Blanca Varela, Δύο ποιήματα

Άσμα δημώδες
 
και ξαφνικά η ζωή
στο φτωχικό μου πιάτο
ένα άλιπο κομμάτι χοιρινό απ’ τα ουράνια
εδώ στο πιάτο μου
 
να με παρατηρεί
να σε παρατηρεί
ή να σκοτώνει μια μύγα χωρίς κακία
να αφανίζει το φως
ή να το φτιάχνει
 
να το φτιάχνει
όπως κάποιος ανοίγει τα μάτια κι επιλέγει
έναν ουρανό που ξεχειλίζει
στο άδειο πιάτο
 
ρούμπενς κρεμμύδια δάκρυα
περισσότερος ρούμπενς περισσότερα κρεμμύδια
περισσότερα δάκρυα
 
τόσες ιστορίες
μαύρα δύσπεπτα θαύματα
και το αστέρι της ανατολής
 
έγκλειστο
και το κόκαλο του έρωτα
τόσο ροκανισμένο και τόσο σκληρό
να λάμπει σε άλλο πιάτο
 
αυτή ακριβώς η πείνα
υπάρχει
είναι η λαχτάρα της ψυχής
που είναι το σώμα
 
είναι το τριαντάφυλλο από λίπος
που γερνάει
στον ουρανό του από σάρκα
 
mea culpa μάτι θολό
mea culpa μαύρη μπουκιά
mea culpa θεϊκή ναυτία
 
 
δεν υπάρχει άλλος εδώ
σ’ αυτό το άδειο πιάτο
μόνο εγώ
να καταβροχθίζω τα μάτια μου
και τα δικά σου
 
*

Curriculum vitae

ας πούμε ότι κέρδισες τον αγώνα δρόμου
και ότι το έπαθλο
ήταν ακόμα ένας αγώνας
ότι δεν ήπιες το κρασί της νίκης
αλλά το ίδιο σου το αλάτι
ότι ποτέ δεν άκουσες ζητωκραυγές
αλλά γαβγίσματα σκύλων
και ότι η σκιά σου
η ίδια σου η σκιά
ήταν η μοναδική
και ανέντιμη αντίπαλός σου

*Η μετάφραση είναι συλλογική, αποτέλεσμα εργαστηρίου μετάφρασης ποιημάτων της Μπλάνκα Βαρέλα που συντόνισε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος από τον Ιανουάριο του 2023 έως τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς. Συμμετείχαν: Αναστασία Γιαλαντζή, Ελένη Βλάχου, Λαμπρίνα Ιωάννου, Κατερίνα Μάρκου, Μαρία Μελαδάκη, Ματίνα Μπίλια, Χρυσούλα Ξένου, Σοφία Φερτάκη.

**Από το βιβλίο “Άσμα δημώδες και άλλα ποιήματα”, έκδοση Librofilo, Αθήνα 2024.

Ιωάννα Χρήστου, Κι όμως, εντέλει, τι μπορώ;

(… μόνο να σβήνω και να γράφω μετ’ ευτελείας
στα ματωμένα μου τεφτέρια…)
Χρεωμένος σαν τις χώρες του νότου
και δακτυλοδεικτούμενος συλλαβίζω απ’ την αρχή την αλφαβήτα.
Σκοντάφτω διαρκώς πάνω στο Κάπα
κι απ’ τη συνίζηση μέχρι την έκθλιψη
περιγράφεται ολόκληρη η περιπέτεια του βίου μου.
Απ’ το δικό μου χέρι τίποτε δεν καρπίζει,
τίποτε δεν μεταμορφώνεται.
Το στάρι μένει στάρι, το ξύλο μένει ξύλο,
η πέτρα μένει πέτρα.
Κι εγώ γεμίζω την κοιλιά μου, τυλίγω το κορμί μου,
λάθρα βιώσας, στα γεννήματα των άλλων.
Την τέλεια πενία μου συμπληρώνει η αχανής,
η αγέραστη ήπειρος των λέξεων,
με αρχέγονες ρίζες και διακλαδώσεις,
με εκλεκτικές συγγένειες και υποσημειώσεις,
αφ’ εαυτές, με τη δική τους, εσωτερική, εικονοποιία
ή ρέουσες, μες στα ποτάμια του Ομήρου
και στα ρυάκια των Λυρικών.
Γιατί, ακόμη και οι λέξεις μου, δικές μου δεν είναι.
Κι ο χρόνος είναι δανεικός ή εξαγορασμένος.
Για να μπορώ εγώ σήμερα να γράφω, μετ’ ευτελείας,
στα ματωμένα μου τεφτέρια,
κάποιοι καταδικάστηκαν σε πλήρη αφωνία,
στην επαρχία, στο υπόλοιπο Αττικής,
στην Αφρική και στη Λατινική Αμερική ή στην Ασία.
Κι έτσι, ως το λαιμό, είμαι χρεωμένος.
Κι όμως, εν τέλει, τι μπορώ;
Μόνο να γράφω. Να σβήνω. Και να γράφω

