Richard Brautigan (1935-1984), Ποιήματα

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΒΑΡΚΑ ΣΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ

Μια ζεστή βροντή και καταιγίδα με αστραπές
απόψε στο Τόκιο με πολλή βροχή και ομπρέλες
γύρω στις 10 το βράδυ.
Προς το παρόν αυτή είναι μια μικρή λεπτομέρεια
αλλά θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ σημαντική
μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια όταν αρχαιολόγοι
θα ψάχνουν στα ερείπιά μας, προσπαθώντας
να μας κατανοήσουν.

Τόκιο, 5 Ιουνίου 1976

*

ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΜΕ ΣΤΙΣ ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΜΕΡΕΣ
Σταματήσαμε στις υπέροχες μέρες
και βγήκαμε από το αυτοκίνητο.
Ο αέρας έριξε μια γρήγορη ματιά στα μαλλιά της.
Ήταν τόσο απλό.
Γύρισα να πω κάτι-

*

ΖΩ ΣΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ
Ζω στον εικοστό αιώνα
και ξαπλώνεις δίπλα μου. Ήσουν
θλιμμένη όταν ξάπλωσες.
Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για
αυτό. Ένιωσα απελπισία. Το πρόσωπό σου
είναι τόσο όμορφο που δεν μπορώ να σταματήσω
να το περιγράφω, και δεν μπορεί τίποτα
να γίνει για να σε κάνω ευτυχισμένη ενώ
κοιμάσαι.

*

ΣΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑΣ
Δεν με νοιάζει πόσο γαμημένα έξυπνοι
είναι αυτοί οι τύποι: βαριέμαι.
Όλη μέρα βρέχει απαίσια
και δεν έχω τίποτα να κάνω.

*

Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ
Μ’ αρέσει αυτός ο ταξιτζής,
τρέχει στους σκοτεινούς δρόμους του Τόκιο
λες κι η ζωή δεν έχει νόημα.
Νιώθω, ακριβώς, το ίδιο.

Τόκιο, 17 Ιουνίου 1976
10 μ.μ.

*Μετάφραση: Σ.Θ.

Ελίνα Αφεντάκη, Τρία ποιήματα

Του γκρεμού

Τελικά έπρεπε να πιω πολύ
για να καταλάβω
πως
η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά
όπως έγραψε ο Max Potter
πως
η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση
όπως άκουσα να λέει ο Bukowski.

Τελικά έπρεπε να πιω πολύ
για να καταλάβω
γιατί εκείνο το κορίτσι
που ορφάνεψε νωρίς από μάνα
κοιμόταν κάθε βράδυ
με τον πατέρα της

*

Μαρία

Δυο μαύρες τρύπες τα μάτια Της
Κάθε νύχτα έρχονται οι κίσσες του θανάτου
σκάβουν και τα γεμίζουν νερό
Το πρωί βγαίνει και τ’ αδειάζει στον κήπο
Πώς νομίζεις ποτόζονται οι κρίνοι;

Προτού πλαγιάσει πηγαίνει στην κλίνη Του
Κοιμάται ο Αμνός.
Έναν ύπνο όμορο του τέλους, μα χαμογελάει
Μη βγεις από τ΄όνειρο γιέ μου·
είναι νωρίς ακόμα

*

Από αλάτι

Έφιαξα ένα ποίημα από αλάτι
Είναι υπέροχο!
είπες
Μα προτού προλάβω να το τραβήξω
αναλύθηκεε σε κλάματα.

Πάει το ποίημα

*Από τη συλλογή “από αλάτι”, εκδ. Θίνες, 2024.

