Δημήτρης Δούκαρης, Η μεγάλη λύπη

Περιφέρω τη μεγάλη λύπη μου
από πόρτα σε πόρτα,
από γειτονιά σε γειτονιά,
ως τις άκριες του άλλου κόσμου,
ως το Ακρωτήριον της Καλής Ελπίδας,
που δεν έχει πια ελπίδα•
μονάχα τη μεγάλη λύπη μου
που περιφέρω από πόρτα σε πόρτα,
και καμιά πόρτα δε λέει:
«ανοίγω για ν’ αφήσεις τη μεγάλη λύπη σου»,
αλλά κάθε πόρτα μου λέει:
«έχω τη δική μου μεγάλη λύπη».
Για όσα δεν έλαβαν ποτέ σάρκα και οστά
και πέρασαν σαν μαγικές αυταπάτες,
πλάσματα φανταστικά•
για τα πρώτα εκείνα σχέδια
που έμειναν μες στα χαρτιά
και κάηκαν με τα χαρτιά –
περιφέρω τη μεγάλη λύπη μου
και δεν έχω δική μου πόρτα,
κι είμαι έξω από κάθε γειτονιά,
ως το Ακρωτήριον χωρίς καμιάν Ελπίδα.

*Από τη συλλογή «Το άλλο άγαλμα»,Αθήνα 1976.

Κώστας Ριτσώνης, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΜΟΥΓΓΑ ΠΟΥΛΙΑ

Μακριά απ΄τις πόλεις
μακριά κι απ’ τα χωριά
-μες στα βουνά-
μακριά απ’ τους δίσκους
κι απ’ τα τραγούδια

μόνοι μες στα δάση
ζούμε σαν τα μουγγά πουλιά
κι ακούμε κάτω απ’ τα δέντρα
την βροχή που στάζει

Μακάρι να βρέξει στις φωλιές
να ξυπνήσει τα όρνια των δέντρων
Μακάρι ν’ αρχίσουν να λαλούν βρεγμένα
έστω και με παράπονο
ξανά να τραγουδούν

*
απ’ τις μικρές σπίθες
πιάνουν μεγάλες πυρκαγιές

Κι εσύ πώς καταφέρνεις
να γράφεις όταν καίγεσαι
ποιήματα μικρά σαν αναπτήρες;

*
Αγαπούσα το χωράφι
με τα μαύρα χόρτα

Αλλά χρειάστηκε να το κουρέψεις
για μια εγχείριση
σκωληκοειδίτιδος.

Και τώρα μοιάζει παρτέρι
με σκούρο γκαζόν

Το κοιτώ με υπομονή
που σιγά σιγά ψηλώνει

*Από τη συλλογή “Ο ανάπηρος λαχειοπώλης και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Διαγωνίου αριθμός 41, Θεσσαλονίκη 1982.

Δημήτρης Λεοντζάκος, Τρία ποιήματα

ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΦΟΒΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Μια ανείπωτη οδύνη –
αρχή κάθε ανέκδοου.

Σπαραχτικά γέλια ηχούν –
όμβρια άρα θα φρενάρει θεότητα.

Πίστη ονομάζουν τα ενδύματα
του ορατού.

Τα σανδάλια του όμως
ιστία ύπνου.

*

ΠΡΟΦΕΡΟΝΤΑΣ ΔΑΣΗ

Ποίηση δεν είναι
η λύπη της λύπης.

Δεν είναι η λύση
της λύπης.

Είναι
αυτό που λείπει
στην λύπη.

Είναι
η έλλειψη.

*

ΑΝΑΤΟΛΗ

Την επόμενη φωτιά
που θα υφαρπάξει
τα γραπτά μας

Όπως
και την δυσφορία που αξίζει
τελικά
στην δημοσίευση της γραπτής ποίησης

Ας την πω σήμερα
Ας την ονομάσω

Ισαάκ Νεύτων

*Από τη συλλογή “Περπατώντας – Μερικά ποιήματα για το τίποτα”, εκδ. Υποκείμενο, Οκτώβριος 2020.

**Φωτογραφία: ένα έτσι

Αγνή Β. Μπαγκέρη, Δύο ποιήματα

ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Σκύβω πάνω απ’ το χαρτί
τόσο έχω κυρτώσει
σε μια ύστατη προσπάθεια
να ξεφύγω των σκιών που μπαίνουν απ’ το παράθυρο
– απρόσκλητες
ανάγωγα στέκονται κοντά μου
κι ενίοτε μέσα μου.
Ναι! Μέσα μου
τέτοιο σκοτάδι
δεν τ’ αλλάζουν.
Τις άκουσα κάποτε να μιλούν
για μαύρες άνευρες αρτηρίες
για γυαλόχαρτα πνευμόνια
για ψυχή δε μίλησαν ποτέ.

Ας ήταν, λέω, στίχοι
να μαυρίσουν τούτο ’δώ τ’ ολόλευκο χαρτί
που σαν αιώνια τιμωρία
με κατασπαράζει μέρα τη μέρα
σιγοτραγουδώντας
σε μεταμεσονύχτιες επισκέψεις
τη στειρότητά μου.

