Είμαστε το ξερό ψωμί και το νερό στις φυλακές του ουρανού Είμαστε τα λιθόστρωτα του έρωτα όλοι οι σταματημένοι φωτεινοί σηματοδότες Που προσωποποιούμε τα χαρίσματα αυτού του ποιήματος Τίποτε δεν μας εκφράζει πέρα από τον θάνατο Εκείνη την ώρα όπου η νύχτα για να βγει βάζει τα λουστραρισμένα της μποτίνια Δεχόμαστε τον καιρό όπως έρχεται Σαν έναν μεσότοιχο σε εκείνον των φυλακών μας Οι αράχνες οδηγούν το πλοίο μέσα στο αγκυροβόλιο Το μόνο που μπορείτε να κάνετε είναι να αγγίζετε δεν υπάρχει τίποτα να δείτε Αργότερα θα μάθετε ποιοι είμαστε Τα έργα μας είναι ακόμη εντελώς απαγορευμένα Όμως αυτή είναι η αυγή της τελευταίας ακτής ο καιρός χαλάει Σύντομα θα μεταφέρουμε αλλού την ενοχλητική μας πολυτέλεια Θα μεταφέρουμε αλλού την πολυτέλεια της πανούκλας Εμείς δεν είμαστε παρά λίγη λευκή πάχνη πάνω στα ανθρώπινα δεμάτια Κι αυτό είναι όλο […]
Να πνιγώ να κυματίζουν τα μαλλιά μου Να είμαι ραψωδία των ψαριών Ένα μάτι να ανοιγοκλείνει και να κοιτάζει Το ναυάγιο στο βυθό να βλέπει – Για πάντα κάτω να πνίγομαι Να κατεβαίνω στου καλαμαριού τη σύναξη Μαύρη σκεπή η κοιλιά της φάλαινας Ο τάφος ένα πάτωμα φτιαγμένο από στρείδια –
Το θαλασσινό μου φάντασμα σηκώνεται Και πιο κυματιστά τα μαλλιά του Ραβδώνουν μ’ ασήμι τα μάτια μου Προς τα πάνω στροβιλίζομαι Κι’ αναρωτιέμαι πού –
Να πάρω αναπνοή στην κούπα του Ποσειδώνα Σκουντάω τη θύελλα και την καταιγίδα βάζω χέρι στη γοργόνα Για να σταθεί να καρφιτσώσει τα μαλλιά μου Πάνω στη σέλα του ιππόκαμπου
Σκελετούς στη ντουλάπα τους κρύβουν τα μέγαρα, οι πρεσβείες, τα ανάκτορα, οι τράπεζες, οι μυστικές υπηρεσίες, οι πολυεθνικές, τα κοινοβούλια και όλα τα
υπουργεία όλων των εθνών, οι σκελετοί στη ντουλάπα ζωντανεύουν γύρω στα μεσάνυχτα όταν έχει πανσέληνο και σαν μάγισσες ή σαν νεράιδες παίρνουν σβάρνα τις
χώρες και τις ηπείρους να πιουν λίγο απ’ το αίμα των φτωχών, των αδύναμων, των κατατρεγμένων και των άμαχων, μ’ αυτό το αίμα κρατιούνται ζωντανοί στη
ντουλάπα, μετά πάνε σε ένα wine bar στο κέντρο της πόλης να θρηνήσουν το πληγωμένο τους γόητρο, να πνίξουν το σφιχτό καημό τους μέσα σ’ ένα μπουκάλι
εμφιαλωμένης επιβίωσης, να μετρήσουν τις απώλειες του διασυρμού τους και να ξεπλύνουν από πάνω τους όλα τα αμαρτήματα εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων
Το χάραμα γυρίζουμε ξανά κοντά σου ακολουθώντας πάντοτε την ίδια ρότα το σιρόκο πού χρόνια ατέλειωτα καραδοκούσαμε. Αστράφτει η μνήμη σου στους έλικες χίλιες στροφές το δευτερόλεφτο. Και ξάφνου είδα τούς γλάρους χαμηλά κάτι σαν τούς προάγγελους της θύελλας, από τη γέφυρα τα ξερονήσια ένα κοπάδι πόρφυρες κατόπι μας, την προκυμαία αδιάβατη ζωσμένη σ’ ένα δάσος σιωπηλές περικοκλάδες κι από τις γρίλιες να παραμονεύουμε τα δίκαννα. Πώς να περάσω απέναντι χωρίς κουπιά; Η θάλασσα που γνώριζα είναι ένʼ αδιέξοδο στο στήθος σου. Φυσά αγέρας παγωμένος, μεσοζωικός.
