Allen Ginsberg, Δύο ποιήματα

ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Η τέχνη ανακαλεί τη μνήμη
της αληθινής του ύπαρξης
σ’ όποιον λησμόνησε πως
το Ον είναι το μοναδικό
πράγμα που αναφωνεί
όλο το σύμπαν.

Μόνο η επιστροφή της σκέψης
στην αρχή της θα ολοκληρώσει την σκέψη.
Μόνο η επιστροφή της δράσης
στην πηγή της θα ολοκληρώσει την δράση.
Πρόσεξε τι λέω.

*

ΝΙΩΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Νιώθω να είμαι σε αδιέξοδο
και τελειωμένος πλέον.
Όλες οι πνευματικές αλήθειες
που κατανοώ είναι πραγματικές
μα ποτέ δεν ξεφεύγω απ’ το αίσθημα
του εγκλωβισμού και της αθλιότητας
της ψυχής, την ματαιότητα όλων
όσων είδα, έκανα και είπα.
Αν συνέχιζα ίσως το κάθε τι
θα μ’ ευχαριστούσε περισσότερο
μα τώρα δεν έχω ελπίδα
και κουράστηκα.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδ. Bibliotheque, 2022.

**Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Jazra Khaleed, Δώστε μου έναν άνθρωπο

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
–κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
———-μόνο πέτρες.
(Ίσως θα ‘πρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)
Στο δρόμο για το πρόσωπό μου μαζεύω
———-λίθους με τη φούχτα.
Γι’ αυτό σας λέω, δώστε μου έναν άνθρωπο!
Να ξαπλώσω πάνω του
———-με όλους τους μεσημβρινούς
—————και τους παράλληλούς μου.
Να ξεκουραστώ,
———-να πιω τον ιδρώτα του,
—————να κοιμηθώ.
Αφήστε με να χαρώ για λίγο αυτή τη χνουδωτή
———–ζεστασιά.

Δώστε και σε μένα έναν άνθρωπο!
–Έναν άνθρωπο με αιτία.
Μια καρδιά που δε λειτουργεί με βαλβίδα,
–δυο χείλη που δε λαθεύουνε στο φίλημα.
Κάποιον που να γράφει ανθρωπινά ποιήματα
–ή έστω να δακρύζει όταν ακούει
———-τον Τζον Κολτρέιν
—————στην αναπνοή του.
Είναι πράγματι τρομερό να χάνεις
———-τρία δάχτυλα
—————μέσα σε τόσο κόσμο.

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με βοηθήσει
–καθώς μπαίνω και βγαίνω απ’ τα χέρια μου,
–καθώς μου πέφτουν τα παντελόνια
———-ή πατάω τα κορδόνια της ετερότητάς μου.
Κοιτάξτε πώς κρυώνουν τα βήματά μου
———-καθώς αφήνω πίσω μου την Καλλιδρομίου
—————με μία πιλάλα.
(Αυτή η έλλειψη ασφάλτου μέσα μου
———-μ’ αφήνει άφωνο
—————πολλές φορές.)

Δώστε μου έναν άνθρωπο που μέσα του ηχούν
———-τρία ακόρντα.
Έναν άνθρωπο να ταλαντώσει το φύλο μου
———-μες στην παγωνιά του Α7.
-Χρειάζομαι το στήθος του για ν’ ακούσω το καρδιοχτύπι μου,
-χρειάζομαι τους ώμους του για να σηκώσω τη ζωή μου
-στα δυο της πόδια.
Δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος και για μένα;
Δώστε μου όποιον θέλετε!
Ακόμα κι αυτόν που κοιμάται όρθιος
———-ρουθουνίζοντας.
Τουλάχιστον εκείνη που υπερασπίζεται τη φωνή μου
———-με τον λάρυγγά της.
Αυτή σίγουρα είναι για μένα!
–Ή δώστε μου έστω την αγκαλιά της, μαζί με ένα
———-εγχειρίδιο χρήσης.

