Jatru Ardita, Υποχρεωτική αυτο-παρουσίαση 

Είμαι σαράντα οκτώ χρόνων.
Είμαι ευτυχισμένη, αφού έχω οικογένεια.
Σύναψα συμφωνία με το υποσυνείδητο.
Γράφω αυθόρμητα ποιήματα.
Τώρα ξέρω, στα νιάτα μου υπήρξα όμορφη
αλλά με μειωμένη αυτοπεποίθηση.
Ας μου το έλεγε τουλάχιστον η μάνα.
Είμαι πολύ ευαίσθητη
κι ο αυθορμητισμός μου συχνά παρεξηγείται.
Μικρή είχα ένα όνειρο
τώρα δεν το θυμάμαι πια.
Ζω τριάντα χρόνια στην Ελλάδα.
Δεν ψήφισα ποτέ.
Ανανεώνω την άδεια παραμονής μου
ανά πενταετία.
Η καλύτερη φίλη μου είναι η Ελπίδα.
Φροντίζω τις αδέσποτες γάτες,
Μοιράζομαι τα δρομάκια με την κυρά-Βιολέτα.
Κάποιος πρέπει να το κάνει.
Είμαι σαράντα οκτώ χρόνων.
Δεν έχω ακαδημαϊκή μόρφωση.
Πάσχω από κοινωνική φοβία.
Αναλαμβάνω τις ευθύνες των άλλων.
Το βράδυ στο κρεβάτι πέφτω ξερή.
Είμαι τυχερή
που έχω έναν σύζυγο
ο οποίος δεν αποπειράθηκε ποτέ
να με δολοφονήσει.

*Από τη συλλογή “Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου και άλλα ποιήματα”

Αντιγόνη Κατσαδήμα, Θλυψικάμινος & Μπίκμπολ

Θλυ­ψι­κά­μι­νος

Με­τέρ­χο­μαι το σκο­τά­δι,
στον τρό­πο να υπο­κρί­νο­μαι
την άγρυ­πνη το­ξό­τρια.
Ύπνε, δεν παίρ­νεις την ψυ­χή
κι απο­ρεί, ψη­λώ­νει προς τα ιε­ρά,
ενώ από πί­σω της ακο­λου­θώ.
Τή­ξις προ των οφθαλ­μών.
Στη γλώσ­σα με βγά­ζουν οι δρό­μοι,
εκεί που ο ρυθ­μός με το θυ­μό
μοιά­ζουν όπως και με το θυ­μά­ρι.
Άρα­γε, όσοι οσφραί­νο­νται
θυ­μώ­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο;
Μπο­ρώ να μι­κρύ­νω κι άλ­λο
ώσπου να κλεί­σει η αφύ­πνι­ση,
η θλυ­ψι­κά­μι­νος,
για να γυ­ρί­σου­με στη λέ­ξη
της πα­ρά­στα­σης,
του γε­νι­κού αι­σθή­μα­τος
και να κοι­μη­θού­με μα­κριά της γλυ­κά
χω­ρίς αι­σθη­τό υλι­κό.
Δύο ερω­τη­μα­τι­κά μα­ζί δεν αντέ­χο­νται
όπως ένα μό­νο του και μια τε­λεία.

*

Μπίκ­μπολ

Πώς πα­λεύ­ου­νε τα δυο τους
Κυ­ρια­κή με­ση­με­ρά­κι,
τα κοι­τώ κά­θε λί­γο και λι­γά­κι.

Δυο πε­ρι­στε­ρά­κια παί­ζουν μπά­λα
τις μι­κρές μπου­κιές μου
με το ράμ­φος πά­νω κά­τω,
να αλα­φρύ­νει κι άλ­λο το φα­γά­κι
προ­τού το ανταλ­λά­ξουν σαν φι­λά­κι.