Ω πώς τόσον καιρό μετά την καταιγίδα ανάμεσα σ’ αυτές τις πέτρες που ριζώσαμε αγριάδα ακόμα παίζουν πένθιμα τα βιολοντσέλα σου Βιβάλντι;
Στις εκβολές του Αχέροντα Το περιβόλι στις εκβολές του Αχέροντα. Διαβαίνει το νερό όλο λείψανα βρικόλακες της θύμησης και ύψος ανεκπλήρωτο κ’ εσύ σκύβεις να πιεις και φαρμακώνεσαι καθώς αντίκρισες καθρεφτισμένο τον Άη-Μηνά ίσκιο θεόρατο κυνηγώντας τους Φράγκους και τώρα σκήνωμα προσκυνητάρι θλιβερό ή τον καπετάν-Διάκο βγάζοντας λόγους στη Λαμία κ’ ύστερα καρφωμένο το κεφάλι του στ’ ακόντιο λέξεις να σου παίρνουν το μυαλό.
Τώρα ξανά τα πράγματα δεν είναι εύκολα ο νεκροπόταμος τραβάει την πορεία του αιώνιος ξωπίσω σου οι ρουφήχτρες αχόρταγες τα κουφάρια στρώμα στην πεδιάδα κ’ είναι το στόμα σου στυφό αγραπίδι. Όχι, δε θέλω πια τις τεχνητές σας λίμνες όλο στολίδια, αρώματα, χιτώνες μεταξένιους. Δεν φτάνουνε ν’ αναχαιτίσουν τη φουρτουνιασμένη κοίτη που λυσσομανάει.
Μόνον οι μαίανδροι στη φλέβα μου με πολυδιάστατες καμπύλες δουλεύοντας μερόνυχτα γνωρίζουνε τ’ απόκρυφα του μπορούν να βάλουν χέρι στην ορμή του.
*Από τη συλλογή “Φανός θυέλλης”, εκδ. Αστρολάβος/Ευθύνη, 1991.
Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις με τις καμπύλες των λόφων στα μάτια κι ήρθα προς τους ανθρώπους με τις σωστές λέξεις στο στόμα και την ελεύθερη κίνηση των χεριών. Κατέληξα με μία τσάντα που επαλήθευε το νόμο της βαρύτητας στην ατέλειωτη άσφαλτο πληρώνοντας φόρους και διαπύλια φθείροντας την ακμή μου ανάμεσα σε πλαστικά γιασεμιά γδέρνοντας το λαιμό μου στους τοίχους μ’ ένα μπρελόκ που τα κλειδιά του δεν ταιριάζουν σε καμιά ανθρώπινη πόρτα
Το τριακόσια τριάντα τρία δεν απαντά Πλάι στον αριθμό το “οδός Κριεζώτου 2” Η εν Ισσώ μάχη! “Δεσποινίς Πυθία δοκιμάσετε πάλι” “Νικήτα Ράντο, δεν μ’ ακούς; το τριάντα τρία η πρώτη σου ποιητική δοκιμασία” το Είκοσι δύο επέστρεψαν οι Έλληνες απ’ την Μικράν Ασία. Επέστρεφε ω Ιστορία! Η Τροία του Ομήρου, η Τροία του ονείρου τριαδικά συστήματα προϊστορικά, μεταχριστιανικά υπολογισμένα καβαλιστικά. “Νικήτα Ράντο γιατί δεν απαντάς;» Τριάντα τρία χρόνια κι ύστερα επέστρεψεν η εν ηχώ μάχη: “Δεν μ’ αναγνωρίζεις; Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς, και βροντοφωνάζουν μέσα μου της ταραγμένης σου ψυχής τα φλογερά οράματα”. . *Από τον συλλογικό τόμο “Γραφή και φως”, εκδ. Ίκαρος.
Θυμήσου Τη μαγεία των πόλεων με τα υπόγεια ταχυδρομεία και τις τσιχλομηχανές Τις όμορφες βιτρίνες που άθελά μας έγινα ποιήματα κι ακόμα αποστέλλονται κατά παντός αγνώστου πάντα την άνοιξη (επί αντι-καταβολή) Ξημερώματα διαθέτοντα ταυτότητα μέθης Κι όνειρα αμυδρά να θυμίζουν Αφροδίτη Μηλήσια Δίχω χέρια να σ’ αγκαλιάσουν Ανέβα τη σκάλα κάνε πάλι το χώρο ν’ απαστράπτει Ξάνρχισε το τραγούδι μας που θα το φαν’ στο τέλος ποστ-αρουραίοι ή θα τ’ απολαύσουν βιβλικά εν αγνοία μας άστρα λιμοκτονούντα Θυμήσου τις μαυρισμένες από τα κάρβουνα σαν τη νύχτα παλάμες… τη θαλπωρή του μικροσκοπικού δωματίου
Ποιος σε συνόδευσε Τι σε οδήγησε όμως μέχρι εδώ; Έχω αρχίσει ξέρεις να γερνώ κι αισθάνομαι ανήμπορος κάτι άλλο πέρα από μνήμες να σου προσφέρω. Προδιαγράφω κατά κάποιο τρόπο το μέλλον
Κι αυτό είναι Ό,τι εννοώ με τον τίτλο.
13/7/1988
*Από τη συλλογή “Μέθυμος λόγος”, εκδ. Δρομεύς, Αθήνα 1995.