Francis Picabia, Ποίημα

Artwork: Francis Picabia

Στις τσέπες της ζωής του
Η καρδιά του χόρτα τρυφερά
Αλλαξοπίστησες ώρες επιπλέον
Ιωδιούχο ποτάσσας καθολικής
Το στρατόπεδο πίσω
Ιστορία αδέξιων αληθειών
Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε
Οι γυναίκες βιζαβί
Πίκρα των ιδεών
Που στιγματίζουν το μοναδικό τέλος του ανθρώπου
Άσε με να σκεφτώ αναγνώστη τη μοίρα του
Ευτυχία δικιά σου βεβαιώνουν ποιος κλουβί δικό σου από κάγκελα τα
Σ’ ένα λαγούμι γαιάνθρακα
Στοχεύουν στις ιδιοκτησίες στενοχώραφων
Απογοητεύσεις θα εμποδίζατε ένα όνειρο γαλήνιο
Να ζει μ΄’ίσα σ’ ένα ακάματο χαμόγελο
Που το επικαλούνται σε ώρες μωρουδίστικες
Προς τι οι άυλοι ανατροπές
Να είναι καρνέ τσέπης
Που προστίθενται ακαταπαύστως
Για μια θρησκεία παρηγορητική
Όπως η ηθική του Χριστού
Εγωιστικό βασίλειο
Στο μουσείο του Λούβρου
Δρόμοι όταν γεράσω
Κουραστικολι όπωςένας σκύλος
Το καθημερινό μου βιβλίο καλό ανθρωπάκι
Στα μεγάλα βουλεβάρτα
Μακριά απ’ το Παρίσι
Θα είναι ο κόσμος λάθος επιτυχία
Ο Κάρολος Φλοκέ τα μάτια πεισματικά κλειστά
Μύγα η ομπρέλα παιδί
Και οι δικές σας σκέψεις
Είναι φλυαρίες καθημερινές αθλιότητες
Που χαμογελούν σε μανιακούς
Που αγαπάμε ευτυχία θράσος
Περί στομαχικού πόνου
Η πτήση των εφήμερων αεροπλάνο
Οδηγεί το όνειρο της υπομονής W.C.
Αγαπώ τους πιστούς της Σκηνής της κιβωτού
Που βουτούν σ’ ένα κύμα

*Από το βιβλίο “Φράνσις Πικάμπια – Μοναδικός ευνούχος”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2018. Μετάφραση: Ανδρέας Νεοφυτίδης.

Mutalib Abdulla, Τρία ποιήματα

ΘΑΝΑΤΟΣ

Καιρό τώρα είμαι πολύ στενοχωρημένος
Πιάνομαι από ό,τι υπάρχει
Καταλήγω να απομακρύνομαι από τον εαυτό μου
Πουθενά δεν ανήκω, βηματίζω μέσα στα μοναστήρια Ψάχνω
κάποιον που δεν είναι εδώ 
Αλλά ακούω πίσω από τα μοναστήρια 
Με καλεί, τον ακολουθώ 
Απομακρύνομαι από τον κόσμο
Η ψυχή μου γίνεται καταρράκτης ιδρώτα 
Λένε πήγαινε στο νοσοκομείο 
Πέφτω κοντά στο νεκροταφείο

*

ΙΔΕ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Το όνομά μου αγνοώ
Μετά από ζωή στης φύσης την αγκαλιά, με καρδιά ανοιχτή, το όνομά μου αγνοώ
Με μάτια σφαλιστά, ο κόσμος μού άρπαξε την καρδιά
Η ψυχή μου λαχταρά τη φύση
Μα ξέρω, η ζωή είναι προφύλαξη από ό,τι ποθούμε
Η καρδιά μου απ’ τον κόσμο αποξενώθηκε, μακάρι να μην άνοιγα τα μάτια
Ο θάνατος, προϋπόθεση λύτρωσης απ’ τον πόνο
Όσα ζητάμε δεν είναι το να γίνουμε κόσμος
Ούτε όρος να γίνουμε φύση
Μα λύτρωση απ’ τη μοναξιά
Μακάρι να γινόμουν θάνατος, αντίθετος του κόσμου
Με καρδιά γεμάτη όνειρα, θα γύριζα στο κενό
Ίδε ο θάνατος, προϋπόθεση λύτρωσης απ’ την αμφιβολία
Μετά από ζωή στον κόσμο
Με της νύχτας τη φαντασία κατακτώ τη φύση
Πού είναι το σπίτι μας, αγνοώ
Το όνομά μου αγνοώ.

