Άννα Ιωαννίδου, Δύο ποιήματα

Χαμένη υπόθεση

στον κύριο Μαλιδέλη

Όλα συγκλίνουν προς
το μεγάλο κενό.
Ο καταναγκασμός της επανάληψης
δίνει ρέστα
μαζί με την ανάγκη τους πάντα να είναι όλα υπό έλεγχο.
Εξάλλου αυτό ήταν ανέκαθεν και το πιο εύκολο.
Γιατί κι όταν δεν ξέρουν, τρέμουν:
το άπιαστο, το πιο πέρα απ’ το βυθό, το τρίτο χρώμα.

Κι όμως,
έτσι όπως μπουρδουκλώνεται τα βράδια το ασυνείδητο
φλερτάροντας συχνά με βέβαιη ηλεκτροπληξία
λες, δε γίνεται,
υπάρχει ελπίδα.
Κι αυτό,
μόνο και μόνο
επειδή όλα συνεχίζουν -τόσο επιδεικτικά να υπενθυμίζουν-
πως δεν υπάρχει.

***

Διάλογος Αληθινός

– Άννα, η μαμά μου πάντα λέει πως η ζωή είναι εκεί έξω.
Τώρα που είναι και ο κορονοϊός εκεί έξω τι να κάνουμε;
– Εσύ να μου πεις, εσύ μπορείς και βλέπεις καλύτερα.
– Εγώ θέλω να πάω στο σχολείο να παίξω με τη φίλη μου την Αριάννα και τα άλλα παιδιά.
Έχω σκεφτεί κι ένα νέο παιχνίδι που φοράς μάσκα και τρέχεις και κάνεις τέλεια κόλπα.
Είναι πολύ ξεκαρδιστικό, θέλω να της το μάθω. Θα την προσέχω, θέλω να τη βλέπω και
θέλω να πω στη μαμά της να πάμε όλοι μαζί διακοπές του χρόνου.

Άγγελος, ετών 8

*Και τα δύο ποιήματα δημοσιεύοντραι στην ιστοσελίδα Αποτυπώματα στη διεύθυνση https://www.apotipomata.com

Gustavo Cobo Borda, Καβάφης

Οι δρόμοι της Αλεξάνδρειας είναι γεμάτοι κουρνιαχτό,
τραντάγματα από παλιές άμαξες κι ένα κλίμα
στεγνό και φλέγόμενο που πνίγει ό,τι αναπνέει.
Ακόμα κι ο μπάτης φέρνει γεύση αλατιού.
Στον λήθαργο του απομεσήμερου
ζει μια κρυφή αγωνία υγρασίας
κι ο μαγαζάτορας ψάχνει σε όνειρα, με επιμονή,
τη στυφή γλυκύτητα μιας γλώσσας που επινοεί το δέρμα.
Πίνει άπληστα το πικρό νερό του απογέματος
και ξυπνά κουρασμένος από εκείνο το έντομο που ζουζουνίζει επίμονα.
Χάνεται κι η φρεσκάδα του απογέματος
και το μοναδικό ίχνος της είναι αυτός ο νευρικός ιδρώτας
και το βουητό που λεπτό με το λεπτό δυναμώνει στα καφενεία.
Περνάν τ’αγόρια, όλα μαζί, χειρονομώντας ξαναμμένα
κι εκείνος ο άνθρωπος καταλαβαίνει
πως καμιά λέξη δεν θα δυνηθεί να κλείσει τη μορφή των.
Η νύχτα τότε σπαράζει και συγχύζει
μακραίνοντας την αγρυπνία του,
βαθαίνοντας τα βήματά του σε βρώμικα σοκάκια.
Θα τον εύρει η αυγή να παρακολουθεί συλλογισμένος
εκείνη τη σκούνα που ξανοίγεται απ’τον μώλο
και διασχίζει τον κόλπο πλέοντας προς το πέλαγος.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ξεσυνεδριασμένοι

Μόλις η νύχτα γίνει αυγή,
βλέπω καθημερινά:
κάποιος στη διεύθυνση,
κάποιος στην επιτροπή,
κάποιος στην πολιτική,
κάποιος στη μορφωτική,
στα ιδρύματα ο λαός σκορπά.
Οι χαρτοϋποθέσεις πέφτουν βροχή,
μόλις στο κτίριο περάσεις:
ξεχωρίζοντας καμιά πενηνταριά –
τις πιο σοβαρές! –
οι υπάλληλοι σκορπάνε στις συνεδριάσεις.

