Αντωνία Μποτονάκη, Τρία ποιήματα

ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ

Δε μου επιτρέπεται να πίνω
Έχω ευάλωτο συκώτι
Ούτε και να καπνίζω
Οι πνεύμονες μου είναι κι αυτοί ευάλωτοι
Δε μου επιτρέπεται η χρήση ψυχοτρόπων
Αναζωπυρώνουν την επιθυμία αυτοχειρίας
Ούτε να σκαρφαλώνω στην πλαγιά
Να κολυμπώ στην κρύα βραχώδη θάλασσα

Μου επιτρέπεται το τζιν και η μπύρα χωρίς αλκοόλ
Να ατμίζω γλυκερίνη
Να καταπίνω ζάναξ
Να περπατώ στον κυλιόμενο διάδρομο
με ελαφρά μόνο κλίση
Να κολυμπώ στην ουροδόχο μέσα κύστη
της Δευτέρας
της Τρίτης
της Τετάρτης
της Πέμπτης
της Παρασκευής
του Σαββάτου

Τις Κυριακές
σηκώνω τα νεκρά παιδιά μου

ούτε ένα, ούτε δύο –έξι παιδιά– κοτζάμ δυο μέτρα

Τα πλένω, τα χτενίζω
Τους βάζω τα καλά τους
Τραπέζι στρώνω
Καταμεσής μια πέτρα παγωμένη
Κι ολόγυρα
Κριθάρι, κουκιά, λούπινα

Κανείς να μην αναστηθεί

Τους παραγγέλνω

*

ΑΤΡΟΠΟΣ

Τέτοιο μπουρίνι μανιασμένο που σηκώθηκε,
μεσονυχτίς,
που έδωσε μια
κι άνοιξε διάπλατη την πόρτα στο σκοτίδι.
Σκιάχτηκε το σκυλί
κι όρμησε μες στη νύχτα
(κι ούτε που ξαναφάνηκε).
– Μου ’πεσε κι άνοιξε κι αυτό,
μονολογούσε η λεχώνα οργισμένη,
στα θηλυκά τα σκέλια του νεογέννητου θωρώντας
τη ροδαλή πληγή, τη σχάση
κι έδενε κόμπο τ’ άντερο, τον λώρο.

Θηλιά να πεις, θηλιά

Ύστερα, χωρίς να περιμένει νύχτες τρεις,
τις άλλες δυο

τις μοίρες λέω

μονάχη αυτή και μοίρανε και μοίρασε.

Να ’μαι λοιπόν.
Μια ακόμα θηλυκιά.
Ίδια, όπως οι προβατίνες, οι αγελάδες και οι σκύλες.
Κι ολόιδια, όπως αυτές,
δεν επιτρέπεται να τρώω τσάμπα το ψωμί μου.
Ξανθιά.
Πάει να πει: τα θέλει ο κώλος μου.

Κακότροπη κι αυθάδης

*

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Αυτόπτης μάρτυρας των κεραυνών

Μου λείπουν
οι μακρόσυρτες βροντές, το ξυπόλητο ποδοβολητό
της βροχής, η μυρωδιά απ’ τα φρύγανα της πλαγιάς.

Οι φωνές του γερακιού, της πέρδικας, του κοτσυφού,
της σκλόπας, του συκοφά, του κοκκινομπέτη,
του τρυποφράχτη, του ζιγαρδελιού.

Η μυρωδιά απ’ τα έχνη, το καθησυχαστικό αναχάραγμά τους,
η αψιά μυρωδιά του κατωγιού, η γαλανή, η κανέλλα,
το φρογό, η κουτσοκέρα.

Τα μανουσάκια στο γυραλάκι του λιόφυτου, οι πετροφιλ λιές
στο Σοχορέλι, οι πρίμουλες του ποταμού, οι παπαρούνες
στη Δρακόβρυση, τα βάτσινα στο Σφανταχτόρυακο,
τα πεντάνευρα στην Κρυγιά Βρύση, ο σταφυλίνικας στον Αϊ-Γιώργη,
οι χατζίκοι, οι κουτσουνάδες και το μαγιοβότανο.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, Εκδόσεις Θράκα 2024.

Ολυμπία Θεοδοσίου, Αιαία 

Οχλοβοή
στον ναό της αστικής μάχης.
Θαμώνες και περαστικοί
με ένα κερί χλωμό στο χέρι
-φορώντας προβιά λύκου-
στέκουν στον μαρμάρινο σολέα,
και περιμένουν την γέννηση της Κίρκης.
Φωνασκούν και διαπληκτίζονται,
δίχως αίτιο και Ιούδα.
Στις τσέπες φυλούν γάλανθο
και κέρματα από ασήμι.
Στον ομφαλό του τρούλου,
άγιοι με βλέμμα στωικό
ακολουθούν την ραψωδία,
από τα μάτια τους
αναβλύζει αίμα μνηστήρων,
που καταλήγει στον Ιορδάνη ποταμό.
Κανένας ήρωας
δεν περνά το κατώφλι του ναού,
κανένα θαύμα δεν λαβώνει
την γέννηση της Κίρκης.
Ο χρόνος παντοκράτορας,
και η θλίψη δεν παύει
να δίνει χρησμούς στους απόντες θνητούς.