–Τώρα που έγιαναν οι πληγές στις παλάμες μου
———-μπορώ να προσευχηθώ στους ανθρώπους,
ντυμένος με τα ρούχα της Κυριακής.

*Από τη συλλογή “Γκρόζνι”, εκδ. Υποκείμενο.

Stéphen Moysan, Ποιήματα

Qui a la Terre pour maison
A l’humanité pour famille,
Et ainsi nait la solidarité
Comme valeur universelle.

Si les yeux regardent,
L’essentiel se voit avec le cœur,
Car c’est avec amour
Que se perçoit la vraie beauté des choses.

Όποιος έχει τη Γη για σπίτι του
Έχει την ανθρωπότητα για οικογένεια,
Και έτσι γεννιέται η αλληλεγγύη
Ως καθολική αξία.

Αν τα μάτια κοιτάζουν,
Το ουσιώδες βλέπεται με την καρδιά,
Γιατί είναι με την αγάπη
Που μπορεί να φανεί η πραγματική ομορφιά των πραγμάτων.

*

Emportée par les courants
De la modernité
Entre les vagues de pensées
La dérive de la raison.

Je ne veux plus payer
Ma dette au pays
Qui ne cesse de réclamer
Le prix de ma naissance.

Παρασυρμένος από τα ρεύματα
Της νεωτερικότητας
Ανάμεσα στα κύματα των σκέψεων
Η ολίσθηση της λογικής.

Δεν θέλω να πληρώσω άλλο
Το χρέος μου προς τη χώρα
Που δεν παύει ποτέ να διεκδικεί
Το τίμημα της γέννησής μου.
Vers précurseurs La Liberté guidant le peuple
Στίχοι πρόδρομοι, Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

Αργύρης Χιόνης, Τότε που η σιωπή τραγούδησε

Σε ένα σπίτι έρημο κι ερειπωμένο, ζούσε μια χοντρή, βαριά σιωπή, τόσο χοντρή πού ‘χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ‘χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του.

Και, ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο, ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.

*Το πήραμε από εδώ: http://eisvathos.blogspot.com/2022/09/blog-post_17.html

Κατερίνα Ζησάκη, Ποιήματα 

σε υποθέτω
άρα ακούς


*


έστω ένας κακός άνθρωπος

έσο δι’ εμού
μια υπόσχεση σωτηρίας

κάθε φορά

κανονίσου να φέγγεις το δρόμο
τη νύχτα πάντα

βαρέθηκα

το φεγγάρι δεν είναι μια λάμπα
και θα το σπάσω

*
τι είπε ο σκύλος 2

τη στένεψα
για να χωρέσει στα ρούχα

θάρρος υπάρχει

για να ελέγξουμε αν είναι δυνατό
κλωτσάμε πρώτα

τα ρούχα χάλασαν
ταΐσου να φαρδύνεις

το βάρος μέσα

ή αλλιώς
προνόμιο

*

ΛΟΞΑ

να σκαρφαλώνεις το νερό

ν’ ακούς στο άσπρο
φως που εγκατέλειψε

*

ΜΟΥΑΒΑΤ

ωκεάνιο αίσθημα

τόσο χάος και πάλι η λύπη
να μην είσαι δέντρο.

*Από τη συλλογή «χωρίς εαυτό», εκδ. Έρμα, 2022.

2.Αναφορά στην ποιητική συλλογή της Τόνιας Κοσμαδάκη «Σκύλος», Απόπειρα, Αθήνα 2020.