*

ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Όταν προχώρησα στο διπλανό δωμάτιο
κι αυτό το εκάλεσα φυγή
1

Μην έχοντας άλλο δρόμο
έξω από ’σένα
μη βρίσκοντας κλειδί πέρα απ’ της πόρτας σου.
Εκάλεσα «φυγή»
την ασήμαντη μετακίνηση
από το μπάνιο στην κουζίνα
κι απ’ την κάμαρη στο χολ.
Εκάλεσα «φυγή»
την επιβράβευση του χυδαίου εγώ
δυο γελοίους βηματισμούς
και μια σιωπή καταδίκη.
«Φυγή δεσποτική» ονόμασα
τον πιο ασάλευτο εαυτό μου.

  1. Κική Δημουλά, «Κυριακή Απόγευμα», Ποιήματα, Αθήνα: Εκδόσεις Ίκαρος, 2005.

*Από τη συλλογή “Το άγιγμα της Λίλιθ”, εκδ. ΑΩ, Μάρτιος 2022

Χρήστος Τουμανίδης, Aνεπίδοτο γράμμα σε φίλο

Στον Κώστα Κουκούλη (1955-2021)

Ι
Κίτρινες μέρες. Φύλλα
στην έρημη άσφαλτο που τα ‘φεραν οι βοριάδες.
Ώρα οχτώ στην οδό Αχαρνών
και τις γύρω πλατείες.
Μπαίνει Φθινόπωρο.
Επίμονα χτυπήματα στην πόρτα.
Ποιος να’ ναι τέτοιαν εποχή;
Οι φίλοι μου λείπουν στα ξένα και
οι αγάπες μου σκόρπισαν νωρίς.
Χρόνια τώρα μονάχος, ακούω
το βράδυ που έρχεται συνέχεια
από το παρελθόν.
Ν’ ανοίξω;
Κι αν δεν είναι κανείς;
(Συχνά στη ζωή μας πολλά έρχονται λάθος
επειδή πολύ τα ζητήσαμε.)
Να μην ανοίξω;
Στα δάχτυλα μου τρέμει το τσιγάρο
και η παλιά φωτογραφία.
Μόλις που ξεχωρίζουμε,
εσύ με τους χάρτες κι εγώ με τα βότσαλα.
Ανάμεσά μας το ηφαίστειο
και οι γλάροι.
Πότε ήταν;
Θυμάμαι μονάχα τα λιμάνια,
το σφύριγμα των πλοίων
κι εκείνα τα φοβερά μαντήλια του αποχωρισμού.
Πάντα η ώρα οχτώ.

ΙΙ

Έφυγες μια Κυριακή βροχερή του Σεπτέμβρη.
Άφησες κάτι κλειδιά σκουριασμένα,
τα ποιήματά σου
και μιαν υπόσχεση• «θα γυρίσω».
Νερά παντού και η Δευτέρα κλειστή.
Πού να πήγαινα;
Έμενα με τις λέξεις σφηνωμένες στον ουρανίσκο.
Ακούγοντας τις σκοτεινές ειδήσεις
ή τη Σονάτα του Σεληνόφωτος.
…………………………………………..
…………………………………………..
…………………………………………..
…………………………………………..
Δε θέλω να θυμάμαι, λέω, κι όμως…
Μέσα σε στάχτες και σκισμένα χειρόγραφα
αναπολώ τις νυχτερινές μας περιπόλους.
Στήνω τους τύμβους των μικρών στιγμών μας.
Μόνος και μόνος.
Τι έφταιξε λοιπόν και σου γράφω
από την άλλη πλευρά της ημέρας;
Πώς γίνεται το ρολόι να δείχνει πάντοτε
την ίδια αμβλεία πραγματικότητα!
Είναι μεσάνυχτα φίλε εδώ.
Και η Σελήνη παίζει το αρχαίο δράμα της στην ταράτσα.

*Από τη συλλογή “Η ώρα του λιμανιού”, 1987.

Γιάννης Βούλτος, Τρία ποιήματα

ΒΟΛΤΑ

Κατά το δειλινό
Βγήκε στο μπαλκόνι
Ν’ αγναντέψει την πόλη
Σε μια στιγμή
Σα να ξύπνησε απότομα
Από άσχημο όνειρο
Πέρασε πάνω από το κάγκελο
Κι άρχισε να περπατά
Στα τεντωμένα σύρματα
Για να συναντήσει
Τα μαύρα πουλιά
Τους φίλους της

ΒΙΟΠΑΛΗ

Σήμερα που παλεύουμε
Για το βιός μας
Σ’ έναν τόπο φτενό
Σ” ένα χώμα ανυπάκουο
Να μην πλανηθούμε
Να μη λησμονήσουμε
Πως το βιός μας αυτό
Είναι ο βίος
Εντός μας

ΤΡΕΧΑ ΓΥΡΕΥΕ ΤΗΝ ΤΥΧΗ ΤΟΥ

Δεν καθόταν στα γραφεία
Στα καφενεία
στα τραπέζια με τα τσίπουρα
του ‘ρχονταν οι στίχοι
Σύχναζε σε λέσχες
όχι γραφής, ανάγνωσης και τέτοια
Σε λέσχες χαρτοπαικτικές
έπαιζε
το τελευταίο του χαρτί
για να γράψει
το τυχερό του ποίημα

*Από τη συλλογή “Αντιποίηση”. εκδ. Ενδυμίων, Ιανουάριος 2023.

