Ύστερα ξαφνικά ήρθε η έκρηξη Που με κομμάτιασε σ’ αμέτρητα κομμάτια Κι έγινα πέτρες ή καλύτερα Έγινα μια απ’ τις ανόμοιες πέτρες Που αργότερα ήρθε η βαριά Να διαμελίσει ακόμα μια φορά Σ’ ακόμα πιο μικρά κομμάτια
Είμ’ ένα ελάχιστο χαλίκι Ανάμεσα σ’ αμέτρητα άλλα χαλίκια
Ριγμένα εδώ μες στο καλούπι νιώθουμε Τη γκρίζα μάζα του τσιμέντου γύρω μας Να σφίγγεται να πήζει να μας δένει Σε μια παράλογη καινούργια ενότητα
Είμαστε τα κορίτσια που κουράστηκαν να γελούν και να αμύνονται. Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα. Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος. Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν η γη μυρίζει. Οι νέοι άνθρωποι φεύγουν τα παραθυρόφυλλα κλείνουν. Μπαίνουν τα γυναικεία ποδήλατα στην αποθήκη. Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε. Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν κάτι είναι και αυτό.
‘Όλοι πιστεύουν ότι μπορούν, να χορεύουν από το βράδυ μέχρι το πρωί, σαν κλεμμένα κοσμήματα, γαλάζια βήματα που εξαφανίζονται στην γη. Εγώ από την άλλη, περίμενα την στιγμή, που θα κλειστώ στο σπίτι μου, απλώνοντας βιβλία μέσα στη νύχτα. Το τραπέζι, η πολυθρόνα, τα σύνεργα του ποτού, εκείνο το ξεδιάντροπο ποτήρι, με σχήμα από πρόσωπο ανθρώπου, με χτυπάει άγρια… στην γλώσσα των λουλουδιών. Διαφορετικά όνειρα, Ακατάλληλες ώρες, εκστατικές κινήσεις, λείπει το μισό φεγγάρι, εγώ δεν μπορώ να κλείσω μάτι, όλα έχουν πάνω τους τα σημάδια της μοναξιάς.
*Ο Νεκτάριος Μπέσης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στην Αίγινα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τρία βιβλία. Ποιήματα του και μικρά διηγήματα έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες ανθολογίες, περιοδικά ποίησης και εφημερίδες.
Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα και σχήματα αράχνη τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους καρφωμένα αίμα τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια η βροχή και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της το σώμα της και τ’ ανοιχτό στόμα της μακριά βαθιά πάνω στο βουνό.
Το μυαλό μου κουρασμένο κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο ρολόγια πέφτουν ολοένα και σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι μεσ’ τον καθρέφτη φάνηκε έν’ άλλο χέρι
έδερναν τα μεσάνυχτα μακριά ακουγόταν ένα βογγητό.
Όλα όσα βλέπω τα παράξενα σπίτια μου θυμίζουν εσένα η νύχτα μου θυμίζει εσένα ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει εσένα κι ο τάφος μου θυμίζει εσένα τα ψάρια τα λουλούδια μου θυμίζουν εσένα όλες οι φωτογραφίες όλα τα χρώματα όλα μου θυμίζουν εσένα κι όλα τ’ αγαπώ για σένα.
Σκυφτή γυναίκα καθαρίστρια των καφενείων μέσα σ αναποδογυρισμένα τραπέζια και σε σκόνες Μόνη σου συντροφιά η τελευταία λάμπα της περασμένης νύχτας το τελευταίο αστέρι της αυγής η ψυχή σου, που τρεμοσβήνει ετοιμάζοντας τις «καθαρές» ζωές αυτών που έρχονται τη μέρα η γρηά ρακοσυλλέκτις ένα τσουβάλι παραμορφωμένα κόκκαλα • οστεοπόρωσης η νέα μόνη της μ ένα βυζί (το άλλο της το κόψανε)
*Λειτουργία του νεκρού παρόντος, Σχέδια και ποιήματα 1974.
*
ΔΙΑΒΟΛΗ/CALUNNIA
Ζήτησα ένα σώμα λαχτάρησα ένα σώμα Άφησα τον μαγνήτη της πείνας να με ρίξει απάνω του Βούλιαξα ηδονικά μέσα στις πρώτες άγριες φτέρες του Θεού. Εκεί με βρήκε ο συριγμός του απόκρημνου. Έτσι πέφτει ο κόσμος Με μια σπαθιά στο βλέμμα που τυφλώνει σαν ράχη φιδιού στον ήλιο ρουφώντας στην τρικυμισμένη ίριδα τα καράβια μαζί με τις ακτές του παράδεισου.
*Από αφιέρωμα στην ποίηση της Έλενας Τουμαζή Ρεμπελίνα-10 ποιήματα, από την ποιητική συλλογή Marginalia,2016,της ιταλικής ποιητικής ιστοσελίδας: https://poetarumsilva.com,29.11.2021
Τι διακεκριμένοι και ευκατάστατοι Τι ταπεινοί και λιμασμένοι Να τα σπαθιά, να τα λοφία και τα βρακάκια τους αδειάζοντας, γεμίζοντας μια γούρνα στο Δρομοκαΐτειο
Καλοί, κακοί, αλαζόνες έχουν όλοι τον ίδιο προορισμό να αγγίζονται, να ποθούν, να εξευτελίζονται εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως
Εδώ θα βρείτε τα όνειρα και τα οστά ξεγυμνωμένα στάση Αφαία Σκαραμαγκά, στην Ιερά Οδό στις εσοχές, στα ντουλαπάκια φυλαγμένα
Να τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων των κοριτσιών, των αρχαγγέλων να τα ωραία μάτια, τα εξαίσια χείλη, τα στήθη το ομφάλιο κάλλος και τα επίγεια χάδια
Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκον «Τι είναι ζωή; Τι μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;» Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου
Γκάζι, Κεραμικός, Θησείον κι ο Λαπαθιώτης σκόνη, μιά ξεχασμένη πόρνη εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως.
*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, εκδ. Περισπωμένη, 2021.
Το μυαλό μου δηλώνει “εκτός”. Οι σκέψεις κουλουριάζονται σε μη ορατά τμήματα του κρανίου -βόες σφιγκτήρες- Το βλέμμα σαρώνει απαθώς τα αντικείμενα. Άμμος εισχωρεί παντού. Λεπτή σαν πούδρα. Η έρημος χάνεται στο πορτοκαλί. Εισπράττω λίγο-λίγο το τίμημα Της υπερβάλλουσας στέρησης. Πόση ηδονή εμπεριέχεται Στην αυτοκαταστροφή μου;
*
ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ
Με πυρπολεί ο Έρωτας κι εγώ Τον αποδιώχνω. Σφραγίζω πιθανά περάσματα με διάφανη σιλικόνη. Ασφαλής μετά, Του κλείνω το μάτι, Του βγάζω τη γλώσσα, έχοντας, εν τούτοις, αφήσει μισάνοιχτη μια σχισμή Κερκόπορτας, ίσα για να κατοπτεύω τις αντιδράσεις. Επί ματαίω, όλα. Το υγρό πυρ ήδη κατακαίει την Βασιλεύουσαν Πόλιν.
*Από τη συλλογή “Ο δρόμος άνοιγε στο τέλος”, εκδ. Θεμέλιο, 2017.