Τα βιώματά σας, των παιδιών σας τα αίματα δεν σας έπεισαν· ούτε η γνώση στα σχολειά που κι οι φτωχοί απέκτησαν· ούτε της τεχνολογίας σας η πληροφόρηση σας προβλημάτισε. Χτύπα απότοκο! Χτύπα στιγμή! Άνεμε τσάκισε τους αμετανόητα δυστυχισμένους!
*
Η αίσθηση την σκέψη ερεθίζει και η σκέψη ανταποδίδει με την φαντασίωση της στέρησης που αιμορραγεί. Ο πολιτισμός που τα πάντα διχάζει που τα ενώνει μόνο στην αλληλοσφαγή, την διαλεκτική τής φύσης αντιμάχεται˙ μιάς φύσης που ένοχα σας επιτρέπει.
*
Γελασμένοι απ’ τις προβλέψεις οι προσδοκίες σάς ταπεινώνουν! Τα εργαλεία σάς απειλούν, δίχως ρίγη από φιλήματα ζεστά, οι διαθέσεις σάς εξοντώνουν.
Ακούγοντας τσιρίδες γραναζιών, πίσσας φωτιά ρεμβάζοντας, ποτέ δεν θ’ αντικρύσετε τα βλέφαρα της θάλασσας που κλαίνε.
*
Κι αν πικράθηκα κι αν εστηλίτευσα κι αν εγχειρίδιο άρπαξα να μπήξω, μπροστά στης θάλασσας το δειλινό, στων κάμπων, στων βουνών τον ορθρινό οργασμό, δαγκώνοντας δυό χείλη, τα μάτια μου να κλείσω.
Κανένας δεν ψάχνει για τις λέξεις. Μία εύκολη ρίμα, ένα πρόχειρο ρήμα. Σχέσεις πριν γίνουν υπόσχεση. Άνθρωποι πριν γίνουν τοπία. Αφρικάνικα σύνορα, ανταλλάξιμες μοναξιές. Τσιγάρα πριν γίνουν φεγγάρι. Δεν είναι πια μυστικό. Κάτω από όλους αυτούς τους τόνους καθημερινής τρέλας και αηδίας κρύβεται μια σπαρακτική σιωπή.
Εβένινο ποτάμι του φωτισμένου σκότους αυτή τη νύχτα θα χαθώ στην άσφαλτό σου στο σιδερένιο φέρετρο προφυλαγμένος μόνος με τον κόσμο, με τα άστρα οδηγώντας στην τροχιά του επέκεινα μετωπικά θα προσπελάσω τ’ άπιαστο.
Όπως ξημέρωνε με λευκή τη σελήνη, το παρελθόν παραδόθηκε, και ανάσα γλυκιά απ’ τα βάθη της θάλασσας σύντροφος έγινε του ατέλειωτου καημού των ανθρώπων. Ως το σβησμένο έφτασε δώμα ν’ ακυρώσει την τρελή τυραννία των φίλων.
Βλέπεις λοιπόν; Ή να σε καλέσουμε πάλι τ’ όραμα ενός αγέρωχου δέντρου;
VI Περιμένουμε, λες, το επόμενο αβάσταχτο, Αφού αναπότρεπτο των ημερών το κύλισμα.
Και που ‘γινε η ζωή αυλαία, μήπως μας σώζουν τα παλαμάκια;
Να βρεθούμε θα ‘λεγα, με τις φωνές μας άδειες, τότε που ξανθαίνει το καλαμπόκι, να προφέρομε τους μικρούς μας κόσμους. Πικρούς αν μας αφήσουν τ άδοξα δάκρυα… θ’ απογίνομε τι; Συμφορές;
*Από τη συλλογή «μικρά κερωτικά», εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούλιος 2013.
