Νανά Ήσαΐα, Έγώ Είμαι

Δέν φαίνομαι καλά είπες;
Καί όμως είμαι ή ίδια.
Ή ψυχρή ήρωίδα ένός παράδεισου που δεν επαρκεί.
Μέ τά αντικείμενα
πού έχουν όλα μεταχειριστεί άπό μένα.
Έγώ είμαι.
Μεταλλικά μάτια.
Μεταλλικά μαλλιά.
“Αν καί δέν έχω τά υπόλοιπα είμαι έγώ.
Γι’ αύτό κάθισε νά μοϋ μιλήσεις.
Δώσε μου τις φράουλες.
Δώσε μου τή ζάχαρη.
Ο ήλιος ένηλικιώθηκε στό φώς.
Βλέπω μέλη πολλά άνάγλυφα.
Σάν άπό τόν πηλό μιάς εύπλαστης πλήξης.
Κάθισε λοιπόν νά μού μιλήσεις.
Τίποτα πιά δέν ειδοποιεί μεσα
μου
Πές ό,τι θέλεις.
“Οτι πήγες στή Ρώμη.
“Οτι έρωτεύτηκες.
Έγώ έχω τελειώσει νά τρώω.
Αλλά κάθισε.
Μή μέ κυττάς σάν νά μή φαίνομαι καλά.
Γιατί έγώ είμαι.

Γιά μένα τώρα είναι ή ώραία ώρα του καφέ.
Γιά σένα ένας άστακός στό πιάτο σου ώτακουστεί.
Πώς δέν ήμαστε πιά
μαζί.
Συγχρονισμένοι.

Πιο πέρα εί αι ηοαραλία.
Στην τυχαία μας αύτή συνάντηση λάμπει με μια μεγάλη ευκολία στο καλοκαίρι.
Μή μέ κυττάς σάν μιά φωτογραφίο που πήρε φώς στό φως
Άν και δεν φαίνομαι καλά εγώ είμαι.