Hans Magnus Enzensberger, Δύο ποιήματα

ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΣΕ ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

Δημιουργοί της Ιστορίας! Λύκοι φοβισμένοι
μακιγιαρισμένοι αγριόχοιροι, ευνούχοι
με τους βηματοδότες σας, πιθηκόζουμο
σε ζαρωμένη σπλήνα, ένα απολειφάδι στέργε ή
ανάμεσα στα σκέλια:

άυπνοι πάνω απ’ το ρεύμα του κόλπου
εκτιναγμένοι από υπέροχους υφάλους
μέσα σε λαγούμια νεφών, κι όμως
κανένα αερικό, καμιά θυγατέρα τ’ ανέμου
δεν σας κρατά μέσα στην άγρια καρδιά της
ούτε κι εσείς κουρνιάζετε
μες στο σοφό της κορμί.

πάντοτε μη ίδια μπαμπόγρια, η Ιστορία,
ετούτη η φρικτή οικοδέσποινα,
θα σκαρφαλώνει στα ξινά σας κρεβάτια
αρμέγοντας
τις θολές σας ηδονές.

κατεβείτε! χωρίς αλεξίπτωτο!
παλέψτε το!
ούτε ένα θηλυκό
δεν θα ρίξει για εσάς ένα δάκρυ:
ακόμα και η μπαμπόγρια θα σας ξεχάσει.

*

ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΤΡΟΜΟYΣ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ

Η νύχτα είναι ένα κρεβάτι από τσουκνίδες
τρίζει το χέρι σου σαν ρόδι
κάποτε χαμογέλασε στον λαιμό μου η θηλιά
έκαψε την τυφλή μου καρδιά
τ’ άλμπουρα του καραβιού τώρα φλέγονται

στους υφάλους της ακτής Bagouse
στη δαγκωματιά της θαλασσινής άλμης
ω δείξε μου το τσακισμένο ποδάρι
μυρίζει καμφορά το σκοτεινό μάτι σου
και βυθισμένο στο αίμα σέρνεται ένα μπλουζ

ω μίσος εσύ κούφιο σύνθημα
απελευθέρωσε την ύστατη ώρα μου
ένα τρένο σφυρίζοντας τη διαπερνά
θεόρατες αίθουσες αναμονής
οι σερβιτόροι καλούν σε προσευχή, μαζευτείτε!

*Από τη συλλογή “Η υπεράσπιση των λύκων έναντι των αμνών” (1957). Περιλαμβάνεται στο συγκεντρωτικό “Η υπεράσπιση των λύκων και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2025. Μετάφραση: Γιώργος Πρεβεδουράκης.

Philippe Jaccottet, στίχοι

Το παιδί, από τα παιχνίδια του, διάλεξε μια βάρκα πήλινη
για να την αποθέσουν πλάι στον νεκρό.
Θα κυλήσει ο Νείλος μέχρι εκείνη την καρδιά;

Άλλοτε κοίταζα επί ώρες αυτά τα πορθμεία των μνημάτων
όμοια με το κέρας της σελήνης.
Σήμερα δεν πιστεύω πως η ψυχή τα χρησιμοποιεί, ούτε αυτά,
ούτε κανένα βάλσαμο, ούτε κανένα χάρτη του Άδη.

Αν όμως η τρυφερή εφεύρεση ενός παιδιού
έβγαινε απ’ τον κόσμο μας,
Θα συναντούσε αυτόν που τίποτα δεν τον συναντάει;

Ή είναι για παρηγοριά δική μας σ’ αυτή την όχθη;

*Το ποίημα ανήκει στο ποιητικό βιβλίο Leçons (πρώτη δημοσίευση το 1969). Περιλαμβάνεται σε μια πρώτη συγκεντρωτική έκδοση. Έιναι η έκδοση που κυκλοφόρησε από τον Gutenberg, σε μετάφραση Θανάση Χατζόπουλου.

Κώστας Ρεούσης, Το καρναβάλι των στίχων

στον Ηρακλή Παντελιδάκη

(I)
Ο ήχος απ’ το καπάκι
Μιας παγοθήκης
Προσγειώνει τα γαϊδουράγκαθα
Ενός βάζου Βοημίας
Στο στόχο της φαρέτρας
Μιας μπρούντζινης
Αρτέμιδος.