Εξανίσταμαι:
«Δεν μπορούν ακρόαση να μου παραχωρήσουν;
Γυρίζω από την τάδε εποχή». –
«Ο σύντροφος Ιβάν Βάνιτς συνεδριάζει –
στην Τεό και Γκουκόνα».

Οργώνεις σκάλες εκατό.
Ο κόσμος σκοτεινιάζει.
Πάλι:
«Παρήγγειλαν να ‘ρθείτε σε ώρα μία.
Συνεδριάζουν:
Μελανοδοχείων αγορά.
Για τον Επαρχιακό Συνεταιρισμό».
Σε ώρα μία:
Ούτε γραμματέας,
ούτε γραμματίνα πια –
άδεια!
Όλοι μέχρι 22 ετών
στη συνεδρίαση της Κομσομόλ.

Έχει νυχτώσει, σκαρφαλώνω ξανά
στο πάνω πάτωμα του εφταώροφου κτιρίου.
«Ήρθε ο σύντροφος Βάνιτς Ιβάν;» –
«Είναι στη συνεδρίαση
του α-β-γ-δ-ε-ζ συνεργείου».

Μανιασμένος
για τη συνεδρίαση
σαν χιονοστιβάδα ορμάω,
άγριες κατάρες στο δρόμο ξερνάω.
Και βλέπω:
κάθονται άνθρωποι μισοί.
Ω διαολόπραμα!
Πού είναι το άλλο μισό;
«Τους σφάξανε!
Τους σκοτώσαν!»
Τρέχω ουρλιάζοντας.
Από τη φοβερή εικόνα σάλεψε το λογικό.
Κι ακούω
Την ηρεμότατη φωνούλα του γραμματέα:
«Βρίσκονται σε δυο συνεδριάσεις ταυτοχρόνως.
Σε μια μέρα
συνεδριάσεις είκοσι
πρέπει να προφτάσουμε.
Έτσι αναγκαζόμαστε να κοβόμαστε στα δυο.
Μέχρι τη μέση εδώ,
και το υπόλοιπο
εκεί».

Απ’ τη συγκίνηση ο ύπνος δε με πιάνει.
Νωρίς το πρωινό.
Με τα’ όνειρο την πρώιμη αυγή προϋπαντώ:
ακόμα
μία συνεδρίαση
για να καταργηθούνε όλες οι συνεδριάσεις!».

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.

αμβέρσα

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

ΑΜΒΕΡΣΑ

Οι άνθρωποι γίνονται άλλοτε
θάλασσες κι άλλοτε λιμάνια
σου λεω

ενώ ανοίγεις απ’ τα σπλάχνα σου
εκείνο το λουλούδι
υγρό κάπως και εύθρυπτο
σαν κόλπος
ή ίσως μια μεμβράνη
του τυπογράφου Πλαντίν Μορετούς

και τούτη η γλώσσα
μες στα σύμφωνά της
συμφωνεί

δεν είμαστε αστοί
αυλικοί ή
Εσπερίδες

κάτι αλάνια είμαστε
επαρχιώτες και λειψοί
κι από φράγκα
κι από κάλλος
κι από καταγωγή

έχουμε μόνο
στην κωλότσεπη
το μανιφέστο του πεινασμένου

και το τρεμόπαιγμα του στέρνου

ενός σαλού σπουργίτη

ξημερώματα Σαββάτου
στην Γκρότε Μαρκτ
καθώς τα σπόρια απ’ τα φραγκόσυκα
ανακυκλώνονταν προς λίπασμα
μέσα σε κάτι κουραδάκια
τόσα δα._

