Primo Levi (1919-1987), Το τραγούδι του κορακιού

«Ἀπὸ πολὺ μακριὰ εἶμαι φερμένο
Κακὰ μαντάτα γιὰ νὰ φέρω.
Πέρασα τὸ βουνὸ
Τὸ σύννεφο ἔσκισα τὸ χαμηλὸ
Καὶ σὲ στέρνες τὴν κοιλιά μου καθρέφτισα.
Πέταξα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ μίλια ὁλόκληρα χωρὶς νὰ ξαποστάσω
Γιὰ νά ’βρω τὸ παράθυρό σου
Γιὰ νά ’βρω τὸ αὐτί σου
Τὸ καινούριο κακὸ νὰ σοῦ πῶ
Ποὺ τὴν χαρὰ τοῦ ὕπνου θὰ σοῦ πάρει
Ποὺ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρασὶ θὰ σοῦ τὰ μαγαρίσει
Ποὺ κάθε βράδυ στὴν καρδιὰ θὰ σοῦ θρονιάζεται».
Αἰσχρὰ τραγουδοῦσε, χορεύοντας
Πέρα ἀπ’ τὸ τζάμι, πάνω στὸ χιόνι.
Σὰν ἔπαψε, κοίταξε ὅλο μοχθηρία
Σταύρωσε μὲ τὸ ράμφος του τὸ χῶμα
Καὶ ἅπλωσε τὰ μαῦρα του φτερά.

*Μετάφραση: Χρῖστος Κρεμνιώτης.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://theshadesmag.wordpress.com/2017/09/14/primo-levi-three-poems

Χριστιάνα Αβρααμίδου, Ποιήματα

Ιούλιος
Σάββατο
23:30

Είμαι κουρασμένη.
Απ’ τις πολλές ώρες στο σκοτάδι
σ’ ένα χώρο
που περιμένω να ζήσεις.
Με τις ενοχές τού κόσμου να μιλούν
για ένα σώμα
με δυο πόδια,
δυο χέρια,
και δυο μάτια.

Κουρασμένη είμαι
που κουράστηκες πριν εμένα.
Θα φύγω
έλεγα επανειλημμένα
θα φύγω δίχως να περιμένω
το επόμενο πλοίο για τον Πειραιά,
να με γυρίσει στην Αθήνα που αγάπησες
σε αυτήν που έριχνες τα εικοσάρικα
απ’ το μπαλκόνι με φόρα
να πεταχτώ στο περίπτερο να σού πάρω,
γάλα,
τσιγάρα
και παγωτό.

Χάσαμε έναν δικό μας.
—Χρόνο άλλο
να μάς νοιάζει
δεν είχαμε—
και απλά υποσχεθήκαμε.

«Ξύπνα, αδερφέ,
ως αύριο
ο κόσμος θα ’χει φτιάξει».

***

[ΠΕΡΑΣΑ, Κική Δημουλά]

Άλλαξε η εποχή.
Δεν ξέρω αν τώρα λυπάσαι
-μη-
η ώρα που νυχτώνει
έμεινε όμως η ίδια,
αν και δεν είμαι σίγουρη
ποιά είναι
η μικρότερη νύχτα του χρόνου.

«Μωυσή
τα πάντα για την ανθρώπινη ψυχή
γιατί δεν τα ’πες και σε εμένα;»

Αγαλματάκια Ακούνητα,
νύχτα.

Χίλια και ένα
μέτρησα χθες βράδυ τα μέλη μου.
Μόνο σε μία
και όχι σε χίλιες και μία νύχτες.
Στις χιλιάδες προσωπικότητές μου συστήθηκα
να τις αγγίξω επιχείρησα,
με στένευαν όμως
τα καινούργια μου παπούτσια.

Χίλιες και μία νύχτες σε θυμήθηκα.
Δεν σε συγχώρεσα όμως
σε καμία.
Μνήμες και λεπτομέρεια
πολύ μού στοίχισαν
χίλιους και έναν στίχους ξαναθυμήθηκα,
ούτε ένας
δεν ήτανε δικός μου.

*Από τη συλλογή «Εσένα σε έχω ξαναγαπήσει», εκδόσεις Οροπέδιο, 2014.

