Αργύρης Χιόνης, Τα νεύρα μου τις ρίζες μου βαθιά στη γη

Τα νεύρα μου τις ρίζες μου βαθιά στη γη

Ύστερα ξαφνικά ήρθε η έκρηξη
Που με κομμάτιασε σ’ αμέτρητα κομμάτια
Κι έγινα πέτρες ή καλύτερα
Έγινα μια απ’ τις ανόμοιες πέτρες
Που αργότερα ήρθε η βαριά
Να διαμελίσει ακόμα μια φορά
Σ’ ακόμα πιο μικρά κομμάτια

Είμ’ ένα ελάχιστο χαλίκι
Ανάμεσα σ’ αμέτρητα άλλα χαλίκια

Ριγμένα εδώ μες στο καλούπι νιώθουμε
Τη γκρίζα μάζα του τσιμέντου γύρω μας
Να σφίγγεται να πήζει να μας δένει
Σε μια παράλογη καινούργια ενότητα

Γιώργος Μακρής, Φθινόπωρο

Είμαστε τα κορίτσια που κουράστηκαν
να γελούν και να αμύνονται.
Είμαστε οι ρίζες των δέντρων που ξάπλωσαν
ο αέρας που κουνούσε πάνω τους τα φύλλα.
Άδειοι στρατώνες οι ψυχές μας, μυρίζουν
Το φθινόπωρο περ’ απ’ το δάσος.
Η βροχή μυρίζει, τα φύλλα μυρίζουν
η γη μυρίζει.
Οι νέοι άνθρωποι φεύγουν
τα παραθυρόφυλλα κλείνουν.
Μπαίνουν τα γυναικεία ποδήλατα
στην αποθήκη.
Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.
Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν
κάτι είναι και αυτό.

Νεκτάριος Μπέσης, Τα σημάδια της μοναξιάς

‘Όλοι πιστεύουν ότι μπορούν,
να χορεύουν από το βράδυ μέχρι το πρωί,
σαν κλεμμένα κοσμήματα,
γαλάζια βήματα που εξαφανίζονται στην γη.
Εγώ από την άλλη,
περίμενα την στιγμή,
που θα κλειστώ στο σπίτι μου,
απλώνοντας βιβλία μέσα στη νύχτα.
Το τραπέζι,
η πολυθρόνα,
τα σύνεργα του ποτού,
εκείνο το ξεδιάντροπο ποτήρι,
με σχήμα από πρόσωπο ανθρώπου,
με χτυπάει άγρια…
στην γλώσσα των λουλουδιών.
Διαφορετικά όνειρα,
Ακατάλληλες ώρες,
εκστατικές κινήσεις,
λείπει το μισό φεγγάρι,
εγώ δεν μπορώ να κλείσω μάτι,
όλα έχουν πάνω τους τα σημάδια της μοναξιάς.

*Ο Νεκτάριος Μπέσης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στην Αίγινα. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τρία βιβλία. Ποιήματα του και μικρά διηγήματα έχουν δημοσιευτεί σε διάφορες ανθολογίες, περιοδικά ποίησης και εφημερίδες.

Μίλτος Σαχτούρης, Οκτώβριος

Στο ταβάνι σχήματα τριαντάφυλλα
και σχήματα αράχνη
τα φώτα κίτρινα θαμπά σκοτεινά
μεγάλα ψάρια στους πράσινους βαθιούς τοίχους
καρφωμένα
αίμα
τρύπιες κουβέρτες και σπασμένα τζάμια
η βροχή
και ξάφνου μέσα στα χέρια μου τα μαλλιά της
το σώμα της και τ’ ανοιχτό στόμα της
μακριά βαθιά πάνω στο βουνό.