ΚΛ – 14/08/2020 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

View original post

Φώτης Γερασίμου, the game is over

Υπέρτατη ευτυχία να πεθαίνεις
πλήρης ανάμεσα στ’ αγαθά που συσσώρευσες
ταξίδια, βιβλία, παιδιά
ό,τι έκανα ό,τι δεν έκανα, τους έρωτες τις μνήμες
όσα είπα όσα δεν είπα όσα έζησα κι όσα δεν,
σαν ευτυχισμένος βιβλικός πατριάρχης να λέω
γεια σας, καλη αντάμωση, να ’στε καλά.
Υπέρτατη ευτυχία να πεθαίνεις
πλήρης ανάμεσα στ’ αγαθά που έδωσες. Κυρίως αυτά.
Και συγχωρέστε με αν έβλαψα κανένα, μην με
βρίσετε σαν την Κέττυ, στο Παρίσι, τον Ουράνη,
ίσως βιαστικός, άστοχος, μα μήπως ήξερα πού πάω;
Πήγαινα…
Δεν γινόταν άλλο να συνεχίσουμε, αγάπη μου.
Και συ, καϋμένο μου Σάο Τομέ που φεύγω χωρίς
να σε δω, μην μου στενοχωριέσαι, να, θ’ ανταμώνουμε
στο ποίημα που γράφω για σένα, στη σκέψη
εκείνων που θα λένε – πήγε σ’ όλη την Αφρική
αλλά όχι στο Σάο Τομέ.
Όχι, μη με βρίσετε τώρα που θα ’χω φύγει.
Θα δεις, αγάπη μου, τώρα που θα λείπω,
θα βρούμε μια θέση στη καρδιά σου…
Λαμπερός που είν’ ο ήλιος όταν δύει
τόσα χρυσάφια χρώματα, πλήρης μες στ’ άμφιά του
φέρνει μια νύχτα στοργική, μια σκοτεινή αγκαλιά
αγκαλιά, αγκαλιά για πάντα που βυθίζεται
στο σβήσιμο των τυμπάνων της τελετής που αρχίζει.
Κι αν ξαναρχόμουν, αυτός θα ήμουν.
Τα ίδια λάθη, τα ίδια σχέδια.
Ίσως με μεγαλύτερη μαεστρία στο να μην καταλαβαίνω τα λάθη.
Ωραία που είναι να δίνεις!…
Να μην κρατάς τίποτα για σένα.
Φτιαγμένος από το σώμα που θα ’χεις δώσει,
την ψυχή που θα ’χεις χαρίσει.
Λοιπόν, φίλοι
γεια σας, γεια σας.
Τι πιο μεγάλη ευτυχία να πεθαίνεις από ευτυχία.
Ωραία ήταν. Ωραία είναι. Ωραία στιγμή.
Σας ευχαριστώ, πέρασα ωραία. Καληνύχτα.
Όπως λένε όταν κερδίζουν τα Όσκαρ
ladiiies and gentlemeeen!..’
τι; νομίζετε πως ειρωνεύομαι;
νομίζετε πως δεν είμαι ευγνώμων;-
σας ευχαριστώ όλους εσάς που μου δώσατε
αυτή τη χαρά. Έχετε γεια βρυσούλες,
ladies and gendemen χειροκροτείστε
τον πρωταγωνιστή της ταινίας “Η ζωή μου”.
Θα ξαναβρεθούμε, δεν μπορεί… σε κάποια
καρδιά, σε κάποιο διάβασμα, σε κάποια σκέψη
σε κάποιο ταξίδι, θα ξαναβρεθούμε
τι διάβολο…
Πάμε, Μπαγκς, βγάλε πια το “my way:
απ’ τ΄ακουστικά σου
Κι ας φωνάξουμε κι οι δύο μαζί:

That’s all folks!…

*Από τη συλλογή “γεύμα στη χλόη”, Εκδόσεις Κουκούτσι, Αθήνα 2012.

Νικόλαος Κονεμένος, Στη μόνη μου αγάπη

(Κατά τον ήχο της μονωδίας:
“D’ absurd le code someille”)
του Beccace

Σ’ αγάπησα όταν σ’ είδα,
κ’ η δόλια μου ψυχή
κρυφήν έτρεφ’ ελπίδα:
να ζήσουμε μαζή…
Αχ! Ο καιρός δφιαβαίνει
μ’ ολόγοργα φτερά,
κι’ η νιότη μου η καημένη,
μαζή μ’ αυτόν περά!
Σ’ αγάπησα που σ’ είδα,
αγάπα με και συ…
η Αγάπη ‘ν’ η Ελπίδα,
η Αγάπη ‘ν’ η Ζωή.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΄Νουμάς”, Νο 744, 1921.