Μπίκ­μπολ παί­ζουν για τα μά­τια μου
που απο­ρούν πό­τε με το ένα
και πό­τε με το άλ­λο,
η μπου­κιά ατε­λεί­ω­τη πε­τιέ­ται
εδώ κι εκεί, απ’ το τσι­μπη­τό πιο λί­γη.

Κι όλα αυ­τά ανα­πά­ντε­χα
σαν ποί­η­μα ρέ­ουν μέ­σα στην ημέ­ρα,
στην ησυ­χία από ένα τό­σο δα
διά­λειμ­μα με το μυα­λό
απρό­βλε­πτα το κου­λού­ρι να εκ­θειά­ζει.

Πυρ και ται­νία,
η διά­θε­σή μου με εκ­πλήσ­σει,
δεν της εί­μαι πο­τέ ίση.

*ΧΑΡΤΗΣ 65 {ΜΑΪΟΣ 2024}.

Dorothy Parker (22/8/1893 – 7/6/1967), Αλλά όχι ξεχασμένη

Σημασία, σκέφτομαι, δεν έχει που γυρνάς,
Διότι μαζί σου μ’ ένα τρόπο θα πηγαίνω.
Παρόλο που, για γλυκύτερες ίσως στεριές, φύγεις,
Σύντομα, απ’ τα χέρια μου δε θα ξεφύγεις.
Ούτε κι απ’ τον τρόπο που το κεφάλι μου (ψηλά) κρατούσα,
Ούτε και όσα νευρικά είπα και σ’ ανησυχούσα.
Εμένα ακόμη θα βλέπεις, μικρή, λευκή,
Και χαμογελαστή, μέσα στη νύχτα τη μυστική.
Και τα μπράτσα μου θα αισθάνεσαι γύρω από σένα,
Σαν, φτερουγίζοντας, θα ’ρχεται πίσω ξανά η μέρα.
Νομίζω, όπου και αν πας
Στη μνήμη σου θα με κρατάς κλεισμένη
Εκεί, χωρίς εμένα, τη δική μου εικόνα θα φυλάς,
Στις νέες μιλώντας, για την παλιά αγαπημένη.

*Μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου

**Από το e-book, «Ντόροθυ Πάρκερ, Ποιήματα», Αθήνα, 2017.
https://archive.org/details/ParkerDorothy_Assimina
https://ppirinas.blogspot.com/2022/06/blog-post_7.html

Τοζάν Αλκάν, Δύο ποιήματα

Το Όνειρο

Ποτέ άλλοτε δεν έχω δει τέτοιο όνειρο,
πρώτη φορά κοντά σου το είδα
είχα αποκοιμηθεί όταν ξαφνικά
μια ανάμνηση χωρίστηκε στα δυο
ο ουρανός παρέμεινε συμπαγής
άφησε, όμως, ανάμεσά μας
ένα ιπτάμενο χαρτί
Η γη γύριζε και βοούσε,
ήταν η νότα σι
την αναγνώρισα αμέσως
είχε το χρώμα της μεταλλικής θλίψης
τα χέρια σου τσαλάκωναν τα χαρτιά
και  προτού τα πετάξουν 
σαν σκουπίδια
φαίνονταν πανέμορφα
Μετά ξύπνησα καταϊδρωμένος 
Και στράφηκα προς τη θάλασσα

*

Η Πόλις
               
Στον Καβάφη

Σ’ εσένα από μακριά θα ’ρθει η πόλη
θα ’ρθει κρατώντας έναν σκούρο έρωτα
Απ’ τα φυλλώματα ενός μοναχικού δέντρου
θ’ αποτινάξει την πίκρα της σαν μούρο και θα ’ρθει
Στην πόρτα σου θα ’ρθει
σαν λαβωμένο άλογο
ένα θαμπό πρωινό μετά από χρόνια
Απ’ τον σκονισμένο βωμό του χαρτιού και του μολυβιού,  
θα καλπάσει και θα σχίσει το λευκό του περίβλημα
και θα ’ρθει
κερδίζοντας ό,τι χάθηκε στον έρωτα
ξεχνώντας το παρελθόν της
θα ’ρθει
Από το βάρος της γλώσσας, από την ταχύτητα
                των γραμμάτων
από τις βαθιά πληγωμένες λέξεις
θα γίνει λόγος
Σ’ εσένα από μακριά θα ’ρθει η πόλη
θα περάσει μέσα από τον κόσμο και θα ’ρθει