Στου θυρωρού δεν ήταν κανένας. ‘Ήταν το φως πάνω στα φτωχά ξέστρωτα κρεβάτια. Και πάνω στο παλιό τραπέζι κοιμόταν ένας αλητάκος πανέμορφος. Γλύστρισε απ’ τα διπλωμένα μπράτσα του, διστακτικά, ένα γατάκι
* Νάτοι οι εργάτες στην πράσινη αλέα να γευματίζουν: δεν είναι όμορφοι; Τρέχουν τα αυτοκίνητα ολόγυρα κόσμος περνάει φορτωμένος εφημερίδες.
Δεν είναι όμορφοι οι εργάτες;
*
Το βρήκα το αγγελούδι μου Σε ένα ύποπτο σινεμά. Κάπνιζε ένα τσιγαράκι κι είχε τα μάτια υγρά.
*Ήταν ο Σεπτέμβριος. Πηγαινοέρχονταν θορυβώδης ο κόσμος στους δρόμους. Ο ήλιος αγαπούσε το κρασί και τον εργάτη. Τα τραγούδια επέμεναν μέχρι βαθειά μεσάνυχτα. Εκστατικό όμως απέμενε ένα αγόρι, δεμένο πλέον -κάτω απ’ τη ζεστή φυλλωσιά της βραδιάς- στο αθώο γέλιο ενός φίλου.
*
Η πλατειούλα της Βενετίας παλιά και μελαγχολική, δέχεται τη μυρωδιά της θάλασσας. Και πτήσεις περιστεριών. Αλλά απομένει στη μνήμη -και θέλγει το φως- η πτήση του νεαρού ποδηλάτη, που απευθύνθηκε στο φίλο με μια μελωδική πνοή: «Πάς μόνος;»
Να ζω θα ήθελα αποκοιμισμένος μεσ’ στο γλυκό ψίθυρο της ζωής.
*
Στο δροσερό ουρητήριο του σταθμού κατέβηκα από το φλογισμένο λόφο. Πάνω στο δέρμα μου σκόνη κι ιδρώτα με μεθούν. Στα μάτια τραγουδάει ακόμη ο ήλιος. Ψυχή και κορμί εγκαταλείπω τώρα, ανάμεσα στη στιλπνή και άσπρη πορσελάνη.
*
Άδειος είναι ο ουρανός. Μα στα μαύρα μάτια εκείνου του αγοριού, θα προσκυνήσω το θεό μου.
Ο θεός μου ωστόσο, απομακρύνεται με το ποδήλατό του ή ανέμελα ένα ντουβάρι καταβρέχει.
*
Το αγνό χέρι, το μυρωμένο σίδερο φιλούσα… κι έπειτα απ’ το συνεργείο μια παρατεταμένη φωνή έρχονταν να μου κλέψει το χέρι.
*Sandro Penna Ποιήματα, έκδοση «Το μικρό δέντρο», Αθήνα, Δεκέμβριος 1981. Μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας.
1. Τρεις ανάσες πριν το θάνατο, ένα χέρι καλυμμένο με μπλε λάτεξ γάντι τραβάει έξω τον τραχειοσωλήνα2, μια λεπίδα αφαιρεί τα ράμματα από την τρύπα της τραχειοστομίας που συρίζει τα σταγονίδια του αίματος απορροφώνται μες στο δέρμα. Ο ασθενής εκπνέει, ανασηκώνεται απ’ το κρεβάτι και περπατά προς τα πίσω, έξω από το νοσοκομείο και μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο που κινείται ανάστροφα, ξεφυσά τον καπνό απ’ το στόμα του σε μικρά συννεφάκια κάθε συννεφάκι έλκεται πίσω στην αναμμένη κόκκινη καύτρα ενός άσπρου τσιγάρου που όλο μακραίνει και μακραίνει, πριν τα βάλει όλα το ένα μετά το άλλο μέσα σ’ ένα πακέτο, τα πακέτα τακτοποιούνται σε χαρτόκουτα, τα χαρτόκουτα σε κιβώτια, άνδρες με καρότσια τα μεταφέρουν κινούμενοι προς τα πίσω και τα φορτώνουν σε φορτηγά, οι οδηγοί με την όπισθεν τα οδηγούν στα εργοστάσια της Carolina και του Kentucky όπου το τσιγαρόχαρτο ξετυλίγεται και ο ψιλοκομμένος καπνός κυλά ανάμεσα από τους κοπτήρες και ξαναβγαίνει ολόκληρο φύλλο, τα φύλλα ξαναγυρνούν στις αποθήκες όπου κρέμονται γλυκά και υγρά στο ζεστό φθινοπωρινό ήλιο πριν τα ύψους δέκα ποδιών φυτά χωθούν στην πλούσια καφετιά γη, μικραίνοντας καθώς το καλοκαίρι ψυχραίνει και γίνεται άνοιξη ωσότου ό,τι απομένει είναι χίλιοι μικρούτσικοι σπόροι στην παλάμη ενός αγρότη.