**Περισσότερα για τον Νικόλαο Κονεμένο εδώ: https://ngnm.vrahokipos.net/index.php?option=com_content&view=article&id=1425:%CE%BF-%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%B5-%CE%BF-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82&catid=71&Itemid=260

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, από τις «Ωδές στον πρίγκιπα»

Στους κήπους της έπαυλης

Η θέση σου είναι στην Αθήνα, Πρίγκιπα
Το όψιμο φθινόπωρο στους κήπους της έπαυλης σε ξεγελά
και οι πικροδάφνες σου φυλλορροούν στο πέτρινο
κλιμακοστάσιο, σε ξενίζουν
ακούς τα παραδείσια πουλιά μες στις λακκούβες του νερού
χτυπάει εντός σου η μηχανική καρδιά της πόλης

Λες αύριο θα εκφωνήσω τον επικήδειο των ποιητών — και το αναβάλλεις
μικρές θαλάσσιες εκδρομές και τα βραδάκια λικνίζεσαι στις δισκοθήκες
η καρβουνόσκονη μόλις αγγίζει τα παιδιά της δυτικής ακτής
σήμαντρα δειλινού και άνθη λεμονιάς
μες στους δασώδεις λόφους της Αιώνιας Πόλης

Κι όμως η θέση σου είναι στην Αθήνα, Άρχοντα
μόλις ακούγεσαι μες στα παράσιτα και τους πομπούς
σ’ άκουσα χθες με άλλη μουσική να θρηνωδείς
η φωνή σου δεν άλλαξε, την ξέρω απ’ τον καιρό της διαδοχής
η νύχτα πέφτει

***

Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω

Ω διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
δεν αποφέρω το ραγισμένο χαμόγελο σε κατάπληκτα πλήθη
τα ποιήματα που δεν θέλησες, προφασίζεσαι τύψεις
οι πεθαμένοι σού υπαγορεύουν τώρα τη δική τους φωνή

Καλέ μου Άρχοντα, τώρα ισχυρίζεσαι πως δήθεν δεν ένιωσες
το δάκρυ του μικρού οικοδόμου Δευτέρα πρωί
καθώς θα πεθάνει εργάτης, τάχα δεν πρόσεξες
το αίμα του λαβωμένου στις μισοφώτιστες αυλές
πάλι δεν έτρεξες
στο βογγητό μουσικού λαού σου σε υπόγεια κτίσματα
και προφασίστηκες αιώνια άνοιξη, αυτό τ’ ορκίζεσαι

Παιχνίδι αυτών που έσκυψαν στο πέρασμά σου ευλαβικά
Πρίγκιπα, πως δεν άκουσες γέλια ή ψιθύρους των παιδιών
τώρα τις αποφάσεις τους δεν γίνεται, πια δεν μπορεί να τις εγκρίνεις

***

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει

Πρίγκιπα, ή μέρα αργοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές
κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν
το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση
κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές
ώσπου ο ουρανός ν’ αστράψει τη νύχτα της Γέννησης
χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη

Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω
τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και στα πνεύματα
μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος
από μιαν ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρ να ορκιστώ πίστη
κι ύστερα νι πεθάνω για σένα

Πρίγκιπα, γύρισα κι είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές
είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες
και τ’ άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.
Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα
της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.
Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης
δόξας με πήραν τ’ αναφιλητά
το αίμα σου μάς δόθηκε, Πρίγκιπα, δε μας ανήκει.

* «Ωδές στον πρίγκιπα», Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991.

Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Τρία ποιήματα

Ε
ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Μιά μακριά αλυσίδα οί άνθρωποι
Πού φορά στόν λαιμό του
Πνίγει καί πνίγεται
Ελεήμων τάχα αιώνας
Μέ τήν πρόθεση πάντα – κατά
Καταγράφει, καταδεικνύει
Καταμετρά -καταπέλτης- τους υπεράριθμους επιβάτες
Μίας λέμβου άυλης πού στάλθηκε να διασώσει
Σημειώνει τίς βεβαιωθεΐσες απώλειες -για λογους
στατιστικής μόνον-
Καί μην έχοντας άλλον χιτώνα γης νά μοιράσει
Κατανέμει τ’ αγροκτήματα τού ουρανού στούς εποικους
’Όνομα μικρό κι έπώνυμο τ’ όνειρο
Εκτάρια πόσα ζωής; Ρωτά.