*Από τη συλλογή “Άλαλο”, εκδόσεις Τυπωθήτω 2013.

ένα έτσι, στο μουμπούλι

θα επιστρέψω και πάλι στον πίνακα
ακίνητος
και ήρεμος πρέπει
στο δωμάτιο αναμονής
δύο ορόφους κατεβαίνοντας
οδηγώντας τις φλέβες μου
προς πάσα κατεύθυνση
ενός ιωδιούχου ορίζοντα
αναζητώντας το μυστικό πέρασμα
πίσω από τους λόφους
είναι ένα σπίτι, εκεί;
ακολουθώντας τις δύο μικρές
φιγούρες
κατά μήκος της παραλίας
τα βήματά μου
και όσα χάρισα στο κύμα
όσα βρίσκονται πίσω και πέρα
από αυτόν τον τοίχο
η πρόκα που στερεώνει
την καρδιά μου στη θέση της
μακριά από όλα αυτά, μητέρα
ίσαμε το γλυκό της χαμόγελο

Νίκος Φρατζέτης, Ο σκοτεινός άγγελος

Σχέδιο: George Grosz

Βάλε κονιάκ στο ποτήρι μου.
Ό,τι πιο φθηνό.
Το πιο άθλιο ποτό που μπορείς να βρεις στα βρώμικα ντουλάπια σου.
Άσε με να μεθώ.
Να είσαι εκεί.
Εκεί που δεν θα έχω πια την κυριότητα των λόγων μου.
Θα ουρλιάζω τα ονόματα που σου έχω χαρισμένα.
Μην σκοτίζεσαι να καταλάβεις.
Ποιο το νόημα άλλωστε;
Τάισέ με το χειρότερο φαΐ σου.
Ωμό.
Πέτα το σε μια γωνία.
Θα συρθώ σαν το σκυλί για να σε ευγνωμονήσω.
Το χειρότερο εαυτό μου ξεσκονίζοντας μπροστά σου.
Θα σταθώ τρεκλίζοντας κρατώντας τους ώμους σου,
κουρασμένος, καθαγιασμένος, γυμνός.
Θα γίνω αυτός που πραγματικά είμαι.
Χωρίς υπεκφυγές, χωρίς ευγένειες.
Δεν θα είμαι αυτός που κρύβει το νερό,
που ντύνουν τα άψογα τα ρούχα,
που οι καλοί μου τρόποι ιστορούν.
Βαδίζοντας αργά και μεθυσμένα,
τα χείλη σου προσδοκώντας να βρω.
Χαρίζοντάς σου τα πιο φρικώδη σχέδια.
Την τέχνη σου αποθεώνοντας μες στα λευκά χαρτιά.
Κομμάτι θα γίνω κι εγώ του μαύρου μολυβιού σου.
Στις σκοτεινότερές σου σκέψεις,
στις πιο μύχιες φοβίες των παιδικών σου χρόνων,
άσε με να γίνω φως.
Μόνο ένα σου ζητώ.
Μην λυπηθείς αυτό που δείχνω ότι είμαι.
Μα αγάπα αυτό που μέσα από την κόλαση της σκέψης μου γεννιέται.
Δώσε μου φτερά.
Κάνε με τον σκοτεινό σου άγγελο.
Μονάχα μην με συμπονέσεις.
Αυτό ξέρεις μπορεί στο τέλος να σκοτώσει.