(II)
Η βάρβαρη δεκαετία
Μιας ηλικίας μεταιχμιακής
Εκεί στη νέκρα
Μιας πόλης συνοριακής ν’
Αγγίζει τον καύσωνα που
Ένας του νότου ποιητής
Αντέχει.

(III)
Βρισκόμαστε σ’ έναν
Αιώνα άκυρο
Νευμάτων ποντοπόρων
Όλα μες στην ταχύτητα
Μίας οθόνης αλγοριθμικής
Μ’ ανούσιες επαναλήψεις
Φλεγματικών καταρρίψεων.

(IV)
Κι όλα αυτά τα χέλια
Γλοιώδεις παρακρούσεις
Θαλασσινών σαλιγκαριών
Μέσα στο δίκοχο
Και στην αρβύλα
Ενός πολέμου που
Συνεχίζεται αναίμακτα κι επικερδώς.

(V)
Καθώς κι ενώ τα γράμματα
Συγκεντρώνονται στην
Ετήσια θερινή παράκρουση
Των αστρικών παρατηρήσεων
Ενός καρφωμένου ουρανού
Στο βλεφάριασμα του ακροτελεύτιου
Πελασγού στιχοπλόκου.

(VI)
Ακόμη και το «αίφνης»
Ξεφώνισε το «ξαφνικά»
Βρίσκοντας την καλοκαιρινή
Ποπλίνα βάλσαμο των
Εκροών μίας
Ανταριασμένης
Πνευμονικής συνουσίας.

(VII)
Σπερματικός εκτοξεύομαι και
Μαλάκας ολκής
Επίπλαστης σιωπής παρανυχίδα
Του δάκτυλου που είμαι αγωγός
Παράφωνων παιάνων και
Πενταγράμμου μυστικού
Κυκλαδικός πανηγυρτζής.

Λευκωσία, καλοκαίρι 2024

*Δημοασιεύτηκε στο exitirion.wordpress.com Επιμέλεια δημοσίευσης: Κωστής Παπαζάκ

 Jacques Prévert, Τρία ποιήματα

Τα κλειδιά της πόλης

Τα κλειδιά της πόλης
είναι βαμμένα στο αίμα
ο Ναύαρχος κι οι αρουραίοι εγκαταλείψανε το πλοίο
καιρό τώρα μια μέρα
αδελφή Άννα αδελφή μου Άννα
δε βλέπεις τίποτα που να έρχεται
βλέπω μες στη μιζέρια το πόδι ενός παιδιού γυμνό
και την καρδιά του καλοκαιριού
ήδη σφιγμένη στο μεταξύ των πάγων του χειμώνα
βλέπω μέσα στη σκόνη απ’ τα ερείπια του πολέμου
ιππότες της βαριάς βιομηχανίας
με δρασκελιές πάνω από αξιωματικούς του ελαφρού ιππικού
να παρελαύνουν κάτω από την ασπίδα
μέσα σε κάποια μουσική του τσίρκου
και δασκάλους απ’ τα σιδηρουργεία
δασκάλους  του μπαλέτου
να διευθύνουν μια καντρίλια ακούνητη και παγωμένη
όπου οι φτωχές οικογένειες
όρθιες μπροστά απ’ τον μπουφέ
κοιτάζουνε αμίλητες τ’ αδέρφια τους τα ελευθερωμένα
τα αδέρφια τους τα ελευθερωμένα
απ’ την αρχή και πάλι ν’ απειλούνται
από έναν κόσμο γέρικο, ξεκούτη, κακέκτυπο και καλιμπραρισμένο
και βλέπω εσένα Μαριάννα
φτωχή μικρή μου αδελφή
κρεμάμενη ακόμη μια φορά
στον σκοτεινό θάλαμο της ιστορίας
λαιμοδεμένη από τη Λεγεώνα της Τιμής
και βλέπω
γενειάδα μπλε άσπρη κόκκινη
ατάραχη και χαμογελαστή
να παραδίδει
να παραδίδει τα κλειδιά βαμμένα στο αίμα
στους μεγάλους εξυπηρετητές της Τάξης
της Τάξης των μεγάλων δυνάμεων του χρήματος.

*

Ο λόγος για την ειρήνη

Προς το τέλος ενός λόγου εξαιρετικά σημαντικού
ο μεγάλος άνδρας του Κράτους τρεκλίζοντας
πάνω σε μια ωραία φράση κούφια
πέφτει μέσα
και αβοήθητος με το μεγάλο στόμα του ανοιχτό
ασθμαίνοντας
δείχνει τα δόντια
και η οδοντική αποσύνθεση των ειρηνικών συλλογισμών του
αποκαλύπτει το νεύρο του πολέμου
το ευαίσθητο ζήτημα των χρημάτων.