Σημειώσεις από την Ιστορία της Ανάγνωσης ή η πρώτη σιωπηλή ανάγνωση*
Λένε ότι τα γραπτά μένουν, τα λόγια πετούν
ιδού ο έπαινος για τον λόγο, όχι για τη γραφή
η γραφή παραμένει αμετακίνητη, νεκρή στη σελίδα
στα πνεύματα όπου η λήθη βρήκε τη θέση της
εχθρός της μνήμης, εικόνα της σκέψης
ο λόγος, όμως, φτερωτός Φοίνικας,
δίνει ψυχή στις σελίδες
ανακουφίζει τη σκέψη.
Χορωδία
(ο στρατός των σιωπηλών αναγνωστών)
Verba volent, scripta manent
Scripta manent, verba volent.
Από τις πινακίδες των Σουμερίων μέχρι σήμερα
πρώτη φορά ο Άγιος Αμβρόσιος
ένα απόγευμα του έτους 384
διάβασε σιωπηλά τις γραμμένες λέξεις
“να βλέπεις οράματα με ανοιχτά μάτια” χαρακτήρισαν
τη σιωπηλή ανάγνωση, “κλειστή στη λογοκρισία”,
ακόμα “αμαρτία όπως η τεμπελιά!”
έτσι άρχισαν τα οράματα υπό το φως του ηλίου.
Χορωδία
(ο στρατός των σιωπηλών αναγνωστών)
Verba volent, scripta manent
Scripta manent, verba volent.

*Μετάφραση: Θάνος Ζαράγκαλης. Επιμέλεια: Χρύσα Σπυροπούλου

**Ο Τοζάν Αλκάν γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1963. Διδάσκει στο Istanbul University, στο τμήμα Ξένων Γλωσσών. Έχει μεταφράσει Καβάφη, Μπωντλαίρ, Ντίκινσον μεταξύ άλλων. Διευθύνει το  λογοτεχνικό περιοδικό Virus. Η ποίησή του διακρίνεται για τη μουσικότητα, την αρμονία και την αυθεντικότητα. Στις περισσότερες συλλογές παρατηρείται η συνομιλία του ποιητικού υποκειμένου με τον έτερο. Θέματά του είναι η δύναμη της λέξης, η μοναξιά, ο έρωτας, ο θάνατος, οι σχέσεις όπως αυτές αναπτύσσονται στο άστυ.

***Αναδσημοσίευση από εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/τοζάν-αλκάν/

Mohammed Moussa, Gaza poem

Blood stains the August sky,
A hole the size of my slender
body before me,
Where have my friends gone?
Where has my house gone?
Why is the wind of war pushing
me towards the hole?

Ποίημα της Γάζας

Το αίμα βάφει τον αυγουστιάτικο ουρανό,
μια τρύπα στο μέγεθος του λεπτού μου
σώματος μπροστά μου,
Πού πήγαν οι φίλοι μου;
Πού πήγε το σπίτι μου;
Γιατί ο άνεμος του πολέμου σπρώχνει
προς την τρύπα;

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Γιώργος Κοζίας, Προμετωπίδα στο “Επί ασπαλάθων…”

Ο Παμφύλιος Αρδιαίος
δεν πλήρωσε τα κρίματά του.
Κυκλοφορεί ανάμεσά μας
ο πανάθλιος μελανοχίτωνας,
καραδοκεί και απειλεί,
μπήγει τα φαρμακερά βελόνια
των ασπαλάθων τα αγκάθια,
όταν σηκώνουμε κεφάλι.