*

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΘΕΛΕΙ…

Δεν θέλω να βγω από τον πόλεμο του θανάτου
Μπρος στον καθρέφτη χτενίζω τα μαλλιά προς τα πάνω και λέω στον εαυτό μου
Τι θέλεις
Από τον πόλεμο της ηδονής που δεν ελέγχεται
Τη φαντασία που η ζωή λαχταρά
Την παράξενη επιθυμία που είναι ο θάνατος και
Ο άνθρωπος γερνά στην αναμονή
Τι θέλεις
Ρωτώ τον καθρέφτη
Δεν ρωτώ τον πόλεμο
Αυτή είναι η αληθινή επιθυμία
Η ζωή τη θέλει
Εγώ δεν τη θέλω
Κρατιέμαι μακριά από τον πόλεμο του θανάτου
Λύτρωση από τον κλειστό κύκλο της επιθυμίας
Που με την πρώτη ματιά φαίνεται πως η ζωή τη θέλει
Εγώ δεν τη θέλω
Ζητώ από τη γλώσσα να με προστατέψει από τον πόλεμο του θανάτου
Ζητώ από τον θάνατο να με προστατέψει από τον πόλεμο της γλώσσας
Ζητώ από τον πόλεμο να με προστατέψει από τον θάνατο της γλώσσας
Όλη αυτή η αυτοκαταστροφή
Αυτές οι επιθυμίες
Ένα κενό απύθμενο
Η φαντασία το θέλει
Ο άνθρωπος το προσμένει
Μπρος στον καθρέφτη χτενίζω τα μαλλιά προς τα πάνω και λέω στον εαυτό μου
Τι θέλεις
Μπρος στον καθρέφτη κλείνω τα μάτια και λέω
Ποιος είμαι εγώ που ο θάνατος επιθυμεί.

*Ο Mutalib Abdulla, ένας διακεκριμένος Κούρδος συγγραφέας και μεταφραστής, γεννήθηκε το 1962 στην πόλη Ερμπίλ, την πρωτεύουσα της Περιφέρειας του Ιρακινού Κουρδιστάν. Μέχρι σήμερα, συνεχίζει να ζει και να δημιουργεί στην πόλη που τον γέννησε. Με ένα εντυπωσιακό έργο που περιλαμβάνει 33 δημοσιευμένα βιβλία, ο Abdulla έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της κουρδικής λογοτεχνίας. Έχει λάβει πολλές τιμητικές διακρίσεις εντός του Κουρδιστάν και έχει βραβευτεί πολλές φορές για το έργο του.

**Μετάφραση από τα κουρδικά στα ελληνικά: Omed Qarani.

Μανώλης Αναγνωστάκης, Τέσσερα ποιήματα

ΑΝΑΜΟΝΗ

Πόσα χρόνια να γυρίσει…
Κι όμως η μυρουδιά της χυμένη παντού
Ξεχασμένη σ’ όλο το δωμάτιο στις πιο απίθανες γωνιές
Σάμπως να ζει ακόμη ανάμεσα μας!

Όμως πρέπει να γύρισε ύστερα από τόσα χρόνια
Αυτές τις ώρες την προσμένω κάθε βράδυ
Σχεδιάζοντας με το μολύβι κόκκινα στόματα απάνω στο χαρτί
Όπως και να ’τανε έπρεπε να τρίξει πάλι η πόρτα
Ας είναι κι απ’ τον άνεμο.

Ας είν’ με δυο ημικύκλια στεγνά πάνω στα χείλη
Στο μέτωπο κατάμαυρες ραβδώσεις
Φτάνει που θα ’ρθει μοναχά ύστερα από χρόνια
Μόνο που θα ’ρθει!…
Σχεδιάζοντας κόκκινα φλογερά στόματα απάνω στο χαρτί.

…Νόμισα πώς θα πνιγόμουνα!

*

ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ…

Θα ’ρθει μια μέρα που δε θα ’χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει. Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο
να σ’ το πω
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πώς κι εμείς ταξιδέψαμε,

Ο κόσμος ψάχνει σ’ όλη του τη ζωή να βρει τουλάχιστο τον έρωτα, μα δε βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ’ την ’Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και στη Σαγκάη- είναι κάτι κι αυτό δεν
μπορείς να το αμφισβητήσεις.