*

Ο χαμένος χρόνος

Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου
ο εργάτης σταματάει ξαφνικά
o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ’ το σακάκι
κι όπως γυρίζει
και τον ήλιο ατενίζει
όλον κόκκινο όλον στρογγυλό
να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο
κλείνει το μάτι
με οικειότητα
Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε
δε βρίσκεις
πως είναι μάλλον μαλακία
να δίνεις μία τέτοια ημέρα
σε ένα αφεντικό;

*Μετάφραση: Μαρία Θεοφυλάκου. Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο vakhikon.gr

Jorie Graham, Τενεσί, Ιούνιος

Αυτή είναι η ζέστη που ψάχνει το ψεγάδι σε καθετί
κι αγαπά το ψεγάδι.
Δεν είναι τίποτα
πιο ασήκωτο απ’ το πνεύμα της,
τίποτα πιο έγκλειστο
απ’ το σώμα εντός της.
Εν μία νυκτί
φυτρώνουν τα κρίνα της·
οι αυλές μας —
γυμνές, ύστερα ψεύτικα χαρούμενες, μετά ξανά γυμνές.
Φαντάσου
να παραδέρνει ο νους γδυτός τη λογική του,
δες στο κορμί σου όχθες ποταμού που σιγοτρώγονται…

Μέσα της, δεν επιζεί κανένας κόσμος
σωρεύοντας περισσότερα απ’ τους γύρω του·
εκεί, η πίεση να γίνεσαι όλο και λιγότερος
είναι η πίεση να παίρνεις
όλο και περισσότερο
για να φτάσεις ως εκεί.

Ω —
άφησέ τη να σε αγγίξει…
Η βεράντα — μικρή κάσα του σώματος — φωτίζεται απότομα
κι η αιώρα ταλαντεύεται αβίαστα πέρα απ’ το χείλος της.
Παρακάτω οι φτέρες — τα καυτά τους στρωσίδια —
και λαμπυρίδων επίδεσμοι
πάνω απ’ τα παχιά καπνοχώραφα·
γρύλλοι κεντώντας τη ζέστη
για να γεμίσουν οι ίδιοι τα κενά.

Λικνίσου στο σκότος εκείνο
κι ύστερα πίσω εκεί
όπου οι τυφλές πεταλούδες της νύχτας
γυροφέρνουν, γυροφέρνουν,
πίσω και μπρος απ’ το ολόλευκο σπίτι
ως τους κισσούς που ξεπλέκονται.

Τίποτα δεν θα σε πιάσει.
Τίποτα δεν θα σ’ αφήσει να φύγεις.
Το λέμε άνθισμα —
το πνεύμα από σένα σκιρτά
κι εσύ παραμένεις.

*Μετάφραση: Ν. Κωσταγιόλας

Σούζαν Αμπουλχάουα: Ποίηση της μαχόμενης Παλαιστίνης

Artwork: Suhab Khatib

Παναγιώτης Ελ Γκεντί, Σούζαν Αμπουλχάουα*

«Άλμπι», «κάλμπι» ή «γκάλμπι» είναι η καρδιά στα αραβικά· η λέξη, ενταγμένη στη φράση «για κάλμπι», σημαίνει «καρδιά μου» και απευθύνεται συνήθως στο αγαπημένο πρόσωπο. Οι σημασίες όμως μεταβάλλονται, όταν οι άνθρωποι πονούν, διψούν ή πεθαίνουν· «για κάλμπι» σημαίνει πλέον και «πατρίδα μου» / «χώρα μου» / «σπίτι μου» και η φράση εκφέρεται οδυνηρά από το στόμα των Παλαιστινίων, δηλώνοντας όσα χάνονται, όσα πεθαίνουν ή όσα ελπίζεται πως θα ξαναγίνουν.

«Ραζάα» σημαίνει «επιστροφή» και αυτή η λέξη χρησιμοποιείται σήμερα για να δηλώσει την υπόσχεση των Παλαιστινίων προς τη γη από την οποία εκτοπίζονται. Αυτή η υπόσχεση έχει εν μέρει μόνο χαρακτήρα υπερβατικό· εκφωνείται μαχητικά urbi et orbi, δηλώνοντας την επιμονή στον δίκαιο αγώνα για ελευθερία, ενάντια στο εποικιστικό αποικιοκρατικό σχέδιο του Ισραήλ και του σιωνισμού. Επιστροφή επειδή τα κλειδιά των σπιτιών και της χώρας τους τα έχουν μέσα στην καρδιά τους.

«Σουμούντ» είναι ο πολύσημος εκείνος όρος με τον οποίο δηλώνεται, μεταξύ άλλων, η σταθερή επιμονή, η διαρκής και καθημερινή αντίσταση στις ισραηλινές δυνάμεις κατοχής, οι πολιτικές πράξεις στο επίπεδο της καθημερινότητας. «Σουμούντ» μπορεί να θεωρηθεί και η διακήρυξη της επιστροφής και η επίκληση στην ιθαγένεια και η με κάθε καλλιτεχνικό μέσο αντίσταση εκ μέρους των Παλαιστινίων σε ό,τι το Ισραήλ συμβολίζει.