Κοιτάμε τους μαιάνδρους στο ταβάνι
Ασίνην τε… Ασίνην τε…
οι μαύρες προσωπίδες μάς σκεπάζουν.

Κι όλο κάτι τελειώνει στο χάος
κι όλο κάτι αρχίζει βαρβαρικό

το άνθος μαραίνεται,
το φύλλο ξηραίνεται, ο κόσμος περνά,
μόνον ο τύραννος
επλάσθη αθάνατος, αυτός ποτέ δεν γερνά!

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιά”, εκδ. Περισπωμένη, 2017.

Μήτσος Ζαρκάδας, Από το “έλα, γιατί τα σάββατα μεθαύριο θα γίνουνε δ ε υ τ έ ρ ε ς”

29 Ιουνίου 2011

Στην Αθηνά – Φως ανέσπερον –
Πες μου, πώς να ‘ρθω εκεί που ανθίζεις τώρα;
Πώς να σε βρω στα είκοσί σου χρόνια;
Κι άμα σε ψάξω σε συνθήματα σβησμένα,
πώς θα βρω λίγο χώρο δίπλα σου και για μένα;
Πες μου, πώς να ‘ρθω εκεί που κάνεις πάρτι,
αφού το όνομά μου το έσβησες απ’ τη λίστα,
και αν σε δω τη νύχτα στο δωμάτιο κλεισμένος
σε ποια γιορτή θα είμαι, άραγε, καλεσμένος;
Πες μου, πώς να ‘ρθω, αφού έσβησε η μελάνη,
κι ο θάνατος μεθάει τώρα με κονιάκ.
Θα φύγω με το κλάμα μιας τοξικομανίας,
θα μείνεις με το γέλιο μιας άγριας χαράς

*

27 Ιουνίου 2017

Τι να σου κάνει και ο Μπαρτ απ’ τη Γαλλία
όταν ο έρωτας πεθάνει εν ψυχρώ
Όλο το σώμα σου μια σημειολογία
και εγώ δεν βρίσκω χέρι να πιαστώ.
Είναι η έλξη μας απώθησης παιχνίδι
όταν με πιάνεις με πετάς πιο μακριά,
σφαίρα του ράγκμπι στο Αμέρικα Μιζούρι
και ο Αντόρνο παίζει μαθηματικά.
Στο Μεξικό ο Λέοντας με την αξίνα
πέφτει νεκρός κι ο Μαρκαντέρ χαμογελά.
Τι κι αν το κόμμα σαν καβούρι προχωρά
τέλος στη Βάρκιζα για να καεί όλη η Αθήνα.

*“έλα, γιατί τα σάββατα μεθαύριο θα γίνουνε δ ε υ τ έ ρ ε ς”, έκδοση Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2023.

Έλενα Νικολακοπούλου, Κανόνες, οδηγίες

Κανόνες, οδηγίες
χάρτες εντοπισμού κίνησης

*

Δεν έμαθα να μετρώ
(Στον έλεγχο συνήθιζα
να δηλώνω παρόν)

*

Στη γωνιά
το τελευταίο τσιγάρο
ίσα που αναπνέει.

*

Φούσκωσα τη θάλασσα μέσα μου

*

Ξεγέννησα και πένθησα
βάφοντας τρύπες
αντί για πόρους.

*

πώς να βρω το πρόσωπο
που η πέτρα πρώτη ανίχνευσε;

υγ:
Μάνα.
Σκύλα.
Το κλουβί μου
μυρίζει πορτοκάλι.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “τσακμάκι” Νο 7, 2017.

