
***
ΜΑΛΛΟΝ
Οταν ρωτούσε αν θά γύριζε νωρίς
τής απαντούσε πώς θ’ άργουσε μάλλον.
«Μάλλον ποτέ μαζί μου δέ θά βγεις στή Χώρα,
μάλλον ποτέ δε θα μου φέρεις δώρα.»
Στα ραντεβού τους πάντα άργουσε
και στο τηλέφωνο συχνά δέν άπαντοϋσε.
Ποτέ του δέν της έφερε λουλούδια’
δέν είχανε άγαπημένα τους τραγούδια.
Όταν την έβλεπε κλαμένη νά τόν περιμένει
την ενοιωθε μαζι του πιά δεμένη
σά μέ αλυσίδα, σά στά πρόθυρα θανάτου’
το ύφος της είχε -ω τί φρίκη- κάτι άπ τή μαμά του
ή τη δική της -άλλη φρίκη- μάλλον.
Σε ό,τι του ζητούσε, εΐλικρινά τής άπαντοϋσε
«μάλλον». «Μάλλον θα πάμε διακοπές στήν Αμοργό.»
«Μάλλον θά πάμε νά χορέψουμε στό Αργώ.»
Μάλλον θα φύγω ώς τό καλοκαίρι,
μάλλον με άλλη θέλω νά μαι, σ’ άλλα μέρη.»
Αλλά ήρθε η νύχτα πού κι εκείνη βγήκε
και όταν γύρισε στό σπίτι δέν τή βρήκε.
Καί όταν τήν είδε νά του φεύγει μ’ άλλον
ένοιωσε πώς τήν άγαπάει μάλλον.
Και πως κάνεις δεν είναι άναντικατάστατος
ιδίως άν ό καινούργιος είναι ωραίος κι ευκατάστατος.
*Από τη συλλογή “Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΛΗΝΩΣ”, Kastellakia Records, Μύκονος.