Η Σούζαν Αμπουλχάουα, με τον αιχμηρό της λόγο, εξ ονόματος της μαχόμενης Παλαιστίνης, προσπαθεί να πει ότι ο αγώνας για ζωή και ελευθερία είναι διαρκής, καθημερινός και επίμονος – όσο διαρκής, καθημερινή και επίμονη είναι η σφαγή που υφίσταται η Παλαιστίνη.

Η Αμπουλχάουα, ποιήτρια της διασποράς, όπως τόσες και τόσοι άλλοι, είναι πρωτίστως πεζογράφος και ακτιβίστρια. Τα τρία αγγλόφωνα μυθιστορήματά της (Πρωινά στη Τζενίν, 2010· Το μπλε ανάμεσα στον ουρανό και το νερό, 2015· Ενάντια στον δίχως αγάπη κόσμο, 2020) απέσπασαν πολλά βραβεία και μεταφράστηκαν σε πληθώρα γλωσσών. Η ίδια σήμερα ζει και εργάζεται στις ΗΠΑ, όπου έχει ιδρύσει τη ΜΚΟ για παιδιά «Παιδικές χαρές για την Παλαιστίνη». Ως ακτιβίστρια συμμετέχει ενεργά στο κίνημα «Μποϊκοτάζ, Αποεπένδυση και Κυρώσεις» (Boycott, Divestment and Sanctions: BDS) εναντίον του Ισραήλ, ενώ σειρά ομιλιών της προασπίζεται τον αγώνα των Παλαιστινίων. Η αγγλόφωνη ποιητική της συλλογή Η φωνή μου αναζητούσε τον άνεμο εκδόθηκε το 2013, ενώ συμμετείχε και επιμελήθηκε ανθολογήσεις κειμένων και συλλογικών τόμων.
Το δεύτερο από τα εδώ μεταφραζόμενα ποιήματα ανήκει στη συλλογή του 2013, ενώ το πρώτο εκφωνήθηκε στο άνοιγμα του δεύτερου φεστιβάλ λογοτεχνίας «Η Παλαιστίνη γράφει», το οποίο διεξήχθη στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ τον Σεπτέμβριο του 2023. Στη συνανάγνωσή τους παράγουν ένα ενδιαφέρον κοντραπούντο: τα δεινά, που παρουσιάζονται στο δεύτερο ποίημα, είναι μία από τις προϋποθέσεις για τη σταθερή επιμονή στον αγώνα, που παρουσιάζεται στο πρώτο ποίημα.
 
