Χρίστος Κασσιανής, Ξανά

Σχέδιο: Clifford Harper

Έπεσε το σύννεφο βαρύ στο μέτωπο,
σκόρπισε το γέλιο του
στις ματωμένες μας παλάμες,
γέμισε με όρκους θύμησες
τα πεζοδρόμια που βαδίσαμε
και κοίταξε κατάματα
τα κοκκινισμένα μας μάτια.
Έγινε βροχή.

Σκορπίσαμε.
Σε άδειες Κυριακές και με λειψές τις μνήμες.
Αδειάσαμε, άγγελοι του πουθενά.
Υπάρχουν κι άλλες ώρες
που θα μπορούσατε να ζήσετε.
Μες στις ζωές των άλλων προσώπων.

Φεύγουν οι μέρες όπως έφυγαν και οι μνήμες.
Περιμένουμε γιορτές που θ’ αργήσουν,
κι οι μέρες της οργής δεν περιμένουν.
Ανυπόμονες στέκουν στις γωνιές των δρόμων,
ανυπόμονα γυρεύουν το ξημέρωμα της λύπης.

Δηλώνουμε τις ημέρες που χάθηκαν.
Δεν είχαμε καιρό ν΄ αποτινάξουμε τα λάθη.
Στρώσαμε το σεντόνι της ερημιάς μας
επάνω σου μοναξιά, επάνω σου ανάξιε καιρέ,
Στο σώμα των ερώτων που κοιμήθηκαν.

Ποιος θα βρει τα ίχνη που έχουν πια χαθεί;
Κανένας. Όλοι μας φύγαμε.
Γελούμε με τους πόνους και αποχαιρετούμε.
Χάθηκε το λιμάνι κι όμως περιμένουμε.
Σαν από πάντα, στεκόμαστε
στα λάθη, στα πάθη, στους έρωτες.
Και πάνω απ’ όλα η ζωή που περιμέναμε.
Άδικος κόπος η αναμονή.

Δεν είμαστε σταθμοί,
ούτε ουραγοί των αναμνήσεων.
Καβαλάρηδες του φόβου,
ανυπόταχτοι της ήττας,
δεν γίναμε.

Αν περιμένεις να χαθείς, εκεί θα βρεθείς,
να χαθείς για πάντα.

Ένα πάντα, βρίσκεται πάντα, δίπλα στο πουθενά.
Από το πουθενά, πάντα ξεκινά ένα καράβι:
Το έρημο καράβι που πάει στο πουθενά.

*Από τη συλλογή “ύποπτοι σαν την Αλήθεια”, Αθήνα 2022.

Λίνα Βαταντζή, Επανακτούμε φωνή

Πιο ηχηρά από αμόνι
ταλανίζεται
η εποχή μας από την εποχή τους.
Ρέει η αδικία,
σφυροκοπά –

χωρίς φωνή
καμία καταβολή

Πιο βουερά από καταρράκτη
απαιτεί η ζωή
να ροβολούμε πλαγιές
να αμυνόμαστε με τους ασκούς
του δίκιου μας.

Γεωργία Διάκου, Δύο ποιήματα

θέμα πρώτο

σκυλάκια κι ασφόδελοι
λουλούδια αγαπητά
των έρημων περιοχών
του χωριού οι κουρτίνες
και τα μεσημεριανά μαζέματα
η κοιλιά σου χώμα του σώματος
καλλιέργεια της εξέλιξης
σφήνα του Δαιδάλου
ήλιος πέταγμα
μια Κυριακή που μετράει
τα παιδιά της
στη Νέα Υόρκη
ήταν όμορφη
με τα παράσημα
της γενιάς
που άκουγε πανκ
στα πρωινά δημητριακά της
και εσύ μια από αυτές
που ήθελε να μεγαλώσει
ως κηπουρός
κατάλαβες
πώς προηγείται η σπορά
της όψης.

*

θέμα δεύτερο

εγώ και η μητέρα μου στο ντουλάπι
με όλα τα μαλλιά
πλεγμένα σε κοτσίδες
“Κόψ’ τα” μου λέει
και η γλώσσα της σκληραίνει
άμμος απλώθηκε στα πιάτα
σκεπαστήκαμε ησύχως

όταν μας ανακάλυψαν
σε αρχαιολογική ανασκαφή
μας ταξινόμησαν
στα είδη οικιακής αγάπης
η επιγραφή μας στην αποθήκη
έγραφε: αδελφές ψυχές / κομμάτι μιας σύνθεσης

*Από τη συλλογή “αυτά που φαίνονται στο φως μου μοιάζουν οικεία”, εκδ. Θράκα, 2022.

