[…] Αυτός, χαίρε τέκνο του μέλλοντος! Κάθεται
κοντά της στο τραπέζι,
Ανυποψίαστος σοσιαλρεαλιστής με φωτεινά μάτια,
Ένας από τους νιόκοπους, που ρήμα εντός των κατοικεί
Όπως η μούχλα στων δικτατόρων τα παλάτια.
Τώρα οι ώρες τους ξανοίγονται στον έρωτα, το αισθάνονται
Απόφαγαν, κι η νύχτα είναι δική τους,
Δίνονται στων κορμιών τους το φιλί
Μεταλαβαίνοντας τη σπασμική ψυχή τους.
Φίδια νερά και σμίγουν εν εκστάσει,
Τα χέρια τους εκβάλλουν σε μια γύμνια που τόσο καλά ξέρουν,
Ίρις οργασμού τους οδηγεί στην οδύνη, στη γαλήνη,
Και νιώθουν την παραφροσύνη της αγάπης τους
σ’ όλο το ένα που υποφέρουν.
(Κι εγώ ο Αθανάσιος, κι εγώ ο Ηλίας, την
είχα ζήσει τούτη τη χαρά
Που μου δόθηκε σ’ αυτό το ίλυνο κελί, φωλιά
του πόθου μου το βράδυ,
Εγώ που πρόδωσα προδόθηκα και απαρνήθηκα τα φτερά
Μου, και καταδύθηκα στο παχύτερο σκοτάδι).
Χαϊδεύονται στερνή φορά,
Και ύστερα ξυπνά μέσα στον άγριο εφιάλτη του…
Κοιτάζει ολημερίς την άδεια κάμαρη και κλαίει,
Πώς έφυγε μακριά, σαν πληγωμένος συνειρμός το ξέρει,
Απ’ το μυαλό του η εικόνα της περνά και λέει:
Ήταν ωραίο όσο κράτησε, μελισσουργός κι αστέρι…
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Έκτωρ Κακναβάτος, Ασώματος του δέκατου εξιλασμού
Πάλι ξαρχής το πρόβλημα
αίμα ξερό άγριο στάχυ
πέρα δώθε ή φτερούγα σύγκρυο
τό σανίδι άναίσθητο
οι ουσίες πάλι
καί πάλι.
Κατέβαινε ώς τα περίχωρα
ώς τα πρώτα σπίτια μέ τ’ αγρίμια
έμπαινε
έκοβε τα ειδώλια στο εικονοστάσι έφευγε.
Για τής άστροφεγγιάς
του υπερτέλειου θηλαστικού την ανασύνθεση
άρκοϋσε λέει έκεϊνο τ’ άπολίθωμα στα προσχωσιγενή
οί δυό λέξεις σου: είμαι μόνος.
Πότε μίλησες;
ποιόν αίώνα είπες; τί είπες;
Στό ράφι άφωνα τα πήλινα
Τί τή θέλεις τήν έξήγηση;
άσ’ το πιο καλά στο έτσι στο άσχετο
σαν πού πήρε, στην άρχή σκυρόδεμα,
να χτίζεται το πρόσωπό σου,
ύστερα σηκωμός
καί τώρα πάει ανέμη.
Να προβλέψεις λέει τα τριξίματα
τό βάρος λέει μιας σκιάς
πού ήταν να πέσει πάνω σου απο τη
μια στιγμή στην άλλη
καί πού τότες θά ’μενε στη μέση
άτέλειωτο
καί πού άπ’ ολους πρώτα θά φεύγανε
τά τρωκτικά άπ’ τό φεγγάρι
σάν πού κάνουν πάντα στά ναυάγια
ύστερα κάτω άπ’ τήν πόρτα μας τό φάκελο
ό πλειστηριασμός πού ορίστηκε
γιά τις δεκάξι…
Άσώματος τού δέκατου εξιλασμού
στον πάτο πιθαριού
άναπαμένος μες στο λάδι
τί τή θέλει τήν έξήγηση
ό Όπούντιος;
(1973)
*Από τη συλλογή “Διήγηση” (1974).
Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα
VI
Βλάσφημες λέξεις
Ο Θεός είν’ ένας άγνωστος
γέρο καουμπόης
μέσα σε μπαρ.