Ν.Γ. Λυκομήτρος, Δύο ποιήματα

ΕΝΑΕΡΙΑ ΜΟΝΟΜΑΧΙΑ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Μια κουρτίνα.
Ούτε καν μια ατσάλινη πόρτα
ή μια τάφρος με κροκοδείλους
όπως βλέπαμε παλιά στο σινεμά
ή, έστω, μια δέσμη με υπέρυθρες ακτίνες.
Μια απλή κουρτίνα χωρίζει
τα υποψήφια «αθώα θύματα»
από τους «τυχερούς επιζώντες»
Και βέβαια, ένα ποτήρι σαμπάνια,
καλό φαγητό
κι αναπαυτικά καθίσματα.
Η ταξική διαστρωμάτωση,
αν και πυραμιδοειδής
επεικονίζεται ορίζοντας
Μια παράξενη ομοιότητα με τα νεκροταφεία.
Πλησιάζει η σειρά μου
Η επιλογή μοιάζει προδιαγεγραμμένης
«Business ή economy;»

*

OBSESSIVE COMPULSIVE DISORDER

Αναρωτιέμαι αν έσβησα το φως
πριν κλείσω την πόρτα.
Όμως είδα το σκοτάδι
όταν μέτρησα τρεις φορές
πριν κλειδώσω.
Κι αυτή η ενοχλητική φαγούρα
δεν λέει να μ’ αφήσει.
Ανοίκειες σκέψεις
βασανίζουν το μυαλό μου.
Ίσως να μπορούσα να τις διώξω
βάζοντας τα βιβλία σε τάξη
Μα πρώτα πρέπει
να πλύνω τα χέρια μου
Τα έχω πλύνει πενήντα φορές
από το πρωί αλλά
δεν λένε να καθαρίσουν.
Αισθάνομαι μια αδιόρατη απειλή.
Έχω μαζέψει τόσο πράγματα εδώ μέσα,
τι θα τα κάνω;
Θα κάνω τέσσερα βήματα
μέχρι την κουζίνα.
Είναι η ώρα
Χλωμιπραμίνη.

*Από τη συλλογή “Ο ήχος της απώλειας”, εκδ. Βαχικόν, 2024.

Νάνος Βαλαωρίτης, Ισκεντέρ

Το αποτέλεσμα της ψυχραιμίας έχει
Αποχωρήσει οριστικά από την τράπεζα
Της στρογγυλής συζήτησης γύρω από μια γραφή
Που γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινή
Των ανθρώπων που κυκλοφορούν με μπότες
Δίνοντας πού και πού καμιά βιτσιά
Για να θυμίσουν στον αέρα πως υπάρχουν
Και τους εμβρόντητους να εντυπωσιάσουν
Δεν θα έχετε ξεχάσει ελπίζω ακόμα
Το ανέκδοτο με τα νερά του Ελλησπόντου
Που τ’ αφηγήθηκε της Ιστορίας ο πατέρας
Συνδέοντας μύθους με μάχες και συνομωσίες
Μα οι ωραίες μέρες δεν θα ξανάρθουνε εύκολα
Να συνδεθούνε μεταξύ των άλλων
Οι παραθερίζοντας με τις παρθένες
Λίγα βήματα απ’ τη θάλασσα σ’ εξοχικές επαύλεις
Ντυμένες με πολύχρωμα εμπριμέ φορέματα
Χαμογελώντας σε χρωματιστά στιγμιότυπα
Βάλτε μπαρούτι στη φωτιά του έρωτα
Να σκάσει ν’ ανατιναχτούμε όλοι
Με τον Παπαφλέσσα τον αρχαίο φαλλό
Κομμάτια να γίνει – στην αναβροχιά
Καλό και το χαλάζι του καταιγισμού πυρός
Γυρίστε παρακαλώ σε κάποια επόμενη σελίδα
Να βεβαιωθούμε περί τίνος πρόκειται
Κι ενώ εδώ η αφήγηση θα ‘πρεπε να πάρει θάρρος
Να κυλήσει αινιγματικά πιάνοντας την πλοκή απ’ τα μαλλιά
Στα βράχια τα παράμερα στερεύει απότομα
Σε διακοπή του ρεύματος που η απαρχή του
Βρίσκεται στην αστραπή του Δία
Και τέλειωσε μ’ ένα κρυολόγημα ανάμεσα
Στους δυο μεγάλους ποταμούς της Μεσοποταμίας.

*Από το βιβλίο “Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης”, ελληνο-σανική έκδπδη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Μετάφραση: Ξένια Κακάκη.

