Νίκος Σφαμένος, Τρία ποιήματα

ΜΥΣΤΗΡΙΟΣ

βάδιζε αργά στη κάμαρα του
εκείνη τη μέρα
ουρλιάζοντας από
μέσα
του

«ο βλαμμένος , πάλι θα γράφει
εκείνα τα ποιήματα!»
σκέφτηκε η νοικοκυρά

την επόμενη
τον βρήκανε
νεκρό
ελάχιστοι
κλάψανε

ακολούθησε
η δόξα
τα σίριαλ
και
αναρίθμητοι
θαυμαστές
στο
facebook

*

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

μήνες είναι τώρα που προσπαθούσα
να γράψω ένα ποίημα

μα να
οι μέρες μοιάζουν
περισσότερο νεκρές
από ποτέ
το θαύμα είναι όταν
τραβιέται
η κουρτίνα
ο δρόμος
μα να
τα πρόσωπα των ανθρώπων
μοιάζουν
περισσότερο σκοτεινά
από ποτέ
τα βαγόνια έρχονται και φεύγουν
άδεια
απομείναμε να σκαλίζουμε αναμνήσεις
από θολά μονοπάτια
εμείς
που δε περιμέναμε ποτέ
τόσο πάγο
γέρνουμε σε ετοιμόρροπους τοίχους
βαδίζουμε σε σάπιες γέφυρες
διαβάζουμε λευκές σελίδες
ο κύριος τρόμος
τα πεσμένα φύλλα στη πόρτα μας
μία αυγή του Νοέμβρη
οι ζωές να χάνονται σε μία βάρκα
στη καρδιά του χειμώνα

και
μήνες είναι τώρα που προσπαθούσα…

*

ΕΣΥ

να
δώσεις
λίγο
αίμα
φωνή
και
μια
μικρή
ηλιαχτίδα

αρκετά
με
τη
βαρετή
ποίηση
και
ακόμα
χειρότερα
με
τους
βαρετούς
Ποιητές

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”.

Κωνσταντίνος Βορβής, Η παρτίδα

Tο επόμενο χαρτί σε αυτή την παρτίδα
όπου τα χρήματα είναι εξ αρχής χαμένα
και η αγωνία της αναμονής μας καταναλώνει
ακολούθησέ με να πεθάνουμε λίγο-λίγο
ανάμεσα στο ουίσκι και τα στοιχήματα
τσόχα και δερμάτινες πολυθρόνες
δώσε τα δαχτυλίδια σου και τα φορέματα
ο αντίπαλός μας σε αυτό το παιχνίδι
που οι κανόνες διαρκώς μας ξεγελούν
πάντα νικά κι ας προσποιείται γκίνια
φθειρόμαστε και η γκανιότα αυξάνει.
Θα μείνουμε στο τέλος οι τρεις μας
θα καπνίζεις και θα κοιτώ την τράπουλα
απέναντί μας καθισμένος εκείνος
θα αναζητούμε κάποιο σημάδι
που ίσως προδώσει τα φύλλα του
κι ο χρόνος θα περνά
ο καπνός θα γεμίζει το δωμάτιο
και θα πεθαίνουμε, λίγο-λίγο.

Gregory Corso, Είμαι 25

Με μια αγάπη που φτάνει τα όρια της τρέλας για τον Σέλλεϋ,
τον Τσάτερτον, τον Ρεμπώ
και το φτωχό αλύχτισμα των νιάτων μου
πηγαίνει από αυτί σε αυτί:
ΜΙΣΩ ΤΟΥΣ ΓΕΡΟΥΣ ΠΟΙΗΤΑΝΘΡΩΠΟΥΣ!
Κυρίως τους γέρους ποιητάνθρωπους που αποσύρονται
που συμβουλεύoυν άλλους γέρους ποιητάνθρωπους
που μιλούν ψιθυριστά για τη νεότητά τους,
λέγοντας: – αυτά έκανα τότε
αλλά αυτά ήταν τότε
ήταν τότε –
Θα έκανα τους γέρους να σωπάσουν
λέγοντάς τους: – είμαι φίλος σας
αυτό που ήσασταν κάποτε, θα γίνετε ξανά
μέσα από μένα –
Έπειτα το βράδυ στην ασφάλεια των σπιτιών τους
θα ‘βριζα τις απολογητικές φωνές τους
και θα ‘κλεβα τα ποιήματά τους.