Τά νέα μου;
“Ω πάντα τό μυστήριο μιας κρυστάλλινης ‘ιστορίας.
Πολύ μακρινής.
Τά μαλλιά μου υστερικά μαλλιά.
Τά μάτια μου υστερικά μάτια.
“Αν καί στό δωμάτιό μου ύπάρχει πάντα ή στιγμή πού έπιστρέφω.
Γράφω ξέρεις.
Αλλά μή
δοκιμάζεις αύτήν τήν πληγή.
Δέν είναι καλή έδώ πέρα.
“Αν ήξερες.
Μέσα άπό τί βγαίνω.
Όχι.
Όχι μέσα άπό ένα κουτί.
Πιό πολύ μέσα άπό μιά κουτή σκέψη.
Σάν νά βγαίνω μέσα άπό όλη μου τή ζωή.
Ελαττωμένη.
Βλέπεις ήταν ψέμματα όλα.
Τά χείλια καί τά φιλιά.
Γι’ αυτό δέν έχω πιά.
Τό σώμα θύμα.
Σάν ένα θέμα γιά τρομακτική σκηνή.
Αύτήν πού δέν θά έχεις ξεχάσει.
Μέ θυμάσαι γυμνή;
Σέ χρώμα φράουλας:
Καί δακρυσμένη;
Μέ θυμάσαι μικρή;
Καί σκοτωμένη;
Πριν άπό λίγο χτένισα τά ώραία μου μαλλιά.
Τά τεράστια μάτια μου τά έτόνισα.
Μέ αύτά τά τελευταία
σκέφτομαι ότι σέ κυττώ.
Έγώ.
Κανείς άλλος.
Δέν αισθάνομαι πιά όμως.
Δοκίμασα βλέπεις τήν άγάπη νά άγαπάς στό άπειρο ένα γαλάζιο.
Στό όνειρο ένα άλλο κόκκινο.
Στό έρωτικό πάρκο τό πράσινο.
Καί στό άγαλμα τό αρχαίο άσπρο.
Αισθήματα τού σώματος όλα
Χρώματα παλιρροιών
Όπως όταν ξεκινάει κανείς και μετά κάνει
πίσω
πάλι.
Μέ τό συναίσθημα πώς υπάρχει.
Κουραστικό κι αυτό.
Αλλά: ένα λεπτό — δέν θέλεις φράουλες είπες:
Προτιμάς ένα πορτοκάλι:
Θά είναι άπό πέρυσι ξέρεις.
Φέτος στό φώς οί κήποι έχουν χάσει τό φώς
Τά φρούτα φώτα τού φθινοπώρου.
Τούς άνεμους στά κλαδιά αάν μουσικά όντα.
Αλλά: δέν θέλεις ούτε φέτα:
Τίποτα άλλο δέν θά φάς:
Δίπλωσες στά τέσσερα καί τήν πετσέτα:
Τί σιωπηλά πού μιλάς.
Καί πάς τό άλάτι λίγο πιό κεί.
Κι έγώ πού θέλω νά σού πώ γιά ότι έγινε τότε —
Μήπως είσαι νεκρός:
Μικρά κρύσταλλα
άνάβουν τόν καθρέφτη στό φώς.
Σάν ένα φέρετρο φωτός καί προσώπου.
Καί αυστηρό τό είδωλο του εαυτού σου.
Σάν ό θάνατος.
νά τό έχει σκεφτεϊ κι αύτό.
Σέ μιά αντανάκλαση σκέψη.
Ώρες.
Ώρες πού περνάν.
Ώρες πού πέρασαν σάν μεταμορφώσεις.
Νύφη του λευκού άπλωσα τό πέπλο μου στο φως.
Τό απλοποίησα.
Σ’ ένα μεταξωτό κενό χωρίς έμένα.
Σέ ώρες γιά σένα χωρίς άποχρώσεις.
Καί τώρα έρχομαι μέσα άπό όλο αύτό τό όνειρο.
Μέ έκτός άπό σένα καί άλλους συσσωρευμένους έραστές.
Άπειρους καί γαλάζιους.
Ονειρικούς καί κόκκινους.
Πράσινους καί περιπατητικούς.
Αρχαίους καί άσπρους.
Ερωτεύομαι άκόμα τό κενό πού μού άφησαν γιά σώμα.
“Ενα άόρατο.
Παλίρροιας
καί άμμου ρευστής.
Καί άχρωμης νύχτας.
Δέν αισθάνομαι πιά Γλαύκο.
Είμαι μιά έρημος.
Θρίαμβος ένας Σιμούν μαλλιών
Δύο οάσεις ματιών.
Καί άπό κεί καί πέρα τό τίποτα.
