Μάτση Χατζηλαζάρου, Νεκρή φύση

Η κουρτίνα γαλακτόχρωμη απ’ το φανάρι του δρόμου και βλέπω το
τραπέζι με τις τάβλες κατεβασμένες μπρος στο παράθυρο πότε
σταματήσαμε να λέμε τα αυγά μάτια ή οι μαργαρίτες τις αβίαστες
αρμαθιές απ’ τα λόγια μας ως τα πέρατα ήτανε αυτές συμπαιγνίες
ζέστης κατάσαρκης και τότε χρώματα τροπές ξεκαρδίζονται
τράβα τράβα το χερούλι πλατύφυλλο βασιλικό και χαρταετούς
ξαναθυμάμαι και βλέμματα υγρές μουσούδες πάνω στα γόνατά μας
τώρα ποια αδράνεια ασάλευτη πνίγει το δωμάτιό μου ολόκληρη
μια νύχτα χτυπήθηκα ΜΟΝΗ πάνω σε αντικείμενα ξοφλημένα το
τραπέζι η κουρτίνα και το φως του φαναριού σεληνιακά αντανακλούν
τα κύματα της θλίψης ο ορίζοντας αισθάνουμαι πως τορνεύει
μια υπερμεγέθη γαβάθα τα τοιχώματά της είναι λεία από αρνήσεις
άλλη από μένα λέω στο συφοριασμένο εαυτό μου θα ‘ναι το σαρκώδες
νούφαρο που για κείνην τορνεύει ο ορίζοντας τα μεγάλα
γυαλιστερά φύλλα του όλο σ’ επιφάνεια παραδίνονται στα ασάλευτα
νερά δίχως ένα λυγμό ανάμνησης

*Από την ενότητα “Τα λόγια έχουν κρόσσια”, που περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο “Ποιήματα 1944-1985”, εκδ. Ίκαρος 2021.

Κατερίνα Κατσίρη, Να γράψεις κάποτε

Να γράψεις κάποτε πως ονειρεύτηκα μια μικρή βροχή
να ’σπαγε τα χέρια μου, την ονειρεύτηκα πολύ σκαλίζοντας
τις λέξεις, οι λέξεις μου δυόμισι βήματα απ’ το θεό
που σύρθηκε στη σκόνη
και θάμπωσε τα λαμπερά μου μάτια
Να γράψεις και για τη σιωπή, ζεσταίνει όσο και να πεις τις λέξεις
που ’χουν μείνει, μίτρες από τη μήτρα τις αντέγραψα
δύσκολα ξεχνιούνται την ώρα του επισκεπτηρίου
Έτσι να το γράψεις στους τοίχους
Μόνο μην κλάψεις χαμηλώνοντας τα γράμματα
και χαρακώσουν θάνατο οι σκουριές
Να γράψεις κάποτε σαν χάδι, μυρίζοντας τις τσέπες μου
έτσι να γράψεις και ας ανάβει νύχτα η βροχή

*Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: http://aoratatopia.blogspot.com/search?updated-max=2012-04-07T05:14:00%2B02:00&max-results=2&start=4&by-date=false

Νίκος Σφαμένος, ακινησία


Φώτο: Vivian Maier

ήταν πράγματι
ανυπόφορος
αυτός ο καύσωνας
ο κυρ Στρατής
γύριζε μόνος
«ε, και τι να κάνω στο σπίτι»
μικροί τσιγγάνοι
κρυβόταν στους θάμνους
του κήπου
ένας αλήτης κάτι μουρμούριζε
κοιτώντας τις βιτρίνες
δύο τουρίστες ρωτούσαν για
τις καλύτερες παραλίες
έξω απ΄το ταξιδιωτικό
γραφείο
ένας γέρος
κοίταζε ώρα ακίνητος
τα δρομολόγια των πλοίων

Κωστής Τριανταφύλλου, Το κόκκινο ποίημα

Οδηγία χρήσης:
για να γραφεί
αυτό το ποίημα
είναι αναγκαία
η συνεργασία
του αναγνώστη
ο οποίος
καλείται
να κλείσει
τα μάτια του
για ένα λεπτό
σκεπτόμενος
έντονα
το κόκκινο
χρώμα.

Tόλης Νικηφόρου, ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται…

Θα ξαναγεννηθούμε σε μιαν άλλη χώρα
θ’ ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις
και θα προφέρουμε περήφανα κάθε ελάχιστο αυτονόητο
στη γνώση μάταια θ’ αναζητήσουμε τον κόσμο
θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους
με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη
και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε
την πρώτη μας αγάπη
στα μάτια μας θ’ αστράφτει
η ίδια προαιώνια λάμψη
τίποτα δεν θα θυμηθούμε και τίποτα
δε θα ‘χουμε ξεχάσει

*«Ένα λιβάδι στην ομίχλη που ονειρεύεται» 2002.

**Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/07/15/ena-livadi-stin-omixli-pou-oneirevetai/#like-5283

Ανέστης Ευαγγέλου. Φορές-φορές συλλογίζομαι 

Φορές-φορές συλλογίζομαι τί χρειάζονται όλ’ αυτά
τί χρειάζεται η ξοδεμένη δύναμή σου,
η μετρημένη σου χαρά και η βαθιά σου οδύνη,
το πιο πολύτιμο που έκανες, η ποίησή σου.