Δεν φύγαμε ποτέ
 
Δεν έχει σημασία τι ζητάτε
Επειδή είμαστε οι άνθρωποι της χώρας
Επειδή είμαστε οι φύλακες των ιστοριών της
που μας κληροδοτήθηκαν από τα ελαιόδεντρα
Επειδή τα ποτάμια της διατρέχουν τα σώματά μας
και οι γιαγιάδες μας κεντούσαν το τοπίο της
στο δέρμα μας εδώ και δέκα χιλιάδες χρόνια
Επειδή σελώσαμε τα πρώτα της άλογα
τραγουδήσαμε τις πρώτες της μπαλάντες και
θερίσαμε το σιτάρι της με αγάπη
άσχετα με το ποιος κρατούσε όπλα εναντίον μας
Επειδή η ποίησή μας πότισε τους κήπους της
από τότε που ήταν ακόμα Χαναάν
Επειδή χορέψαμε όταν παντρεύτηκε τη Μεσόγειο Θάλασσα
και της φτιάξαμε για γαμήλια τούρτα έναν δίσκο
κιουνεφέ από τη Ναμπλούς
Επειδή ήμασταν πάντα εκεί
Είμαστε οι Εβραίοι, οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι
ζήσαμε μετασχηματισμένοι μεταξύ των θρησκειών
κατοικήσαμε τόπους προσκυνήματος που χάθηκαν και επέστρεψαν
αναμιχθήκαμε με τους κατακτητές μας
πεθάναμε από τα σπαθιά τους και
θρέψαμε το χώμα της με τα σώματά μας
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Αλλά ποτέ δεν φύγαμε
Όταν ο Ερρίκος Η΄ έστειλε την Άννα Μπολέιν στον πύργο
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν η Μαρία Αντουανέτα οδηγήθηκε στη γκιλοτίνα
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν ο Γαλιλαίος κοίταξε τους ουρανούς
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν ο Κολόμβος χάθηκε, λεηλάτησε και βίασε εκεί όπου αποβιβάστηκε
ήμασταν στην Παλαιστίνη
Όταν η βασίλισσα Νζίνγκα κυβέρνησε τα βασίλεια του Ντόνγκο και της Ματάμπα
Όταν ο Τζένγκις Χαν εκπόρθησε το Σινικό Τείχος
Όταν οι σουφραζέτες έκαναν πορεία
Όταν όλη η ιστορία σας
εμείς ήμασταν εκεί
Όχι στην Ευρώπη ή τη Ρωσία ή την Πολωνία ή
το Μπρούκλιν ή την Υεμένη ή
ή το Ιράν ή το Ιράκ
αλλά στην Παλαιστίνη
συνεχώς, για χιλιετίες
Επειδή εμείς δημιουργήσαμε τους χορούς της
καλλιεργήσαμε όλους τους λόφους της και
φτιάξαμε τα σπίτια μας μέσα στα αυλάκια της
Επειδή κοιμηθήκαμε, φάγαμε, γεννήσαμε
παντρευτήκαμε, αγαπήσαμε, γεράσαμε και πεθάναμε στην αγκαλιά της
από τότε που ο χρόνος ήταν σχεδιασμένος για ημερολόγιο
Επειδή τώρα είναι κάτω από τη μπότα ενός ξένου
Οι καμπύλες της ισοπεδώθηκαν από τους πολεοδόμους
τα δέντρα της κόπηκαν και κάηκαν από το μίσος τους
το σώμα της χαρακωμένο και αποστεγνωμένο
το ρόδι της κυριευμένο και φυλακισμένο
το ζάταρ της θαμμένο στο τσιμέντο και
η άγρια ταραχώδης ιστορία της
βιαίως χωμένη σε ένα πλαστικό κουτί
με ένα νέο όνομα και έναν νέο επικό μύθο
Σκότωσαν τα πουλιά της
πήραν το χούμους και τα φαλάφελ μας ως ομήρους σε ένα μουσείο
που έχτισαν πάνω από τους τάφους των προγόνων μας
Αλλά εμείς ξέρουμε και
μόνο εμείς μπορούμε να πούμε τις ιθαγενείς ιστορίες της
να τραγουδήσουμε τα ντόπια τραγούδια της και
να χορέψουμε γι’ αυτήν μια υπόσχεση από τα παιδιά της
που είναι αποφασισμένα να γυρίσουν πίσω
στην αγκαλιά των ηλιόλουστων λόφων της
στους πορτοκαλεώνες και τους ελαιώνες της
να αναζωογονήσουν τα αποξηραμένα ποτάμια της
για να μπορέσουν και πάλι να βροντοφωνάξουν γεμάτα ζωή
όπως έκαναν όταν η οικογένειά μας
ήταν ολόκληρη στις όχθες της
Εμείς
πάντα θα της γράφουμε τα ερωτικά μας γράμματα
πάντα θα τραγουδάμε και θα ζωγραφίζουμε και θα ράβουμε και
θα μαγειρεύουμε τα αγαπημένα της φαγητά
και θα σκεφτόμαστε και θα μαλώνουμε και θα κλαίμε και θα φυτεύουμε
και θα θερίζουμε και θα γιορτάζουμε γι’ αυτήν
την Παλαιστίνη μας
Στηριζόμαστε ο ένας στον άλλο
Βασιζόμαστε στους φίλους μας και
αποκηρύσσουμε τους κανονικοποιητές της καταπίεσής μας
Επιμένουμε
Υπάρχουμε
Είμαστε ένα έθνος
μία ιστορία
μία κληρονομιά
ένας λαός
αποφασισμένοι και προορισμένοι να επιστρέψουμε στην πατρίδα
 
 
Ουαλά
 
Είναι 3 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Η ουρά είναι μεγάλη
Και πυκνή
Με σώματα
 
Περιμένεις
 
Ένα σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε πλαστική σακούλα
Σφιχτά στο χέρι σου το εξαντλημένο απ’ τη δουλειά
 
Η γυναίκα σου ετοίμασε το πρωινό και το μεσημεριανό σου
Σηκώθηκε πριν από σένα
Και μαζί προσευχηθήκατε πριν την αυγή
 
Σε φίλησε στο πρόσωπο και είπε
Άλλα μαάκ για χαμπίμπι
Ο Αλλάχ μαζί σου, αγάπη μου
 
Φιλάς τα πρόσωπα των παιδιών σου που κοιμούνται
Δεν τα έχεις δει ξύπνια εδώ και μήνες
Και αναρωτιέσαι
Έχει αρχίσει να σπάει η φωνή του Ουαλίντ;
Έχουν αρχίσει να φουσκώνουν οι γοφοί της Ουιζντάντ;
Πόσο μεγάλο ήταν το χαμόγελο της Σοράγια όταν γύρισε σπίτι
με τον έλεγχό της;
 