Ύστερα πλήρης νοήματος, άφρων
Σωπαίνει.

***

η
ΗΧΩ

Μισάνοιχτα παράθυρα
Νά πλέουν έξω βραδιάζοντας
Οι καημοί…
Καί λεπτές φωνές συνωμότες
Νά πλέουν έξω
Σ’ ένα ατέλειωτο παιγνίδι παιδιών
Πού μεγάλωσαν
Νά πλέουν
Κι άκόμη άντηχούν τό κλάμα τους
Μές στό φιλί τους…
Νά πλέουν
Τά μικρά μονοσύλλαβα μιας ευτυχίας στιγμής
Νά πλέουν έξω
Δυό σκιές πίσω άπ’ τό τζάμι πού πέρασαν γρήγορα
Έξω βραδιάζοντας
Καί τώρα στό μέσα δωμάτιο
Μοιάζουν νά έγιναν πεταλούδα
Νά πλέουν έξω
Πάνω στό γείσο τής νύχτας μισανοίγοντας
Νά πλέουν
Τά όνειρα ξανά σάν φτερά
Νά πλέουν
Σκέπασέ με έμέ με με εεε
Έξω βραδιάζοντας
Οι καημοί…

***

I
ΙΧΝΟΣ

’Ίχνος χρόνου κανένα
Σάν απάτητο τής μνήμης τό έδαφος
Κάθε πού τό περνά, όμοια νερό, τό φιλί
Επιστρέφει πιό νέο
Βουλιάζει -βήμα στήν άμμο-
Σκέψεις, εικόνες, αισθήματα
Κι ύστερα δυνατά πιό πολύ
Ξαναφέρνει
Τη λαχτάρα πού κοίταγα
Καί μέσα στό πλήθος σέ βρήκα
«Αΰριο, αΰριο»
Σάν γιά πρώτη φορά
’Ίχνος χρόνου κανένα άφήνοντας
Ό παλιός έρωτάς μας Πιό νέος
«Αύριο. Στήν άγκαλιά μου. Ξανά».

*Από τη συλλογή «Το ψηφιδωτό της νύχτας», Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2018.

Ράνια Καταβούτα, Δύο ποιήματα

ΚYΔΟΣ

Αυτό το σπίτι κρέμεται στον αέρα
βυζαίνει φώτα και φασαρία.
Στην άλλη του ζωή θα ήταν παιδί
που έτρεχε στον δρόμο
μπαλαρίνα ξυπόλητη μες στη νύχτα.

Όταν κλείνεις την πόρτα και φεύγεις
ο ήχος που ακούς
δεν είναι το φως που έσβησε
ο χαλασμένος διακόπτης
είναι ο αναστεναγμός που βγήκε απ’ τον τοίχο.

Τα σπίτια είναι ζωντανά
με μάτια παράθυρα
και πόρτες καρδιές
τοίχους γεμάτους φλέβες.
Το αίμα τους είναι οι άνθρωποι
που κοιμήθηκαν στα στρώματά του
και δέρμα οι μυρωδιές τους.

Τόσοι ποιητές μίλησαν για τα σπίτια
κι απόψε βλέπω το δικό μου
να χορεύει με το φεγγάρι.

***

ΕΡΩΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ

‘Οταν μου είπες «έχω ερωτευτεί τα κείμενά σου»
δεν φανταζόμουν ότι το εννοούσες
ότι πέρναγες μέρες κλεισμένος στο σπίτι
με ποιήματα αγκαλιά
σελίδες χυμένες στο πάτωμα
ξενυχτισμένα laptop και ατέρμονα mail
ώρες πάνω από το τηλέφωνο
να πάρεις ή να μην πάρεις

δε φανταζόμουν ότι το εννοούσες
ότι έκανες τις σκέψεις μου σεντόνια να κοιμηθείς
ότι ονειρευόσουν γράμματα, κόμματα και τελείες
και βέβαια αποσιωπητικά

Ερωτεύτηκες τις λέξεις μου
πάει να πει
ερωτεύτηκες το δέρμα και το αίμα μου

Όμως ένα τηλέφωνο ποτέ δεν πήρες.

*Από τη συλλογή “Μπαλαρίνα μεσ’ στη νύχτα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.