Καπνίσαμε —θυμήσου— ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
—Ξεχνώ πάνω σε τί— κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον.

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι εκεί θα ’ρθεις και θα με ζητήσεις
Δεν μπορεί, Θε μου, να φύγει κάνεις ποτέ μοναχός του.

……………………………………………….

Τον πρώτο Μάρτη, στον πόλεμο, γνώρισα έναν Εγγλέζο θερμαστή
Που μου διηγήθηκε ολόκληρη την ιστορία του Σάμ Ντέυλαν
«Είναι αργά» μου είπε κάποτε «θα ’πρεπε πια να πηγαίνουμε
Μα δεν είναι ανάγκη επιτέλους να κλαίτε τόσο πολύ για έναν άνθρωπο πού σκοτώθηκε.
Πέθανε στην αγκαλιά μου και ψιθύριζε ένα γυναικείο όνομα
Είναι πολύ γελοίο να πεθαίνεις και να ψιθυρίζεις ένα γυναικείο όνομα».
Το μούτρο του άσπριζε παράξενα. Ύστερα δεν τον ξαναείδα.

*

13.12.43

Θυμάσαι που σου ’λεγα: όταν σφυρίζουν τα πλοία μην είσαι στο λιμάνι.
Μα η μέρα που έφευγε ήτανε δικιά μας και δε θα θέλαμε ποτέ να την αφήσουμε.
Ένα μαντήλι πικρό θα χαιρετά την ανία του γυρισμού
Κι έβρεχε αλήθεια πολύ κι ήτανε έρημοι οι δρόμοι
Με μια λεπτήν ακαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οι άνθρωποι τόσο λησμονημένοι
–Γιατί μας άφησαν όλοι; Γιατί μας άφησαν όλοι; Κι έσφιγγα τα χέρια σου
Δεν είχε τίποτα τ’ αλλόκοτο η κραυγή μου.

… Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα και θα πλανηθούμε
Μες στις πολύβοες πολιτείες και στις έρημες θάλασσες
Με μιαν επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε και μας την αρνήθηκαν
Ξεχνούσες τα δάκρυα, τη χαρά και τη μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκά πανιά π’ ανεμίζονται.
Ίσως δε μένει τίποτ’ άλλο παρά αυτό να θυμόμαστε.
Μες στην ψυχή μου σκιρτά το εναγώνιο. Γιατί,
Ρουφώ τον αγέρα της μοναξιάς και της εγκατάλειψης
Χτυπώ τους τοίχους της υγρής φυλακής μου και δεν προσμένω απάντηση
Κανείς δε θ’ αγγίξει την έκταση της στοργής και της θλίψης μου.

Κι εσύ περιμένεις ένα γράμμα που δεν έρχεται
Μια μακρινή φωνή γυρνά στη μνήμη σου και σβήνει
Κι ένας καθρέφτης μετρά σκυθρωπός τη μορφή σου
Τη χαμένη μας άγνοια, τα χαμένα φτερά.

*

ΕΠΙΤΑΦΙΟΝ

Εδώ αναπαύεται
Η μόνη ανάπαυση της ζωής του
Η μόνη του στερνή ικανοποίηση
Να κείτεται μαζί με τους αφέντες του
Στην ίδια κρύα γη, στον ίδιο τόπο.

*Από τη συλλογή “Εποχές”, Θεσσαλονίκη 1945, ιδιωτική έκδοση.

Alejandra Pizarnik, Το κελί

Έξω υπάρχει ήλιος.
Δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν ήλιο
αλλά οι άνθρωποι τον κοιτούν
και ύστερα τραγουδούν.

Εγώ δεν ξέρω από ήλιο.
Εγώ ξέρω τη μελωδία του αγγέλου
και το φλογερό κήρυγμα
του τελευταίου ανέμου.
Ξέρω να ουρλιάζω το ξημέρωμα
όταν ο θάνατος υποβάλλεται γυμνός
στη σκιά μου.

Εγώ δακρύζω κάτω απ’ τ’ όνομά μου.
Εγώ κουνώ μαντίλια τη νύχτα και βάρκες
θλιμμένες από την αλήθεια
χορεύουν μαζί μου.
Εγώ κρύβω καρφιά
για να σταυρώσω τ’ άρρωστα όνειρά μου.