Ευσταθία Π., Τρία ποιήματα

ΣΤΥΓΑ

εδώ τα αγόρια έχουνε συν δώδεκα κεφάλια
κόβουν το ένα μα σιγά πάντα φυτρώνει άλλο

δύο φορές γενέθλια κι εφτά ψυχές τ’ αγόρια
λιμάρουνε τα νύχια τους στα τουρνικέ τα βάφουν

τώρα η Τρίτης Σεπτεμβρίου είναι ροζ
τ’ αγόρια σκίζουν με τα δόντια τα φτερά τους
λερναία σώματα με λέξεις ξηλωμένες
καρδιές χτυπούν ανύποπτα
κι όπως το φως κοιτάζουν
μουσεία ανιθαγενή τα μάτια τους στην πόλη

*

ΣΙΝΓΚΕΡ

τα κορίτσια τα καλά

γάζωμα
φύσημα

Πέντε δέκα στον παρά

γάζωμα
φύσημα

τ’ άλλα τα καλύτερα
όταν παν αντίπερα

παίρνουν πάντα τηλέφωνο
λεν πως έφτασαν σπίτι

*

ΝΤΟΜΑΤΟΒΕΡΓΑ

μετά από τόσους νεκρούς
γέμισε χώμα το ποίημα

στα χέρια κνησμός
κι εσύ για να ξεχάσεις
σε πλήρη ένταση πιέζεις το κουμπί
πολτοποιείς και εμφιαλώνεις
περασμένων ζωών τρυφερές απολήξεις

*Από τη συλλογή “ΣΙΝΓΚΕΡ”, Εκδόσεις Θράκα, 2025.

Jorge Amado (1912 -2001), Δύο ποιήματα στα ελληνικά και ισπανικά

LLEGADA
Anoche presentí que no vendrías,
la luna se escondió en el horizonte,
los árboles tejieron melodías
y el frío se escapó de entre los montes.

Las horas lentamente se embriagaban,
el mundo se detuvo en sus relojes,
la rosa en su capullo se cerraba
y un grillo me cantaba:” no te enojes”.

De pronto el bosque se vistió de plata,
se abrieron las ventanas y las flores,
se oyeron unos pasos por las matas:
llegaba el amor de mis amores.

ΑΦΙΞΗ

Χθες βράδυ ένιωσα ότι δεν θα ερχόσουν,
το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από τον ορίζοντα,
τα δέντρα ύφαιναν μελωδίες,
και το κρύο ξέφυγε από τα βουνά.

Οι ώρες σιγά σιγά μεθούσαν,
ο κόσμος σταμάτησε στα ρολόγια του,
το τριαντάφυλλο στο μπουμπούκι του έκλεισε,
και ένα τριζόνι μου τραγούδησε: “Μην θυμώνεις.”

Ξαφνικά, το δάσος ντύθηκε στα ασημένια,
τα παράθυρα και τα λουλούδια άνοιξαν,
βήματα ακούστηκαν στους θάμνους:
η αγάπη των ερώτων μου έφτανε.

AMARTE

Amarte es la materia que no rindo,
que aplazo trás los montes del engaño,
que dejo que el fantasma de lo lindo
me envuelva en lo efímero y el daño.

Amarte en lo invisible de tu esencia,
buscarte en lo indecible de tu Rostro,
gozar sin más tu altísima presencia,
querer vivir sin que existieran otros.

Amarte en la belleza de la rosa,
mirarte en el paisaje vespertino,
sentirte en esa mano cariñosa,
beberte en esa agua que fue Vino.

ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ ΣΕ

Το να σε αγαπώ είναι το θέμα που δεν παρατώ ποτέ,
που το αναβάλλω πίσω από τα βουνά της απάτης,
που αφήνω το φάντασμα της ομορφιάς
να με τυλίξει μέσα στο εφήμερο και το οδυνηρό.

Αγαπώντας σε μέσα στο αόρατο της ουσίας σου,
αναζητώντας σε στο ανείπωτο του Προσώπου σου,13
απλά απολαμβάνοντας την υψηλή σου παρουσία,
θέλω να ζήσω χωρίς να υπάρχουν οι άλλοι.

Αγαπώντας σε μέσα στην ομορφιά του τριαντάφυλλου,
ατενίζοντας σε στο βραδινό τοπίο,
νιώθοντας σε σε αυτό το στοργικό χέρι,
πίνοντας απ’ αυτό το νερό που ήταν Κρασί.

*Δημοσιεύονται στο “ΠΟΛΥΜΝΙΑ, ARS POETICA” (POLIMNIA, ARS POETICA), Διεθνή Επιθεώρηση Ποίησης, Διηγήματος και Δοκιμίου (Revista Internacional de Poesía, Cuento y Ensayo), Οκτώβρης 2025.
**Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.