*Μετάφραση: Λαμπριάνα Οικονόμου. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποιητικά”, τεύχος 24.

**Φώτο: Ian Gilmour, Waiting

Γρηγόρης Σακαλής, Βάρδια

Στα νυχτερινά δρομολόγια
της ζωής
σε δρόμους στενούς ή φαρδείς
οι άνθρωποι αγωνίζονται
βασανίζονται, τρέχουν
να βρουν εκείνο που ζητούν
το μεροκάματο
την επιβίωση
κι άλλοι τον έρωτα
της παράνομης σχέσης
γιατί ο νόμιμος έχει πεθάνει.
Μέσα στα έντονα μεγάλα φώτα
των λεωφόρων
αυτοκίνητα και άνθρωποι
σχηματίζουν ποτάμια
είναι όλοι καλοντυμένοι
γιατί σκοπεύουν να πουλήσουν
ένα ψεύτικο αφήγημα
στους άλλους
για να κερδίσουν κάτι
και θέλουν να είναι
ευπαρουσίαστοι
για να το πασάρουν
ευκολώτερα.

*Φώτο: Gregory Colbert

Θεοδώρα Βαγιώτη, Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα

Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα
μια ωχρή γραφή
που μαζεύει χάπια
στην πλατεία Ομονοίας

μια στροφή περιστροφή
γύρω από τον εαυτό της
λέξεις παράταιρες
που χώνεψαν τις λύπες
σαν εκείνους που τις κρατούν
στις κοιλιές τους
καθώς περιμένουν
το τρένο
στον σταθμό Λαρίσης

ένα κάντο ξοφλημένο
που έδεσε
στις συμπληγάδες
το καράβι του
κι ύστερα παράτονο
χάθηκε σαν τα άτυχα πτίλα
του κορόιδου

Τη μάνα μου τη λένε Κατερίνα
κι απόψε χορεύει στον τάφο της
-δεδικαίωται-
μια κατάληξη απλή
που τσαλακώνει την κριτική σου
ή καλύτερα
την κατουράει
με την καύλα της
κάθε που ανασταίνεται

Henri Michaux, Η λίμνη

Όσο κι αν πλησιάσουνε τη λίμνη, οι άνθρωποι
δεν γίνονται γι’ αυτό βατράχια ή λαβράκια.
Χτίζουν τις βίλες τους τριγύρω της, μπαίνουν
συνέχεια στο νερό, γίνονται γυμνιστές… Αδιάφορο.
Προδοτικό και άπνευστο για τους ανθρώπους το
νερό, πιστό και θρεπτικό για τα ψάρια, συνεχίζει ν’
αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως ανθρώπους και
τα ψάρια ως ψάρια. Και μέχρι τώρα, κανείς
φυσιολάτρης δεν μπορεί να καυχηθεί ότι
αντιμετωπίστηκε αλλιώς.

*Από τη συλλογή “Με το αγκίστρι στην καρδιά”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2003. Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Γιώργος Κοζίας, Η υπνοφόρος

«Κοιμήσου» της ψιθύρισε. «Θα σε χαϊδεύω
με τα φτερά μου». Κλείνει τα μάτια.
Έμεινε ακίνητη. Πλαγιασμένη. Αισθάνεται
τα χάδια να ατονούν. Το απαλό
άγγιγμα φύσημα πνοής.

Ανεβαίνει την ιλιγγιώδη
περιστρεφόμενη σκάλα του ύπνου
για να βρεθεί μες στο κουφάρι του αγγέλου.

*Από τη συλλογή “Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες”, εκδ. Στιγμή, 2007.