Έξω υπάρχει ήλιος.
Εγώ ντύνομαι με στάχτες.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή «Οι χαμένες περιπέτειες» [1958]. Εμείς το πήραμε από το βιβλίο «Alejandra Pizarnik, Ποιήματα», επιλογή-μετάφραση Στάθης Ιντζές, Εκδόσεις Ενύπνιο Θράκα, Αθήνα 2020.

Τάσος Πορφύρης, Πέντε ποιήματα

Ι. Σωσίβιο

Όταν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε το υπόγειο όπου
Αναπαύονταν σε ράφια τα παλιά σκονισμένα βιβλία
Έπρεπε να το απαλλάξουμε από τα χιλιάδες ανείπωτα
Λόγια που κάλυπταν σ’ ένα σεβαστό ύψος το πάτωμα
Αυτά που στήριζαν τα γραμμένα στα βιβλία και τα
Καμάρωναν γιατί κατόρθωσαν να γίνουν κάτι έστω
Συντροφιά για κάποιον που δεν έχει από κάπου να
Κρατηθεί και γραπώνεται απ’ τα φωνήεντα των
Λέξεων καθώς τον ταξιδεύουν στους αντίλαλους των
Κορυφογραμμών και στα ξυπνήματα των εύφορων κοιλάδων.

ΙΙ. Επιστροφή

Όταν ξαναφάνηκε το άγαλμα που ’χε εξαφανίσει η ομίχλη
Δεν ήταν το ίδιο το αγέρωχο ύφος μια ανάμνηση πες
Το τεντωμένο σε ευθεία χέρι γερμένο σ’ αποχαιρετισμό
Από τη ρευματική αρθρίτιδα που τον ταλαιπωρούσε με την
Υγρασία γέρασε και τ’ άλογό του δεν φουρμάζει δεν αδημονεί
Χτυπώντας τις οπλές του κανένας κίνδυνος να τον ρίξει κάτω
Οπότε η θέση των χελιδονιών στο πηλήκιο εξασφαλισμένη
Όταν γυρίζουν από τα θερμά κλίματα και ψάχνουν για
Τις περσινές φωλιές κάτω από τις σκεπές των ολίγων
Εναπομεινάντων ετοιμόρροπων προκλασσικών ποιημάτων.

ΙΙΙ. Σύρραξη

Κανονιοβολισμοί στο στερέωμα από αντιμαχόμενες στρατιές
Μαύρων σύννεφων αστραπές στα μήκη και τα πλάτη του
Κι αργότερα οι εφεδρείες για την οριστική διεκδίκηση
Του χώρου: το άγριο ποδοβολητό του ιππικού στους τσίγκους
Της σκεπής των σπιτιών κι ανάμεσα οξείς ήχοι από τα
Διασταυρούμενα ξίφη των αντιπάλων κι όσο κρατούσε
Η σύρραξη άφωνη άγρια χαρά στα στήθια κι όλα να
Χάνονται στη στέρνα κι όλα να μεταλλάσσονται σε δροσερό
Πόσιμο νερό για τους κοπιώντες και πεφορτισμένους.

IV. Κιβωτός

Το δάσος πλησιάζει το σπίτι χρόνο με το χρόνο
Δειλά-δειλά κάλυψε τον κήπο με τα οπωροφόρα
Αγρίεψαν κι αυτά οι καρποί τους σκληροί
Κατάλληλοι για τα δόντια του βοριά και το ράμφος
Της κίσσας η περγουλιά αγκάλιασε την καμινάδα
Απ’ όπου τα σταφύλια γνέφουν απελπισμένα για να
Σωθούν από τα κύματα της πράσινης θάλασσας
Για όσο παίρνει το μάτι το δάσος κατοικημένο
Από τους υπηκόους του κρυμμένους σε μυστικές σπηλιές
Στις εμπατές φρουροί πυκνές συστάδες δέντρων
Ελέγχουν τα πάντα μην ξαναρχίσει το παλιό
Παιχνίδι είναι της φαντασίας μου τα χτυπήματα στους
Ταρσανάδες ή βρίσκεται στα σκαριά η νέα κιβωτός;