Νίκος Καρούζος, Βαθμίδες

1.
Ἤτανε ὅλο τὸ πρωῒ σημαιοστολισμένο
καὶ τραγουδοῦσα.
Ὁλοένα ἔρχονται πιὰ
σὰν ἀπὸ ἀνώτατο δικαστήριο
φωνές.
Ψάχνω μάταια νὰ βρῶ τὴν αἴθουσα
πρέπει νὰ μιλήσω σὲ τόσους
φίλους με τὰ αἰώνια τώρα μάτια.
Κινεῖται ὁ δρόμος πρὸς τὸ μεσημέρι.

2.
Ἂν εἴδατε τὴ μοναξιὰ ποτὲ πίσω ἀπ᾿ τὸ τζάμι
νὰ σᾶς ἀπειλεῖ
μ᾿ ἕνα μαχαίρι σιωπὴ
ποὺ ἀργὰ θὰ σχίσει τὸ δικὀ σας στῆθος
ὅπως φάντασμα τὴν πόρτα περνᾷ
μὲ γελαστὰ τὰ ἐξογκωμένα μῆλα
καὶ νὰ στέκει-
θὰ μὲ ἀγαπήσετε, εἶναι γυμνὸ
σαρώθηκε αὐτὸ τὸ μεσημέρι.

3.
Ὅλα κοστίζουν ἕνα παίξιμο.
Πάρε μαζί σου τὸν ἔρωτα κ᾿ ἐκεῖνα τὰ ὄνειρα
ἔλα στὴν κάτω γειτονιὰ καὶ πές: Κορόνα γράμματα
ἐκεῖ ποὺ χάνεται ἡ ψυχὴ νὰ βυθιστεῖς.
Θέλω ν᾿ ἀκούσεις τὸ μεγάλο μυστικὸ
γιὰ πάντα πέφτει ὁ καρπὸς ἀπ᾿ τὸ δέντρο.
Ἐντούτοις ἐκεῖ ποὺ χάνεται ὁ δρόμος
νὰ τραβήξεις.
Ὅ,τι νὰ σὲ καλέσει
δὲν εἶναι γιὰ ἐπιστροφὴ
τὰ δάκρυα κι ὁ πόνος κοφτερὸς
εἶναι μέσ᾿ στὸ παιχνίδι.
Ὅποιες φωνὲς ἀκούσεις μὴ σὲ παρασύρουν
σφάξε τὴ μιὰ ὀμορφιὰ νὰ πιεῖ τὸ αἷμα ἡ ἄλλη.
Κορόνα γράμματα νὰ παίξεις
τὶς ὦρες καὶ τὰ χρόνια
μόνος με τὸν ἔρημο ἀντίπαλο.

Λίλλυ Ιουνίου, λίγο πριν τελειώσουν οι ανάσες του κόσμου

Photo: Enzo Dinolfo

λίγο πριν τελειώσουν οι ανάσες του κόσμου
θα καθήσω δίπλα σου
με τρόπο απλό
και λευκό
σαν ποιητές
θα μοιραστούμε
τον σπασμένο μας ύπνο
τα βαριά μας χείλη
ψελλίζοντας
όσα η εποχή δεν επιτρέπει

E.E. Cummings, ας είναι η καρδιά μου πάντα ανοιχτή

ας είναι η καρδιά μου πάντα ανοιχτή στα μικρά
πουλιά που ‘ναι τα μυστικά της ζωής
ό,τι κι αν τραγουδούν είναι καλύτερο απ’ το να γνωρίζεις
κι αν οι άνθρωποι δεν θέλουν να τ’ ακούσουν οι άνθρωποι
είναι γέροι

ας περιδιαβαίνει το μυαλό μου πεινασμένο
κι άφοβο και διψασμένο κι εύπλαστο
ακόμη κι αν είναι κυριακή ας έχω άδικο
γιατί όποτε οι άνθρωποι έχουν δίκιο δεν είναι νέοι

κι ας μην κάνω εγώ τίποτα χρήσιμο
κι ας αγαπώ εσένα περισσότερο κι από αληθινά
δεν έχει υπάρξει ποτέ κάποιος τόσο ανόητος που
να μην μπορεί να
τραβήξει όλο τον ουρανό πάνω του μ’ ένα χαμόγελο

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/07/05/e-e-cummings/ (Δεν αναφέρεται μεταφραστής/τρια).