Τό ποίημα.
Τό τέρας.
Τέλειωνε μέ τό πορτοκάλι σου λοιπόν.
Ώρες.
Ώρες πολλές πέρασαν
Καί είναι δύο καί δέκα
ή ώρα.
Πώς νά σού έξηγήσω άπό πού έρχομαι.
Φτάνει ίσως νά σού πώ γίά τό χαμόγελο τής κόλασης.
Άπό έλκη μεταλλικά.
Ατέλειωτα μαλλιά ως κάτω.
Μάτια τεράστια σάν κι αύτά πού έχω τώρα.
*
Σέ κυττάζω.
Ναί σέ κυττάζω.
Καί βάζω στό πιάτο μου λίγο κενό.
Σέ θαυμάζω.
Πού δέν έπαθες τίποτα άπό όσα έπαθα
έγώ.
“Ομως Γλαύκο δέν έκανες καί τίποτα.
Καί γι’ αύτό μιλάω μόνο έγώ.
Πού έγώ είμαι.
Θυμάσαι όμως; … .
’Εκείνη τήν άπειροελάχιστη άπόφαση πού δέν πάρθηκε σε καμία στιγμή. Καί πριν άπό τά δευτερόλεπτα είχαμε ύπάρξει κι έγώ κι έσύ ήδη στό τέλος.
Τι νά κάνομε τώρα;
Καθώς τό ποίημα γράφεται;
Τίποτα: τό τέρας τίποτα μάς κάθισε έδώ μόνο γιά νά σού μιλω.
Δέν ύπάρχει τίποτα νά κάνομε.
Ούτε έσύ.
Ούτε έγώ.
Μόνο θά παίζουμε μέ τη μορφή αύτού τού ποιήματος.
Δές πώς ό άστακός γράφτηκε
κι αύτός.
Καί οι φράουλες σάν φράσεις άπό ρόζ φώς.
Τό πορτοκάλι πού τρώς.
Καί ή παραλία —
Καί ή παραλία είναι μία άπό τις ιστορίες της θαλασσας
πού σού τή λέω καί πάλι.
Μέ είχες απαλλάξει άπό τις λέξεις κάποτε.
Είναι καιρός άπό τότε.
Από τό έρωτικό δωμάτιο μέ τό θάνατο καί τό σώμα.
Τώρα στό τεράστιο αύτό έστιατόριο μ’ ένα παγωτό δανύομε τήν άπόσταση άπό έδώ μέ λόγια ως
τήν άλλη άκρη τού κόσμου.
Οί πάγοι είναι άμετάλλακτοι
Κρυσταλλικά τά μάτια μου σοϋ στέλνουν τό πολικό τους φως.
Σέ κυττοϋν μέ διαθλάσεις.
Μέ διαθέσεις οδυνηρών άναμνήσεων.
Δέν έχω ξεχάσει Γλαύκο.
Δέν θά ξεχάσω ποτέ.
“Οτι έχω ξεχάσει.
Τό ρολόι τώρα λέει τρεϊς.
Τί λέμε έμεϊς;
Πώς πέρασε ή ώρα.
Μή μέ άμφισβητείς ώς καί σ’ αυτήν τήν τελευταία στιγμή.
Ο τρόπος μέ τόν όποιο ή θαλασσα κάνει γαλαξία
τά τραπεζομάντιλα
ό ήλιος πού πάει ώς τήν τελευταία τους πτυχή όλα όσα λάμπουν άμετάκλητα σάν τά πιάτα σάν τά ποτήρια
καί σάν τά έτερόκλητα άντικείμενα ένός άντίο
άπαιτοϋν άπό τις σκέψεις μας έναν έλάχιστο ειρμό.
Πλήρωσε τόν λογαρισμό.
‘ Φεύγουμε.
Είναι σχεδόν άπλό.
Εμένα άποχαιρετάς.
Ή μεταφυσική μας αύτή συνάντηση έγινε.
“Εστω καί χωρίς σάρκα καί χωρίς όστά μέ τά τεράστια μάτια μου
καί μέ τά υστερικά μου μαλλιά ……
σέ άποχαιρετώ μαζί μέ τήν παραλία και με ολο αυτο
τό φώς έγώ
κανείς άλλος.
Μήν άμφιβάλεις λοιπόν
Δέν έχω νά πάω πιό μακριά άπ’ ότι πήγαμε μαζί πριν άπό λίγο
Μόνο ως τήν πόλη
Όπου θά σέ σκέφτομαι Μέ αυτό έδώ τό έπίμονο έγώ
Πού πές του άντίο έπιτέλους γιά νά τελειώνομε γιατί έγώ
είναι