2. Ο άνδρας που ξεφυσούσε συννεφάκια καπνού θεραπεύεται με κάθε εκπνοή, ανακτά τους μυς και το λίπος του, τα λεκιασμένα δόντια του λάμπουν καθώς από κίτρινα γίνονται άσπρα, η κόκκινη σκληρία του όγκου και των νεόπλαστων αγγείων συρρικνώνεται από μια μάζα σ’ ένα μικρό εξόγκωμα, σε μερικά άγρια κύτταρα, σε μια σπασμένη έλικα του DNA. Σηκώνει το χέρι του στο πρόσωπο ξανά και ξανά, σαν να φυσά ένα εκατομμύριο φιλιά, και οι γραμμές του προσώπου του μαλακώνουν, τα γκρίζα του μαλλιά, μεταμορφώνονται σε μαύρα, και γίνεται ολοένα και νεότερος και νεότερος έως ότου το κάπνισμα σταματά. Στην τελευταία σκηνή, αυτός τριών χρονών, καβάλα σ’ ένα παιδικό ποδηλατάκι με τρεις ρόδες που πάει προς τα πίσω σε ένα αδιέξοδο δρομάκι3 όπου τα σπίτια διαλύονται από την οροφή μέχρι το υπόγειο, και οι τρύπες των θεμελίων τους γεμίζουν χώμα, το οικοδομικό τετράγωνο μετατρέπεται σε καπνοχώραφο, η πλούσια καφετιά γη ζεσταίνεται από το δυνατό καλοκαιρινό ήλιο, η μάνα του κουνά το παιδί της στην αγκαλιά της, το μέλλον τόσο φωτεινό σαν τη λάμψη των ματιών τους.
1.Η τεχνική κινηματογράφησης που γίνεται με την φωτογράφιση του ίδιου αντικειμένου από την ίδια φωτογραφική γωνία σε διαφορετικές σταδιακά χρονικές στιγμές. Το αποτέλεσμα είναι κατά την προβολή να συμπυκνώνονται χρονικά οι εικόνες και να «τρέχουν» σε πραγματικό κινηματογραφικά χρόνο με ιδιαίτερα γρήγορο ρυθμό. 2.Επεξηγείται στο ποίημα «Ανάμεσα στη λογική και στον πανικό». Η διαφορά στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο τραχειοσωλήνας δεν έχει οδό εισόδου τη στοματική κοιλότητα αλλά το στόμιο της τραχειοτομής (την τρύπα στην τραχεία) που διανοίγεται κάτω από τον λάρυγγα για την απευθείας επικοινωνία του τραχειοσωλήνα με την τραχεία (τραχειοστομία). 3.Η οικογένεια ανήκει σε ανερχόμενη οικονομικά οικογένεια της εποχής. Τα αδιέξοδα δρομάκια κατασκευάστηκαν ως τμήμα του σχεδιασμού της οικιστικής ανάπτυξης των προαστίων των πόλεων που άρχισε τη δεκαετία του ’50, όταν οι πρώην στρατιώτες παντρεύτηκαν και δημιούργησαν οικογένειες. Αγροτεμάχια κοντά στις πόλεις (συμπεριλαμβανομένων και βαμβακοφυτειών) πουληθήκαν και αναπτύχθηκαν νέες προαστιακές περιοχές ομοιόμορφων κατοικιών που ήταν καθαρές, τακτοποιημένες και ασφαλείς για τα παιδιά, επειδή δεν υπήρχαν δρόμοι και οι κατοικίες ήταν κτισμένες με αδιέξοδα δρομάκια. (Πληροφόρηση από προσωπική επικοινωνία με τον ποιητή).
Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ Κουκουβάγια του μεσημεριού μάτια θαμπά Δεν βλέπεις τίποτα. Καρτέρι μόνο. Η νύχτα σου σίγουρα έρχεται.
ΜΩΡΟ Πριν γεννηθείς πριν τον μπαμπά σου πριν τη μαμά σου.
υπήρχε το κελάρυσμά σου.
Ο ΤΥΦΛΟΣ ΑΝΙΡΟΥΝΤΑ Τόσο βαθιά βυθίστηκε στον διαλογισμό του αυτός ο άνθρωπος που έχασε εντελώς την όρασή του αλλά τού ανοίχτηκαν του ουρανού τα μάτια. Βλέπει το καθετί που υπάρχει.
ΜΟΣΧΑΡΙ Όλα σε κάτι άλλο μεταβάλλονται. Η πιο αποκαρδιωτική στιγμή. Κόψ’ το.
Όλα σε κάτι άλλο μεταβάλλονται κι οι αγελάδες γίνονται «μοσχάρι».
ΚΑΤΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΒΟΥΝΟ Ρίχνοντας πίσω μια ματιά Ώχ! Κανένα ίχνος του βουνού που τώρα δα κατέβηκα, Πού βρίσκομαι; Η φθινοπωρινή αύρα στριβιλίζεται και σβήνει ξέπνοη σαν τ’ αδειανό αποφόρι ενός φιδιού.
*Από το βιβλίο «Τι; – 108 Ζεν ποιήματα», εκδ. Περισπωμένη, 2014. Μετάφραση: Αργυρώ Κασωτάκη-Γατοπούλου / Hana Yoo. Πρόλογος: Allen Ginsberg.
Δροσερός αέρας, άπιαστος Γύρω γύρω από το αποπνικτικό σκοτάδι που το διαπερνούν ψυχρές γαλάζιες δέσμες φωτός, Κι όμως ούτε μια πνοή δεν ταράζει την ζέστη Καθώς αφήνει το τρομερό βάρος της επάνω στο Γκέτο Και πιο πολύ στην οδό Χέστερ…
Η ζέστη… Που μυρίζει στα ιδρωμένα κορμιά, Και σαν ζώο πιέζει με την τεράστια καυτή κοιλιά της Κλείνοντας όλες τις διόδους του αέρα…
Η ζέστη στην οδό Χέστερ, Στοιβαγμένη σ’ ένα κάρο Με τα σκουπίδια του κόσμου.
Κορμιά κρέμονται από τις εξόδους κινδύνου ή ξαπλώνουν νωχελικά στα σκαλιά της εισόδου… Τα κεφάλια τους γερμένα εκπέμπουν ένα χλωμό φως- Πρόσωπα στο χρυσοκίτρινο χρώμα της ρέγκας, με λεκέδες σαν από μούχλα, Και τα ιδρωμένα πρόσωπα των κοριτσιών Σαν νοτισμένοι, λευκοί κρίνοι Και βρέφη με ξεραμένα χείλη, ανοιχτά στόματα που βυζαίνουν Σαν άδειο στήθος, τον αέρα…
*Από τη συλλογή “Το σώμα που πονά, ο καθρέφτης του κόσμου” εκδόσεις Κείμενα, Ιούνιος 2023, σε μετάφραση Ελένης Χατζή, επιμέλεια έκδοσης Βάσω Κυριαζάκου.