Γιώργος Δυνέζης, Δύο ποιήματα

ΕΡΩΤΙΚΟ ΟΡΙΓΚΑΜΙ

[Πέτρωσα μέχρι νεωτέρας’
παραστέκω, μαστορεύω τετράγωνες φωτογραφίες
σαν επαρχιώτης στην πρωτεύουσα ερεθισμάτων
ξεροσταλιάζω σε σαρωτές ελάστρων
-γιατί ο έρωτας χάρτωσε ανεκπλήρωτος
τερατωδώς κι εγώ εκύρτωσα-
και να με συγχωράτε που
παρεμπιπτόντως
καταστρέφω το στερέωμα που μ’ αρρωσταίνει
κι ευχαρίστως
να κρεμαστώ αμεταμόρφωτος Πρωτέας
για να εορτάσω που δεν φτέρωσα
αλλά εφύτρωσα
κάτω απ’ των αστεριών την τρωθείσα
στεναχώρια]

αυτά μου έγραφε ο τύπος με τις ψηλές τιράντες
τότε που βάσταγε τον ουρανό
μην πέσει
που ανακάτευε τα γράμματα του έρωτα
κατασκευάζοντας
κάθε φορά και κάτι άλλο το ίδιο απαράλλαχτο’
όμως αργότερα απέλασαν κι αυτόν
-όπως χιλιάδες άλλους-
τον κατανάγκασαν σε μιαν αέναη διάτρηση
που να μετέρχεται
μόνο τα μάτια

*

GEISTERSCHREIBEN

Και ποιος δεν έχει δει κείνο τ’ ανώνυμο λουλούδι
να χώνεται ημίτρελο στην κάννη ενός όπλου
τόσο βαθιά που μεταγγίζει στον Ιούνη
μίαν απόψε δικαιολογία θλίψης – έτσι που φτάνει
το κοτσάνι έως το δάχτυλο του εκτελεστή
εκλιπαρώντας μην πατήσει και φανεί
στον φωτογράφο πυροβολισμό
ποιος είναι πίσω απ΄ αυτόν και πίσω απ΄ αυτόν
ποιος είναι – και πίσω απ’ ανώνυμο παιδί
ποιανής Σεκόγιας τανκ συγκρούεται με τανκ αληθινό
ποιος πέρα από τη σήψη και τα παράσιτα ανθο-
δεμένης φρίκης ποιος άλλος ποιος χαμός και ποιος
[κανείς, λοιπόν;] δεν έχει δει κείνο τ’ ανώνυμο λουλούδι
να χώνεται ημίτρελο στην κάννη ενός τανκ
τόσο βαθιά που μεταγγίζει στον Ιούνη
μίαν απόψε δικαιολογία θλίψης;

*Από τη συλλογή «μικρό και γήινο», εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2022.

Χ. Π. Σοφίας, Τρία ποιήματα

ΜΙΚΡΟ ΒΑΛΣ


Δεν ωφελούν τα βήματα
αφού θα χαθούν

Ούτε οι κινήσεις των χεριών
που πενθούν

Φθάνει ένα βλέμμα σε μιαν ασπρόμαυρη
φωτογραφία

Για να κυλήσει ένα δάκρυ

*

ΑΠΟΥΣΙΑ


Πόσο μού άρεσαν τα χέρια σου
Επάνω στο θερισμένο σώμα της σιωπής
πριν την καλοκαιρινή βροχή
Όταν συλλάβιζαν τη μοναξιά των συνοικιακών ονείρων
Τα δάχτυλα της θλίψης τα διψασμένα για ερωτικές
προσευχές που λιγόστευαν τα μεσημέρια μου
Το αγκάλιασμα της απουσίας το χορτασμένο

*

ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Οι γυναίκες κομμένες σιωπές
με ασημένιες δαχτυλήθρες στα κομμένα δάχτυλά τους
διασχίζουν τα δωμάτια μέσα από καθρέπτες

αγαπούν τους πλανόδιους πωλητές
και τα χελιδόνια που έρχονται τον Αύγουστο
να δοκιμάσουν τη σπιτική βυσσινάδα τους

*Από τη συλλογή «εαυτόν άγνωστον», εκδ. Κουκκίδα, 2022.

Jorge Palma, Bring back those who left already / Φέρτε πίσω αυτούς που έφυγαν ήδη

Let the ones who already left come back.
Those who left without voice
to the snails
no sound to the storms
no light to the windows.

