
Είπες κάποτε να μην εγκαταλείψουμε
τα μονοπάτια της επιθυμίας
να κατακλειστούν από ανεπιθύμητους
κι εισέπραξες τη συναίνεσή μου
ως οδηγό εξερεύνησης των πάντων
Οι χαμένες λεωφόροι κρύες, ράθυμες
και χωρίς πινακίδες
έτσι που το επόμενο χιλιόμετρο
να μην έρχεται ποτέ
οι χαμένοι μας δρόμοι
φωτιές στις λάσπες
πλήθη που χειροκροτούν
χιλιάδες χιλιόμετρα
από τη θάλασσα
κι εσύ γελάς
προφασιζόμενος στα μικρόφωνα
άστρα ξυπόλητα
ηλιόφως που εκρύγνηται
ανείπωτο το εύρος του
παράγει κηλίδες ιδιαιτερότητας
χωρισμού καταστάσεις
κι εσύ το παίρνεις ως προσευχή
μετράς τα σημάδια
φυλλομετράς τα χρόνια
κι άσπρες τρίχες πλέον
σε βυθίζουν σε δίνες
όπου καμώνεσαι ότι αναπνέεις
κι όλα κρημνίζονται
θύματα του φωτός
λικνίζονται τα σημάδια σου
τα δαρμένα από τα χρόνια
στάζοντας αίμα χαράς και λύπης
μέχρι που κάποτε
ξεχνάς τα πάντα
αλλά η ακινησία στα δάχτυλά σου
μαρτυρά την ταυτότητά σου
ανιχνεύεις τα πέλματα των ιστοριών σου
αλλά αδυνατείς να θυμηθείς
τη δομή των ονείρων σου
είσαι βιβλίο μισόκλειστο
δόξα που αργοπεθαίνει
την πήραν στο κατόπι
περιγελώντας την
καθώς μοιάζει με νεκρό ύπερο
λουλουδιού της νύχτας
τρόμος από την οχλαγωή
στις παρόδους του μυαλού σου
σκαρώνεις ιστορίες
χωρίς υλικά και συνειρμό
δραματουργώντας σύγκορμος.