Την ώρα που πίνεις το ποτό σου
εμφανίζεται από το πουθενά
σε ρωτά με τ’ όνομά σου
πώς τα περνάς
σαν παλιός καλός γνώριμος
κατεβάζοντας ένα μπουκάλι Sarsaparilla.
Κι έτσι όπως ήρθε γίνεται καπνός
αφήνοντάς σε σύξυλο ν’ αναρωτιέσαι
μήπως το φαντάστηκες όλο αυτό
με τον καουμπόη και με τον Θεό.
***
VIII
Του παππού
Το σύρμα γύρω απ’ το χαρτόνι,
το ξύλινο μέτρο με το σφυρί.
Καρφάκια ριγμένα στο κουτί τους
περιμένουν όπως τ’ άφησες,
κάτι να μαστορέψεις…
Γιατί οι τοίχοι ξεφλούδισαν
και ξηλώθηκαν τα λούκια.
Η αποθήκη γκρέμισε,
δε τη στηρίζουν παρά κλαδιά—
παίρνει επιδιόρθωση τούτη η ερημιά;
***
Φάσμα
Εκείνο το μικρό βιβλιαράκι
του Καρυωτάκη
φυλλομετρούσες το σύθαμπο.
Πάνω στον τοίχο σου
άλλαζαν τα χρώματα
απ’ το θερμό ως το ψυχρό·
έπειτα δίχως όραση —
μαύρο πάνω στο μαύρο.
Ήθελες να μιλήσεις σ’ έναν άγιο
και το σκοτάδι σού φερε το Λάγιο.
Τώρα
τηλεπαθητικά μεταμορφώνεις
το θάνατό σου σε θάνατο.
*Από τη συλλογή “Οι ψυχές αυτές μένουν απούλητες”, Θεσσαλονίκη, 2020.
Λάζαρος Γεωργιάδης, Δύο ποιήματα
ΑΛΦΑ ΚΥΚΛΩΜΕΝΟ
Οι πέτρες και τα παραμύθια είναι ok.
Τα μπουκάλια και η νεραϊδόσκονη είναι ok.
Οι καταλήψεις και η σκουριά είναι ok.
Οι πορείες και η μούχλα είναι ok.
Οι πέτρες τα μπουκάλια οι καταλήψεις οι πορείες
είναι όλα ok.
Μόνο η φαντασία μόνο η φαντασία Πέθανε
κι επειδή θέλω να ξέρω πάντα το πώς
και το γιατί
αν έπρεπε δηλαδή να ανοιχτούμε η να κλειστούμε
περισσότερο
θα σας περιμένω όλους εκεί
που όλα
θα έχουν πια περάσει
στη μούχλα στη σκουριά στη νεραίδοσκονη στα παραμύθια
στη ζωή που δεν πέθανε
αλλά ευτυχώς
μας ξεπέρασε.
***
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Μια νύχτα το πλήθος έγειρε
πολύ
έγειρα κι εγώ
λιγάκι
κράτησα το φθινόπωρο στα χέρια μου
το έσφιξα κάπως
με ρώτησε -γιατί;
το έσφιξα περισσότερο
-γιατί έχεις τόσο παγώσει τελευταία;
κι άλλο το έσφιξα κι άλλο κι άλλο ώσπου
σταμάτησε να με ρωτά
τότε το φθινόπωρο έπεσε στο χώμα
πήρε ένα ξεριζωμένο κρύο αγκαλιά
κρεμάστηκε χαρούμενο
κρεμάστηκε κάτασπρο
ομόρφυνε το σκοτάδι
το σκοτάδι του ελέους έγινε δικό του
τώρα ξέρεις είπα
αυτή είναι η αρχή
για κάθε
τέλος.
*Από τη συλλογή “Τέλος”, εκδόσεις Στοχαστής, 2018.