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τραμ – Ένα Όχημα”, Δεύτερη Διαδρομή, Τρίτο Τεύχος, Θεσσαλονίκη, Νοέμβρης 1976. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο του ποιητή Λουκά Λιάκου στον σύνδεσμο http://loukasliakos.blogspot.com/p/blog-page_90.html

Ηλίας Πετρόπουλος, Τρία ποιήματα

(Ι)

Πιθανότατα, βρισκόμαστε μπρος σε μια νέα Αναγέννηση.
Το sex shop αποβαίνει πιο αναγκαίο και πιο απαραίτητο
από το μανάβικο της γειτονιάς.
Οι ερωτικές αφίσες στους τοίχους του Παρισιού
είναι- κι αναστενάζουν.
Κόβουμε το ψωμί σε μικρά κομματάκια,
για να γαμήσουμε όλοι.
Μα, κανενός είδους Κομουνισμός δεν θα καταφέρει
να μειώσει την ερωτική ανισότητα:
ο καμπούρης του χωριού δεν θα απολαύσει την ωραία γυναίκα.
Γλιστράμε, κι όλο γλιστράμε απαλά,
προς μια νέα ερωτική θρησκεία.
Όταν είσαι μες στον λαβύρινθο δεν βλέπεις τον λαβύρινθο.
Ω, Σατανά Τρισμέγιστε,
γύρνα πάλι να βοηθήσεις τους ανθρώπους!

(ΙΙ)

Είμαι πια βέβαιος: το Βερολίνο είναι
η πιο ενδιαφέρουσα πόλη της Ευρώπης∙
ή μάλλον, η καρδιά της Ευρώπης.
Ο Μέγας Ναπολέων ήταν κοντοστούπης∙
αυτό το ξέρουν όλοι.
Ο Μέγας Ναπολέων είχε μικρή τσουτσού∙
αυτό το γράφει η έκθεση αυτοψίας,
που του έκαναν οι φαρμακεροί Εγγλέζοι.
Οι κωλόγαλλοι αποφεύγουν να μιλάνε γι’ αυτά.
Προτιμούν να λένε με κρυφή περηφάνια ότι
ο Βοναπάρτης, μόλις ξεμονάχιαζε μια γυναίκα,
της ξεφούρνιζε το περίφημο: deshabillez- vous!
Απεχθάνομαι την ψυχανάλυση, αλλά θα ήθελα
να μάθω γιατί, εξαιτίας αυτού του ανίκανου κοπρίτη,
γέμισε η Ευρώπη κουφάρια.
Να ’τανε τουλάχιστον, ικανός στρατηλάτης…
8 Φεβρουαρίου και ψιλοχιονίζει.
Απ’ το παράθυρο βλέπω την πλατεία
και θα μείνω μέσα.

(ΙΙΙ)

Το ξέρω∙ η θέση μου είναι στο νεκροταφείο.
Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι.
Δεν είμαι δικός μου.
Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω,
γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν.
Θλιβερά βλέμματα τέκνα της σιωπής μου.
Ο θάνατος απόψε διώχνει το καθετί από την ψυχή μου.
Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.

*Από το βιβλίο Ηλίας Πετρόπουλος, «Ποιήματα», Εκδόσεις: Νεφέλη, Αθήνα 1993. Επιλογή-Επιμέλεια: Λάμπρος Αναγνωστόπουλος
**https://exitirion.wordpress.com/2019/06/26/ilias-petropoulos/?fbclid=IwAR1Dyy4Bv6E7V1FKwzXloAdBt467zblTaVryF6Ad4nMnA9bB7WLu2L2L514

Elderdiry M. Fadul (Didi), Δύο ποιήματα / Two poems

Resolved

From the fabric,
of thin air
this minute, this hour
the clouds opened
to heavenly tower
come, come, rejoice
the merry Solomon air.

7. March 1990

Ξεκαθαρισμένο

Από το ύφασμα
λεπτού αέρα
αυτή τη στιγμή, τούτην την ώρα
τα σύννεφα άνοιξαν
στον ουράνιο πύργο
έλα, πλησίασε, ευφραίνου
απ’ τον χαρμόσυνο Σολωμόντιο αέρα.

7 Μαρτίου 1990

***

Some

Holes on the walls approaching
glancing eyes at you.
A shadow of a woman a cloud
a shadow of a man
An evil wondering spirit. Resist.
A devil. Resist.
Push it far
till it languish or die
or some…

June 1990

Κάτι

Τρύπες στους τοίχους πλησιάζουν
μάτια που σε κοιτάζουν κλεφτά.
Η σκιά μιας γυναίκας ένα σύννεφο
η σκιά ενός άντρα.
Ενα διαβολικό περιπλανώμενο πνεύμα. Αντιστάσου
Ενας δαίμονας. Αντιστάσου
Σπρώχτον μακριά
μέχρι να εξασθενίσει ή να πεθάνει
ή κάτι…

Ιούνιος 1990

*Από το βιβλίο “Ποιήματα / Poems”, Εναλλακτικές Εκδόσεις 1993.