Popi Aroniada, Termites dance

…I am cold
while around me
flames dance
instead of pain
the tooth is missing
it lies opposite
on the demolished roof
together with more
baby-teeth
the lye on the hair
turns termites into ashes
termites that carry
full moon buttons
seal holes
by stopping cries
mint dries up
a memory of green
soap in the eyes
from washing a child
while the waiting
for a resurrection
floods the eyes
I sewed up the womb
I sew on the pockets
every small opening
for the heirs to find
something to burry
I am cold
while all around me
flames dance

*From the collection “Roke”. Translation from the Greek: Katerina Anghelaki-Rook.

Χρήστος Ντάντος, Αντινανούρισμα

…και το βάρος του Άτλαντα πούπουλο
θα καθίσει στους ώμους μας

Στην Δώρα πάλι

Μην εγκαταλειφθείς.
Την πόρα μην ανοίξεις στον ύπνο.
Θα χιονίσει κι εδώ γαλάζιες νιφάδες.
Φλοίδα τη φλοίδα θα ξεφτίσει ο ουρανός.
Θα ξεμυτίσει το κρυμμένο στο τέλος.
Μείνε μαζί μου να το δεις.

Περνούν γαλαζοκότσυφες, χαλκοκουρούνες.
Πλημμύρα αλκυονίδων νιφάδων καταφτάνει.
Ξετρελαμένα τα χέρια σου θα πιάνουν
την ολιστική βαφή, θ’ αλείφονται
του ουρανού την ορμόνη.
Θα βγάζεις την κομμένη γλώσσα
και πετιμέζι θα γεμίζει και λουλάκι το στόμα.
Μονομιάς σου λέω οι άφτρες θα χαθούν.
Στα άγρια βουνά τα δηλητηριώδη λόγια.
Εδώ που έφτασες μην εγκαταλειφθείς…

Και τι είναι λίγη στέρηση ακόμη σκοταδιού
για ένα δίκροκο σιέλ κουκούλι.
Βελούδο του ύπνου κρίμα από τώρα να καταδεχτείς.
Στην αποστήθιση του κόσμου γιατί να εξεταστείς
εδώ που έφτασες.

Μπλε και στις εφτά αποχρώσεις του αναλυμένο
αντίκρισες ποτέ σου;
Ξεδιπλωμένους τους εφτά ουρανούς και τις εφτά
σημασίες ευανάγνωστες να καταυγάζουν είδες;
Πόσο στο πρόσωπο εσένανε θα φέρνει όταν
η φοβερή εφτάριγη σημαία τραβηχτεί;

Μα κοίτα τώρα. Με γαλαζόπετρα κιόλας ραντίζει.
Ο περονόσπορος των άλλων ματιών θα προληφθεί.
Μεθυστικός ο γαλανίτης τους θα στάξει
θ’ αποστάξει στο μέγα της ψυχής το σπήλαιο.
Καλειδοσκόπιο για μας γιγάντιο μπλε
και μ’ απειράριθμες του απόρρητου ειδώλου μας
τις ανακλάσεις, μα όπου να ‘ναι θα ανοίξει.
Μείνε λοιπόν -ορίστε μισανοίγει- μείνε…

Μόνος δεν το φορτώνομαι -στο λέω-
τέτοιο διαβόητο χρώμα.

*Από τη συλλογή “Ο Σκιέρ των Σκιών”, εκδ. Οροπέδιο, 2008.

Γιάννης Χαιρέτης, Δύο ποιήματα

Η ΠΟΛΗ

Περιπλανώμενος
στην ερημιά
της εγκαταλειμένης πόλης
θωρώ τη λήθη
με το σάβανό της
να σκεπάζει
καθ’ έργο του ανθρώπου.
Όλα τριγύρω μου
χαλάσματα και όρνεα
που κράζουνε τρομαχτικά’
κι ο Άρχων της φθοράς
την εφιαλτική σκιά του
έχει απλώσει
πάνω απ’ τα παιδιά του.
Μονάχα εκεί,
στην κεντρική πλατεία
-σύμβολο μίσους-
ορθώνεται
φρικτή
η φυλακή.