Νίκος Μιτζάλης, Δύο ποιήματα
Στους ξοδεμένους καιρούς
ο θάνατος δεν βρίσκει τίποτα να πάρει
γιατί πεθαίνεις κάθε μέρα
από λίγο
και με χάρη
αόριστα
κάτω από βαριά όνειρα
χωρίς πρόσημα
χωρίς χρώμα
μέσα σε ξεκρέμαστους τοίχους
***
Παράξενες απόπνοιες
Να ξέρεις
Λίγες οι στέγες πολλοί οι άυπνοι
Λίγα τα όνειρα πολλοί οι φυλακισμένοι
Παράξενες μέρες
Παράξενες απόπνοιες
Χωρίς διαφυγή
Μονάχα μορφασμοί
στις ούγιες της άμορφης πόλης
προκατακλυσμιαίες υπομνήσεις
αυτού που επέρχεται
Πέτρος Κ. Βελούδας, Στην τελευταία στάση μιας εξομολόγησης
Δές πως δακρύζει για σένα
το φεγγάρι τα δακρυά του
γαλάζια θάλασσα και πάνω
της στέκεις εσύ,αποσταμένος
ναυαγός αλλοτινών θλίψεων.
Χώρισες μαχαιρώνοντας
στην πλάτη την αγάπη
πρότου δώσεις μια
αγκαλιά, προτού γευτείς
δροσιστικό αναψυκτικό
ψυχής μια ανόθευτη αγάπη…
Την καρδιά σου δεν πρόλαβες
ίσως δε θέλησες να έχεις στις
αποσκευές των μακρινών σου
ταξιδίων και εκείνη η καμπουριασμένη
μα καλοσυνάτη αγάπη πάντα σε περιμένει
στην τελευταία στάση των συναισθημάτων του
τρένου της…
Όπώς σκέφτεσαι
και μίσεις,θα το χάσεις
το χαρμόσυνο τρένο
της σωτηρίας…
Αλήθεια ΄γιατι δεν
μεταμόσχευσες ελπίδα
στους πάσχοντες μακράς
νοσηλείας πονεμένους
του καημού γητευτές;
δεν μεταμόσχευσές ειλικρίνεια
σε καρδιές που σε λίγο θα πάψουν
να χτυπούν…
Θρηνητικές καμπάνες
τα χεράκια τους χτυπούν
όσοι τόσοι συνάνθρωποι
στις ψυχές της πίστης
μόνο φάρμακο θα βρούν…
Αχ! το χλώμο γυμνό μα
πάντα φωτεινό φεγγάρι
προχωράει με ανοιχτά
τα φώτα πορείας μέχρι
τα σκαλοπάτια του έσω
σπιτιού σου.
Βγαίνεις μεσάνυχτα…
συναντάς τις βροχές
βρίζεις ακατάπαυστα
σαν καίνε οι βραδυές…
Κοιμάσαι τα χαράματα
σε Σπαρτιάτικο ντιβάνι
συννεφία το άρωμα
που φοράς σαν πιάνεις
λιμάνι.
Το γέλιο σου σκιάχτρο
που διώχνει ψυχές
απότομος μοιάζει
γκρεμνός δίχως αγκαλιές…
Παιδι σαν είσουν εσκιζες
τις σελίδες αντι να ζωγραφίζεις
στις ακουαρέλλες σου ήλιους
και αχτίνες..
Αναρωτιούνται σε συγκίνησε
ποτέ η απαγγελία ενός ποιήματος;
Δάκρυσες στην μοναξία των νεκρών
φύλλων του πλάτανου του γενεαλογικού
σου δέντρου;
Ήρθες στα συγκαλά σου
τώρα που ασθενικός όντας, ανήμπορος
κρατάς τη βακτηρία του ρυτιδιασμένου
σου κορμιού και ψυχισμού, ίσα που προφθαίνεις
να βρείς ευωδιαστή απ’το θυμιάμα θαλπωρής
εκκλησιά. Κάτι άλλαξε εντός σου είναι που βρήκες
τον αληθινό σκοπό σου, το φώς των ματιών της
ψυχής άνοιξε κι είδε ολοκάθαρα Αγγελών χορωδίες…
Να και η μεγάλη στιγμή η μοναδική και ουσιώδης
εστω και εσπευσμένη των κριμάτων σου εξομολόγηση…
Τις αμαρτίες μια μια τις πετάς από γέρος φτερά νέου αποχτάς
και το σπουδαιότερο στης Σωτηρίας τώρα τα αγνά νέρα ας κολυμπάς
και έγινες Άνθρωπος από..σκοτεινός… Μισάνθρωπος!