Kenneth Rexroth, Χογιόκι


(άνοιξη)

Ωραία ζεστή βροχή πέφτει μέσ’ από τα φύλλα
Της δάφνης και του σφενταμιού και γεμίζει
Το στενό φαράγγι μ’ έναν παλμό ίδιο με της ζωής.
Ο ήχος του καταρράκτη σβήνει
Κι η μικρή μου καλύβα
Βρίσκεται μέσα στην άβυσσο μιας θάλασσας
Συριστικής σιωπής.
(καλοκαίρι)
Για χρόνια άγνωστο πράγμα,
Να πέφτει δυνατή βροχή μες στον Ιούνη,
Πάνω στα ώριμα κεράσια,
Και στο μισοκομμένο άχυρο.
Πάνω στα λαμπερά
Γκρίζα νερά του όρμου,
Μες στη γοργή φωτεινή ομίχλη,
Ένας γαλάζιος ερωδιός
Πιάνει ποντίκια μέσα στα πράσινα,
Χαλκόχρωμα και κίτρινα χορτάρια.
Περπατώ στους λόφους μες στη βροχή.
Αυτό είναι αρκετό.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Paula Meehan, Η ακριβής στιγμή που έγινα ποιήτρια

A portrait of Paula Meehan by Dragana Jurišić, 2018

Ήταν το 1963 όταν η Μις Σάνον,
χτυπώντας το ξεσκονόπανο στο καρφί του πίνακα
που ήταν σκεπασμένος σχεδόν από ένα σύννεφο κιμωλίας,
είπε “Προσέξτε τα βιβλία σας, κορίτσια,
αλλιώς, θυμηθείτε τα λόγια μου, θα καταλήξετε
στο κλωστοϋφαντουργείο”.
Δεν ήταν μόνο ότι μερικές από τις μανάδες
των κοριτσιών δούλευαν ήδη στο κλωστοϋφαντουργείο
ή ακόμα ότι το ίδιο έκανε η θεία μου
και πολλές γειτόνισσες, αλλά
ότι αυτές οι λέξεις, “θα καταλήξετε”, έκλεβαν
από την εργασία την αξιοπρέπειά της.
Όχι ότι το ήξερα τότε,
όχι μ’ αυτά τα λόγια -εργασία, αξιοπρέπεια-,
αυτά είναι συλλογισμοί,
νόημα εκ των υστέρων που αποδεικνύουν ωστόσο
ότι η δασκάλα είχε δίκιο
κι αυτό κανείς δεν το ξέρει όπως εγώ.
Αλλά τις “είδα”: θείες και γειτόνισσες
δεμένες σαν κοτόπουλα
πάνω σε μεταφορική ταινία,
ραμμένες με τον τρόπο που η γιαγιά μου
έραβε τη γέμιση από φασκόμηλο και κρεμμύδι
στα πουλιά.
Οι λέξεις μπορούσαν να μαδήσουν,
να σ’ αφήσουν γυμνή,
με τα όμορφα αστραφτερά φτερά σου να έχουν φύγει.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποίηση”, τεύχος 25, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2005. Μετάφραση: Σ. Καμπουρόπουλος.

