Τόλης Νικηφόρου, Επιστροφή στους κήπους του παραδείσου

το φύλλο της οξυάς
έχει μια μοναδική αγνότητα
καθώς καθρεφτίζει
χωρίς περιστροφές
μια ζωή ταγμένη προς τα πάνω
οι φλέβες που δέχτηκαν τη βροχή και τον ήλιο
διαγράφουν μια πορεία ξεκάθαρη
κι ένα θάνατο όρθιο
έλα λοιπόν
μαζί να οδοιπορήσουμε
έλα να βρούμε την υφή των δέντρων
να μάθουμε το νόημα του μύθου
και μη διστάσεις
θάνατος είναι ο δισταγμός
προφέροντας τη λέξη ελευθερία
ν’ αποκρυπτογραφήσουμε τα μυστικά του κήπου

*Από τη συλλογή «Τα αναρχικά», Θεσσαλονίκη 1979.

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/07/07/epistrofi-stous-kipous-to-paradeisou/

Κατερίνα Φλωρά, Του αγνώστου δρόμου

Αναζητώντας των απαντήσεων την ασφάλεια
ξεπρόβαλαν συνεχή ερωτηματικά
που απαντήσεις γύρευαν για να αμφιβάλλουν πάλι

Ο γνώριμος δρόμος φαντάζει σταθερός στης σιγουριάς του το πέπλο.
Δίχως εκπλήξεις, ανιαρός κάποτε·
μα οικείος κι ασφαλής, ίσιος μπροστά μας

Ο άγνωστος, πλανευτής, ανοίκειος και μυστήριος, άλλης ομορφιάς παιδί.
Με χαλίκια ειν στρωμένος με πετράδια ονειρεμένος

Βασίλης Βασιλειάδης, Ο νους με κοιτάζει στα μάτια

Ο νους με κοιτάζει στα μάτια,
να φυλαγεσαι, μου λέει,
από τους Ενικούς
και την Τάξη,
Και οι δύο είναι έμπυοι,
μέσα τους εκκολάπτεται
το βήμα της χήνας,
γι’ αυτό
δεν είναι τυχαίο
που ποινικοποιούν τήν καταγωγή σου,
από την παραλογία τής Αβεβαιότητας,
την Αταξία την ακαταμάχητη
και την φυσική αναζήτηση της Μοιρασιάς,
Σε αυτό τό ναρκοπέδιο,
ακόμη κι αν είσαι βετεράνος
μπορείς να ανατιναχθείς,
αλλά καλύτερα να διαμελιστείς
αβέβαιος,
άτακτος
και μοιρασμένος,
παρά
να γλύφεις τις πληγές σου,
με το Εγώ και τις αλαζονείες τών Βεβαιότητων σου,
να κάθονται απέναντι
και να σε χλευάζουν
για το πόσο ανεπίτρεπτο μαλάκιο
υπήρξες,
ασπόνδυλος,
κανακάρης των ισσοροπιών,
ακυρίευτος από τις συρράξεις.

*Από την ενότητα “Χωρίς επιδότηση αποπεράτωση συνειρμών”.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Με γέλασαν τα πουλιά

Οι μικρές φωλιές γέμισαν
τις λεύκες με φωνούλες
οι δρόμοι ανοίγονται
μπροστά μας σαν γενναία ψεύδη
/τίποτε άλλο μη ζητήσεις
μια βακτηρία που βγήκε
από της γης το χωνευτήρι
να σε στηρίζει
και κλείσε τα μάτια γερά
το απομεσήμερο∙

/μπροστά στη λεκάνη
τρίβει με το μαχαίρι
μία στοίβα πατάτες
τα πόδια της ζαρωμένα και αδύνατα
τ’ άφησε ο καύσωνας
και φέτος∙ όπως έκλεινε τα μάτια
να παραστήσει το λόγο
κόπηκε στη χούφτα∙
όλο χώμα και αίμα στη λεκάνη
πλήγωσε το γεύμα μας
η φευγαλέα σκέψη
της μάνας

Γιάννης Ρηγόπουλος (1952-2017), Δύο ποιήματα

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Είχε Πανσέληνο ή περίπου
και σαν άδειασαν βιαστικά η σκηνή και οι κερκίδες
με κάλεσες να απολογηθώ.