Το μυαλό μου κουρασμένο
κι ο αγέρας διάφανος σαν κρύσταλλο
ρολόγια πέφτουν ολοένα και
σπάζουν πάνω στο πλακόστρωτο
σήμερα ο αγέρας δυνάμωσε ακόμη
απ’ το παράθυρο βγήκε ένα χέρι
μεσ’ τον καθρέφτη φάνηκε έν’ άλλο χέρι

έδερναν τα μεσάνυχτα
μακριά ακουγόταν ένα βογγητό.

Όλα όσα βλέπω
τα παράξενα σπίτια μου θυμίζουν εσένα
η νύχτα μου θυμίζει εσένα
ένα μικρό παιδί που κλαίει μου θυμίζει
εσένα
κι ο τάφος μου θυμίζει εσένα
τα ψάρια τα λουλούδια μου θυμίζουν εσένα
όλες οι φωτογραφίες όλα τα χρώματα
όλα μου θυμίζουν εσένα
κι όλα τ’ αγαπώ για σένα.

Έλενα Τουμαζή Ρεμπελίνα (1947-2023), Δύο ποιήματα

ΩΔΗ ΣΤΙΣ ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΕΣ

Σκυφτή γυναίκα καθαρίστρια των καφενείων
μέσα σ αναποδογυρισμένα τραπέζια
και σε σκόνες
Μόνη σου συντροφιά η τελευταία λάμπα
της περασμένης νύχτας
το τελευταίο αστέρι της αυγής
η ψυχή σου,
που τρεμοσβήνει
ετοιμάζοντας τις «καθαρές» ζωές
αυτών που έρχονται τη μέρα
η γρηά ρακοσυλλέκτις ένα τσουβάλι παραμορφωμένα κόκκαλα • οστεοπόρωσης
η νέα μόνη της μ ένα βυζί (το άλλο της το κόψανε)

*Λειτουργία του νεκρού παρόντος, Σχέδια και ποιήματα 1974.

*

ΔΙΑΒΟΛΗ/CALUNNIA

Ζήτησα ένα σώμα
λαχτάρησα ένα σώμα
Άφησα τον μαγνήτη της πείνας
να με ρίξει απάνω του
Βούλιαξα ηδονικά
μέσα στις πρώτες
άγριες φτέρες
του Θεού.
Εκεί
με βρήκε
ο συριγμός
του απόκρημνου.
Έτσι πέφτει ο κόσμος
Με μια σπαθιά στο βλέμμα
που τυφλώνει
σαν ράχη φιδιού στον ήλιο
ρουφώντας στην τρικυμισμένη ίριδα
τα καράβια
μαζί με τις ακτές του παράδεισου.

*Από αφιέρωμα στην ποίηση της Έλενας Τουμαζή Ρεμπελίνα-10 ποιήματα, από την ποιητική συλλογή Marginalia,2016,της ιταλικής ποιητικής ιστοσελίδας: https://poetarumsilva.com,29.11.2021

Γιώργος Κοζίας, Εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως 

Φωτογραφία: Peny Delta

Τι διακεκριμένοι και ευκατάστατοι
Τι ταπεινοί και λιμασμένοι
Να τα σπαθιά, να τα λοφία και τα βρακάκια τους
αδειάζοντας, γεμίζοντας μια γούρνα στο Δρομοκαΐτειο

Καλοί, κακοί, αλαζόνες
έχουν όλοι τον ίδιο προορισμό
να αγγίζονται, να ποθούν, να εξευτελίζονται
εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως

Εδώ θα βρείτε τα όνειρα και τα οστά ξεγυμνωμένα
στάση Αφαία Σκαραμαγκά, στην Ιερά Οδό
στις εσοχές, στα ντουλαπάκια φυλαγμένα

Να τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων
των κοριτσιών, των αρχαγγέλων
να τα ωραία μάτια, τα εξαίσια χείλη, τα στήθη
το ομφάλιο κάλλος και τα επίγεια χάδια

Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκον
«Τι είναι ζωή; Τι μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;»
Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου

Γκάζι, Κεραμικός, Θησείον
κι ο Λαπαθιώτης σκόνη, μιά ξεχασμένη πόρνη
εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως.