Αθανασία Δρακοπούλου, Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου

Ουσιωδώς η απόσταση
είναι μια τεχνητή έλξη, θυμίζει
τη χαριτωμένη ουρά του σκύλου
πριν το τσανάκι με την ξηρά τροφή.

Στην άλλη πλευρά του δίσκου
ο γέρος θα είχε απλωμένο τον Ριζοσπάστη
δίπλα στην αδιάφορη σούπα
ενδιάμεσα στις γόπες

πλησίον στις διαταγές
πληρωμής.

Κάπου θα ήμουν μετρώντας χρόνο
κάπου θα ήσουν σε χρόνο ρεκόρ
όποιος προλάβαινε να πηδήξει
το παράθυρο, είναι η αίσθηση
πως όταν αγαπάς σαλτάρεις
τίποτα δεν φυλακίζουν
οι εξώστες.

Ουσιωδώς η έλξη
είναι μια τεχνητή απόσταση
με τα τσιγάρα να κάνουν 350 δραχμές
και τα γαμήλια ταξίδια, μια κοπάνα για
μεταχειρισμένα βινύλια στο Μοναστηράκι.

Πριν τελειώσει ο δίσκος
το πάτημα της γόπας στην άσφαλτο
τρεις φορές και δυο αγριάδες βάσανο
για το μαξιλάρι, με κάτι φιλιά να θυμίζουν
αδιάφορη σούπα, που θα έπρεπε να είναι
λίγο πιο λαϊκά, λίγο πιο βαρύτονα, μα εμείς
ήμασταν σωστοί Ροκ!

Αυτό το Ροκ
που στο τέλος μας ξεμπροστιάζει.

*Από τη συλλογή “Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου Άγνοια κινδύνου”, εκδόσεις Τύρφη, 2024.

Μάρκος Τραϊτοράκης, Ανειδίκευτος σωληνουργός

Κουβάλημα, κόψιμο, γωνίες, σύνδεσμοι, πάσα, αυλάκια, κόλλημα…
Σαν φίδι ξεδιπλώνεται στο εργοστάσιο η ιστορία της σωλήνας
από χέρια φτιαγμένη και από μυαλά εργατών
τον Μπουντούρ και τον Αλαϊτίν και τους άλλους εκεί
τον Τάσο με το τσιγάρο στο στόμα
και τον Βάσια, τον Ρωσοπόντιο.
Κανείς δε μιλά τη γλώσσα μου εδώ.

Ανεπρόκοπος χρόνος κι αυτός
27 χρονών στο παιδικό δωμάτιο.
Δεν τέλειωσα την πτυχιακή
δεν πήγα στρατό
η δημιουργικότητά μου σκοτώνεται κάθε μέρα.
Τρία χρόνια εντατικής αφομοίωσης
μηδενική προοπτική
καπιταλιστικός ρυθμός στο χέσιμο, τη στύση μου και παντού
χαμαλίκι, μικρό διάλειμμα για εκτόνωση, πτώση.

Δε σηκώνω άλλη αφομοίωση
γιατί είμαι σε μια σωλήνα και περπατάω χιλιόμετρα
κι έχω κουραστεί και δεν είναι απ’ τη δουλειά.
Κι η σωλήνα είναι φτιαγμένη από μυαλά και χέρια εργατών
για να περνάει αέρας και νερό
κι εγώ δεν είμαι αερικό.

Δε σηκώνω άλλη αφομοίωση λέω.

Γκέγκε;

*Από τη συλλογή “τριάντα σημειώματα”, ΑΩ Εκδόσεις, 2024.

Αλέξης Τραϊανός, Νυχτερινό 

Και μένει το κενό
Και των σωμάτων η παλιά ακρίβεια
Αναλωμένη σ’ υστερόγραφα εγχρώμων καρτ ποστάλ
Κι αρνητικά φακών
Που ξεψυχάνε στα υπαίθρια αναψυκτήρια
Των θερινών ερώτων
Σιγά σιγά
Όπως οι μέρες μας
Στ’ αναρρωτήρια της ποίησης μετακομίζουν
Σιγά σιγά
Και μένει το κενό
Και μένει άδειος ο ουρανός
Από πουλιά και σύννεφα και σύνθετες εικόνες
Ποίηση

Fernando Pessoa, Το ταξίδι

Μ’ αρέσει να ταξιδεύω, ν’ αλλάζω χώρες
Να είμαι πάντα άλλος,
Ψυχή χωρίς ρίζες.
Να ζω έξω από αυτά που βλέπω.