Είναι 4 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Ακόμα περιμένεις
Η ουρά μπροστά σου είναι τόσο μεγάλη
Και πίσω σου τώρα είναι μεγαλύτερη
 
Λίγοι μιλούν
Είστε τόσο στρυμωγμένοι
που κρατάτε ο ένας τον άλλον όρθιο
 
Βλέπετε τη δική σας κούραση
που αντανακλάται στην κούραση που είναι χαραγμένη
Στα πρόσωπα γύρω σας
 
Κοιτάτε αλλού
Ψάχνετε για ένα τσιγάρο
Αλλά ποιος στο διάολο μπορεί να το αντέξει αυτό;
 
Κοιτάζεις τα γκράφιτι πέρα από τα
Σιδερένια κάγκελα που σε κρατούν μέσα
Γραμμένα μόνο για σένα
Από σιωνιστές εποίκους που σου ρουφάνε την ανάσα από τα πνευμόνια
 
Καταλαβαίνεις το νόημα
των αγγλικών τους λέξεων
«Ψοφήστε αράπηδες της άμμου»
 
Μερικές φορές
το αποζητάς κι εσύ αυτό
 
Είναι 5 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Οι στρατιώτες φτάνουν
Η γραμμή χαλαρώνει
Κάνεις ένα βήμα μπροστά
Κινούμενος από το βάρος των σωμάτων
Πίσω σου
 
Το σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε μια πλαστική σακούλα
είναι συνθλιμμένο.
Δεν επιβιώνει ποτέ
 
Είναι 7 π.μ.
Στο κλουβί των βοοειδών
 
Τώρα είναι η σειρά σου
Παρουσιάζεις τα χαρτιά σου
Ξεδιπλώνεις και ξαναδιπλώνεις
Τα μάτια κάτω
Η καρδιά κάτω
Χάλι μαύρο
 
Αλλά
Είσαι έξω από τη γραμμή
Δεκαπέντε άντρες πριν από σένα τραβήχτηκαν στην άκρη
Και προσπάθησες να μην κοιτάξεις
Να μην ακούσεις αυτόν που ικετεύει
Μη με χτυπήσεις
 
Είναι 7:30 π.μ.
Στο λεωφορείο με τα βοοειδή
 
Είσαι στον δρόμο
Η χώρα που σου έκλεψαν
διασπείρεται έξω από το παράθυρό σου
Και φαντάζεσαι
Ο άντρας που θα ήσουν
Ο άντρας που θα έπρεπε να είχες γίνει
Εκεί έξω
Ιππεύοντας το άλογο της οικογένειας
Τις καθαρόαιμες φοράδες του παππού σου
που μεγάλωσε κι ανέθρεψε κι αγάπησε
Σε μια Παλαιστίνη
Μη βιασμένη
Μη κλεμμένη
 
Είναι 8 π.μ.
Κατεβαίνεις από το λεωφορείο με τα βοοειδή
Στραπατσαρισμένο το σάντουιτς με τυρί
Και αγγούρι
Σε μια πλαστική σακούλα
Στο ένα χέρι
 
Τα μάτια σου κάτω
Η καρδιά κάτω
Βάζεις την εργαλειοθήκη σου κάτω για να χτυπήσεις
στην πίσω πόρτα των σιωνιστών εποίκων
που δίνουν δουλειά
 
Αλλά
 
Το αφεντικό των σιωνιστών εποίκων φωνάζει
Ουαλά
Μις χον ελ γιομ!
Δεν υπάρχει σήμερα
Αγόρι μου!
 
Και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να ευχαριστείς τον Αλλάχ που
η γυναίκα σου και τα παιδιά σου δεν είναι εκεί
για να τους ακούσουν να σε φωνάζουν
Ουαλά
 
*Εισαγωγή και απόδοση από το πρωτότυπο: Παναγιώτης Ελ Γκεντί

**Δημοσιεύτηκε στο jacobin.gr

ένα έτσι, ποιήματα

Hannah Höch, Seen From Above (1959)

