Λίνα Φούντογλου, Δύο ποιήματα

1
Παλάμες πιο κρύες απ’ τον ωκεανό
μάτια ασάλευτα σαν ναυτικού
ατμόσφαιρα διάτρητη από χιλιάδες πεσόντες
αστέρες
όνειρα
πειρατές
όλα πολύ βαριά για το μικρό μου καράβι

είδα στον ύπνο μου την αδερφή σου
τη ρώτησα για σένα
έκανε πως δεν άκουσε
ήταν πολύ όμορφη
στα μάτια, στη μύτη, στο δέσιμο του προσώπου
ήθελα να τη φιλήσω
σου έμοιαζε τόσο πολύ

η ταραχή ξερνάει μνήμες
ένα γλαρόπουλο κολύμπησε ώσπου πνίγηκε
«αν ήμουν έντομο
θα είχα στο μυαλό μόνο το χώμα»

τα κύματα καβάλησαν την πλώρη μου
γελάω
η στεριά κοντά
μα λίγο πριν πεθάνω

2
Βλέπω στα μάτια σου
το υπολειπόμενο γονίδιο
-δωρεά της μητέρας σου-
μέσα του όλοι οι προπάτορές σου

η συγκέντρωση μελανίνης
στο επιθήλιο της ίριδας
σε συνδυασμό με τη σκέδαση του φωτός
από το θολό μέσο
δίνουν σ’ εμένα το αποτέλεσμα
ενός ψέματος
που με κρατάει
σε εγρήγορση

τα μάτια σου, ο ουρανός
ψεύδονται κατ’ εξακολούθηση
προκαλώντας ύγρανση
των εύπιστων βλεννογόνων μου

αναρωτιέμαι
αν είναι εξίσου ψέμα το άγγιγμα των χεριών σου
αν ό,τι νιώθω είναι μετάφραση προγράμματος
περασμένου στο κρανίο μου
ή αλήθεια αληθινή
σε όποια χωροχρόνο

αναρωτιέμαι
αν καταφέρω να εκτοξευτώ σε κάποιο αστέρι
εκεί που αργεί η εικόνα μας να φτάσει

θα ξαναζήσω τη στιγμή της ένωσής μας;

σε ποιο αστέρι να πηδήξω
σε άλλο ποιο θα παίρνει επανάληψη

για να έχω μια ζωή στο πλάι σου

*Από τη συλλογή “Αυτοχειρία σε χρόνο εξακολουθητικό”, Εκδόσεις Σμίλη, 2024.

Γρηγόρης Σακαλής, Το καλό και το κακό

Χριστούγεννα
η κοινωνία σε εξαθλίωση
οι απλοί άνθρωποι
αγωνίζονται
βασανίζονται
να επιβιώσουν
να τα βγάλουν πέρα
με τις καθημερινές υποχρεώσεις
να φάνε, να ντυθούν
να πληρώσουν λογαριασμούς
κι ένα μικρό υποσύνολο
βρίσκεται στον αφρό
κολυμπάει στη χλιδή.
Ένας φίλος μού είπε
πρέπει να είμαστε καλοί
να μη μας κυριεύει 
ο διάβολος
κι εγώ του είπα
πως διάβολος δεν υπάρχει
δεν τον συνάντησα ποτέ
για μένα διάβολος
είναι το χρήμα
και οι εξουσίες
αυτοί κάνουν τους πολέμους
αυτοί φταίνε για την πείνα, τις αρρώστιες
τους θανάτους των μικρών παιδιών
είναι καιρός
τα φτωχότερα στρώματα
ν΄αποτινάξουν
αρχαία ιδεολογήματα
και να παλέψουν
για την αυτοδιάθεσή τους.

Nicanor Parra, Young Poets / Νεαροί

Write as you will
In whatever style you like
Too much blood has run under the bridge
To go on believing
That only one road is right.
In poetry everything is permitted.
With only this condition of course,
You have to improve the blank page.

*Translated by Miller Williams.

Γράφετε ό,τι θέλετε
Στο ύφος που σας φαίνεται καλύτερο.
Αρκετό αίμα έχει κυλήσει κάτω απ’ τις γέφυρες
Για να συνεχίσουμε να πιστεύουμε
Πως μόνο ένα δρόμο μπορούμε ν’ ακολουθούμε.
Στην ποίηση όλα επιτρέπονται,
Μ’ αυτές τις προϋποθέσεις ασφαλώς
Ξεπερνάς την άγραφη σελίδα.