Raymond Carver, Φόβος

Φόβος ότι θα δω ένα περιπολικό να μπαίνει στον δρόμο μου.
Φόβος ότι θα με πάρει ο ύπνος
τη νύχτα.
Φόβος ότι δεν θα με πάρει ο ύπνος.
Φόβος ότι θα ξυπνήσει το παρελθόν.
Φόβος ότι θα χαθεί το παρόν.
Φόβος για το τηλέφωνο που χτυπάει μες στα μαύρα μεσάνύχτα.
Φόβος για τις καταιγίδες και τις αστραπές.
Φόβος για την καθαρίστρια που έχει ένα σημάδι στο μάγουλο!
Φόβος για τα σκυλιά για τα οποία μου λένε πως δεν δαγκώνουν.
Φόβος αγωνίας!
Φόβος ότι θα πρέπει να αναγνωρίσω το πτώμα ενός φίλου.
Φόβος ότι θα ξεμείνω από λεφτά.
Φόβος ότι θα έχω πάρα πολλά, παρόλο που κανείς δεν θα το πιστεύει αυτό.
Φόβος για τα ψυχολογικά προφίλ.
Φόβος μην αργήσω και φόβος μη φτάσω πριν απ’ όλους.
Φόβος για τον γραφικό χαρακτήρα των παιδιών μου στους φακέλους.
Φόβος ότι θα πεθάνουν πριν από μένα και ότι θα νιώθω ένοχος γι’ αυτό.
Φόβος ότι θα πρέπει να ζήσω με τη μάνα μου στα γεράματά της, και στα δικά μου.
Φόβος σύγχυσης.
Φόβος ότι η μέρα σήμερα θα τελειώσει μ’ ένα άσχημο νέο.
Φόβος ότι θα ξυπνήσω και θα έχεις φύγει.
Φόβος ότι δεν αγαπάω και φόβος ότι δεν αγαπάω αρκετά.
Φόβος ότι αυτό που αγαπάω θα αποβεί ολέθριο για αυτούς που αγαπώ.
Φόβος για τον θάνατο.
Φόβος ότι θα ζήσω υπερβολικά πολύ.
Φόβος για τον θάνατο.
Το είπα όμως αυτό.

*Από τη συλλογή “Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν ο ένας τον άλλο”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2018. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Lawrence Ferlinghetti, Ο κόσμος είναι μέρος όμορφο…

Ο κόσμος είναι μέρος όμορφο
να γεννηθείτε
αν δεν σας νιάζει η ευτυχία
κι αν δεν θέλετε
όλο χαρούμενοι να είστε
αν δεν σας νιάζει εν’ άγγιγμα της κόλασης
αργά ή γρήγορα
όταν όλα θά ’χουν τελειώσει
γιατί ακόμη και στον ουρανό
δεν τραγουδούν
όλη την ώρα
Ο κόσμος είναι όμορφο μέρος
να γεννηθείτε
αν δεν σας νιάζει κάποιοι να πεθαίνουν
κάθε τόσο
ή ίσως μόνο να πεινούν
κάποια στιγμή
πράγμα που δεν είναι και τόσο κακό
αν δεν πρόκειται για σας
Αχ ο κόσμος είναι μέρος όμορφο
να γεννηθείτε
αν δεν σας πολυνιάζουν
κάμποσα νεκρά μυαλά
σε καίριες θέσεις
ή μια – δυο μπόμπες
στις στριμένες σας φάτσες
ή κάποιες άλλες χυδαιότητες
σαν κι αυτές που κατακλίζουν
λόγου χάρη
τη δικιά μας κοινωνία του Name Brand
με τους διακεκριμένους της
ανθρώπους
και τους αφανείς
τους παπάδες της
και άλλους πολιτσμάνους
τα στεγανά
τις επαναστατικές ανακαλύψεις
κι άλλες δυσκοιλιότητες
που το άμοιρο κορμί μας θα κληρονομήσει
Ναι ο κόσμος είναι μέρος κατάλληλο
για τόσα πράγματα
να διασκεδάσετε
και να κάνετε έρωτα
να στενοχωρεθείτε
να τραγουδήσετε χυδαία τραγούδια
να εμπνευστήτε
να γυρίσετε παντού
να δείτε τα πάντα
να μυρίσετε τα λουλούδια
να κοροϊδέψετε τα αγάλματα
να συλλογιστήτε ακόμη-ακόμη
φιλώντας τους ανθρώπους
σπέρνοντας παιδιά
φορώντας παντελόνια
ανεμίζοντας καπέλα
χορεύοντας και κολυμπώντας στα ποτάμια
εκδράμοντας
μες στο μεσοκαλόκαιρο
ζώντας γενικά τη ζωη σας
Ναι μα ακριβώς
στη μέση
της όλης καταστάσεως
καταφτάνει
χαμογελαστός
ο εργολάβος κηδειών