η γριά έψελνε στο διάδρομο
ο γέρος διάβαζε Μπουσκάλια
οι συνοδοί μοιάζανε θλιμμένοι
περισσότερο από τους ασθενείς
οι πρωτάρηδες ξεχωρίζαν
ο Θεός είχε ήδη πάρει τη θέση του
μπροστά στον υπολογιστή
στα δεξιά της μακάριας πύλης
διαβάζοντας στις φλέβες μας
βαρετές καθημερινές ιστορίες
ξημέρωμα πάνω στις ταράτσες
κεραίες, δορυφορικά πιάτα
ένας γερανός στο βάθος γυρίζει
μια κουρούνα στέκεται και φεύγει
το φως ως συνήγορος του θύματος
το φως ως δικαστής συνταξιούχος
με τα φρύδια της λογικής γερμένα
στο βάρος της μεγάλης απόφασης
και τα μάτια άδεια, πλημμυρισμένα
από αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο
που οι άνθρωποι αποκαλούν ζωή
μετράω πόδια, λεπτά
που θα γίνουν ώρες
η μέρα Πέμπτη
το ταξίδι στην μητρόπολη
κι άλλα πόδια κι άλλα λεπτά
πέρα δώθε στον διάδρομο
καθώς ξημερώνει
φτηνά αθλητικά παπούτσια
περιμένουν το όνομά τους
ανυπομονούν να γιατρευτούν
έστω και για σήμερα μόνο
η μέρα Πέμπτη
σκονισμένα μαύρα adidas
πλαστικό λευκό δάπεδο
ο καφές τελείωσε, περιμένω

*

στην παρθενούλα μας

όταν σου μιλάω για μένα
μου απαντάς εσύ
επιστρέφοντάς μου την απόσταση

χαρίζοντάς τη μου
για οποιαδήποτε περίτεχνη μανούβρα
διαλέξω και πάλι

τα χέρια πίσω
από τα πόδια / στο κεφάλι
μια τρυπούλα ενδιάμεσα

εσύ μου λες είσαι αυτό
όπως εγώ εκείνο το άλλο
λιγάκι πιο πέρα, συνέχισε να μιλάς

μπορώ να αγγίξω
τα πολλαπλά σου φεγγάρια
και τις άνυδρες ακτές

δίχως να χρειαστεί ποτέ
να τα ονομάσω σπίτι
ή ακόμη χειρότερα, θεέ μου

χωρίς ποτέ να συμφωνήσω
πως καλό θα ήταν εκεί
να επιστρέψεις

όταν κάποτε σου ζητηθεί
μία αλήθεια
για να σε δουν

μίλησέ μου για σένα
και πήγαινε μας όπου εσύ θες
αρκεί να μπορώ να αισθάνομαι

το πότε φεύγεις
προς το αστείρευτο πουθενά
αυτής της ύπαρξης

ένα σημείο
από όπου σε αποχαιρετώ
για να σε βρω ξανά μετά

στην δεξιά μεριά του κρεβατιού
το μέρος από όπου όλα
τα σύννεφα περνάνε

έτσι
για να συνεχίσω να ακούω
κι ας μην έχω ιδέα τι λες

κι ας μην προσπάθησα ποτέ
να καταλάβω
αν όντως λες κάτι

ή απλά αγαπάς! τον τρόπο
που σε ακούω
όπως κι εγώ γίνομαι ο τρόπος
που όλα αυτά σιγά σιγά
χάνουν όποιο νόημα
κι αν είχαν

γελώντας και κλαίγοντας
στο βλέμμα που ανταλλάξαμε
την πρώτη φορά

που σε είδα
να πλησιάζεις το πρόσωπό μου
κι εγώ το δικό σου

Μανώλης Μεσσήνης. Απολογία συγγραφέως

Φωτογραφία: Patrick Tomasso-Oaqk

Είμαστε η σκιά μιας φευγαλέας αλήθειας,
το μυστήριο ότι υπήρξαμε εκεί

Είμαστε κάποιοι που πιστεύουν στο αστάθμητο

Είμαστε αφηγητές εκείνου που κανείς δε θέλει,
ενός ονείρου το οποίο αναγγέλλει και ανιχνεύει
με σαφήνεια τη ροή του χρόνου προς τον θάνατο

Είμαστε ένας Δαβίδ με μια πένα ικανή να σκοτώσει Γολιάθ

Μας κατακλύζει η θλίψη
επειδή η βαθύτερη γραφή είναι η απώλεια

Είμαστε οι μεταφραστές του κόσμου

Είμαστε ένα μάτι που εντοπίζει το ψευδές
και το δείχνει

Είμαστε ικανοί για κάθε θράσος

Είμαστε αυτοί που κάνουν τις λέξεις να ζουν όπως θέλουν,
ν’ αντηχούν, να μιλούν για τον εαυτό τους
σαν να προφέρονται στον αέρα,
σαν να πηγάζουν απευθείας από την αναπνοή,
το νόημα, τον ρυθμό, τη μουσική

Είμαστε αυτοί που παρατηρούμε,
αντιγράφουμε, μιμούμαστε, παρωδούμε,
διαλύουμε, ερευνούμε, επικρίνουμε,
παραμορφώνουμε, εξιλεώνουμε, κατανοούμε,
σκληραίνουμε και γοητεύουμε

Είμαστε αυτοί που υφαίνουν διαφορετικές εποχές
και χώρους χωρίς χρόνο

Είμαστε αυτές οι απλές λέξεις

Είμαστε αυτή η παράξενη φωτιά που κρύβεται κάτω από το γράψιμο