Θόδωρος Μπασιάκος, Νυχτερινή φούγγα
Μεσάνυχτα· φεύγω
Βαθειά
στ’ άπατα νερά
στο παρθένο έρεβος
των εκπλήξεων της φαντασίας.
Μεσάνυχτα φεύγω — κατα το ήμισυ αυτοεξόριστος
Κι οι δρόμοι οι φυγάδες
Τρελλά κανάλια υπόγεια
Υπόγειων θαλασσών.
Μες από σκοτεινές στοές του ήλιου.
– αχνά φωτισμένες από δίσκους σελήνων
Κι αστέρια νήπια
Ζωγραφιστά —
Ιδού ο δρόμος κι η οδός
Για τις πλούσιες σε ίριδα ουράνιες στέππες…
Μες απ’ των λέξεων τις ερήμους
Ο δρόμος ιδού
Για τη Νήσο Ουτοπία της Ποίησης.
Απλά πράγματα
ακρίδες και ρετσίνι
Η λιτή
Τροφή
Του
Ταξιδιώτη
Μοιάζει μαγεία
Ο τρόπος που σμίγουν η αλήθεια με το ψέμα.
Η πυκνή ομίχλη κι οι ηλεκτροφώτιστοι δρόμοι
του Λονδίνου
Με τη πόρνη του Μπουένος Άιρες
Που μ’ έμαθε ταγκό. Μεσάνυχτα και τότε που
— Ρίψασπις
κατά τό ήμισυ ένας ρίψασπις —
Πρωταγαπήθηκα σ’ ένα κρεββάτι
Γιομάτο δάκρυ και δηλητήρια·
Θυμάμαι ακόμη
Κι εκείνο το μοναχικό τσιγγάνικο βιολί π’ αρμένιζε
Σε γαλήνια ψευταπέλαγα ευτυχίας και
σπανιόλικων κιθάρων.
Κι από γραμμές που χάραξεν ο ρους του Μαγγελάνου
Να ‘μαι στο μεθυσμένο βασίλειο, που ψάχνω, των ονείρων.
Ο ρήγας μου ‘δωσε το θρόνο του
Τη τιάρα του
Μου ‘δωσε το σκαραβαίο του
και το μπαστούνι του από καθαρό χρυσάφι
και για ενα βράδι ολάκερο
«Εσύ θά ‘σαι ο άρχοντας», μου λέει,
«Σε τούτο το βασίλειο».
Χαράματα γυρνώ,
Καμπούρα γριά στριμμένη, μ’ άσπρα και κίτρινα μαλλιά
Κι έχω μαζί μου χρυσάφι της ανατολής
Και μήνυμα της άγνωστης έβδομης ηπείρου.
Χαράματα γυρνώ,
μα το ταξίδι δεν τελειώνει,
Πάλι φεύγω
—μαζί κι ο ποιητής θα φεύγει—.
Σας βγάζω τ’ αλήτικο καπέλο μου
—μαζί κι ο ποιητής—
Κι εκεί στο κεφαλόσκαλο του ύπνου
Μεσάνυχτα φεύγω
Ξανά.
*Από τη συλλογή «22 Ποιήματα» Αθήνα 1982.