Let the ones who left come back.
The ones that tied my bones
to your bones
the ones that were taken
one arm half a leg
those who do not want it
they left my heart on the mountain.

Let the ones who left come back.
Let them come out of the pictures
of the letters
of those horrible boxes
who hold them, night and day,
and throw them into a dark river
without grave.

Because the sea of time
returns them like wreckless,
and never ever
they end up dying.

Φέρτε πίσω αυτούς που έφυγαν ήδη

Ας επιστρέψουν αυτοί που έφυγαν.
Αυτοί που έφυγαν χωρίς φωνή
στα σαλιγκάρια
χωρίς ήχο στις καταιγίδες
χωρίς φως στα παράθυρα.

Ας επιστρέψουν αυτοί που έφυγαν.
Αυτοί που έδεσαν τα κόκαλά μου
στα κόκαλά σου
αυτοί που τους πήραν
ένα χέρι μισό πόδι
όσοι δεν το θέλουν
που άφησαν την καρδιά μου στο βουνό.

Ας επιστρέψουν αυτοί που έφυγαν.
Αφήστε τους να βγουν έξω από τις εικόνες
από τα γράμματα
από εκείνα τα φρικτά κουτιά
που τους κρατούν, νύχτα και μέρα,
και πετάξτε τα σε ένα σκοτεινό ποτάμι
χωρίς τάφο.

Γιατί η θάλασσα του χρόνου
τα επιστρέφει ατάραχα,
και ποτέ μα ποτέ
δεν καταλήγουν να πεθαίνουν.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ιωάννα Λιούτσια, Συγχώρεση

Ποτέ μη ζητάς συγγνώμη γι’ αυτό που θέλησες να κάνεις.
Συγγνώμη από γονείς που εγκαταλείπεις,
από φίλους που δεν θυμάσαι πια,
από «αγάπες» που δεν ξεδίψασες ποτέ,
από όνειρα που ποτέ δεν θα ερμηνεύσεις.

Μη μου ζητάς συγγνώμη.
Και μη μου ξαναλές τα ίδια.
Η αγάπη δεν θέλει θεωρίες κι αναλύσεις.
Απεχθάνεσαι το μπλα-μπλα
αλλά δεν κάνεις τίποτα άλλο.
Με ρώτησαν ποτέ τα μάτια σου για να τους πω;
Εγώ αυτό το λέω λιποταξία.

Τ’ αγρίμια δεν τάζουν στους ανθρώπους.
Φύγε.

*Από τη συλλογή “Συνομιλίες σε Μη+” (2013).

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δεν είναι ώρα για τραβήγματα

Λίγο πριν δύσει – Με τον Δρομοκαΐτειο και τον Ασίζ στο Βράχο – Ξεψαχνισμένοι από ένα γάρο – Τουρίστες φαίνονται στο βάθος – Φωτό να παίρνουν απ’ τα ερείπια – Ο νους μας για κανέναν μπάτσο – Δεν είναι ώρα για τραβήγματα – Ο Δρομοκαΐτειος απ’ το άσυλο – Είναι σκασμένος κάποιες μέρες – Γιατί τον δένανε με ιμάντες – Γιατί του φέρονταν σαν μίασμα – Ο Ασίζ δεν έχει πασαπόρτι – Σκόρπια κωλόχαρτα – Όλα σκάρτα – Κι είναι στο στήθος γαζωμένος απ’ τις ΗΠΑ στη Βαγδάτη – Σαν να φοράει μια άλλη μπλούζα – Με τα κουμπιά και το μανίκι – Λίγο πριν δύσει – Με τον Δρομοκαΐτειο και τον Ασίζ στο Βράχο – Ξεψαχνισμένοι από ένα γάρο – Τουρίστες φαίνονται στο βάθος – Φωτό να παίρνουν απ’ τα ερείπια – Ο νους μας για κανέναν μπάτσο – Δεν είναι ώρα για τραβήγματα-

*Από το βιβλίο “Κάθαρμα”, εκδ. Οδός Πανός, 2020.