Σ’ ακολούθησα από τον Ορχομενό στην Επίδαυρο
κουρελής εγώ
μισός βουνήσιος και μισός θαλασσινός
ζητιανεύοντας
μια νύχτα μες στα μάτια σου να γίνω γλάρος
ικετεύοντας
να κάψεις μες στις φλέβες μου τα ξωτικά.

Το γέλιο σου έσμιξε με την πέτρα
Κι είδα πως ανεβαίνουνε στους ουρανούς τα δαιμόνια.

Κλωνάρι αγράμπελη
το κορμάκι σου
ριγούσε στα δάχτυλα του τραγοπόδαρου
καθώς οι νεράιδες τέλειωναν τον καλαματιανό

Τότε ήταν που θυμήθηκα
τον πρόγονό μου τον φονιά
και βάλθηκα να χαλάσω την παράσταση.

Στις αρχαίες τραγωδίες δεν βρέχει.

*

ΔΩΔΕΚΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ

Δώδεκα νύχτες χόρευε στην κάμαρά του
ανάλαφρη σαν φεγγαροαχτίδα.
Εκείνος έπινε πλάι στα εικονίσματα
και κρατούσε τον ρυθμό
χοπ, χοπ, χοπ.
Όταν του είπε, πάει, φεύγω το πρωί
έβαλε φωτιά στα θυμιατά
και στη στολή που ‘χε ράψει, του γαμπρού.

Θανάσης Πάνου, Δύο ποιήματα

ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΦΡΟΝ

Υπάρχουν τόσα που επιπλέουν και συμπίπτουν.
Ένα κύμα γεμάτο σκουπίδια η δημοκρατία και η
επανάσταση,
η Ελένη και η Μαρία Αντουανέτα, ο Ροβεσπιέρος
και οι Άθεοι,
οι Γιρονδίνοι και οι εκάστοτε μετριοπαθείς,
οι προφητείες του Νοστράδαμου και του Ησαΐα
και μέσα στο μπλε της θάλασσας,
στο άσπρο των αφρών της ασφόδελο,
οι Ιακωβίνοι πιο κόκκινοι από τους κόκκινους,
και η λαιμητόμος να ανεβοκατεβαίνει
με το μονότονο με χρηματοδότηση γδούπο,
που τόσο το αίμα τον όχλο συνεπαίρνει.

Και τώρα, στων γηρατειών την κλίνη
μιας Καλυψώς τα πύρινα φιλιά
μιας Κίρκης την πυρωμένη αγκάλη
και τα νάζια της μικρούλας Βαγγελιώς
σκέπτεται μονάχα,
κι ολούθε δάκρυα νοσταλγούν.

*

ΧΩΜΑΤΙΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

Όταν γεννάς ζωή,
όταν θάβεις με θάνατο τον θάνατο
και όταν μέσα σου γεννάς
και θάβεις-θάβεις και γεννάς,
σε αυτό το άπειρο θαύμα της φύσης
μέσα στο σώμα της,
κι εσύ και εγώ αντισώματα πολεμιστές, κύτταρα
συμμετοχής,
δύτες και εγώ κι εσύ
στην ίδια φύση του έρωτα και του θανάτου,
θεοί θνησιγενείς,
γόνοι πράξεων ασυντέλεστων
που στεφανώνουν τον έρωτα και τον θάνατο,
και εσύ και εγώ,
χωμάτινα παιχνίδια είμαστε,
στο χέρι βρέφους ιερού
που αρνείται να ενηλικιωθεί.

*Από τη συλλογή “Ο φάλτσος κότσυφας”, εκδ. Εξιτήριον.

Keoparetse Kgositsile, Τσαρλς Μίνγκους

Δικός μου ο θάνατος μέσα στις νότες
δική μου η πορεία χρεώσου εσύ το μονοπάτι
Τσαρλς
τα βαθουλωμένα μάτια της αγρυπνίας μού υπόσχονται αγιοσύνη
όμως σιχαίνομαι να παραμένω άγιος ενώ εσύ αγαπούσες τα σκυλιά
και έρπουμε και έρπουμε και όλοι μαζί σου κλαίμε
γιατί επόνεσες πολύ για την πουτάνα μνήμη
και γέμισε το ποτήρι σου
είναι ωραία όταν βρέχει και δεν υπάρχει θάνατος
μετάλλικα σαξόφωνα σε σιγοντάρουν μακρινά
ωραία να πουλάς τις νότες σου για μνήμη
και είναι η λήθη μια στιγμή που πάγωσε και μένει
κι είμαστε εμείς μία στιγμή που ακίνητη σωπαίνει
Τσαρλς
γεμίζω και εγώ το ποτήρι μου
το θέμα είναι ποιος από τους δυο
θα μας λυγίσει πρώτος.