Henri Michaux, Τοπία

Michaux, Henri; Untitled; Sainsbury Centre for Visual Arts, University of East Anglia; http://www.artuk.org/artworks/untitled-1886

Τοπία ειρηνικά ή ερημωμένα.
Τοπία πιότερο του δρόμου της ζωής παρά της
επιφάνειας της Γης.
Τοπία του Χρόνου που κυλάει αργά, σχεδόν ακίνητος
και κάποτε σαν προς τα πίσω.
Τοπία κουρελιών, ξεσκισμένων νεύρων, τραγουδιών νοσταλγικών.
Τοπία για να καλυφθούν οι πληγές, το ατσάλι,
ο κρότος, το κακό, εποχή, η θηλιά στο λαιμό,
η επιστράτευση.
Τοπία για την κατάργηση των κραυγών.
Τοπία όπως σκεπάζουμε μ’ ένα σεντόνι το κεφάλι.

*Από τη συλλογή “Με το αγκίστρι στην καρδιά”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2003. Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Δημήτρης Βούλγαρης, Δύο ποιήματα

5.
Ό,τι κι αν ονομάσεις παιδί
πλέον
θα πεθαίνει.

Θα σβήνει
μέσα στο νόημά του.

Μια αμετάφραστη λουρίδα ζωής.
Ένα ακατέργαστο ρετάλι
από το δερμάτινο αερόστατο
κάποιας ανήλικης ανυπακοής

7.
Κάπου εκεί
ανάμεσα σε παγωμένους ήλιους
και δεκάδες δολοφονημένα φεγγάρια,
ξεχάσαμε
κάτι παιδικά όνειρα.

Ακούρευτα.
Γυμνά.
Βρώμικα
από το κύλισμά τους στην έλλειψη.

Που πασχίζουν
να βρουν τη φωνή τους
κάτω από εγκατελελειμμένους ουρανούς
φορεμένους το στίγμα της απόρριψης.

*Από τη συλλογή “Ερασιτέχνες εμπρηστές”, εκδ. Απόπειρα 2017.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Ποιήματα

ΞΕΘΑΒΟΝΤΑΣ ΑΓΓΕΛΟΥΣ

Ό,τι δικό του αμόνι και δάκρυ
καμένο χαρτί και χορός
κι εξάρθρωση

ένα μεγάλο ποίημα της σιωπής
σ’ ένα σκοτάδι που μόνο αυτός ξέρει.

Χαμηλώνει
κι όλο χαμηλώνει τη σιωπή
και τις λέξεις του.

Βουλιάζει σ΄ όλους τους βυθούς
όπου λυπούνται οι λυπημένοι άνθρωποι

ξεθάβοντας αγγέλους.

*

ΣΤΗ ΡΩΓΜΗ

Εισχωρεί στη ρωγμή.
Κι ανασαίνει.

Εκεί
στη ρωγμή
μ’ άλλα φτερά πετά
άλλα φτερά τον ταξιδεύουν.

*

ΝΑ ΤΟΝ ΣΥΝΤΗΡΟΥΝ

Άνοιγε βιβλία
αγκάλιαζε λέξεις
τις έσπερνε.

Όταν ωρίμαζαν
θερίζοντάς τες
τις λίχνιζε στο απαλό αεράκι
κι όλο τις άπλωνε

να τον συντηρούν
στου βίου του τις νύχτες.

*Από τη συλλογή “Ρήγματα”, εκδ. 24 γράμματα, 2021.

Δανάη Σιώζιου, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ

Χρόνια όσα τα δικά μου
κεντούσε η γιαγιά
δαντέλα ολόκληρη
στο γάμο μου να τη φορέσω
και τώρα που το τέλος πλησιάζει
παίρνει σιγά σιγά
αθόρυβα να τη χαλά
θα φτιάξει, λέει, άλλα μοτίβα
πιο όμορφα πιο τυχερά
κι όλο ξηλώνει, ξανακεντά
το φυλαχτό της ενάντια

*

ΒΑΡΥΤΗΤΑ

Παλιά φωτογραφία
Στο κλικ του φωτογράφου
χαμογελούν πιασμένοι χέρι χέρι
μάνα μου και πατέρας αγαπημένοι.
Στο παιδικό καρότσι τα όνειρα σκεπασμένα
πεσμένα σπασμένα στο πεζοδρόμιο
τα νεράντζια που κανείς δεν μάζεψε.

*Από τη συλλογή “Χρήσιμα Παιδικά Παιχνίδια”, β’ έκδοση, εκδ. Αντίποδες, 2018.