Γιώργος Κοζίας: Βαρκαρόλα (σχεδίασμα)

  

Όπου κι αν ταξιδέψεις
σάπια εποχή και τιποτένια.

Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα
στην Ανάφη και βρίσκεται
εξόριστος στην Τροία

Είμαστε παγιδευμένοι, σου λέω,
μας χτίκιασαν στα ναυπηγεία…

Σκουριασμένες λαμαρίνες, ενθύμια
της άμμου, πέτρες για το κακό μάτι
Ωραία Ελένη, αυτό το σκοτωμένο καλοκαίρι
βάλε μαύρες πέρλες, σφίξε με
κι αγκάλιασέ με
Χόρεψε μαζί μου από Ανία
Το γαμήλιο πάρτι το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ

Ξέμπαρκος κόσμος, ελπίζει, μάταια ελπίζει
στο ίδιο μουράγιο ανάστροφα γυρίζει

Τα πλοία, τα πλοία θα μας αφανίσουν
Είμαστε περαστικοί
σου λέω, ανίατα περαστικοί…

Ας πάμε λοιπόν ψυχή μου
ας πάμε πάλι κάπου
κι ας είναι στο Πριγκιπάτο του Θανάτου
Να λάμψουμε ή να χαθούμε
κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.

*Από τη συλλογή «Τι αιώνα κάνει έξω;», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025.

Τάσος Λειβαδίτης, Η κατάκτηση του χρόνου

Πηγαίναμε να κατακτήσουμε τον κόσμο- εγώ, ένας στρατιώτης
απ’ τον μεγάλο πόλεμο κι ο κόμης ντε Λωτρεαμόν. Το τρένο έτρεχε
με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Ήταν ένα σχέδιο παράτολμο- κάποτε
θα σας εξηγήσω. Νύχτα. Οι φωταγωγημένες πόλεις περνούσαν
έξω απ’ τα παράθυρα σαν αναμμένα κουρέλια κυνηγημένα απ’
τον άνεμο. Ο κόμης φορούσε έναν μανδύα φαρδύ για να σκεπάζει
τον αιώνα του κι έναν λαιμοδέτη ανάστατο σα μια εξέγερση.Ο
στρατιώτης τραυματισμένος παραμιλούσε κ’ ίσως τ’ ασυνάρτητα
λόγια του να εξηγούσαν τ’ όνειρο μιας εποχής. Ύστερα άρχισε
να χιονίζει, κρυώναμε όπως στην προϊστορία «Ραχήλ!» ψιθύρισε
ο στρατιώτης. Τι ήθελε να πει; Ο κόμης έσκυψε πάνω του. «Η
συμπόνια είναι το μόνο ελαφρυντικό  στο έγκλημα να υπάρχουμε»
είπε.
Γι’ αυτό σας λέω: όταν ακούτε ένα τρένο να σφυρίζει τη νύχτα,
σηκωθείτε κι αγρυπνήσετε.
Ίσως να μην ξαναϊδωθούμε.

*Από τη συλλογή “Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου”, Εκδόσεις Κέδρος, 1990.

Κατερίνα Φλωρά, Εκπνοή

Φωτογραφία: Hans Jacob Haarseth

αν προφτάσαμε τον καιρό
πριν το κύμα καλύψει
ό,τι απέμεινε στης βουβής ακτής την ερημιά
πριν καλύψει το σύννεφο
το φως της μέρας που λιγοστεύει ολοένα
πριν αέρας σκορπίσει
τα λησμονημένα όνειρά μας στων αστεριών τη σκόνη
θα’ ταν σαν να αντικρύζαμε ξανά το απέραντο ζεστό πέπλο μιας αγκαλιάς
εκπληρώνοντας αέρινα τα θραύσματα των χαμένων μας επιθυμιών

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Προσμένω

Εδώ ο χρόνος πολυκαίριασε
και δε φοριέται άλλο.
Στα συρτάρια των καιρών,
οι αναμνήσεις βάρυναν επικίνδυνα
κι ας λένε πως ξαλαφρώνεις με το φευγιό του χρόνου.
Ένας κόσμος τα μάτια σου.
Απάνεμος Ζέφυρος το γέλιο σου.
Ασημόχρυσο χάδι
η ζεστή σου ανάσα.
Κερί κόκκινο για την αγάπη σου ανάβω.
Προσμένω
στο παράθυρο
να σε δω να έρχεσαι,
να γεμίσει ο τόπος Ανατολή!

Κυπαρισσία, 1 Νοέμβρη ´25