*

ΚΥΚΛΟΣ

Αναθυμούμενος
Τα χρώματα της νιότης
έδεσα
της μοναξιάς μου τη θελιά,
στα κέρατα
των περασμένων Χρόνων.

Έτσι με βρήκε -γερασμένο-
το πρωί
μ’ ένα παλιό καντήλι,
αναμμένο
να φωτίζει το παρόν
κι ένα μικρό θυμό
να ξαγρυπνά
στην πόρτα της ψυχής μου.

*Από τη συλλογή “Ο κήπος των απολάψεων”, Εκδ. Ελεύθερος Τύπος, Δεκέμβρης 1992.

Percy Bysshe Shelley (4/8/1792 – 8/7/1822), Από το βιβλίο “Περί ζωής: Διακήρυξη Δικαιωμάτων / Αλάστωρ ή Το Πνεύμα της Μοναξιάς”

Όπως κάποιος που σε ασημένιο όραμα μετεωρίζεται
Υπακούοντας στην σαρωτική κίνηση των ανέμων των δυσωδών
Από τα υπέροχα σύννεφα επάνω, τόσο γρήγορα
Κατά μήκος των σκοτεινών και ταραγμένων νερών γοργοδιάβαινε
Η βάρκα.― Ένας ανεμοστρόβιλος την παράσερνε συνεχώς,
Με βίαιες ριπές και δύναμη επιταχυντική,
Μέσα από τους χιονισμένους σκοπέλους της θάλασσας της ερεθισμένης.
Τα κύματα υψώνονταν. Ολοένα και υψηλότερα
Οι άγριοι λαιμοί τους σφάδαζαν κάτω από της τρικυμίας το μαστίγιο
Όπως ερπετά που πασχίζουνε σαν τα αδράχνουνε τα όρνια.
Ήρεμος και χαρούμενος μέσα στον πόλεμο τον τρομακτικό
Των κυμάτων που συντρίβονταν μεταξύ τους και όπως χτυπούσαν
Έπεφταν, και την μαύρη πλημμύρα που ακολουθούσε του ανεμοστρόβιλου
Την σκοτεινή πορεία την καταστροφική, καθόταν:
Σάμπως οι διάνοιές τους να ευθύνονταν
Που ορίστηκαν για να τον οδηγήσουνε στο φως
Των ματιών των αγαπημένων, ο Ποιητής καθότανε
Κρατώντας το πηδάλιο σταθερό. Το βράδυ ήρθε,
Οι αχτίδες του ηλιοβασιλέματος κρεμούσανε τις ιριδωτές τους αποχρώσεις
Ψηλά ανάμεσα στους ασταθείς από σταγόνες θόλους
Που περιέβαλαν το μονοπάτι του στα ανοιχτά˙
Το λυκόφως, ανεβαίνοντας αργά από την ανατολή,
Συνέπλεκε τις πλεξούδες του σε σκοτεινότερα στεφάνια
Επάνω από την ξάστερη πρόσοψη και τα ακτινοβόλα μάτια της ημέρας˙
Η νύχτα ακολούθησε, ενδεδυμένη αστέρια. Σε κάθε πλευρά,
Ακόμα τρομακτικότερα τα πολυάριθμα ρέματα
Της φουσκοθαλασσιάς, σε πόλεμο αμοιβαίο,
Εφόρμησαν με μαύρη αναταραχή όλο κεραυνούς, σαν για να περιγελάσουν
Τον γαλήνιο ουρανό, τον διάστικτο. Η μικρή βάρκα
Ακόμα πήγαινε μπροστά στην καταιγίδα˙ ακόμα πήγαινε, όπως ο αφρός
Καθοδικά στον απόκρημνο καταρράκτη παγερού ποταμού˙
Πότε σταματώντας στο χείλος του κύματος του σπαραγμένου˙
Πότε φεύγοντας μακριά πίσω από τον εκρηγνυόμενο σωρό
Που έπεφτε, τον ωκεανό συνταράσσοντας. Με ασφάλεια πήγαινε―
Λες και εκείνη η εύθραυστη και χαραμισμένη ανθρώπινη μορφή,
Θεός των στοιχείων.

*”Περί ζωής: Διακήρυξη Δικαιωμάτων / Αλάστωρ ή Το Πνεύμα της Μοναξιάς”, εκδ. Bibliotheque, 2020. Μετάφραση: Γ. Μπλάνας & Χ. Αγγελακόπουλος.