**Στη φωτογραφία σχέδιο της Εύης Τσακνιά.

Κατερίνα Φλωρά, Λοξή ματιά

Το διάφανο του βλέμματος
την ξενοιασιά προδίδει
αναδύοντας αβίαστα
της πρώτης νιότης τη δροσιά

Καθώς εικόνες το σκοτάδι του δίνουν
εκείνο μεταμορφώνεται
η φωτεινότητα θαμπώνει, ρυτίδες τη ζυγώνουν

Την αγωνία φανερώνει
όταν της ξενοιασιάς
απρόσμενης επισκέπτριας
η μορφή ξεμακραίνει.

*Στη φωτογραφία artwork: Melissa Zexter.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Εξομολόγηση

Τρέφομαι με τηλεοπτικά προγράμματα.
Φορτίζω την καρδιά μου κάθε μέρα.
Οι μπαταρίες πια έγιναν τόσο απαραίτητες, όσο ποτέ δεν υπήρξαν τα οράματα.
Περνάω το χρόνο μου διαβάζοντας e-mail -η ποίηση είναι εξαιρετικά επώδυνη.
Ξεχνάω συνεχώς το password της συνείδησής μου.
Χρειάζομαι τις καταστροφές οπωσδήποτε. Να θυμάμαι ότι είμαι ζωντανή…
Δοξάζω το πλαστικό και το νίκελ, τα κινητά τηλέφωνα και τους σταρ ανεξαιρέτως.
Δεν φαντάζομαι χρόνο χωρίς καλώδια. Πώς να περάσει μια νύχτα στο σκοτάδι;
Έχω εικονικό σπίτι, εικονικά ζωάκια, εικονικούς φίλους κι εικονικό σεξ. Όλο τον κόσμο σε ένα πληκτρολόγιο.
Θα ’θελα να ταξιδεύω αλλά είναι τόσο τρομακτικό, να κουβαλάς παντού μόνο τον εαυτό σου.
Δεν θέλω ν’ απαντήσω σ’ άλλες ερωτήσεις. Απαιτώ την τετράγωνη λογική.
Να μην ακούω πια, για τις σκουριές των δακρύων και για τους ιριδισμούς των νυσταγμένων τρένων.
Η γενιά μου είναι κουρασμένη. Από αναλύσεις, εξηγήσεις, ιδεολογίες, επαναστάσεις, ετεροπροσδιορισμούς και μισαλλοδοξίες.
Κουρασμένη απ’ τα ερωτικά τραγούδια, τις φοβίες, τον αριβισμό και τα πυροτεχνήματα.
Δεν ξέρουμε πως καίει η χαρά το νου και πως σπαράζει η ψυχή στην ωραιότητα.
Απ’ όλα τα χρώματα μας άφησαν το γκρίζο, μα ένα κόκκινο στοιχειώνει τα όνειρά μας.
Λένε πως αυτομόλησε ο Θεός αλλά εγώ πιστεύω σε μιαν Έξοδο Κινδύνου.

Σοφία Περδίκη, Κάτι παιδιά

Ξέρω κάτι παιδιά που παίζουν σε αλάνες
με πυροσβεστικούς κρουνούς.
Λούζονται μ’ εύφλεκτα σαπούνια
χορεύουν γυμνά, αναστενάρηδες
πάνω σε σπασμένα τζάμια
μαζεύονται σε μια γωνιά
κοιτάζονται στα μάτια ώρα πολλή
ώσπου ερωτεύονται μ’ έρωτα οργισμένο
πυρώνουν σταδιακά
πλημμυρίζει η γειτονιά από φως κι εκρήξεις
ανήσυχοι ένοικοι στα μπαλκόνια
-αστραπή θα ‘ταν λένε, κλείσε τα παράθυρα, έρχεται μπόρα.
Κι ύστερα από τα χέρια τους γεννιούνται πουλιά
φλόγες μακριά πετούν
σπέρνουν την κόκκινη σκόνη,
καίνε τα μαύρα νέφη,
καπνός στάζει από ψηλά.

Ξέρω κάτι παιδιά
που εξουδετερώνουν
τους πυροσβεστικούς κρουνούς των δημοσίων χώρων.