Τί θ’ απογίνουμε, τί θ’ απογίνουν.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/07/06/φορές-φορές-συλλογίζομαι-ανέστης-ευα/

Κατερίνα Κολιοπούλου, Δύο ποιήματα

καταδύομαι

Άνεμος με δάχτυλα φυσά
Καταμεσής του Αυγούστου
δύο φουντωμένες ουρές χαϊδεύονται
τέσσερα μάτια ράβονται
Άλλη μια κόρη γεννήθηκε
Αδιάβροχη είναι -νομίζει-
Ξέρει πως δεν ξέρει αν
το φθινόπωρο θα κρατά ομπρέλα
θα βραχεί
ή θα πνιγεί
Προς το παρόν -λέει- έχει καύσωνα

*

ημερολόγιο σποράς και φυτέματος

Αφού οι κόρες των ματιών ακόμη διαστέλλονται
κι η νύχτα στο βογκητό της μέρας
ντυμένη καπνίζει
κι αφού το σώμα σου στυλώνεται
με μαγκούρα τη λέξη,
σκοτούρες
άτυπης εκεχειρίας
διαθλώνται σε φως

Σε χέρια τεχνιτών
διυλίζεται η σκόνη
φυτρώνουν ακόμη
νεραντζιές στην Πατησίων

*Από τη συλλογή “εντωμεταξύ”, εκδ. Ενύπνιο 2022.

Νίκος Πετρέλλης, Τρία ποιήματα

ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ

Πλέγμα κλαδιών και τζάμι
ήλιος και μουσική
η χαρά του χθες
η σιωπή των δύο

έξω φυσάει
το τηλέφωνο ανοιχτό

κι εσύ όλο να πέφτεις
να πέφτεις

*

ΑΓΑΠΗ

Τα βράδια μετά τη δουλειά
της διαβάζω ποιήματα
-θέλεις;- θέλω
μετά όταν ξεντύνεται λέει
σταμάτα τώρα λίγο
θέλω να ξεντυθώ

*

ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ

Πίσω ο κόκκινος ουρανός
μπροστά φοίνικες μαύροι
και κάτω η θάλασσα
σούρουπο
πάνω στο τζάμι που μας καθρεφτίζει
βλέπω τα μάτια σου
καμαριέρα από τις γειτονιές μας
καμαριέρα από την κόλαση βγαλμένη

*Από τη συλλογή “Ο ήχος της καύτρας στο σκοτάδι”, εκδ. Σμίλη, 2022.

Ελένη Ντούξη, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ

Αν είχες το μπουρίνι των χεριών σου
καρφιτσωμένο στου στήθους τη φευγάδα
θα ξερίζωνες απαλά το πέταλο του φθινοπώρου
από τον σβέρκο μου.

Κι αν είχες στόμα ανοιξιάτικο
με μια αντιστροφή σελήνη να ασθμαίνει
Θα ήξερες πως όλες οι εποχές στους ώμους μου
παγώνουν χωρίς το πανωφόρι σου.

*

ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΚΑΛΙ

Όπως ήμουν ξαπλωμένη πάνω σου
με τα ρουθούνια κάτω από το δέρμα σου
σκεφτόμουν αν έσβηνα, έτσι θα ήθελα να σβήσω
αντίθετα με όλους τους άλλους,
με μια εισπνοή.
Και αυτό για να μην εκπνεύσω
το πόσο σ’ αγαπώ
και φανεί σαν απρέπεια.

*Από τη συλλογή “Αντιδραστήρας”, εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2020.

Ασημίνα Ξηρογιάνη, Δύο ποιήματα

ΣΟΛΩΜΟΥ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Αν ζούσα σήμερα στο δικό σας ’21
(όχι δεν θέλω να το πω «δειλό»)
Έχω την αίσθηση –χωρίς υπερβολή–
πως θα ’σκιζα τα γραπτά μου ένα ένα,
το νόημα δεν θα ’ταν πια ηρωικό.
Με ποιες λέξεις να συνθέσω τώρα ποίημα
Σε ποιον, αλήθεια, εγώ ν’ απευθυνθώ;
Πιο ευτυχής αισθάνομαι μέσα στο μνήμα
Από κει τη φήμη μου τουλάχιστον διατηρώ.
Αν ζούσα σήμερα, ίσως να ήμουν θύμα,
ελεύθερος πολιορκημένος απ’ τον ιό
Είν’ οι καιροί στεγνοί και είναι κρίμα
Χάνεται η διαύγεια μέσα στον πανικό.
Μοιάζουν άμουσοι να ’ναι οι άνθρωποι – τραγικό!
Δεν μπορούν να πλέξουν ούτε μια ρίμα
Ούτε κι έχουν πλούσια έμπνευση, θαρρώ!
(Άσε που είναι πρόβλημα τ’ ότι δεν έχουν διαβάσει Σολωμό)

*

ΔΕΝ ΣΥΝΑΔΕΙ

Απλά είναι δύσκολο
Οι μέρες που κυλούν χωρίς εμάς
Οι ηλιόλουστες
Με λουλούδια γιορτινά
Οι αγροί που πάλι κοκκινίζουν
Είναι δύσκολο να συνταιριαστούν με το τοπίο μέσα μου
Αν δεις στη θάλασσα, εκεί θα είμαι
Aν δεις στο βουνό, πάλι εκεί
Στην πλατεία δίπλα σου,
στον δρόμο λίγο πιο κάτω
τον χωμάτινο
Θα με βρεις, σε μιαν άκρη
Γιατί έτσι συμβαίνει σε κάθε έλλειψη
Σε κάθε ιερή στιγμή
Που μόνοι με τον εαυτό μας μένουμε
Και μετράμε – δεν το θέλουμε
Απλά ξεχειλίζει από μέσα μας
σαν τραγούδι
σαν προσευχή
Και μετράμε
πόσο αγαπάμε.

*Από τη συλλογή «Mια απέραντη ματιά», εκδ. Βακχικόν, 2023.