*”Ξένη ποίηση του 20ου αιώνα”, Μαρία Λαϊνά, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

Βικτωρία Θεοδώρου (1925 – 2019), Τρία ποιήματα

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Οι γονείς μου σαν από κάποια επιταγή
κατέβηκαν από ορεινά χωριά για να με γεννήσουν στ΄ακρογιάλι.
Εκεί, πίστευαν, ο σπόρος τους θ΄αναπτυχθεί καλός
και θ’ αρτυθεί με το αλάτι και με το ρυθμό.
Πουλιά της θάλασσας νηπιαγωγοί μου, ψάρια αθώα
-Άργησα πολύ να μιλήσω δεν ήθελα να πω τ΄όνομά μου–
και δάκρυα της μητέρας μου πολλά στις Δρίμες για να μου δώσουνε φωνή.
Ωστόσο, μέσα από δύσβατα όνειρα
κατόρθωσα ν΄απαλλαγώ από το κατσικίσιο πόδι μου
και να πάω με τους ανθρώπους.
Αλλά είμαι καταδικασμένη ν΄ακούω τον αυλό τους
και να ιστορώ τη φυγή και την προσφυγή εκείνων των κυνηγημένων.
Στο τάγμα της Μνήμης υπηρετώντας.

*Από τη συλλογή “Η νυχτωδία των συνόρων”, 1986.

*

ΤΣΑΚΙΖΩ ΤΙΣ ΛΙΑΝΕΣ ΕΛΙΕΣ

Τσακίζω τις λιανές ελιές και συλλογίζομαι
όσά ΄τανε να γίνουν κι απομείναν
σύννεφα, όπου δεν ρίξαν τη βροχή
παρά τα σκόρπισεν ενάντιος άνεμος.
Θα τις γλυκάνω με το βρυσικό νερό
με τ΄άλλαγμα η πικράδα τους θα φύγει
μάραθο και λεμόνι θα τους βάλλω να ευωδιάσουνε
Μα η πίκρα η δικιά μου πως γλυκαίνει;
Ωσάν την πράσινην ελιά να με τσακίζανε
δεν θα ΄φευγα με τους προσκυνημένους.

*Από τη συλλογή “Κατώφλι και παράθυρο”, 1962.

*

ΤΗΝ ΑΡΜΟΝΙΑ ΖΗΤΩ

Την αρμονία νʼ ακούσω ζητώ
τη μουσική της γαλήνης
όπως απʼ τα λιβάδια ακούγεται
την ώρα που τʼ άστρα δακρύζουν
και την πρωινή πάχνη υφαίνουν.
Τότε αναδείχνεται του αγκαθιού το φύλλο
σαν ασημένιο κέντημα πάνω στο χώμα
η εύνοια τʼ ουρανού προσγειώνεται
και προστατεύει τον ύπνο του σπόρου.
Άγια τα γήινα, μα εγώ έχω κινήσει
για των ερωτημάτων τους κόσμους,
διάλειμμα στη θλίψη η περιέργειά μου.
Ανία της έντασης
πλήξη των σχέσεων και πλήξη της μοναξιάς
να ξεφύγω θέλω και να φύγω ακμαία,
με τη γύρη των άστρων νʼ αφομοιωθώ.
Νεφέλη πάνω απʼ το κάστρο αυτό να με σηκώσει.

*Από τη συλλογή “Ουρανία”, 1978.

Robin Tomens, The Problem Of Language / Το πρόβλημα της γλώσσας

This post preserves alienation. Creation and preservation are coterminous.

Preservation is superfluous. Things preserve themselves as they are and do. Creation is always a given.

Αυτή η ανάρτηση διατηρεί την αποξένωση. Η δημιουργία και η διατήρηση είναι ταυτόσημες.

Η διατήρηση είναι περιττή. Τα πράγματα διατηρούνται όπως είναι και όπως λειτουργούν. Η δημιουργία είναι πάντα δεδομένη.