Να μην ανήκω σε κανέναν.
Ούτε στον εαυτό μου.
Να πηγαίνω μπροστά, ξοπίσω να παίρνω
Την απουσία κάθε σκοπού.
Και την επιθυμία μου να τον πετύχω.

Αυτό είναι για μένα το ταξίδι.
Αλλά εκτός από το όνειρο για το ταξίδι
Τίποτα από μένα δεν υπάρχει σ’ αυτό.
Όλα τα άλλα, γη κι ουρανός.

20-9-1933

*Από το έργο “Η μάσκα πίσω από τις μάσκες: Ποιήματα του ορθώνυμου Φερνάντο Πεσσόα”. Μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Υπάρχω επιμόνως στο ξύπνημα

Ο ρυθμός της ζωής σου ανασαίνει δίπλα μου τα βράδια
και οι αρμοί έχουν πέσει από τα πλακάκια εδώ και χρόνια
βουλιάζουμε στο στρώμα
διαβάζοντας ο ένας στον άλλον τον μύθο του Σίσυφου
σαν παραμύθι για καληνύχτα
και ο Σεβαστιανός ακούγεται σαν ξηρά αχλύ

παίξε τη ζωή μας
απ’ όλα τα πληκτροφόρα
διάλεξε το πιάνο

ξέχασες πως τα ‘χω βάλει με τον θεό
που δε σταματάει να μου θυμίζει
τούτο το κακό που μου συμβαίνει;
Υπάρχω, κι όμως
μόνο όταν τον λησμονώ μας κοιτώ
φιλιόμαστε σαν έφηβοι
ξανά ερωτευμένοι
οι φλέβες μας χτυπούν
αυτοχειρία με αυτοχειρία

ο άγιός μου αφορίζεται κάθε μέρα
όταν μου φωνάζει
στη λησμονιά περισσότερο υπάρχεις
και στ’ αλήθεια
ήθελα να τον αφήσω να μ’ αγγίξει στο στήθος
σήμερα που τόσο λυπημένη
σκέφτηκα πως
υπάρχει και εκείνος
που ξεκρεμάει τον νεκρό από την αγχόνη

*Από τη συλλογή “Μαρμαρογλυφείο [Shine], εκδόσεις στίξις 2022.

Σεβαστή Τρουμπέτα, Τρία ποιήματα

Ευγνωμοσύνη

Έπεφτε ένα αστέρι
και ζήτησα συγγνώμη,
που η πρώτη μου σκέψη ήταν να κάνω μια ευχή
ενώ ζούσα την πλήρη ευτυχία.

*

Απορία

Τόσες τρύπες, πού τις είχε ο ουρανός!
Πώς μου φάνηκαν αστέρια που ακτινοβολούσαν φως;
Τρύπες που έσταζαν απόνερα…
Πώς με ξεγέλασε έτσι ο ουρανός…
Θα ’ταν που κοίταζα ψηλά
ενώ πρόσεχα μην πέσω στις λακκούβες.
Να δεις που μπέρδεψα τον πάτο του κόσμου με τον ουρανό.

*

Δεσμοί

Μεγάλωνες αόρατο
και ήσουν δικό μας,
κοινή προβολή μας στο μέλλον.

Έπαψες να μεγαλώνεις
και ήσουν αποκλειστικά δικό μου,
Μια απειλητική μάζα
να σαπίζει πνιγμένη σε σκοτεινή μήτρα.

Μια μοναχική απειλή
που δεν μοιράστηκε στα δύο.
Όπως ο θάνατος.
Δεν μoιράζεται στα δύο.
Πιο εύκολα διπλασιάζεται.

*Από τη συλλογή “dromali”, εκδόσεις η βαλίτσα, 2023.