Ε. Ρ. Ρουσσάκης, Tώρα
Στον Μανόλη Αναγνωστάκη
Τρομάζω μέσα στις μέρες βλέποντας να σκίζει
την ύστατη ελπίδα η απάνθρωπη ευκολία
των ανθρώπων που σε δρόμους στρωμένους με νεκρούς
και δυστυχία λένε:
«Η μεγάλη Ελλάδα»
Τρομάζω με τα αναίσθητα θηρία που μηρυκάζουν τη χρόνια τροφή
που σερβίρεται σε αφθονία και υπάρχει πλεόνασμα ηλιθιότητας
Τρομάζω με τη σκόνη που αφήνει πίσω της
η αδιαφορία και ο ωχαδερφισμός των ανθρώπων
και δεν τους νοιάζει που θα ‘ρθει σύντομα η μέρα
που τα παιδιά δεν θα γελούν
Τρομάζω με το ανεπαίσθητο θρόϊσμα του ανέμου
που λέει πως ο κόσμος πρέπει να προχωρά
ανεξάρτητα από το αν αλλάζουν ή οχι οι κοινωνίες
γιατί και οι κοινωνίες είναι έρμαια στις βουλές των υστερόβουλων
και τα χαμένα όνειρα απατήθηκαν τόσες φορές
που πια δεν έχει νόημα να ονειρευόμαστε
Τρομάζω που μέσα στις ασθένειες και τους λοιμούς
εκείνοι εκεί οι άνθρωποι αλογόκριτα
λογαριάζουν ήδη χωρίς εσένα και εμένα στον κόσμο
αρκεί εκείνοι να πατούν στους νεκρούς τους
όπως πάντοτε άλλωστε
κι είναι εκείνη η ανελέητη μάζα που ορίζει τη μοίρα του κόσμου
του κάθε κόσμου
Α, πως να ζούσες κάποτε σε μια εποχή
που τα όνειρα των ποιητών θα ήταν ο κόσμος
Μα και εκείνοι μένουν σε κάμαρες σκοτεινές με τρωκτικά
και δεν κοιτούν καν έξω το ανήλιαγο
Πέρα από τον θάνατο. Πέρα πολύ από τον θάνατο
Αυτή ήταν κάποτε η δουλειά τους
Τώρα…
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από τη σελιδα του Ε.Ρ. Ρουσσάκη στο facebook.
Edna St. Vincent Millay, Justice Denied in Massachusetts
Rest in Power, Sacco and Vanzetti
Let us abandon then our gardens and go home
And sit in the sitting-room
Shall the larkspur blossom or the corn grow under this cloud?
Sour to the fruitful seed
Is the cold earth under this cloud,
Fostering quack and weed, we have marched upon but cannot
conquer;
We have bent the blades of our hoes against the stalks of them.
Let us go home, and sit in the sitting room.
Not in our day
Shall the cloud go over and the sun rise as before,
Beneficent upon us
Out of the glittering bay,
And the warm winds be blown inward from the sea
Moving the blades of corn
With a peaceful sound.
Forlorn, forlorn,
Stands the blue hay-rack by the empty mow.
And the petals drop to the ground,
Leaving the tree unfruited.
The sun that warmed our stooping backs and withered the weed
uprooted—
We shall not feel it again.
We shall die in darkness, and be buried in the rain.
What from the splendid dead
We have inherited —
Furrows sweet to the grain, and the weed subdued —
See now the slug and the mildew plunder.
Evil does overwhelm
The larkspur and the corn;
We have seen them go under.
Let us sit here, sit still,
Here in the sitting-room until we die;
At the step of Death on the walk, rise and go;
Leaving to our children’s children the beautiful doorway,
And this elm,
And a blighted earth to till
With a broken hoe.
1927
Jacques Prevert, Η παιδική ηλικία
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η γη να μη γυρίζει πια
Και τα πουλιά να σταματάνε το τραγούδι
Ο ήλιος τη λάμψη του ν’ αρνιέται
Και να παγώνει το τοπίο.
Η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.
Οι γέροι με τα πρόσωπα τα καπνισμένα
Στέκονται εκεί κρατώντας ζυγαριές παλιές
Όταν η γη πια δε γυρίζει
Όταν το χόρτο δε βλασταίνει πια
Είναι γιατί φτερνίστηκε ένας γέρος
Κι από των γέρων ό ,τι βγει το στόμα
Μύγα φριχτή
Γέρικη νεκροφόρα.
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Πόσο πνιγόμαστε μες στην ομίχλη
Μέσα στων γέρικων γερόντων την ομίχλη.
Κι όταν στην παιδική ηλικία ξαναγυρίσουν
Στην παιδική ηλικία ξανακουμπάνε
Βοηθό δεν έχει η παιδική ηλικία
Πάντοτε αυτή το τέλος τους σημαίνει.
Τι θλιβερή η παιδική ηλικία
Η παιδική μας ηλικία
Όταν η βροχερή εποχή τελειώνει
Και ξαναρχίζει η βροχερή εποχή.
*Από το βιβλίο “Ζακ Πρεβέρ – Θέαμα και Ιστορίες”, εκδόσεις Ύψιλον, 2002. Μετάφραση: Γιάννης βαρβέρης.