Ασημίνα Λαμπράκου, γκρίζο

Φωτογραφία: ©  Nastya Kaletkina

της γραμμής των λόφων

τότε που σ’ έβλεπα μαύρα μάτια να με κοιτάνε
σε θολωτό τσιμέντων και κρυστάλλων από κάτω
δεν ήξερες πως θα τόλεγες όταν το χρειαζόμουν
μη κάνουμε την ήττα τραγωδία, θάλεγες όταν θα
συστηνόσουν κι άλλα μίλαγες
πως φερειπείν είσαι μάννα να μεγαλώνεις παιδιά
και το γκρεμό σου που νίκησες και τ’ όνομά σου
Παναγία μα εσύ άλλο φανέρωνες γιατί δεν το ‘ξερες
πως έτσι θα σ’ έβλεπα σήμερα που σε χρειαζόμουν
κι άπλωσες χέρι και, σα να είπες: διάλεξε
τον κύριο Γκάτσο ή τη Γώγου;
κι ήρθαν οι στίχοι τους πουλιά – τα δικά σου
που απ’ το γκρεμό σε σήκωσαν και μακριά σε πήγαν…
“Θα ‘ρθει στιγμή που θ’ αλλάξουνε τα πράγματα Μαρία”
…κι όμορφες μείναμε ν’ απλωνόμαστε ξανά μπροστά
στη μοίρα ._
.
*Από τη συλλογή ”στην οδό αλαμάνας ξημέρωνε επίσης”, 2017.

Μαριάννα Πλιάκου, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΝΗΣΙ

Μια θεωρία
για το όνομα του Guernsey
είναι πως δόθηκε από τους Βίκινγκς
-“Grønn øy”, το πράσινο νησί.
Και είναι.
Τα δέντρα στους δρόμους
απλώνουν απ΄ τις δύο πλευρές
τα κλαδιά τους,
που μπλέκονται σε γέφυρες. Και
το χορτάρι κατεβαίνει στη θάλασσα,
η βλάστηση στους γκρεμούς της νότιας ακτής
να νικά το γρανίτη.
Πράσινο
Ευφάνταστο,
Εμφατικό,
Γεμάτο αιώνες
καθώς
περνάμε και φεύγουμε.

*

GUERNASIAIS (1)

Το νησί από νωρίς
σημείο διεκδίκησης
μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας.
Διεκδίκηση
που αποτυπώνεται
στα γαλλικά τοπωνύμια,
το νομικό κώδικα,
αλλά και στην τοπική διάλεκτο.
Κατά τ’ άλλα, as British as it gets.
Παμπ με σανίδι ποτισμένο με μπύρα,
φασαρία στην ουρά για το ταξί Παρασκευή βράδυ,
fish n’ chips στην παραλία.
Νησί εκκρεμές.
Μετρονόμος
που σταμάτησε,
και ξεκουράζεται
στη μέση.

  1. Guernesiais: πατουά του Γκέρνσι – τοπική διάλεκτος βασισμένη στη γαλλική γλώσσα.

*Από τη συλλογή “Χ”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021.

Πέτρος Στεφανέας, Τρία ποιήματα

ΣΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ

Στὸ ζαχαροπλαστεῖο «Μπλὲ Οὐρανὸς» ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἀριστομένους
Γιορτάσαμε τὴν εἰσαγωγή μου στὸ γυμνάσιο
Οἱ μυρωδιὲς τοῦ γλυκοῦ «ἡ σοκολατίνα μου» ἦταν πολύχρωμες
Εἶχαν ἐνσωματωθεῖ προσωρινὰ
Στὴ φωνὴ τοῦ πατέρα μου

Σχολίαζε τὰ φωνήεντα καὶ τὰ σύμφωνα
Τὴν τελεία τὴν τοποθέτησε μὲ τὸ χέρι
Μαζὶ μὲ ἤχους ἀπὸ τὴν παρέλαση τῶν συμμαθητῶν του

Ὡς νομικὸς καὶ ὡς ὁ κ. Διευθυντὴς
Ἂν τὸ ἀποφασίσει, μπορῶ νὰ τοὺς δωρίσω ἕνα γλυκὸ φροῦτο

Πικράθηκε ἀπὸ τὶς λιγοστὲς ἀφίξεις στὴ γιορτὴ
Καὶ τὸν μετέπειτα σχολιασμὸ περὶ τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν
Τὰ κουστούμια τῶν ἀπόντων γκρὶ
Ἡ τελεία του μετατράπηκε σὲ κόκκο ζάχαρης

Μέσα στὸ ζαχαροπλαστεῖο δακρύων ἐργάζομαι διαρκῶς

Σὲ κάθε ἐπισκέπτη τοῦ ἑαυτοῦ μου
Συστήνομαι ὡς ζαχαροπλάστης

*

ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΘΑΛΑΣΣΩΝ

Φοβᾶμαι τὰ πλοῖα
Τὰ πλοιάρια ἐπίσης μὲ τρομάζουν
Οἱ χειροποίητες λέμϐοι καὶ τὰ παραπλέοντα σκάφη
Μοῦ προκαλοῦν αἰσθήματα θανάτου
Εἰδικὰ ὅταν τὰ ὁδηγοῦν δόκιμοι μοναχοὶ