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Γρηγόρης Σακαλής, Όλοι

Μεγάλη αγωνία
κόπος πολύς
ατέλειωτοι διαγκωνισμοί
ν΄ ανέβουμε λίγο πιο ψηλά
στην κοινωνική σκάλα
έστω ένα-δύο σκαλοπάτια
λες κι αυτό
είναι το ζητούμενο
ο σκοπός της ζωής
λίγα ευρώ παραπάνω
και το ανάλογο ύφος
του πετυχημένου
είναι τ΄ όνειρο πολλών
και είναι να τους λυπάσαι
που δεν κατάλαβαν τίποτα
απ΄ τη ζωή
που δεν βλέπουν γύρω τους
με άλλο τρόπο
με μια ματιά συλλογική
πως η ευτυχία αφορά όλους
κανείς δεν μπορεί
να είναι ευτυχισμένος
σε μια κοινωνία
που περισσεύει η αδικία.

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

Τώρα θά πώ τό πιό βαρύ:

Εκείνοι πού φύγαν πρίν αισθανθούν
Τή χαρά τού δέντρου που βλεπει να μεγαλώνει
Νά βγάζει κλαριά καί φύλλα μέρα τη μέρα
ρίν κατοικήσουν τό σπίτι, ένα ήσυχο σπίτι στο πλαι τής θάλασσας.

Εκείνοι πού φύγαν πρίν νά μιλήσουν *
Αύτά πού θά θελαν να πούν
Εκείνοι πού κόπηκε ή σκέψη τους
Στη μέση άπ’ την άρρώστια
Πού σαπίζει τό κρέας ή χαλνά το αίμα
Ή έκείνοι πού μείναν στα βαθιά φαράγγια τής Ασίας
Δίχως την άφή τής γυναίκας στά μέλη τους πού τελείωσαν
Εκείνοι πού προπορεύονταν εξακόσια φεγγαρια
Παχιά σύννεφα σκεπάζουν το πρόσωπό τους
Οί πράξεις τους κοιμούνται στη χώρα τών λωτοφάγων.

Ιούνιος 1953

***

ΟΔΟΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

Ό πίθηκος χορεύοντας μέ κρέπια καί τό αρμόνιο
Μες στην πισίνα τά ποντίκια
“Οπως στη θάλασσα τά φύκια
Ή λαμαρίνα κι ό άετός
Άσπρα φεγγάρια κρεμασμένα
Ή δυσπιστία αύτή μάς πνίγει
Χρήμα συμβόλαια καί κυνήγι
Σύρμα χοντρό γιά νά μη φύγει
Ή θάλασσα καί ό άετός.

Οί καλλονές ϊδιες άντίκες
Τζάμια κινήσεις άρχαϊες νίκες
Ή έρημιά πηχτή κι ό τρόμος
Οί καλλονές καί οί ψυχώσεις
Φωτογραφίες καί κομμώσεις
Γραμμόφωνα φωνές ό δρόμος.

Ψέμα καί ψέμα μές στό βλέμμα
Έδώ ή ναυτία στίς παρόδους
Ξερά στεφάνια στίς εισόδους
Τά έντυπα κι ό θυρωρός
Πίσω άπ’ τό σχήμα καί τή σάρκα
Ίσκιοι στούς τοίχους σιωπή στά πάρκα
Τό πρόσωπό σου κι ό καιρός.

Νύχτα 5 ’Ιουλίου 1961

*Από τη συλλογή “Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος” (1975).