V. «Σχεδόν μεσοπόλεμος»

Βαδίζει σκεφτικός ψιλοβαριέται
-το πεζοδρόμιο από βήματα υποφέρει-
Ψάχνει μια φράση “motto” να φοριέται
Στο ποίημα που τη λύτρωση θα φέρει
Βράδυ και βρέχει στη μικρή πλατεία
Σταγόνες -φωτοστέφανα- στα γύρω φώτα
Ένας περαστικός μια φιγούρα αστεία
-κι η μουσική καημός του Nino Rotta-
Τρέχει κρατώντας μια μικρή ομπρέλα
Το στήθος του σπαράζει από λυγμούς
Θα μπορούσε να κάνει κάποια τρέλα
Όμως τον κρατάει όμηρο μια εποχή
-σε δυσανάγνωστες ανάκατες σελίδες-
Και βρέχει «βρέχει μια παλιά κίτρινη βροχή»

*Από τη συλλογή “Οι μέσα μας πληγές”, Εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα 2015.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη, Δύο ποιήματα

Είδωλα

Ο άντρας είναι στόμα με φιλιά. Είναι ψιχίο ιερό
μέσα στην απέραντη ύλη. Είναι αυτός που έγραψε:
«το τίποτε προπορεύεται και έπεται».
Στο πέος του έχει αναπαίστους. Έχει
τον ίδιο τον δακτυλικό εξάμετρο.
Έχει αναβάσεις, καταβάσεις της ρίμας
και άλλες πολλές λιμνούλες στιχουργικές.
Είναι τσεκούρι που θραύει τον πάγο της
ομοιοκαταληξίας. Είναι το ρήμα Πεινάω.
Είναι η πένθιμη κραυγή του ζώου που
ξέρει πως κάποτε θα πεθάνει.
Στο είδωλό του πλέω, μες στον καθρέφτη μου
τον συναντώ. Μoυ λέει: Είσαι αντικατοπτρισμός;
Είσαι ο δικός μου λυγμός, που χύνεται
απ’ τα κελύφη του φθαρτού; Είσαι
η ιστορία μου αναποδογυρισμένη;
Είσαι ειμαρμένη;
Σε βαθιά πλοία γλιστρούν oι συλλαβές
οι φάλαινες πόθοι μας κλώθουν νερά.
Βουερά –του λέω– τα δρομολόγια της σαρκός
που κάνoυμε εσύ κι εγώ.
Πόσες κινήσεις, πόση απατηλή
τέχνη μας σπρώχνει προς τη λέξη «μαζί».
Όμως
πού ζει
η αληθινή ζωή;
Μου λέει: Αλμπατρός μου μοναχικό,
στα νέφη μη φεύγεις, μείνε εδώ, στη Γη.
Πώς αλλιώς θα παιχτεί το μεγάλο παιχνίδι
της αριθμητικής, όταν το ένα
κυλώντας μες στο δύο
τον άλλον αγκαλιάζει;
Το απατηλό ποτέ δεν νικά
απλώς για το αληθινό προετοιμάζει.

*
Ως κόκκος σινάπεως

Έτσι συνέβη. Εκστατική ήμουν.
(H ανάμνηση, στίχοι-μυοσωτίδες του ποιητή.)
Στο σώμα του αναπαύτηκα για μια στιγμή.
Ήταν μοιραίο. Για κείνον εξέπεσα από τις αγγελικές μονές
σε καζάνια και ξαφνικές κολάσεις, για κείνον ξέχασα
όλα όσα ήμουν, με τέσσερα πόδια κολλητά
έπαιξα το τέρας του Καρυωτάκη.
Aν η γυναίκα είναι Beata Beatrix, βάζει φωτιά
με το πυρ το αείζωον, δεν κάνει πίσω στο χαλασμό
δεν μένει απλή υπόθεση της γεωμετρίας. Τις νύχτες, σαν
γάτα κουλουριάζεται στον εραστή, σαν γάτα νιαουρίζει,
σαν γάτα πνίγει με τα νυχάκια της
της ερημιάς τα ποντίκια.
Ακόμη και ένας κόκκος σινάπεως αγάπη
μπορεί να σε γλιτώσει από τον θάνατο; 
Εγώ, η κυνηγός ζωών, στην ομπρέλα των κρίνων από
κάτω –πρώην ληστής και φονιάς, πρώην αξιωματικός
σε πολεμικές συρράξεις κι αιματοχυσίες–
νικήθηκα από τη θέα των ποδιών σου
αγάπη μου – στους κιρσούς σου επάνω βρήκα Πλειάδες και αστερισμούς.