*Από τη συλλογή “Spirits Unchained”, Broadise Press 1969. Μετάφραση: Χρ. Αγγελακόπουλος.

Giorgio Caproni, Φύλλα

Φύλλα
Πόσοι έχουν φύγει…
Πόσοι.
Τι απομένει…
Ούτε καν
η πνοή.
Ούτε καν
της πίκρας η αμυχή ή
της παρουσίας η κεντιά.
Όλοι
έχουν φύγει δίχως
ν’ αφήσουν ίχνος.
Όπως
δεν αφήνει ίχνος ο άνεμος
στο μάρμαρο καθώς περνά.
Όπως
δεν αφήνει πατημασιά
στο πεζοδρόμιο η σκιά.
Όλοι
άφαντοι σ’ έναν κονιορτό
ανάκατο από μάτια.
Ένα θρόισμα
άναρθρων φωνών, σαν
φύλλα κόντρα στην ανασαιμιά
πίσω απ’ τα τζάμια.
Φύλλα
που μόνο η καρδιά μπορεί να δει
κι ο νους δεν δίνει πίστη.

*Aπό τη συλλογή «Ο ελεύθερος σκοπευτής». Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Νικόλαος Κάλας (1907-1988), Πάνω σε κόκκινα 

Πάνω σε κόκκινα τριαντάφυλλα πέφτει η βροχή
κι οι σταγόνες είναι μεγάλες – πέφτουν συχνά
Για να σώσω τα λουλούδια βγάζω τα πέταλα
τα τοποθετώ με πολλή φροντίδα στις τσέπες μου
και με το ‘να μου χέρι σφίγγω δυνατά τ’ αγκαθωτά
κοτσάνια
με το άλλο θωπεύω τ’ αγκάθια γιατί σχίζου το δέρμα.
Το χέρι καλά πληγωμένο σου τείνω.
Δεν το κοιτάς προφασίζεσαι πως βρίσκεσαι μακριά.
Αποσύρω το χέρι.
Το κρύβω στην τσέπη,
όξω παντού είναι λάσπη
κι ο κόσμος γελάει θωρώντας τα μαδημένα κοτσάνια.
Δεν ξέρει πως πάνω στα πέταλα τώρα στάζει αίμα.
Ω, ό,τι κι αν κάνω γίνεται λάσπη.

*Από τη συλλογή “Οδός Νικήτα Ράντου”, εκδ. Ίκαρος 1977.

Μαρία Αγγελοπούλου, Δ – η μάνα – παραγωγούς [κυνηγούς] – Βαλτιμόρια

ξεκοκάλιζε κρέας ίνα-ίνα το χώριζε τ΄ ανακάτευε ύστερα
με πλιγούρι να βράσει αντάμα
έπειτα οκλαδόν με το κουτάλι μια μπουκιά εσύ και μια εσύ λίγο
πιο δίπλα κι άλλη -και μετά τι έγινε;- α ναι ο δράκος δυο μέτρα
τα φτερά εξείχαν της ουράς κλειστά άμα τ’ άνοιγε δέκα
γκρι μέτρα η δεξιά κι ακόμη δέκα η άλλη
ο Ντάριον σήκωσε το χέρι
φως από το στόμα του
[-…-…-…-]
πιάνει κουζινομάχαιρο χρτατς χρουτς -δόλια- πήρε δέρμα φλέβες
αρτηρίες ένα τένοντα ξανά χρατς το κποκαλο το ξέσκισε
χειμάρριασε το αίμα
χτύπος κι αναβλυσιά

*Από τη συλλογή “ΖΑΡΥΑ”, εκδ. Ποιητικά/Γκοβόστης, 2019.