Στὰ ἀμπάρια τοῦ πλοίου μας
Τὰ κιϐώτια μὲ ἡμερομηνία λήξεως
Προορίζονται γιὰ κάποιον γνωστό μου

Μεσοπέλαγα ὁ τρόμος ἀπὸ ἐνδεχόμενο πνιγμὸ
Ξεπερνάει τὸν ἦχο ἀπ ᾿ τὶς δεήσεις γιὰ τὴν ἀνθοφορία
Καὶ τὶς προσευχὲς τῶν χορταριῶν τῆς Σύρου

Ἡ ἀγάπη μας μακρινὴ
Ἀπαιτεῖ ἀναδάσωση καὶ στὶς προϐλῆτες

*

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΦΥΠΝΙΣΗΣ

Δροσερὸ τὸ νερὸ
Δυὸ χέρια τουριστικὸ τοπίο

Κάθε πρωί
Σὲ κάθε πρέπον λουτρὸ
Λαμϐάνει χώρα μιὰ τρίλεπτη ψυχρὴ δοκιμασία
Ἔχουν ἐπενδυθεῖ σ ᾿ αὐτὴν ἑκατομμύρια ἐργατοῶρες
Ἀκυρώσεις συναντήσεων καὶ ὑδραυλικὴ γνώση

Συνήθως τὸ αἷμα ἀνεϐαίνει ψηλὰ
Τροφὴ γιὰ τὶς βλεφαρίδες

Περήφανα μέλη τοῦ τοπικοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος
Ξεχασμένα στὸ νερὸ μετὰ τὴ διαμαρτυρία
Κάνουν ἀγορὲς γιὰ τὴν οἰκογένειά τους

Συχνὰ ἀκούγονται ἀτάκες ἀπὸ ἑλληνικὲς ταινίες
Σὰν συνθήματα
Στὸν δρόμο πρὸς τὸν νεροχύτη

*Από τη συλλογή “Αφροδίτη στα μπλε”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2019.

Ορχάν Βελή Κανίκ (1914-1950), Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ I


Απʼ το παράθυρό του,
έβλεπε τις στέγες των άλλων σπιτιών
και στο βάθος το λιμάνι.
Τις Κυριακές χτυπούσαν οι καμπάνες.
Ασταμάτητα.
Τα βράδια, μες στον ύπνο του,
άκουγε το σφύριγμα του τρένου.
Πάντα στη μία ακριβώς.
Με τον καιρό, ερωτεύτηκε ένα κορίτσι
που έμενε στην άκρη του δρόμου.
Παρ’ όλα αυτά,
έφυγε και πήγε σ’ άλλη πόλη.


*


ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ II


Τώρα δεν βλέπει δέντρα
απʼ το παράθυρό του.
Βρέχει ασταμάτητα
όλη τη μέρα πάνω από το κανάλι.
Το φεγγάρι συνεχίζει να βγαίνει τα βράδια
και στην πλατεία, κάθε Τρίτη,
έχει Λαϊκή.
Όμως αυτός,
θες η εξορία, θες τα λεφτά,
θες ένα γράμμα,
σκέφτεται πάντα κάτι άλλο.


*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Μανδραγόρας”, τεύχος 30, Σεπτέμβριος 2003.

Βίκυ Κατσαρού, Εξάρχεια

Στη Βαλτετσίου στρίψαμε τη μέρα
που η μπλούζα σου ιδρωμένη κόλλησε στην πλάτη σου,
κοίταζα με ντροπαλή κατάπληξη
το αριστερό λακκάκι σου στο μάγουλό σου,
κι ήθελα τα χείλη μου σ’ εκείνη τη γλύκα
να στεγνώσουν,
δέρμα να μεταμοσχεύσεις στα ρουθούνια μου.

Το ίδιο βράδυ το άρωμά σου από τις μασχάλες μου
θα ξέφευγε
και θα χτυπούσε στους τοίχους της κουζίνας,
στο ψυγείο,
στο τραπεζομάντηλο, στη σπασμένη σου κορνίζα,
θα ξέφευγε και θα χτυπούσε στο βίτσιο μου να γελάω
όταν κόβουν την καρδιά μου κομματάκια.

«Εγώ δεν σ’ αγαπώ» είπες
κι οι φλέβες μου αδιάβροχες
σκαρφάλωσαν στα κάγκελα μιας γειτονικής αυλής.

Σημάδι γενετικό.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com/2025/12/19/exarcheia/