Νάνος Βαλαωρίτης, Εστίες μικροβίων

Στο διπλανό τραπέζι ενός καφενείου
Στη διπλανή καρέκλα ενός θεάτρου
Στη διπλανή μου θέση στο λεωφορείο
Ο μπροστινός μου στή γωνιά του κινηματογράφου

Τρία πρόσωπα σ’ ένα δωμάτιο
Όταν ο ήλιος έπεφτε στό πάτωμα
Τρία πρόσωπα συγκοινωνούντα
Ήταν στο βάθος ένα

Γαλανά μάτια με τυλίγανε
Όπως τυλίγει ο ούρανός τη θάλασσα
Όπως τυλίγεται σ’ ένα βουνό ένα σύννεφο
Όπως ξετυλίχτηκε η ζωή μου

Τρία πρόσωπα που αλέθανε
Τη μοίρα μου μ’ ένα καλάμι
Το κίτρινο και το πράσινο
Μαχαίρωσαν το κόκκινο για να το κάψουν…

(Μέσα μου ένας ΝΑΝΟΣ ψήλωνε
Ψήλωνε ώσπου να χαθεί στα σύννεφα
Μέσα μου ένας ΓΙΓΑΣ μίκραινε
Μίκραινε ώσπου νά χωθεί στο χώμα)

Πίσω από μια κουρτίνα κόκκινη
Κρυφάκουγε ο άνθρωπος του πλήθους
Έβλεπε ό.τι γινόταν μέσα του
Μα τίποτα δεν καταλάβαινε

Τό μυστικό της Αλχημείας είναι πώς
Ν’ ανάψης στην καρδιά ένα φως
Που να την καίει σιγά σιγά
Ώσπου να γίνει θαλασσιά

Μέσα στο ήλεκτροφώτιστο δοχείο
Η αλήθεια ανάβλυζε σαν νερό
Απ’ την πηγή του εαυτοϋ της
Η αλήθεια που αγαπούσα με φανατισμό.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τραμ”, Δεύτερη Διαδρομή, Δεύτερο Τεύχος, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1976, σελ. 131. Η εικόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκε στην ίδια σελίδα.


Νίκος Σφαμένος, Εσείς που γνώρισα

ο Γιώργος την είχε βρει
με τη ρέγκε μουσική
ο Αντώνης με τα θρησκευτικά
βιβλία
ο Μιχάλης δεν άφησε γωνιά του πλανήτη
η Άννα με τα περιοδικά μόδας
ο Παύλος ψάχνοντας κάθε μέρα
τα εκπαιδευτικά νέα
η Μαίρη με το instagram
o Θανάσης με τις ειδήσεις τεχνολογίας
και δυο τρεις άλλοι κουρασμένοι
ψάχνοντας λέξεις
γι΄αυτούς λυπάμαι
πιο πολύ

Δημήτρης Δούκαρης (1925-1982), Τα ευρεθέντα

Βρήκα το βράχο να φυτρώνει
μέσα στις σάρκες μου
και τον Προμηθέα να βόγγει
μέσα στις σάρκες μου’
βρήκα το Σταυρό να πάσχει
μέσα στις σάρκες μου
και το Χριστό να μη δέχεται
το “τετέλεσται”,
μέσα στις σάρκες μου.
Εσείς που δε βρήκατε τα πράγματα
και τα ονόματα,
εδώ που μάχεται ανένδοτα το αίμα,
για ποιο λόγο ζητήσατε:
το Λευτεριά;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Λωτός”, τεύχος 2-3 / 1971.

Λουκία Πλυτά, Πρώτο φιλί

Υγρό, με φίλησε το στόμα του
κάτω από της ροδιάς τα φύλλα
μεταφέροντας μέσα μου
όσα η ψυχή του έκρυβε.
Ξύπνησε τη δίψα.
Βροχή ξεκίνησε.
Σείστηκε η φυλλοβόλος.
Κοκκίνισαν τα ρόδια.
Έσκασαν,
γέμισε ο τόπος σπόρους.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://thekissventure.com/2020/07/13/%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bb%cf%85%cf%84%ce%b1-%cf%80%cf%81%cf%8e%cf%84%ce%bf-%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%af/?fbclid=IwAR1N64o3Q2O28cL3D1vxQuWGfazU2Ey1bvAIQYyj6nP9YsSgik4WgDeA1ww