*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, εκδ. Περισπωμένη, 2021.

Κατερίνα Φλωρά, Η άλλη πλευρά του ειδώλου

Μια σταγόνα στη λίμνη
και το εύθραυστο είδωλο χάθηκε
αυτό που παντοδύναμο έστεκε
στα ατάραχα νερά

Μια κίνηση τυχαία
σαν απαλό αεράκι
μια πετρούλα ομόκεντρους κύκλους ομοιόμορφα σκορπά
φυσική ομοιόσταση

Στην κυρίαρχη εικόνα εμπρός
μικροί στεκόμαστε
λησμονώντας το ευμετάβολο του εαυτού μας
και του άλλου την ψευδή σταθερότητα

Κατερίνα Γώγου, Οι εποχές θα με σκεπάσουν

Η αγάπη είναι χρώμα άσπρο διάφανο
και το σώμα της σχήμα της ευλογίας.

Κι αυτό το άλογο
ψάχνει μέσα από καπνούς
το νεκρό καβαλάρη του
μακριά να τον πάρει.

Σκέφτομαι αρχαία και σύγχρονη
οι εποχές θα με σκεπάσουν.

Έτσι δε θα πεινάω πια
και ούτε θα διψάσω
και ούτε ποιήματα θα γράφω πια.

Μόνο παρακαλώ Θεέ, των αστεριών πατρίδα
χρώμα άσπρο διάφανο ντύσε με
και το σχήμα μου το σώμα της Ευλογίας δώσε.

Είναι πολύ;

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

ΜΝΗΜΕΣ Ι

Θάλλουσες μνήμες
ως ρέοντες κελαρυστοί
μιας αλυσίδας κρίκοι
ω πόσο ζωντανές
των τεθνεώτων οι απουσίες

*

ΜΝΗΜΕΣ ΙΙ

Λήθης ψήγματα
ο ήλιος επιβάλλει
-παρενθέσεις ζωής-

τα βράδια όμως
το αίμα μου θυμάται

*

ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ

Νεκροπομπές ερώτων
σ’ αδένες εκχύνονται υποδόρια
γεμίζει δάκρυα ασυγκράτητα το δέρμα
ανταριασμένη γίνεται θάλασσσ

στερεύουνε
του σώματος οι μνήμες;

*Από τη συλλογή “Ενδορηγματώσεις”, εκδ. στίξις, 2022.

Βάλια Γκέντσου, Δύο ποιήματα

Exif_JPEG_420

ΝΟΤΙΟΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΝΟΣ

Το μυαλό μου δηλώνει “εκτός”.
Οι σκέψεις κουλουριάζονται
σε μη ορατά τμήματα του κρανίου
-βόες σφιγκτήρες-
Το βλέμμα σαρώνει απαθώς τα αντικείμενα.
Άμμος εισχωρεί παντού.
Λεπτή σαν πούδρα.
Η έρημος χάνεται στο πορτοκαλί.
Εισπράττω λίγο-λίγο το τίμημα
Της υπερβάλλουσας στέρησης.
Πόση ηδονή εμπεριέχεται
Στην αυτοκαταστροφή μου;

*

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Με πυρπολεί ο Έρωτας
κι εγώ Τον αποδιώχνω.
Σφραγίζω πιθανά περάσματα
με διάφανη σιλικόνη.
Ασφαλής μετά,
Του κλείνω το μάτι,
Του βγάζω τη γλώσσα,
έχοντας, εν τούτοις, αφήσει μισάνοιχτη
μια σχισμή Κερκόπορτας,
ίσα για να κατοπτεύω τις αντιδράσεις.
Επί ματαίω, όλα.
Το υγρό πυρ ήδη κατακαίει
την Βασιλεύουσαν Πόλιν.

*Από τη συλλογή “Ο δρόμος άνοιγε στο τέλος”, εκδ. Θεμέλιο, 2017.