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν εδώ: https://www.hartismag.gr/hartis-10/poiisi-kai-pezografia/dyo-poihmata-2

Μιχάλης Παπαδόπουλος, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ

Εδώ ανήκουμε
Στους τόπους του Τώρα και του Άλλοτε
Μετανάστες στιγμών
σε μια ιθαγένεια που συνεχώς αλλάζει
ελπίζοντας στην επόμενη στιγμή
όπως ελπίζεις πως έμεινε οριστικά
πίσω σου η Χίμαιρα
πως βρήκες επιτέλους στην έξοδο
το φως
Εδώ στις δίνες των ανέμων
που η θάλασσα αγκαλιάζει
μαστιγώνοντας το δέρμα της γαλήνης
θα πιούμε, πάλι, ένα φλιτζάνι τσάι
θα χορέψουμε τον χορό των αστεριών
ατρόμητοι για τα κύματα
που σχηματίζουν τοπία θηριώδη
Εδώ που υψώνεται το βουητό του ανέμου
πάνω από την άπνοια των ανθρώπων
πολύ πριν από της περιπλάνησης το κύκνειο
στο ανέστιο της γραμμής το τελευταίο

*

ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΜΕΡΑ

Είναι μια καλή μέρα
Δεν κάνεις τίποτα
δεν έχεις ακούσει ραδιόφωνο
δεν έχεις ανοίξει τηλεόραση
δεν έχεις πιάσει στα χέρια εφημερίδες
δεν έχεις δει
ούτε μιλήσει με κανέναν
Ακούς συνέχεια τα πουλιά
που, περίεργο, σήμερα
δεν σε κουράζουν
Στον κήπο το νερό να κυλά
ανάμεσα σε πυκνά ορεσίβια χόρτα
Πάνω απ’ το κεφάλι σου
έναν παιχνιδιάρη ερευνητικό ήλιο
Μια ευφορία να σε τυλίγει σαν βόας
τσακίζοντας τα κόκαλα της πίκρας
και, φαντάσου, δεν έχεις πάει
ακόμα για ύπνο

Κατερίνα Φλωρά, Κόκκος μνήμης

Μιας απέραντης μικρής στιγμής το πέρασμα
αρκούσε το αποτύπωμα ν’ αφήσει
για να ξυπνά σε κάθε θύμηση σα ξεχασμένο μα πολύτιμο πετράδι
στου συρταριού τη σκονισμένη γωνιά

Ποιος νοιάστηκε ποτέ να τό βρει;
μήπως το’ πες σε κανέναν;
παρά μόνο το φύλαξες
ντροπής και καταπίεσης τρόπαιο

Για να το ξεθάψει ο αναζητητής εκείνος
που πέρα από το πλέγμα που τον περιβάλλει βλέπει
όταν οι άλλοι της δικής τους τροχιάς
απλώς κοιτούν το οικτρό ίχνος

ένα έτσι, την Κυριακή

την Κυριακή κηδεύεται η Παρασκευή
την Κυριακή ακονίζει τα μαχαίρια της η Δευτέρα
την Κυριακή όπου κι αν πηγές έφτασες
την Κυριακή φαίνεται ποιος περπατάει μόνος
την Κυριακή τα μάτια χαίρονται τα βλέφαρά τους
την Κυριακή ο πρώτος που σηκώνεται από το τραπέζι
την Κυριακή καίει το τζάκι από νωρίς
την Κυριακή πάνε στα ουζερί για τον μεζέ
την Κυριακή όλοι δείχνουν ύποπτοι
την Κυριακή πέφτουν με φορά στον τοίχο τους
την Κυριακή τα παιδιά έχουν Σάββατο
την Κυριακή οι λαχειοπώλες μοιράζουν αντίδωρο
την Κυριακή τρως πρωινό για να ξαπλώσεις
την Κυριακή πιθανώς να πιστέψεις πως την σκαπούλαρες
την Κυριακή το παρελθόν και το μέλλον παίζουν παράταση
την Κυριακή τα φύλλα μιλάνε άγνωστες γλώσσες
την Κυριακή οι ερωτευμένοι αποφεύγουν τα κασώματα
την Κυριακή οι τουρίστες παριστάνουν τους ανθρώπους
την Κυριακή ο πρωθυπουργός ζηλεύει τον πρόεδρο
την Κυριακή επιστρέφουν οι ευχές
την Κυριακή σκρολάρεις τις επαφές για να βρεις την μάνα σου
την Κυριακή οι νεκροί ανήκουν στην αιωνιότητα
την Κυριακή το ίδιο κάνουν και οι μαλάκες
την Κυριακή περνάν τα σύννεφα για όλους