Γιάννης Λειβαδάς, Aπό τη συλλογή “Οι Κρεμαστοί Στίχοι της Βαβυλώνας”

Τακτοποιώ στο χέρι το τσιγάρο
ερημιά λόγω βροχής
κάποιοι φαίνονται στεγνοί
και πρόθυμοι
κανένα απεριτίφ
κεφάλια στα παράθυρα
κάτι γίνεται στα σύννεφα
είμαι ευχάριστα μουντός πάνω
στο δρόμο που γυαλίζει
και θυμίζει κατάστρωμα
μια άνοιξη ερχόμενη με ιταλικό
αεράκι
τα δέντρα κοιμούνται τόσο ήσυχα
γράφω
απ’ το ξημέρωμα τόσο αργά
που οι λέξεις ολοκληρώνονται σαν
πίνακες.
Αναπνέω όπως η Τζαζ
υπόνομοι θησαυρίζουν
γυαλιστερές ανταύγειες
λέγαμε πολλά
λέμε περισσότερα
πλήρης ασυμφωνία
βροχή
φωτόνια
αμοίραστη ιδιωτική
καπνόσφαιρα

*“Οι Κρεμαστοί Στίχοι της Βαβυλώνας”, εκδόσεις Μελάνι, 2007. Παρμένο από εδώ: https://cignialo.gr/giannis-leivadas/?fbclid=IwAR1BosKvwU8YFs1Pph2e54g1pyTHRGvodx5Rv-HHP8GhbrMxlO6kpyK8OwI

Χρήστος Κολτσίδας, Ποιήματα για την καρδιά του Σαμουράι

Βρέχεται η καρδιά του Σαμουράι

Πέφτει βροχή.

Βρέχεται ο κόσμος
βρέχονται τα ρούχα του Σαμουράι
βρέχεται το δέρμα του
βρέχεται η καρδιά του
βρέχεται κι ο νους του.

Αλλά για την καρδιά του τον νοιάζει πιο πολύ.

***

Κραυγή

Για να τρομάξει τους εχθρούς του
ο Σαμουράι βγάζει μια κραυγή.

Αλλά απ’ την κραυγή
τρομάζει κι ο εαυτός του.

***

Μαχόμενος ή μόνος

Με πολλούς εχθρούς μάχεται ταυτόχρονα
ο Σαμουράι.
Χορός ο πόλεμος
στην επιφάνεια του χάους.

Αλλά το χάος
-που είναι μια ύπουλη ρουφήχτρα-
τον ρούφηξε
και τελικά τον ξέβρασε
σε μια κρυστάλλινη ερημιά.

Και τώρα νιώθει μόνος
φυσικά.

*Δημοσιεύτηκαν στο “Τεφλόν”, Νο 23, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2020 (σελ. 82).

Erich Muhsam, Τέσσερα ποιήματα

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΠΙΝΟΥΝ*

Τα μάτια μου πίνουν τα βλέμματά σου
Η ψυχή μου ξέρει τα αισθήματά σου.
Ω, λες και η βαριά νύχτα θα μπορούσε να μας εκφράσει
Με επίμονο συνένοχο ένα αστέρι.

Τα χέρια μου ψάχνουν τον πόθο σου
Και τα χείλη μου φιλούν τη λαχτάρα σου
Μισείς τη φυγή της νύχτας που ουρλιάζει;
Βλέπεις το μάτι του Φεγγαριού που στάζει αίμα;

Σφίξου επάνω μου -έτσι θα είμαστε ενωμένοι
Η μοίρα σου θα ταυτιστεί με τη δική μου.
Εσύ -εμείς οι δύο μόνοι- και ο κόσμος τώρα πια μακρινός…
Κοίτα, υπάρχει επίσης το αστέρι, το αστέρι.

*Meine Augen Trinken, 1904.

***

ΚΑΘΕ ΝΥΧΤΑ*

Κάθε νύχτα σηκώνομαι
πίσω μου ένα μέλλον
που δεν φαίνεται πια,
που νοερά
έχει ήδη συμβεί

Νέες εικόνες γεννιούνται,
κόσμοι περιστρέφονται
γύρω από άξονες που αλλάζουν: γεννιούνται
πεθαίνουν, αγαπούν, δημιουργούν.