Vladimir Khlebnikov, Δύο ποιήματα

Οι εκστρατείες μου

Αλόγων καραβάνι γεμάτο ανθρώπους,
Τρέχει προς τα πίσω, βλέποντας τη θάλασσα.
Κι η θάλασσα φοβάται, δεν έχει την τόλμη,
Του ακαταμάχητου παιδικού φλοιού
Στο όνομα της πίστης όμως, που η Σιβηρία είναι γεμάτη,
Μαθαίνει ξανά τον Γιερμάκ –
Η χώρα όπου πάγωσε ο τρυφερός πονηρός,
Και πέφτει το αρχαίο κάστρο Α.
Τη λάμψη του επέκεινα στα όρια της Πίστης
Έριξε ο καθρέφτης πάνω μου.
Ω, της θάλασσας θλιμμένες μετρήσεις
Με τη ληστρική κίνηση του χρωστήρα!

1919-1920 

*

Ασία

Για πάντα σκλάβα, με της πατρίδας όμως τα θέλγητρα
Στο μαύρο σου το στήθος
Και με την κρατική σφραγίδα στ’ αυτιά
Αντί για σκουλαρίκια
Τότε είσαι κορίτσι με ξίφος, που δεν έχει γεννήσει,
Και πότε μαμή – των εξεγέρσεων γριά.
Ξεφυλλίζεις εκείνο το βιβλίο,
Όπου ο γραφικός χαρακτήρας ήταν από το χέρι της θάλασσας.
Μελάνια ήταν οι άνθρωποι που έφερναν τη νύχτα,
Η εκτέλεση των τσάρων ήταν το οργισμένο σημάδι του θαυμαστικού,
Η νίκη των στρατευμάτων ήταν το κόμμα,
Ενώ της μάχης το πεδίο ήταν αποσιωπητικά,
Η τρέλα του παράτολμη δεν ήταν,
Μα η λαϊκή οργή ολοφάνερη
Και των αιώνων οι χαραγματιές – η παρένθεση

1921

*Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Λαντομίρ και άλλα έργα”, Εκδόσεις Φίλντισι, 2015. Μετάφραση: Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης.

Roger Robinson, Δύο ποιήματα

ΜΠΡΙΞΤΟΝ ΕΞΕΓΕΡΣΗ 201

Με καπέλα, κουκούλες και μπάνταρες
ξεχύνονται στο Μπρίξτον από τα στενά
οπλισμένοι με τούβλα, μπουκάλια και παλιοσίδερα
τη μυρωδιά του πετρελαίου στη μύτη τους,
τη σταχτιά γεύση του καπνού στη γλώσσα τους
λεηλατούν καταστήματα τηλεφωνίας, ορμούν
σε καταστήματα με αθλητικά παπούτσια,
φωτισμένοι από τις λάμψεις της φωτιάς.
Καθώς σύννεφα πυκνού μαύρου καπνού βγαίνουν
από μέσα, εκείνοι στέκουν για μια στιγμή
ακίνητοι μετρώντας με το βλέμμα την καταστροφή
τα διαλυμένα σιδερένια ρολά.
τους πριονωτούς σταλακτίτες από γυαλί
ύστερα, ήρεμα, η αγέλη απομακρύνεται
αντλώντας αίμα, αντλώντας αίμα. 

*

ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΟΥ ΜΠΡΙΞΤΟΝ

Στη σύριγγα που είναι καρφωμένη
στης φλέβας σου τον μίσχο, ακόμα
υπάρχουν ανθισμένα αιμάτινα πέταλα,
ένα κολιμπρί που ρουφάει
νέκταρ, μια μέλισσα με μυτερό κεντρί.
Τα αιχμηρά θραύσματα πάγου
στα αιμοφόρα σου αγγεία
λιώνουν· η κίνηση
κι οι συζητήσεις ατονούν·
μαραίνεται σιγά σιγά το κεφάλι σου
Τα χείλη σου είναι πέταλα
με ολόλευκη κρούστα καλυμμένα.
το δέρμα σου με στεγνή γύρης
τα μάτια σου, βαμμένα ροζ
στρέφονται προς τον ήλιο
Λένε πως ήσουν
ένα πανέμορφο λουλούδι κάποτε. 

*Από την συλλογή “Ξενοδοχείο για πεταλούδες”, Εκδόσεις Κείμενα, 2023. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.