Ρογήρος Δέξτερ/Σχεδίες, Λόγια στο Outnet Ή “Pseudo-Blues” [prose song “written on a toilet roll”]

Δρόμο παίρνοντας ή αφήνοντας
Δρόμο
Έτσι λέμε καιρούς και καιρούς
Θα την κάνουμε γι’ αλλού
Για το πιο μακρινό και έρημο
Νησί των Εφτά Θαλασσών
Όπου
Όσοι μας έσπασαν τ’ αρχίδια τόσα χρόνια
Κυρίως οι μοιραίοι των βιβλίων
Και οι γενναίοι τής πλατείας
Και οι γόηδες των μπαρ και τής αμμουδιάς
Θα λείπουν – όχι δε θα υπάρχουν πια
Ίσως μόνο στην κοιλιά τού θηρίου
Που τους κατάπιε
Σε μια δαγκωνιά στην τελική
Απελπισμένη σκέψη μιας νύχτας
Παραδομένης στα ποτά των αναχωρήσεων
Στις χαιρετούρες και τα παινέματα
Των ηρώων που φεύγουν
Αλλά όλο βρίσκονται κολλημένοι στα χτεσινά
Όπως λέμε στα κοφτερά βράχια
Κυνηγώντας τις λέξεις που θ’ αποστόμωναν
Την κόψη στο τέλος τής γλώσσας των άλλων
Ας πούμε των απέναντι
Φτηνιάρηδων ξεπουλημένων παραδόπιστων
Των σα μαστρωπών δυο αιώνων
Με τους ξεσηκωμένους κήρυκες
Κεκράχτες πετεινούς τού θέρους
Τού μεσημεριού – λέξεις
Που όμως δε ζυγίζονται αλλιώτικα
Αν δε μετράς σαράντα μαχαιριές
Πρώτα στη ράχη από χέρια παλιόφιλων
Ας πούμε eat my dust και φακ φακ
Fuck you all – λέξεις
Που ξεγλιστρούν μέχρι την άκρη
Τού χείλους των cunnilinguist &
Αν δεν έχεις καταβροχθίσει
Όμοια ξεφλουδισμένο σύκο
Τουλάχιστον το μουνάκι κάποιας Suzanne
Μαρκέλλας ή άλλης
Που σιροπιάζει στο πρώτο φιλί
Χύνοντας γερά μέσα στην πνιχτή φωνή σου
Τη γλύκα που κρύβουν τα γυμνά νησιά
Και πιο πολύ
Τα γυμνά όταν το θέλουν κορίτσια τής ερημιάς
Να σε φωνάζουν στη λιακάδα τους
Και σε καλούν στον οργασμό τους
Να γαμηθείτε μέχρι να ξημερώσει
Μέχρι που το σώμα να γίνει ο σωρός μιας σάρκας
Που μόλις κάνει φου ο άνεμος
Χάθηκες – μετά από τρία γαμήσια στη σειρά
Και την επομένη να σέρνεσαι
Στη δουλειά στο πάσο στη διαδρομή
Μέσα στο τρόλεϊ με τα τρεμάμενα καλώδια
Που τρίζουν και δεν κουβαλούν κανένα υλικό ονείρων
Ούτε για μια φωλιά πουλιών στη φυλλωσιά
Παρά μονάχα κομμένα φτερά
Παρά μονάχα χαμένες ελπίδες
Και τη βεβαιότητα
Πως ό, τι κι αν λέμε
Δε θα ξεκολλήσουμε ποτέ
Από το εδώ και το τώρα τού σήμερα
Ενώ το μέλλον από μακριά
Θα μας φτύνει με χάρη στο πρόσωπο
Κι εμείς θα νομίζουμε
Ότι η ρεματιά με τ’ αηδόνια
Ή τις νεράιδες έρχεται πιο κοντά
Σαν όνειρο με νερά από κρύσταλλο
Γεμάτο τραγούδια χορούς και γέλια
Από εκείνα τα ξεφαντώματα που ζήσαμε χτες
Και θέλαμε να ξαναδούμε στο αύριο
Σα γεγονότα που κανένα χέρι
Καμιά σκέψη και προπάντων
Κανένας πλησίον δε θα μπορούσε
Βουτηγμένος στη χολή του ν’ ακυρώσει για πάντα •