Τα περασμένα ξεσκίζονται
Ουρλιάζοντας στροβιλίζοντας
ο κόσμος γκρεμίζεται
μέσα στον λάκκο. Φωνάζει η ζωή!

*Jeden Abend, 1909.

***

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ*

Είμαι ένας οδοιπόρος χωρίς προορισμό
που βλέπει τη φωτιά και δεν ξέρει πού καίει
και τον κόσμο διατρέχει προς παράξενους ήλιους.

Ένας ονειροπόλος δεν είναι παρά ένα απατηλό αμυδρό φως,
που στις ακτίνες του ήλιου ψάχνει το χρυσό ,
που του διαφεύγει από την αφύπνιση την οποία εποφθαλμιά.

Είμαι ένα αστέρι που φωτίζει τον θεό του,
που ρίχνει τη λάμψη του σε σκοτεινούς ήλιους
και πέφτει μια μέρα μέσα στη χλωμή αιωνιότητα.

Είμαι το νερό που τρέχει και δεν εκβάλλει,
που σκορπίζει τις γκρίζες σκόνες,
που φιλά και τρέχει -και απολαμβάνει τον πόνο και τη χαρα.

Υπάρχει κάποιος που να ξέρει να δώσει ένα όνομα στην ύπαρξή μου,
χωρίζοντας τον κόσμο μου από το όνειρό του,
Είμαι ένας οδοιπόρος χωρίς προορισμό.

*Ich bin ein Pilger, 1904.

***

ΟΤΑΝ ΣΠΑΖΩ ΤΗΝ ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ*

Όταν σπάζω την παγωμένη επιφάνεια
που αντηχεί από τα βήματα στο κρύσταλλο
κι όταν ο άνεμος σκορπίζοντας ρίγη
ουρλιάζει και γελά στις απόμακρες κορυφές,

τότε νιώθω τη θέρμη των αισθημάτων σου,
ξέρω ότι τα όνειρά σου ακολουθούν το βήμα μου
και κάθε φάντασμα γύρω μου σιωπώντας
ή καγχάζοντας χτυπά ανίσχυρο τη χαρά μου

κι ακόμη κι αν ο διάβολος ο ίδιος μου ρίχνει
με τον άνεμο της νύχτας το δηλητήριό του
μέσα από ένα μπουκάλι οπάλιου φεγγαριού,
αμέσως εσύ θα φανείς ως σύντροφος και φίλη,
και μπροστά στον έρωτα θα εξαφανιστεί
κάθε τρόμος.

*Wenn ich den frosterstarrten Boden treten, 1914.

**Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Erich Muhsam – Από το καμπαρέ στα οδοφράγματα”, Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα Δεκέμβρης 2006. Γενική επιμέλεια έκδοσης: “Lubbener strasse 22, SO 36”.

Λεωνίδας Γαλάζης, Ο Τεύκρος Ανθίας στις Κεντρικές Φυλακές (Λευκωσία, 1932)

Η Λευκωσία κοιμάται νωρίς (θέλοντας και μη)
όμως εσύ δεν λες να κλείσεις μάτι στο κελί σου.
Προπάντων δεν μπορείς ν’ αντέξεις
την απαγόρευση χαρτιού και μουλυβιού
(εξόχως επικίνδυνων οργάνων).

Αν είχες ένα μολύβι
θα το βύθιζες στο αίμα της καρδιάς σου
(κι αυτό θα ήταν επικίνδυνο).
Αν είχες ένα λευκό φύλλο χαρτιούυ
θα’ γραφες ύμνους στην ανταρσία των άστρων
θα κατασκεύαζες μια βάρκα ν’ αρμενίσουν οι στίχοι σου
στο σύμπαν σπίτι της οργής.
Κι αυτό θα ήταν άκρως επικίνδυνο
για την περίκλειστή σου Λευκωσία
που κοιμάται νωρίς (θέλοντας και μη).

Για να την ξεσηκώνεις νύχτα
Γιατί πάλι ν’ ανάβουν φωτιες
γιατί να πέφτουν πέτρες βροχή
στα τείχη που λησμόνησαν
τις εξάρσεις των παλμογράφων
στους δρόμους που άδειασαν
σαν αρτηρίες νεκρών διαδηλωτων.

*Από τη συλλογή “Στρώσεις του ανέφικτου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς.