Αντιγόνη Ηλιάδη, Πεοζαλάδα

Πήξαμε στους ξένους με τα κουτσούβελα. Ξένοι σου λέει έχουν πάρει την αριστερή πλευρά κι Έλληνες από την άλλη, τη δεξιά. Όχι, εγώ στην αριστερή θα κάτσω. Σιγά μη τους αφήσω να πιστέψουν ότι μας κατέκτησαν. Μακεδονία θέλετε παλιοκαριόληδες; Τα τρία μου θα πάρετε, ωραία, μοσχομυριστά σε ένα γυαλιστερό πλαστικό πιάτο από τα λιντλ σας. Μωρέ καλά το έλεγε εκείνος ο γείτονας που είχαμε στη Συκιά, ότι ήρθαν οι Γιουγκοσλάβοι τώρα και μας παίρνουν τις παραλίες. Ουστ κωλόβλαχοι που έρχεστε με τα φράγκα σας και νομίζετε θα μας κάνετε και κουμάντο. Σιγά μη μας γαμήσετε από πάνω. Τόσο ωραία παραλία και την έχουν καταστρέψει, απλώνουν τις πετσετάρες τους και τις ομπρελάρες τους και βγαίνουν σέλφιζ για τα κωλοχώρια τους. Λες κι εμείς δεν μπορούμε. Καλοκαίρι θα το ζήσετε. Θα σας πω εγώ μη σας στείλω από εκεί που ήρθατε σβουρηχτά. Τι θενκ γιου μαρή, στο χωριό σου το έμαθες κι αυτό; Άει από εκεί που ήρθες μπουρτζογερμαναρά. Έχε χάρη που φέρνουν και κανέναν πελάτη στην καντίνα του κυρ-Παναγιώτη πάνω και λειτουργεί κι ο άνθρωπος να έχει να ταΐσει τα παιδιά του να φάει, για αυτό μουγκανίζουμε όλοι και κάνουμε τις πάπιες. Οι Έλληνες είμαστε το χρυσό γένος και εντάξει το έχουμε, θα βγούμε κι από την πέτρα κι ας κάνουνε αυτοί την ηλιοθεραπεία τους τώρα. Εμείς βλάκες είμαστε να δουλεύουμε για εσάς παλιοχλεχλέδες. Χέστηκα και για αυτούς και για τα φράγκα τους. Να τα φάνε. Λες και ξέρουν τι τους γίνεται. Δεν έχουν ζήσει ρε ζωή αυτοί. Δεν έχουν.

Με έπιασαν πρωινές γκαύλες και δεν περνάει και τίποτα, ερημιά. Η χοντρή με τα βυζιά που φτιάχνει φαΐ στον κοιλαρά αντέχεται, αλλά μέχρι ένα σημείο. Περνάνε και κάτι φοιτητριούλες της πλάκας. Γουστάρω και δεν γουστάρω μαζί. Τι να σου πω. Έρχονται με τη μύτη ψηλά και κάτσε ρε φίλε. Εγώ δεν σου είπα τίποτα που έβαλες το σκαφτό το μαγιό με την κυτταρίτιδα ή που ήρθες εδώ ασπρουλιάρα να μαυρίσεις ή την άλλη την ηλίθια την χοντρέλα που γελούσε με τα αστεία μου λες και τα έλεγα σε αυτή. Δώσε και κανένα σουβλάκι σε εμάς μωρή, τα έφαγες όλα. Το ωραίο φύλο και μα και μου. Εμείς για πλάκα τρώμε τη ζωή στα γυμναστήρια, για να μας κοροϊδεύετε και να μας έχετε χαμάληδες, ναι ξέρω. Γαμημένα μωράκια. Δεν μας δίνουν σημασία και στηνόμαστε όλη μέρα μέσα στην κάψα και δεν την παλεύω. Ο βράχος μου έχει μπει στον κώλο και δεν ξέρω προς τα πού να χαϊδεύω τους κοιλιακούς μου.

Της λέω της άλλης της χίπισσας με το ωραίο σβουρηχτό κωλαράκι που δεν μπορώ να το ξεπεράσω, θέλεις να σου κάνω εγώ δίδυμα. Τρίδυμα; Λέγε τι θες και το έχουμε. Όλα τα έχει ο μπαχτσές. Αλλά αυτή όλο χα και χο και χοχοχο. Το έτρωγε κι αυτή το αγγουράκι της άνετα. Κανονικά, το είχε κόψει μπροστά μου, στρίψαμε κι ένα καλό κι αράξαμε. Της λέω, μανάρι μου σου αρέσουν τα αγγούρια ή οι μπανάνες, πώς τις τρως τις μπανάνες και τέτοια. Δεν έπιασε, εντάξει την κατάλαβα αυτή. Είναι από ετούτες που το παίζουν έτσι και κάπως δύσκολες. Και μα και μου και σούξουμούξου. Αλλά μου άρεσε αυτή έτσι λίγο πώς κοιτούσε με το λάγνο το βλέμμα της το άγριο, ωχ τι ζαργάνα είσαι εσύ, ωχ ωχ. Δεν έπαψα να της πετάω να τα δόντια μου, το καλό μου χαμόγελο το έχω κάνει εξάσκηση καθρέφτη. Αυτή κοσμάρα ήταν. Δεν σου αρέσει ο ένας, δεν σου αρέσει ο άλλος. Άσε μας κουκλίτσα μου! Πώς την έχεις δει. Εδώ το πιο ωραίο γκομενάκι της παραλίας σου κάνει τα γλυκά γαλανόλευκα ματάκια του και γούτσου και τέτοια κι εσύ κοιτάς αλλού και κάνεις πως δεν μας βλέπεις. Ώπα, κατέβασε και λίγο το τουπέ σου, παλιοκαριόλα, αν σε βάλω κάτω εγώ και σου δείξω κατά πού πάει ο Δίας, θα σου πω εγώ, παλιοσιχαμένη κάμπια. Και μου λέει και η φίλη της, φάε εσύ αγγούρι. Τι είμαι κανένας πούστης; Με κοίταξε με τη στραπατσαρισμένη της κωλόφατσα με ένα δολοφονικό βλέμμα. Ώπα, φεμινίστριες λέω, θα με φάνε. Ναι, αυτές έχουν πεταχτεί τώρα από το αυγό τους κι έτσι αγάμητες μας πρήζουν τα ούμπαλα. Μου λέει τι έχουν οι πούστηδες. Τρύπα στον κώλο έχουν μωρή. Εγώ μόνο γαμάω. Ξινομούρες όλες είναι ρε φίλε. Όλες. Τι να λέμε. Έχουν χαλάσει το γκρικ φλερτ, το καμάκι το παλιό το άριστο. Μετά κι εσύ άνθρωπος είσαι και δεν μπορείς κι εσύ να λειτουργήσεις. Μαλακία μαλακία, καίγεται στο τέλος-τέλος κι ο εγκέφαλος και δεν ξέρεις πού να κοιτάξεις. Το μυαλό πολτός ρε φίλε. Έχω βγάλει κι αυτά τα γκαυλόσπυρα και δεν λένε να φύγουν ρε φίλε και δεν ξέρω πού να γαμήσω. Θα αφήσω την πούτσα ελεύθερη και σας έφαγα, μουνιά. Θα σας γαμήσω και δεν θα ξέρετε πού να κρυφτείτε, μετά θα κοκορεύεστε για το καλύτερο γαμήσι που κάνατε κι αφήστε τους πούστηδες κατά μέρος. Σιγά μην είμαι εγώ καμιά αδερφή με τα φορεματάκια τους και τα φιογκάκια τους. Ουστ. Πουτάνες όλες. Άλλο που δεν τα θέλει ο κώλος σας κι εσάς παλιοκαριόλες που μου το παίζετε και δύσκολες και δεν ξέρω κι εγώ τι. Αυτά σε ποιο χωριό τα μάθατε πουτάνες, πείτε μου τώρα ρε, πείτε μου, να πάω να το κάψω, να το βάλω φωτιά.

Περιμένω τον άλλον τον μαλάκα με τις ώρες για να μου φέρει λίγη μαύρη με τσοκό κι έχει αργήσει. Καιγόμαστε, φίλος. Πίνω το παλιό το καλό το χορταράκι κι αγναντεύω πρώτο βράχο θάλασσα. Έτσι περνάει και γρήγορα η ώρα και είναι και λίγο ωραία. Από πού το φέρνει ο πρήχτης, μου έχει κάνει τις μπάλες να, με το συμπάθιο. Άιντε να του εξηγήσεις ότι τελείωσαν οι μπίρες και τα ταπεράκια με το μωβ μέσα στο ψυγειάκι. Εκείνο το μωβ μαγεία, τι να σου λέω, βλέπεις τα χόρτα από πράσινα καφέ και το φεγγάρι μαύρο και μια θάλασσα να έρχεται έτσι ωραία καταπάνω σου σαν να σε τρώει. Σε τρώει η θάλασσα και γίνεσαι ένα με την άμμο. Το πετσί σου, το δέρμα σου το νιώθεις, καίγεται. Καλό ήταν το μωβ, όχι εντάξει, οι παλιοί οι Θεσσαλονικείς εξηγήθηκαν καλά. Μας κεράσανε αρκετά. Το μωβ αυτοί το φέρανε από έναν τύπο που ήρθε από Πτολεμαΐδα. Ο τύπος καλά, ήταν αλλού. Πήγαινε πάνω-κάτω σαν το κοκόρι και δεν έβαζε κώλο κάτω και φαινόταν ότι τα μπατζάκια του έχουν πάρει φωτιά και τα δόντια του είχαν πέσει και τα μάτια του παίζανε. Δεν σταματούσε να μιλάει, το παθαίνεις συχνά, σε πιάνει αυτό το μπίρι-μπίρι αν σου ξηγηθούν σωστά. Γίνεται καλή δουλειά, εντάξει.

Η κάψα δεν περιγράφεται. Θα τα βροντήξω κάποια στιγμή και θα την κάνω από εδώ πέρα. Γαμημένο ελεύθερο και δεν ξέρω κι εγώ τι. Είπαμε να το παίξουμε χίπικα φέτος, όπου φτιάχνεται καλή κατάσταση και γίνεται καυτό πάρτι. Άργησε ο μαλάκας και δεν ξέρω πού να κοιτάξω. Τι να περιμένω, δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι αυτούς τους πεοπρήχτες. Μου είπε θα μου φέρει κάτι καλό κι αν δεν είναι καλό θα του το βάλω να το καταπιεί ολόκληρο και θα τον στείλω από τον βράχο. Άει στο διάβολο με τις μαλακίες τους. Όλο λένε το καλύτερο πράγμα σου έφερα και στο τέλος παίρνεις μια μαλακία και ξεχνάς τις παντόφλες σου, μετά το τσαντάκι σου, μετά τη βάρκα σου, μετά τη σκηνή σου και στο τέλος ποιος είσαι. Πάρε την πούτσα μου και κάνε την μπλε, δηλαδή. Κι έχω και τον άλλον τον Κούλη να έρχεται και να μου αραδιάζει την ιστορία της ζωής του για το πώς τον έφτυσαν οι δεκαπέντε χιλιάδες φανταστικές του γκόμενες και για το πώς καυλώνει τα σκυλιά του για να παίζουν ξύλο. Το παίζει εκπαιδευτής σκύλων και καλά. Πάει πιάνει την πάρλα στα γκομενάκια και εντάξει του κάθεται και καμία γιατί έχει τατουάζ το κοπρόσκυλό του που θέλω να το κάνω σουβλάκια. Το παίζει έτσι αγριογκόμενος και δεν ξέρω κι εγώ τι. Ελέγχω τα σκυλιά, ναι, τα καβαλάω και τα γαμάω. Ναι. Πες μου κι άλλα, αχ καύλωσα. Ναι, μαλάκα, είχαν και στο χωριό σου σκυλιά. Εντάξει, μας έπεισες, είχαν και γκόμενες. Ναι, σου κάθονταν όλα και σε πιστέψαμε τώρα. Άιντε πάρε τον πούτσο σου και βγάλε τον μία βόλτα γιατί μας έπρηξες, μαλάκα. Πες μας τι τσόντες βλέπεις. Όχι, τίποτα άλλο, να δούμε κι εμείς καμία να λειτουργήσει το σύστημα. Δηλαδή, ο Πάκης ο φλου που έρχεται και μας λέει για τις εμπειριάρες του με το χαρτάκι είναι καλύτερος.

Τουλάχιστον ξηγιέται σωστά. Φέρνει και κάτι πεσκέσι για εμάς. Όμως μας κάνει το κεφάλι λουκουμά σαν εκείνους που πουλάνε οι πακιστανοί όλη μέρα στην παραλία δυόμισι ευρώ, πανάκριβα. Εντάξει, ρε φίλος, κουμπώσου, αλλά σκέψου λίγο και τους άλλους γύρω σου. Κάθεται και αναλύει με τις ώρες πως βλέπει την άβυσσο σε όποια πέτρα και να σηκώσει λέει. Ώπα, ρε φίλε κι εμείς πίνουμε. Μέτρο, βάλε ένα στοπ και χαλάρωσε. Αυτό είναι κακή διαχείριση, φίλος. Κάνεις χαλάστρα και στους υπόλοιπους που θέλουν να το ζήσουν πιο ελεύθερα. Αυτά δεν είναι για όλους, το ξέρω καλά εγώ, τι νομίζεις ότι δεν έχω κουμπωθεί. Έχω πάρει κι από αυτόν τον διάολο κι από άλλους. Έχω δει κι έχω δει με τα μάτια μου, εγώ. Αλλά ξέρω τι μου γίνεται ρε φίλος, δεν σπάω αρχίδια παντού, όπου κι αν σταθώ.

Εγώ έχω φροντίσει. Έχω και μία αποστολή, θέλω να γαμήσω, οπότε το πάω χαλαρά. Το έχω πάρει απόφαση, να βρω γκομενάκι να πηδήξω, οπότε παίρνω και τον άλλον τον μαλάκα τον εκπαιδευτή και πάμε. Ό,τι κάτσει, δηλαδή, είμαστε, γιατί πού να σηκώνεσαι και να ψάχνεις τώρα. Κι αυτές οι τουρίστριες όλο σιγιου και σιγιου είναι και μου γυρνάνε τα έντερα με το υφάκι τους λες και ήρθαν από τον πύργο του Άιφελ, ενώ η άλλη σου λέει Μασεντόνια. Άσε βρε παρτσακλό που θες και Μασεντόνια, μωρή πατσαβούρα μη σου σκάσω κανένα σκαμπίλι. Πήγα στις άλλες τις τσουτσουνοπέρνοβες χθες με το μαγικό μου φίλτρο. Το παίζουν κι αυτές έτσι χιπισμός. Τσίπουρο, γαρύφαλλο και λίγο εμντί, καλό του Μητσάκου και γίναμε. Γίναμε λέμε. Έτσι καυτές καταστάσεις, από αυτές που μου αρέσουν. Πού είναι και ο Τόλης με το ηχειάκι να παίξουμε λίγο τρανς να πάρουν φωτιά τα κύτταρα, να λειτουργήσει ο εγκέφαλος. Έτσι ρε φίλος, μου αρέσει να ζαλίζομαι σωστά, να με παίρνει το κύμα. Να με παίρνει το κύμα καλά και να μη σκέφτομαι. Γιατί να σκέφτομαι. Τι στο διάβολο, πρέπει να γαμήσω. Θέλω να πηδήξω ό,τι κουνιστό κωλαράκι κινείται. Εκτελείται. Αχ τι καλή φούντα, μας έφτιαξε.

Μύρισα και τα σουβλάκια από δίπλα, αλλά το μαγικό μου φίλτρο με κάνει να μην πεινάω. Έχει βγάλει ο άλλος την ψησταριά και τα γυρίζει, ο σαπιοκοιλιάς. Κάθομαι κι αγναντεύω, θα μας κεράσουν, θα το δεις. Αυτοί έτσι κάνουν, πιάνουν γειτονοφιλίες, για να κατουρήσουν την περιοχή τους. Θα μου το δεις εσύ. Για να μην του πηδήξουμε τη χοντρέλα. Μουαχαχαχα. Ωραία βυζιά, αλλά μάπα δεν παίζεται ρε φίλε. Λες και την πάτησε φορτηγό, δεν γίνεται αυτό το πράγμα. Να της κόψουμε τα βυζιά για να τα πιάνουμε και να χαίρεται ο κόσμος. Δηλαδή, τέτοια βυζιά, δημόσια δωρεά πρέπει να τα κάνει και να στρώσει χαρακτήρες. Θα σου πω εγώ μετά πώς θα φτιάξουν όλοι. Έτσι φτιάχνει ο άνθρωπος δεν θέλει πολλά. Ώπα, περνάει γκομενάκι του κάνω τσαλιμάκι, το μάτι παίζει, ώπα, το χάσαμε, σφυρίζω, μωράκι της λέω, μπα. Δεν γυρνάει. Θα την περιμένει ο γκόμενος παρακάτω, είμαι σίγουρος.

Όχι άλλο. Έχουμε πήξει στις ζευγαροκαταστάσεις. Το έχω πάρει χαμπάρι για τα καλά ότι εδώ μόνο τέτοια παίζουν. Έρχεται η άλλη η Ελενίτσα, η χασικλού και μας παριστάνει ότι θέλει να πιάσει κουβεντούλα με τα γειτόνια, ενώ τον έχει δέσει τον κώλο της στον Μανωλάκη τον σφίχτη. Που λέει και ο λόγος δηλαδή, γιατί χα και ο Μανωλάκης από τα δικά μας παιδιά είναι, στα δικά μας γυμναστήρια πήγαινε, παλιός κι αυτός. Η δικιά του μας βγήκε κουνιστρούλα. Άσε ρε Ελενίτσα κι εσύ και τα τσαλιμάκια σου, πάρε τα όπως ήρθες. Πουλάει το δράμα της κι αυτή η καημένη, ερημιά εδώ, δένδρα, δεν ξέρει με τι να ασχοληθεί. Γίναμε μία τεράστια χέστρα. Ναι, τουαλέτα με σκατά, δεν την κατηγορώ. Έρχεται και λέει πώς την κλέψανε κάτι κωλόπαιδα και είχε πράμα καλό στο ψυγείο και το έσπρωχνε, στο παλιό της σπίτι, το φοιτητικό και με αυτό θα πλήρωνε το ψιλικατζίδικο που θα άνοιγε, έλεγε θα κάνουν των γονιών της αυτό που είχαν αλυσίδα. Τρέχει η γλώσσα της, σου κάνει κουρκούτι το μυαλό και φεύγει. Λέει για τη θεία της που πέθανε από καρκίνο και για τον ανηψιό της που πέθανε από τροχαίο κι αυτή τι περνάει, από φεστιβάλ σε φεστιβάλ. Όταν πάει στα φεστιβάλ, έρχεται και λέει για αυτά και καλά περνάει, εντάξει. Φτιάχνεται εκεί, τελειώνουν τα λεφτά, στρώνεται. Παραλίγο πρεζάκι η Ελενίτσα, έτρεχε στη μάνα της να τη φτιάξει. Τώρα, λέει, τρέχουν για τη μικρή της την αδερφή που έμπλεξε κι αυτή και τι μικρή, τριάντα πάει να γίνει. Δύσκολα, αυτά δεν είναι για όλους, για τους ελαφρούς χαρακτήρες. Θέλει να είσαι σκληρός, ρε παιδί μου, για να μπορείς να κάνεις καλή διαχείριση.

Α, ήρθε κι ο Αποστολάκης το καλό παιδί, να μας βάλει μουσική. Θα μας πρήξει τον πέο κι αυτός αλλά πάντα κερνάει, οπότε του τα συγχωράω. Στρίβω το δέκατο τσόκο-χόρτο μαζί και θα βάλω και από το άλλο το καλό το μαγικό που πίναμε μόνο στην πλατεία Καλλιθέας. Ναι, είναι λίγο πεταμένο, αλλά έπαιξες κι έχασες, φίλε Τόλη. Γάμησέ το, με περνάει για μαλάκα ο Τόλης, νομίζει ότι επειδή γελάω συνέχεια από το πολύ φου είμαι χαζοχαρούμενο. Δεν τον κατηγορώ κι εγώ τον περνάω για μαλάκα κι έτσι περνιόμαστε. Τον έχω πάρει χαμπάρι κι αυτός φτάνει τα σαράντα ρε φίλε και κάνει παρέα με δεκαοχτάχρονα. Φτιάξε κι εσύ λίγο τη ζωούλα σου ρε τύπε. Έρχεσαι εδώ και μας το παίζεις μπαμπάκας και κωλογλείφτης και δεν ξέρω κι εγώ τι. Μια αηδία μου προκαλεί. Μερικές φορές μου έρχεται να τον πιάσω από τον λαιμό με το τατουάζ φίδι που έχει και να τον σφίγγω, να τον σφίγγω χωρίς τέλος, χωρίς αύριο. Είναι μερικοί άνθρωποι που στο βγάζουν αυτό, ρε φίλε. Όλη την ώρα γελάμε ναι, ρε φίλε, αλλά είναι σοβαρή η κατάσταση. Σου λέω είναι σοβαρή, είμαι σοβαρός, πρέπει να με προσέξεις. Δες τον πώς στέκεται, με παίρνει στην πλάκα ο γαμιόλης. Αχ, θέλω να τον πνίξω και να δω τα μάτια του τότε αν γυαλίζουν όπως τώρα. Ποιος ξέρει τι τρυπάκι έχει φάει κι αυτός τώρα. Αλλά ΠΑΟΚ ρε, είναι σύντροφος, δεν ξέρω. Αυτό με στέλνει ρε. Και δεν φοράει και σταυρό, αλλά ΠΑΟΚ. Θρησκεία ρε, θέλω να τον γαμήσω τον μαλάκα. Αλλά ΠΑΟΚ χα. Κάνω την πάπια. Φέρνει και κανένα μπιράκι και με φτιάχνει. Μπιράκι, φου και το μαγικό φίλτρο μου. Μαγικό και δεν ξέρεις πού θα σου σκάσει.
Αυτά δεν είναι ό,τι κι ό,τι. Δεν του δίνω του μαλάκα, αν δεν μου κολλήσει, για να μη νομίζει ότι μας έχει κατουρήσει κιόλας. Θα πάω για ένα κατούρημα και αν δεν έχει φύγει, θα του πατήσω μία κλωτσιά. Μην έρθει κι ο άλλος ο Πάκης ο φλου και μας κάνει στόχο. Μας αρχίσει με τα άβυσσος παντού και μας χαλάσει. Τρέχει και ψάχνει τον Τόλη αυτός για να αρχίσει. Ιστορία ο τύπος. Λέει, λέει τα δικά του και δεν τελειώνει ποτέ το σάλιο του. Τι μυαλό, ρε φίλε. Βλέπω το σκοτάδι εδώ, βλέπω το σκοτάδι εκεί λέει, θα πέσω, κρατήστε με. Εμ, αυτά παθαίνεις άμα παίρνεις το Μιάου και δεν ξέρεις πώς σκάσει, ενώ έχεις κάτσει κι ένα χαρτάκι από τα καλά, τα δυνατά και ψάχνεις κι άνθρωπο να ακούσει τις πίπες σου και άιντε χάος. Όχι, εμένα δεν μου αρέσουν αυτά. Δεν τα σηκώνω. Ή είσαι ίσιος και μου έρχεσαι και σκας το πράμα σου να χαρούμε όλοι μαζί ή την έκανες φίλος. Τι να σηκώσω. Όπως την έχει δει ο καθένας. Εδώ θα δεις όλα τα φρούτα. Τα περισσότερα πεσμένα και καμένα, εντάξει, δύσκολη η ζωή, όλοι την παλεύουμε και βλέπουμε. Θα μου πεις, είναι πώς θα σου σκάσει το επεισόδιο και φταίει λίγο και η ηλιοφάνεια, γιατί μας καίει ο ρημάδης ο μαλάκας ο ήλιος και δεν ξέρουμε πού να κρυφτούμε. Αλληλεγγύη, ρε κουράδες, να γυρίζει, ποιος θα στρίψει είναι το θέμα και ποιος θα καβατζώσει λίγο να έχουμε να γυρίζει και εντάξει. Γίναμε.
Αγάπη μόνο, ρε κουφάλες. Αγάπη μόνο. Εγώ το έλεγα στο μωράκι, αυτό δεν άκουσε και την έκανε. Έτρωγε καμιά σφαλιάρα πού και πού, αλλά ήταν μαλάκω και μου ζάλιζε τον πούτσο όλη την ώρα μα και μου, εδώ δεν υπάρχουν αυτά. Έρχονται οι γκόμενες αγάμητες και περιμένουν να τους σκάσει ο πούτσος ο καλός κι εγώ αναλαμβάνω. Θα γίνει το καλό στην ώρα του, ας στρίψουμε ακόμα ένα και έχει ο καιρός γυρίσματα. Αχα, ναι, τα έλεγε ο μαλάκας ο άλλος ο τραγουδιάρης. Κάτι τέτοια τραγούδια είναι σοφά, ρε φίλε, σου φτιάχνουν έτσι την κατάσταση, γιατί λες κάπως δεν είμαι μόνος κι έτσι. Την έχουν δει κι άλλοι έτσι, αυτοί οι καλλιτέχνες, ρε φίλε. Που είναι πιο ευαίσθητοι κι έτσι και καλά. Παίζει πούστηδες, αλλά ποιος χέστηκε. Αν λένε αλήθειες, τους ακούς. Λένε αυτά που δεν μπορούμε να πούμε εμείς, ρε φίλε. Αγάπη μόνο. Θα το βρούμε. Αγάπη μόνο. Χα. Ήρθε και ο μαλάκας με το πράμα, επιτέλους, από πού στο διάολο πήγε να το φέρει.

Έρχεται με τη σκύλα του αυτή, την κουβαλάει από εδώ κι από εκεί, το ροτβάιλερ, θέλω να το σκοτώσω κι αυτό, ρε μαλάκα, όλη την ώρα γαβ και γουβ τι θέλει κι αυτό το κωλόζωο από τη ζωή μας. Δεν μπορούμε να ηρεμήσουμε στο κωλοελεύθερο, μετά σου λέει φύση και χαλάρωση. Πάρε το αυγό και κούρευ’ το, δηλαδής. Άει στον κόρακα όλα τα λαμόγια μου μέσα, με έχουν κάνει και κακό στο τέλος, τέλος και δεν ξέρω τι λέω. Ώπα, κάτσε, μωράκια, βλέπω, μωράκια. Ε, ψιτ, κουράδες, γυρίστε, το κέρατό μου, γυρίστε μωρέ φραγκόκοτες. Θα σας την πέσω μία φορά, δεύτερη δεν έχει. Αχ, αυτός ο κώλος, τι μεγάλος κι αφράτος, εμένα περιμένει, θα κατέβω παραλία, ναι, θα στο κάνω το χατίρι μωρή παρτάλω, για τον κώλο σου και μόνο, ναι, εσύ που με κοιτάς μέσα από το γυαλί. Εγώ, σου μιλάω, μωρή, ξενέρωτη, άει στο διάβολο, να πάτε κι εσείς και τα κωλάρια σας. Κατεβαίνω παραλία, σε λίγο, θα σας γαμήσω όλες παλιοπουτάνες με το βλέμμα στο θεό, ποιες νομίζετε ότι είστε. Αχ, χάλασε η κοινωνία, πάνε κι αυτές οι καλές εποχές που φτιάχναμε τις γκόμενες και τις παίρναμε με το κουτάλι, τώρα άιντε να βρεις με τα φουμπού και τις σέλφιζ, αυτές θαυμάζουν τους κώλους τους όλη μέρα και ρίχνουν λέει ηλεκτρονικά γκομενάκια. Κι εγώ έχω μείνει με τα δύο κινητά μαλάκας. Δίνω το ένα που έχει από πίσω τον αριθμό και κάνω πάσα έτσι και λέω γράψε τον να μου τον θυμίζεις γιατί είναι καινούργιος σε όποιο γκομενάκι σταμπάρω κι έτσι τρέχει η κατάσταση και πηδάω και βλέπουμε. Πού θα πάει, θα πέσει και το στραβοκάνικο, εκείνο το σβουρηχτό το γκομενάκι. Θα της κάνω και πεντάδυμα, άμα θέλει, ό,τι θέλεις, μάνα μου, ό,τι πει η καρδιά σου. Αγάπη μόνο. Φύγε, Τόλη, λέω, για τελευταία φορά, μη σε γαμήσω. Ε, τι να κάνω, μου ζάλισε τον πούτσο. Ας στρίψουμε ένα, στην υγειά της αχάριστης.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και η άβολη αναγκαιότητα της αλήθειας

Για όλα έφταιγε η 7χρονη Νεφέλη, η οποία εκείνο το πρωί είχε βάλει τον πατέρα της, κύριο Παπαδημητρίου, να ορκιστεί πως δεν θα γίνει ποτέ του ψεύτης. “Μπαμπά, για να μη γίνεις ψεύτης, δεν πρέπει να πεις ψέματα ποτέ” ήταν η αυστηρή υποσημείωση που είχε προσθέσει η Νεφέλη. ‘Ηταν τούτη η υποσημείωση ο λόγος που, όταν μετά από δύο ώρες, μια κοπέλα 15 χρόνια νεότερη του κύριου Παπαδημητρίου τού έκλεισε τον δρόμο (ενώ εκείνη είχε STOP κι εκείνος σαφέστατη προτεραιότητα), τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως απρόοπτα για τους ανυποψίαστους θεατές: Ο κύριος Παπαδημητρίου, αντί να παροτρύνει -ως συνήθως- την κοπέλα να κατευθυνθεί στην κουζίνα, αντί να κάνει μη ρεαλιστικές σεξουαλικές δηλώσεις για διάφορες θρησκευτικές προσωπικότητες, την κοίταξε στα μάτια (όπως κάνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις), την κοίταξε ενώ μπορούσες να δεις τον θυμό να στάζει από τα μάτια του (όπως μπορείς πάντα να δεις σε τέτοιες περιπτώσεις), και της ούρλιαξε κάτι διαφορετικό:

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Τρέμω για εκείνο που μπορεί να καταντήσω!”

“Tι λες βρε μαλάκα;!” απάντησε ρωτώντας η νεαρή κοπέλα, η οποία βιαζόταν να προλάβει τη συνέλευση της κομματικής της παράταξης στο πανεπιστήμιο· η δική της παράταξη είχε τις αφίσες με την καλύτερη αισθητική, και δεν ήθελε με τίποτα ν’ αργήσει.

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει!” ούρλιαξε ο κύριος Παπαδημητρίου, με ακόμα μεγαλύτερη οργή. “Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Και μακάρι τουλάχιστον να με έβρισκες όμορφο!”

Tούτη η παύση στο πρόγραμμα του κύριου Παπαδημητρίου είχε διαρκέσει αρκετά. Έστριψε με μένος το τιμόνι για να φύγει – κι ενώ το έστριβε, μουρμούρισε στον εαυτό του πως και το Rogue One: A Star Wars Story μια υπερεκτιμημένη μαλακία και μισή ήταν, και ότι έπρεπε να το είχε παραδεχτεί από την πρώτη φορά που το είδε.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Αντιγόνη Ηλιάδη, Ο πρωτόγονος τρόμος της αρκούδας

Το όνειρο του παπά σε ένα σιτροέν πολυθέσιο, την ώρα που άκουγε Σαββόπουλο και το κομποσκοίνι κουνιόταν στον κεντρικό καθρέφτη, ήταν να γίνει τραγουδιστής της όπερας. Η Νόρα περνούσε τον δρόμο και σκεφτόταν τη νοσοκόμα που της ξεγέννησε το παιδί που κουβαλούσε στο καρότσι κι έκλαιγε στριγγά, μάλλον ήθελε άλλαγμα πάνας. Τα νύχια της άρεσαν, τα περιποιημένα νύχια. Μπορούσε να τα κοιτάει με τις ώρες, ειδικά αν είχαν σχεδιάκια πάνω. Ο παλιατζής τίναζε τη φωνή του για κάτι καρπούζια και πεπόνια γλυκά σαν ζάχαρη. Όλες έχουμε μία παιδικότητα παλλόμενη μέσα μας που την καταστρατηγούν οι γέροι που περνάνε όλη τη μέρα στα καφενεία. Ποιος πήρε τη γάτα; Ήταν η ερώτηση στη μπλούζα της, όταν περνούσε τον δρόμο και είδε τον μεθυσμένο με το μηχανάκι σκόντα να στρίβει απότομα. Δεν ήξερε ότι θα πέσει σε διαδήλωση εξαγριωμένων κι απλήρωτων επί σειρά μηνών χειριστών δίσκου και κοφτών και τυλιχτών γύρου.

Στην Ηγουμενίτσα τα καράβια παίρνουν φωτιά και βυθίζονται το καλοκαίρι. Θυμόταν το περβάζι του τοίχου στα δυτικά, ήταν τόσο εκλεκτό. Μία τέλεια εικόνα αρχιτεκτονικής. Δίπλα στο κομμωτήριο που κάνει ανταύγειες καλοκαιρινή προσφορά μόνο με είκοσι ευρώ, απέναντι από την εκκλησία του αγίου Κωνσταντίνου που πουλάει με το κιλό τα ρούχα της δωρεάς στις ματωμένες τσιγγάνες του δρόμου για τη λαϊκή της Τετάρτης στη Μονή Λαζαριστών. Η καλύτερη λαϊκή είναι αυτή που γίνεται στην Ξηροκρήνη κάθε Σάββατο ξημερώματα από τις τέσσερις με τους μπάτσους να στήνουν καραούλι. Όλα ένα ευρώ παράνομα. Ο Πακιστανός έκλεισε την πόρτα δυνατά και πέθανε μόνος στο κλεμμένο σπίτι πάνω σε μία συλλογή κόμιξ Μίκυ Μάους, δίπλα σε χαρούμενες οικογενειακές φωτογραφίες. Τον ξυλοκόπησαν άγρια φαλακροί γεροδεμένοι με τη Σπάρτη στην πλάτη και τις περικεφαλαίες στα μπράτσα και βραχιόλια μαιάνδρους κάτω από τρέντι μπλουζάκια με γιακά. Ένα κινητό μένει ανοιχτό να κάνει ανανέωση στις εφαρμογές χωρίς καλό σήμα wifi, δίπλα από έναν φρέντο εσπρέσσο μέτριο.

Η Νόρα πρόσεξε τα βυζιά από μικρή αλλά στο πρώτο της παιδί κατάλαβε ότι της αρέσει ο τρόπος που πάλλονται σαν προμήνυμα ενός ληγμένου παραδείσου και καθώς αγοράζει τον χυμό τον εννιά φρούτων από το περίπτερο για ευεξία με έκπτωση θα κοιτάζει την πωλήτρια με δέος από το παραθυράκι. Το βλέμμα της καρφωμένο και καυλωμένο στο μπούστο. Ο ταξιτζής της διασταύρωσης αγαπάει τις παρθένες και την πατρίδα και κάποιος του είπε να κάνει την κόρη του δικηγόρο και θα καλοπαντρευτεί πριν τα εικοσιπέντε για να μη μείνει γεροντοκόρη και την έχει στον σβέρκο του. Οι καμπάνες χτυπούν πάντοτε εύθυμα δίπλα στο σουβλατζίδικο του Τάκη που ήταν Γεωργιανός αλλά το ξέχασε και έχει πάντα φρέσκα γουρούνια Λάρισας. Οι σημαίες του ΠΑΟΚ κυματίζουν περήφανα στο δεκατεσσάρι μια χαμένη παιδικότητα που φτάνει ως τη μακρινή ζουλού Τούμπα και το λεωφορείο δεν βάζει αιρκοντίσιον γιατί είναι πήχτρα και θα φασκελωθεί όποιος τολμήσει να μπει από την πόρτα που στριμώχτηκε ο Τζο, ο Γερμανός πάνκης της Ναυαρίνου με την πράσινη μοϊκάνα που κυκλοφορεί ξυπόλυτος με δύο σκυλιά, την Έιντς και τη Σύφιλη και καπνιστά πνευμόνια. Τα σκυλιά είναι στον κήπο του Αλή Πασά προς την Άνω Πόλη και τρώνε κόκαλα από το χασάπικο των μεταναστών στο στενό του Μοδιάνο που δίνει φρέσκο κρέας στα αδέσποτα.
Οι πόρτες της ιαπωνικής πρεσβείας κλείνουν το τσιουάουα της Καίτης που πήγε απλώς να κάνει το καθήκον της και να πληρώσει την ασφαλιστική με το δάνειο χρυσό επιτόκιο και τη σύνταξη του ανάπηρου πατέρα της που αργοπεθαίνει στην Ασπροβάλτα μες στα λιπασμένα ροδάκινα και τους τουρίστες τρίτης κατηγορίας. Απέναντι από τον ερυθρό σταυρό στο λιμάνι με τους εθελοντές του ΠΑΣΟΚ να πληρώνουν φόρο από τριαντάφυλλα και αναμμένα κεράκια.

Ο Τρύφωνας περηφανεύεται στα ρέματα και τις χαραμάδες των βουνών πως έχει στα Άγναντα τέσσερα παιδιά με την ίδια γυναίκα ναι μάλιστα κι αν θέλετε το πιστεύετε και θα πει σε όλη την παρέα στο χωριό σε λίγο πως έφτασε να πίνει τσίπουρα γλυκά στο καφενείο αντί να κάνει μπαγαμποντιές στα Γιάννενα. Και τα πρόβατά που έβγαζε ο Τρύφωνας με τον κοκκινομάτη ποιμενικό βόλτα στα λαγκάδια για να φάνε γρασίδι και ο Τρύφωνας να αρμενίσει από εδώ κι από κει, φτάνουν ήδη ένα-ένα στον Αρβανιτίδη για να τα ψωνίσει η Νόρα για το τραπέζι της Κυριακής. Όλα πάνε πρίμα και σε ένα σπίτι με πέντε παιδιά να μαλλιοτραβιούνται τα φώτα αναβοσβήνουν γιατί η μάνα τους δεν είχε να πληρώσει τη ΔΕΗ και μέχρι να το καταλάβουν πως κλέβανε ρεύμα, τη λυπήθηκαν και δεν τη βάλανε στη στενή. Είχε άγιο η γυναίκα το είχε καταλάβει και ο γκέι κουφός που μοίραζε φυλλάδια για φθηνούς υπολογιστές και γκάτζετ στα αμάξια στο φανάρι μόνο μεσημέρι με ντάλα ήλιο. Η ξεδοντιάρα τον πείραζε γιατί είχε μαυρίσει σαν ταξιτζής και γαμιόταν τελευταία με έναν πενηντάρη ντιτζέι Σέρβο που είχε γιο στην Ιταλία και δεν μπορούσε να πάει να τον δει, γιατί δεν του δίνανε κάτι χαρτιά και δεν τα πήγαινε καλά με το σύνταγμα.

Καπάνι το στόμα του παπά καθώς περνάει τη διάβαση και βλέπει τη Νόρα να λέει στο μωρό μη βάζεις το χέρι στο στόμα πού να ήξερε το φροϋδικό. Κι ένα τσιγάρο πέφτει από τον ουρανό είναι από έναν περαστικό με καπαρντίνα που πάει να σώσει τις αρκούδες στο Νεστόριο, αλλά ξέχασε να βάλει παντελόνι και μπλούζα και κυκλοφορεί με το σώβρακο και κανείς δεν τον αγαπάει. Να τον προσέχετε τον διάβολο μη σας κάνει τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι. Ούτως ή άλλως το είχε πει ο Λυκόπουλος ότι θα έρθουν τα Νεφελίμ. Η Νόρα ήταν νευριασμένη, δεν είχε προλάβει ραντεβού στο κομμωτήριο και θα ερχόταν η κουνιάδα της. Αυτή η αντιπαθητικιά από το πανόραμα που της είχε φέρει δώρο πέρυσι στα γενέθλιά της δώδεκα πιατέλες σε σακούλα από τα λιντλ. Ούτε καν αγορασμένες, αντίκες από το σπίτι της μάνας της Νόρας και του αδερφού της που ασχολιόταν μόνο με το πρωτάθλημα και είχε μπλούζες με όλες τις ομάδες και του άρεσε να τις αλλάζει συνέχεια. Η κουνιάδα δεν είχε παιδιά και έδινε συμβουλές στη Νόρα για το πώς να χέσει ο μπέμπης μέχρι τι να κάνει όταν χρονίσει και του έδινε κρυφά σοκολάτες με ζάχαρη και μετά δεν κοιμόταν το μωρό κι η Νόρα είχε μαύρους κύκλους ηφαίστεια και της έλειπε η νεκρή της μάνα. Ο μόνος άνθρωπος που αξίζει σε αυτή τη γη είναι ο λαχειοπώλης που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να πηγαινοέρχεται και να πουλάει τύχη. Τα διόδια είναι πολύ ακριβά κι έχουν ένα τεράστιο πι σε κάθε επόμενο που σημαίνει πούτσος. Ξεκοκαλισμένες πινακίδες και στέρφες εκτάσεις πονεμένες από χώμα και μία μητέρα να κλαίει για τον τριαντάρη γιο της που δεν στέριωσε τη δουλειά στην ταβέρνα που συχνάζουν οι κυνηγοί.

Όλα είναι υγρά και λαμπερά και η Νόρα θα γυρίσει στο σπίτι με κάλους στα πόδια από τα τακούνια και μέχρι να ξυπνήσει το μωρό θα κάνει φαγητό, θα βάλει δύο πλυντήρια και θα περιμένει να αρχίσει το τάλεντ σόου στην τηλεόραση. Θα φωνάξει στο κοριτσάκι που παίζει παράφωνο βιολί να σκάσει τρεις φορές στο τέλος θα ξεφυσήξει και θα καλέσει επειγόντως το εκατό. Πέθανε ο παππούς στον πέμπτο και τον κλαίνε οι γριές και θα φτιάξει η κόρη κόλυβα κι ο νεκροθάφτης θα γελάει και θα πουλάει την πατέντα του, φέρετρο γερό και πρακτικό από μασίφ ξύλο σε καρτούλες από έναν γραφίστα ερασιτέχνη ηθοποιό.

Είναι μία αρκούδα που βρυχάται δίπλα στα καυλωμένα ερείπια από τις χοές στον Δία. Όλα φλέγονται με τη μυρωδιά από καμένο ύφασμα να σφίγγει τα ρουθούνια της υπαλλήλου του σούπερ μάρκετ και να της λέει μέσα της σκίσε τώρα την ποδιά. Πέτα τα λεφτά και τρέχα. Το ερώτημα παραμένει αν επιπλέει το δέρμα όσο απομεινάρια από σημαίες πέφτουν από τον ουρανό. Στις τρεις το μεσημέρι βαρύς ήλιος και όλα σκάζουν προς τα κάτω. Πτοημένα από το ψητό που βγαίνει από τον φούρνο και από τη φασαρία της εκκλησίας που γίνεται ο γάμος του νιου που πηδιόταν με το κατσίκι στο χωριό.

Αντιγόνη Ηλιάδη, Ξέρεις ότι αν πιείς θα γίνει ατύχημα

Ξέρεις ότι αν πιείς θα γίνει ατύχημα. Ξέρεις ότι μπορεί να μπλέξεις σοβαρά. Μπορεί να χάσεις χέρια πόδια και το χειρότερο κεφάλι. Μπορεί να πάθεις διάσειση. Ή απλή θλάση. Να σπάσεις δυο-τρία πλευρά. Μη μασάς. Θα ζήσεις ή όχι; Μπορεί να μπεις σε κώμα ή να μείνεις φυτό. Να πάθεις εγκαύματα. Να πιάσει φωτιά το αυτοκίνητο. Άγνωστοι να σου αλλάζουν την πάνα όταν κατουράς ή χέζεις. Να πονάς. Να ουρλιάζεις. Η μορφίνη να φαίνεται σαν ντεπόν. Να μη ξέρεις τι σου γίνεται. Καταστολή στο νοσοκομείο. Το χειρότερο ή το καλύτερο. Ή το καλύτερο. Εξαρτάται. Τροχαίο. Δυστύχημα. Χτύπημα. Μπαμ. Κρας. Λιωμένο ατσάλι. Χαλκομανία. Το αμάξι σμπαράλια. Όλα χάνονται σε μια στιγμή. Μέσα σε λίγα τεράστια δευτερόλεπτα. Δεν κάνει να πίνεις και να οδηγάς. Δεν είπαμε να μην πίνεις καθόλου. Γιατί εμείς θα σου λέμε πότε να πίνεις. Ναι. Εμείς ξέρουμε το καλό το δικό σου. Το καλό όλων. Το αλκοόλ είναι καλό για τα νεύρα. Είναι καλό για τις δύσκολες μέρες. Κάποιες φορές. Λίγο. Έτσι για χαλάρωση. Αν το ελέγχεις. Αν πίνεις με μέτρο. Πάντα το μέτρο. Όμως. Μη γίνεις αλκοολική. Οι αλκοολικοί είναι κακοί και κοινωνικά κατακριτέοι. Περιθωριακοί. Ανώνυμοι. Μυστικοί. Δεν θα γίνεις αλκοολική. Θα πίνεις και θα οδηγάς. Μην πίνεις και οδηγάς. Μην πίνεις. Ποια φταίει στο ατύχημα; Αυτή που ήπιε. Και τι θα γίνει αν εμπλακείς σε ατύχημα; Θα σε κατηγορήσουν. Ασφάλειες και δικαστήρια. Θα είναι ακριβό. Θα κάνεις κακό. Θα τρέχεις από εδώ κι από εκεί. Μπελάδες. Θέλεις; Δεν θέλεις; Ανδρεναλίνη θα έχει μπόλικη. Θα γουστάρεις. Κάποιες στιγμές. Κάποια λεπτά συνειδητότητας. Λεωφορεία στο κενό. Περιστρεφόμενες νταλίκες. Καραμπόλες. Εκκωφαντική ηχορύπανση. Μυρωδιά βενζίνης και καμένου μέταλλου. Κάτι δένδρα. Στο βάθος όχι κήπος.

Το άλλο; Θα είναι κολόνα. Τοίχος. Κάγκελα. Προστατευτικά. Ξεροί κορμοί. Στύλος της ΔΕΗ. Ή κάτι σε άλλο αυτοκίνητο; Κάτι σε ζωντανό ον; Οικογενειάρχης. Νταλικέρισσα. Λεωφορειατζής. Ταρίφας. Νέα οδηγός. Έφηβος. Παρέα. Ζευγάρια. Συγγενείς. Μόνος. Μόνη. Μόνο. Τι θα είναι; Θα ζήσει; Ή θα αποβιώσει με τη μία; Θα είναι λίγο χτυπημένος ή νεκρός; Μπορεί να είχε ένα παιδί, δύο ή τέσσερα ή και εκατό ή και κανένα. Γαμώ τη τύχη μου μέσα. Μπορεί να ζήσει. Μπορεί. Ένα πτώμα. Μπορεί λίγο πατικωμένος. Μπορεί να αναφλεγεί ζωντανός. Είναι επικίνδυνη η αυτανάφλεξη. Και η οποιαδήποτε ανάφλεξη. Πρέπει να απομακρυνθεί από το όχημα. Πρέπει να πάει παραδίπλα. Οι πυροσβέστες θα έρθουν. Δεν είναι εύκολος ο απεγκλωβισμός. Μιλάμε για τόνους. Η αστυνομία. Τα ασθενοφόρα μετά. Θα του κάνουν διασωλήνωση. Μετά τις πρώτες βοήθειες. Μετά το ηλεκτροσόκ. Θα τον βάλουν σε μηχανική υποστήριξη. Προληπτικά. Ελαφρά τραύματα. Σπασμένα πλευρά. Θα κατουράει στην πάπια. Νερό και τροφή χημικά. Χάπια. Φαρμακευτική χαρά. Όλα καλά. Όλα καλά.

Η μεθυσμένη θα ζήσει. Να σε θυμάται. Άνθρωπε που ήσουν από την άλλη πλευρά. Πάντα μεθυσμένη. Σε μπαρ θα πίνει. Όλοι θα έχουν να το λένε. Αυτή φταίει. Αυτή είναι η κακιά. Θα μπει φυλακή. Η φυλακή είναι το παντού μετά. Οπουδήποτε θα είναι φυλακή. Θα πάει σε δικαστήρια. Δεν υπάρχει σωτηρία. Σε μπαρ. Ουίσκι. Ή κοκταίηλς με τζιν. Δεν οδηγά πια. Μην ανησυχείτε. Της πήρανε το δίπλωμα. Δεν έχει άλλα. Ποτέ ξανά. ΧΑ! Ποτέ μη λες ποτέ. Μην οδηγάς μεθυσμένη. Αλλά όχι. Τίποτε δεν θα συμβεί. Τι θα έκανες αν οδηγούσες μεθυσμένη και προκαλούσες ατύχημα; Και τι θα πάθαινε ο άλλος; Δεν ξέρω. Δεν θα δω. Δεν θα μάθω ποτέ. Θα φύγω. Θα πατήσω το γκάζι. Ταχυπαλμία. Πανικός. Θα φύγω. Θα φύγω από το τώρα κι από τη ζωή μου. Είμαι μεθυσμένη. Θα περάσω τη ζωή μου με μορφίνες. Οι τύψεις μου δεν έχουν θεό και προσευχές. Έφυγα. Έφυγα και δεν είδα. Δεν είδα και δεν θα μάθω ποτέ τι έγινε. Τι έγινε; Δεν έχω ιδέα. Δεν ξέρω. Γαμώτο. Δεν ξέρω. Ο μπάσταρδος μπήκε μπροστά μου. Δεν έτρεχε. Είναι περιφερειακός. Γίνονται συχνά ατυχήματα. Είναι δρόμος ταχείας κυκλοφορίας. Τρέχεις. Φοράς ζώνη. Δεν περιμένεις. Υπήρχαν κάμερες; Δεν υπήρχαν. Υπήρχαν πεύκα. Πολλά πεύκα. Νύχτα. Φώτα του δρόμου. Λίγα αυτοκίνητα. Αραιά. Τρέχανε όλοι. Μεγάλες ταχύτητες. Η πόλη είναι τόσο όμορφη το βράδυ που καταντά σιχαμερή. Είναι ένα μεγάλο ψέμα. Γαμώ. Κανείς δεν είναι ευτυχισμένος. Η ευτυχία δεν υπάρχει. Μεθύστε όλες και πατήστε τον διπλανό σας.

Την έδερνε. Την έδερνε πολύ και δυνατά. Κάθε φορά που πίνανε. Ή που δεν πίνανε. Ο έρωτάς τους ήταν το ξύλο που της έδινε. Και την πονούσε. Την χάιδευε. Πρώτα ή μετά. Και την έδερνε. Δεν ήθελε άλλο να συνεχιστεί. Πήγαινε μετά στα μπαρ. Και έπινε. Δεν ήταν δύσκολο να περάσεις την πόρτα του μπαρ. Ήταν ηλίθιος. Την έκανε κομμάτια. Έπρεπε να πας στο μπαρ. Να χαμογελάσεις στον μπάρμαν. Να τον δεις φιλικά. Ή να την δεις. Αν ήταν γυναίκα, ακόμα καλύτερα. Να πιείτε μαζί. Σφηνάκια τεκίλας. Λευκή. Να γελάσετε. Να δείτε τους εαυτούς σας στον καθρέφτη του μαγαζιού παραμορφωμένους. Πόσοι εαυτοί; Πολλοί. Να πείτε κάποιες βλακείες. Για τον καιρό, την οικονομική κρίση, τη σημασία του δημοψηφίσματος. Για τη θρησκεία, για τον θεό, για την ύπαρξη. Και μετά να φτάσετε να κοιτάζεστε. Να σχολιάσετε τους άλλους στο μαγαζί. Την τύπισσα με τα περίεργα ράστα και το τατουάζ κροκόδειλο. Τον γέρο άνδρα που κάθεται πάντα μόνος του στη γωνία και πίνει βότκα ανανά. Τις παρέες που έρχονται κι αυτές που φεύγουν. Αυτούς που χορεύουν σαν να μην υπάρχει αύριο. Και τους μοναχικούς που κάθονται μόνοι στα τραπέζια. Να κοιτάζεστε. Άντε πρέπει να κλείσουν. Είναι υπάλληλοι. Κανείς δεν νοιάζεται για σένα, πρέπει να την κάνεις. Πρέπει να φύγεις. Δουλεύουν. Σε δουλεύουν. Τους πληρώνεις. Σου πουλάνε ποτά και λίγη παρέα. Στα ψέματα. Πρέπει να σηκωθείς. Το κορμί σου να τρέμει. Να πληρώσεις. Άσε φιλοδώρημα. Ήταν καλοί μωρέ.

Η νύχτα είναι παγωμένη. Υγραμένη. Όσο και συ σχεδόν. Πρέπει να θυμηθείς πού πάρκαρες το αυτοκίνητο. Στην αρχαία αγορά; Στα πανεπιστήμια; Ή κάτω; Στο λιμάνι; Πού στο διάολο άφησες το αυτοκίνητο. Μεγάλη κι αδιάφορη Θεσσαλονίκη. Αλλά θα το βρεις. Και στον δρόμο θα περάσεις από στενά σκοτεινά. Από τύχη δεν σε λήστεψαν. Δεν σε παρενόχλησαν. Δεν σε άγγιξε το σκοτάδι. Από τύχη. Καθαρή. Γιατί πρέπει να οδηγήσεις. Πρέπει να φτάσεις στον περιφερειακό. Εκεί που θα διακοπούν όλα. Για μια στιγμή θα γίνει μια μικρή ατομική σύγκρουση. Θα παραπατάς. Θα σου έρχεται μια να κλάψεις. Μια να ξεράσεις. Δεν θα κάνεις τίποτα. Θα κάνεις πως δεν τρέχει κάτι. Θα προσπαθήσεις να κρατηθείς όρθια και ίσια. Όσο γίνεται περπάτα σταθερά. Θα δαγκώσεις τα χείλια σου, μέχρι να ματώσουν. Ο πόνος σε αφυπνίζει. Σε κρατάει ξύπνια. Παρέες ανδρών θα μουρμουρίζουν διάφορα. Θα γελάνε. Μαζί σου. Δεν έπρεπε να βάλεις το μαύρο φόρεμα. Δεν φοβάσαι τίποτα. Δεν σε νοιάζει και πολύ. Κάντε με ό,τι θέλετε. Τι χειρότερο μπορεί να συμβεί. Οι μώλωπες είναι εκεί.

Πρέπει να φτάσεις. Και θα σκέφτεσαι τα Σαββατοκύριακα. Στο σπίτι σου. Που μαζευόταν η οικογένεια που δεν συμπαθούσες καθόλου. Μιλούσαν για τον Χριστό και για τα παιδιά που θα γεννήσουν. Και κάνανε σταυρούς, προσευχές και τρώγανε. Πολύ φαγητό. Το φαγητό δεν ήταν η προτεραιότητά σου. Σού λέγανε να φας. Πώς έγινες έτσι; Βάλε μια μπουκιά στο στόμα σου. Οι αδύνατες δεν αρέσουν στους άνδρες. Όλα για τους άνδρες. Βάψου και λίγο. Χτενίσου. Φτιάξου. Φάε κάτι. Με αυτό θα τη βγάλεις. Φάε μια μπριζόλα. Να στανιάρεις. Το κρέας χρειάζεται. Είναι πολύτιμο και έχει μέσα θρεπτικά συστατικά. Θρεπτικά συστατικά. Η οικογένειά σου. Ένας κι ένας. Είσαι μια ξένη. Αγαπητή η μάνα σου. Πολυλατρεμένη. Μαυροφορεμένη και συνέχεια στωική. Σε όλα είχε μια περίεργη υπομονή. Άρρωστη. Δεν την κατάλαβες τη μάνα σου. Ούτε αυτή εσένα. Σε έκανε να νιώθεις λειψή και μοναχική. Ούτε ένα σίδερο έμαθες, ούτε να σκουπίζεις, ούτε να πλένεις. Ένα πιάτο φαΐ δεν ξέρεις να μαγειρέψεις. Ανεπρόκοπη. Και ποιος θα σε πάρει. Ανοικοκύρευτη που είσαι. Μια μόνιμη γκρίνια. Μια μόνιμη τύψη που δεν έγινες αυτό που σε προόριζαν. Αυτά τα φρικτά γεύματα. Τα Σαββατοκύριακα με συγγενείς. Και η τηλεόραση να παίζει ανοιχτή τα νέα της ημέρας. Πόσοι άνθρωποι δολοφονήθηκαν, πόσοι πέθαναν από φυσικές καταστροφές και σε ποια άκρη του κόσμου γίνεται ο μεγαλύτερος αιματηρός πόλεμος. Με το σόι. Τη φαμίλια. Τους πιο κοντινούς σου ανθρώπους. Όλα αυτά τα πρέπει. Οι κανόνες. Η συμπεριφορά. Τα υποκριτικά γέλια. Η υστερία. Και η σύγχυση. Κι όλα αυτά τα αίματα. Τα κρέατα. Τα πτώματα. Τα νεκρά στα πιάτα. Τα ανοιχτά σαλιωμένα λυσσασμένα στόματα. Τα κοφτερά δόντια. Η φρίκη. Μια τόσο φυσιολογική οικογένεια. Που έρχεται στο φαγητό κοντά. Το φαγητό τη δένει. Δεν έγινες ποτέ αυτό που θέλανε από σένα.

Οι μώλωπες δείχνουν ότι προσπάθησες. Μη στενοχωριέσαι. Πήρες αυτό που ήθελαν. Αυτό που χρειαζόσουν. Πήγες να κάνεις το καλό. Το καλύτερο. Βρήκες άνδρα. Σε πρόσεξαν οι άνδρες. Οι άνδρες είναι ο στόχος. Στους άνδρες να απευθύνεσαι. Τον βρήκες. Ήσουν τυχερή. Στους μώλωπες φαίνεται το πριν και το μετά. Στα ερωτικά σου κλάματα. Στα παράπονα. Και στη μόνιμη θλίψη που είχε στεριώσει πάνω και μέσα σου. Η μοναξιά δεύτερο πετσί σου.

Να βγάλεις τα κλειδιά από την τσάντα. Τώρα. Πρέπει να συνέλθεις. Να είσαι σωστή. Και νηφάλια. Να μιλάς ευγενικά. Να κάθεσαι προσεκτικά. Μην καπνίζεις. Μην πίνεις πολύ. Εντάξει, πιες κάτι. Όχι πολύ. Πρόσεξε πώς κάθεσαι. Σεμνά. Μην προκαλείς. Κοίτα τις άλλες κοπέλες στην ηλικία σου. Χαμογέλα. Λίγο μωρέ. Χαμογέλα πιο πολύ. Γιατί είσαι συνέχεια έτσι. Τα έχεις όλα. Τι θέλεις πια. Το βρήκες το παλληκάρι σου. Είσαι στον σωστό δρόμο. Εντάξει δεν τα κάνεις όλα τέλεια. Δεν είσαι ούτε πολύ κοντά σε αυτό που ονειρευόμασταν. Γιατί δείχνεις τόσο στενοχωρημένη; Θα κάνεις πρόωρες ρυτίδες. Έρεψες. Μήπως είσαι άρρωστη. Πήγαινε σε κανέναν γιατρό να σε δει. Οι γιατροί τα ξέρουν όλα. Θα δεις ότι θα στο πούνε κι αυτοί. Βρες έναν άνδρα. Θα σου κάνει καλό. Φάε κάτι. Το φαγητό είναι υγεία.

Ξέρεις όμως για το ατύχημα. Ατύχημα. Όχι καλό. Μέχρι και ένα μικρό παιδί το καταλαβαίνει. Τα ατυχήματα είναι κακά. Ένα ατύχημα είναι μεγάλη συμφορά. Και δεν συμβαίνουν ποτέ σε εσένα. Μόνο στους άλλους. Οι άλλοι δυστυχούν. Κι εσύ τους κοιτάς. Θέλεις να μάθεις λεπτομέρειες. Να δεις αίμα. Γιατί δεν είσαι εσύ. Είναι οι άλλοι. Και γιατί θες να μάθεις τη δυστυχία. Ακόμα περισσότερα. Τον θάνατο. Ωμό θάνατο. Να τον δεις. Πώς θα είναι. Να φτιάξεις μια εικόνα που θα σε στοιχειώνει τα βράδια πριν κοιμηθείς. Να φτιάξεις την αϋπνία σου με κάτι χειροπιαστό. Όχι. Όχι. Μπορεί να μη γίνει και τίποτα. Μπορεί να τη γλιτώσεις φθηνά. Να μην περάσεις τα κόκκινα. Να περιμένεις τα πράσινα. Και οι άλλοι το ίδιο. Να τρέχεις λίγο, αλλά όχι υπερβολικά. Και στον περιφερειακό όλα να πάνε καλά. Όλα. Να πάνε όπως πάνε πάντα. Πρίμα. Μην πιστέψεις ποτέ ότι ξέρεις τον δρόμο. Ο δρόμος είναι μια άγνωστη γραμμή για σένα. Πήγαινε προσεκτικά. Ο περιφερειακός είναι δύσκολος δρόμος. Στον περιφερειακό γίνονται όλα τα ατυχήματα. Πρόσεχε.

Βρίσκεις το αμάξι. Ανοίγεις τους καθρέφτες. Σου πέφτουν κάτω τα κλειδιά. Γελάς νευρικά. Σπαστικά σχεδόν. Κοιτάς γύρω. Δεν είναι κανείς εδώ. Κάλμαρε. Παίρνεις από κάτω τα κλειδιά. Ευτυχώς δεν βρέχει. Ο δρόμος είναι βρώμικος. Χωρίς λάσπες. Χωρίς λακκούβες. Χωρίς νερά. Ανοίγεις την πόρτα με την τρίτη φορά. Μπαίνεις μέσα. Νιώθεις την οικεία μυρωδιά του αρωματικού έλατου. Πρέπει να το πετάξεις αυτό το αρωματικό. Στο έβαλαν στο βενζινάδικο. Βρωμάει. Σου θυμίζει κάτι μέρες αναμονής σε ιατρεία. Με τον πατέρα σου. Άγιος άνθρωπος. Έγινε πριν πεθάνει. Μέχρι τότε. Ένα κάθαρμα. Στυγνό. Απερίσκεπτο. Ένα ακόμα αφεντικό. Για τη μάνα σου, για τη ζωή σου. Σωστός οικογενειάρχης. Όλα αυτά πόσο πίπες σου φαίνονται. Πόση αηδία. Γιατί δεν είσαι και συ σαν τις άλλες. Γιατί δεν τα δέχεσαι όλα έτσι. Όπως στα σερβίρουν. Στο πιάτο.

Το ξύλο είναι καλό. Το ξύλο θα σου μάθει πράματα. Οι μαμάδες πρέπει να δίνουν στα παιδιά ξύλο. Για να μάθουν. Οι μώλωπες ενισχύουν τη μνήμη. Βοηθούν το πνεύμα. Και την ακράτεια καμιά φορά. Η βία. Ω αγαπητή του κόσμου βία. Σου έρχεται να σκοτώσεις. Να πάρεις τη ζωή κάποιου. Ενός συγκεκριμένου. Θέλεις να τον βρεις. Είναι άνδρας. Παντρεμένος. Με δυο παιδιά. Ήταν εραστής σου. Και κακοποιητής σου. Βιαστής σου. Ο άνδρας της καταπληκτικής ζωής σου. Σε ποιον να το πεις; Ποιος θα το πιστέψει; Θα τον βρεις να υπογράφει. Συμβόλαια. Θα τον βρεις να κάθεται στο γραφείο του και να καπνίζει μανιακά. Λάκι στράικ. Και δική σου επιλογή ήταν. Και συ φταις. Σου χαμογέλασε. Ήσουν μια ασήμαντη σερβιτόρα. Η μάνα σου το έλεγε πόσο ασήμαντη είσαι. Δεν είσαι για τίποτα εσύ. Κι αυτό το αφεντικό. Από την πρώτη στιγμή σε στιγμάτισε. Σε είδε μικρή κι αθώα. Ήθελε να σου βάλει τον πούτσο του και να στον χώσει και να σε γαμήσει. Με το ζόρι.

Πώς θα σε προσέξουν οι άνδρες; Ε σε πρόσεξε. Σου άφησε φιλοδώρημα το διπλάσιο του καφέ του. Ερχόταν κάθε βράδυ Μετά το γραφείο. Σου χαμογελούσε. Σε έλεγε κουκλάρα. Και σου ψιθύριζε κι άλλα στο αυτί. Ήθελε να σε δει. Τι ώρα τελειώνεις τη δουλειά σου. Σε χούφτωνε κρυφά από τα άλλα αφεντικά σου. Άναβε τα τσιγάρα. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να πέφτουν. Είχε πολύ άγχος. Τα δάχτυλά του τριχωτά και κιτρινισμένα. Τα μάγουλά του γύρω από τα χείλη του ρυτιδιασμένα. Το βλέμμα του βαρύ και σκληρό. Πάντοτε σε κοίταζε ευθεία μες στα βυζιά. Ήθελε τα βυζιά σου. Να τα πάρει και να τα γαμήσει. Να γαμήσει τα βυζιά σου ήθελε. Το έβλεπες στα σάλια του που γέμιζαν τα χείλη του. Και συ ήθελες τότε κάτι από αυτόν.
Το έκανε. Του έδωσες την ευχαρίστηση. Δεν έχει σημασία πού και πότε. Έχει; Πολλά έκανε. Του επέτρεψες να τα κάνει. Στην αρχή σου άρεσε. Πες την αλήθεια. Σου άρεσε λίγο. Μην τον κατηγορείς. Δεν φταίει αυτός. Κανείς δεν φταίει. Μόνο εσύ. Είχες έναν πατέρα τέρας. Η πρώτη δεν ήσουν ούτε η τελευταία. Τη μάνα σου την έκανε ταπί στο ξύλο. Έκλαψες λίγο. Θα αλλάξει τίποτα. Έκανες κάτι όταν σε έδερνε ο άλλος ο μαλάκας; Πες μου έκανες. Όχι. Φταις τότε.

Πήγαινε τώρα στα μπαρ και πιες. Μετά οδήγα. Σκότωσε κάποιον. Τον σκότωσες. Δεν ξέρεις. Θα μάθεις. Γιατί δεν σταμάτησες. Γιατί έφυγες. Πόσα χρόνια στη φυλακή. Εγκατάλειψη θύματος. Ένδειξη αμέλειας.

Κατεστραμμένη. Οδηγάς και κοιτάς τον σταυρό στον καθρέφτη. Δεν πιστεύεις στον Χριστό. Είναι αργά να πιστέψεις; Κουνιέται πέρα δώθε. Όλα θολώνουν. Η ζωή σου είναι μια μικρή καταστροφή. Ασήμαντη. Όσο κι ανύπαρκτη για τους πολλούς. Το παρμπρίζ σου είναι θολό. Το καπό έχει βρωμιές πάνω. Το αυτοκίνητο είναι άπλυτο. Είναι ένα αυτοκίνητο συνηθισμένο. Σαν όλα τα άλλα. Παλιό. Στρογγυλωπό. Πολυχρησιμοποιημένο.

Συνεχίζεις κανονικά την πορεία. Δεν σταματάς ποτέ. Όλα θα πάνε καλά. Συνεχίζεις. Κανονικά. Ογδόντα. Ενενήντα. Εκατό. Εκατόν δέκα. Το λαμπάκι της μηχανής ανάβει. Θυμάσαι που σου έφτιαχνε η μαμά σου τα μαλλιά πλεξουδάκια. Ένα από τη μια πλευρά. Ένα από την άλλη. Τα φώτα πορείας είναι πολύ φωτεινά και σε τυφλώνουν. Κανείς δεν λέει αλήθεια. Τίποτα δεν αλλάζει στην πραγματικότητα. Ο μπαμπάς ήταν πάντοτε κακός. Η μαμά πάντοτε τον άκουγε. Έκανε ό,τι της έλεγε. Τίποτα δεν άλλαζε. Όλα μένανε τα ίδια. Και θα μείνουν τα ίδια. Για μια φορά το πιστεύεις. Το επαναλαμβάνεις μέσα σου συνέχεια. Διασωληνώσεις. Εισαγωγές. Εντατικές. Καρδιακές ανακοπές. Εγκεφαλικό μπλακ-άουτ. Παραλήρημα. Τραύματα βαριά. Βαθιά εγκαύματα. Στιγμές νοσηρές. Νοσοκομεία. Λευκά δωμάτια και γιατροί. Οροί. Μηχανήματα. Καρδιογραφήματα. Αίματα. Ο δρόμος ξεδιπλώνεται μπροστά σου. Δεν υπάρχουν όχι και μήπως και αλλά. Συνεχίζεις να πατάς το γκάζι. Να οδηγάς. Και αυτή ίσως να είναι η μόνη ελπίδα για σωτηρία. Οδηγάτε μεθυσμένες. Ίσως και να υπάρχει ελπίδα. Μην έχετε τύψεις. Παντού κυκλοφορούν νεκρά παιδιά. Δεν θα είναι η πρώτη φορά. Και μην ανησυχείς. Όλα θα πάνε καλά. ΟΛΑ. Να είσαι πάντοτε χαρούμενη. Και να χαμογελάς. Να χαμογελάς.

*Από το http://frear.gr/?p=17236

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και η άβολη αναγκαιότητα της αλήθειας

Edvard Munch, Sick mood at sunset despair

Για όλα έφταιγε η 7χρονη Νεφέλη, η οποία εκείνο το πρωί είχε βάλει τον πατέρα της, κύριο Παπαδημητρίου, να ορκιστεί πως δεν θα γίνει ποτέ του ψεύτης. “Μπαμπά, για να μη γίνεις ψεύτης, δεν πρέπει να πεις ψέματα ποτέ” ήταν η αυστηρή υποσημείωση που είχε προσθέσει η Νεφέλη. ‘Ηταν τούτη η υποσημείωση ο λόγος που, όταν μετά από δύο ώρες, μια κοπέλα 15 χρόνια νεότερη του κύριου Παπαδημητρίου τού έκλεισε τον δρόμο (ενώ εκείνη είχε STOP κι εκείνος σαφέστατη προτεραιότητα), τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως απρόοπτα για τους ανυποψίαστους θεατές: Ο κύριος Παπαδημητρίου, αντί να παροτρύνει -ως συνήθως- την κοπέλα να κατευθυνθεί στην κουζίνα, αντί να κάνει μη ρεαλιστικές σεξουαλικές δηλώσεις για διάφορες θρησκευτικές προσωπικότητες, την κοίταξε στα μάτια (όπως κάνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις), την κοίταξε ενώ μπορούσες να δεις τον θυμό να στάζει από τα μάτια του (όπως μπορείς πάντα να δεις σε τέτοιες περιπτώσεις), και της ούρλιαξε κάτι διαφορετικό:

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Τρέμω για εκείνο που μπορεί να καταντήσω!”

“Tι λες βρε μαλάκα;!” απάντησε ρωτώντας η νεαρή κοπέλα, η οποία βιαζόταν να προλάβει τη συνέλευση της κομματικής της παράταξης στο πανεπιστήμιο· η δική της παράταξη είχε τις αφίσες με την καλύτερη αισθητική, και δεν ήθελε με τίποτα ν’ αργήσει.

“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει!” ούρλιαξε ο κύριος Παπαδημητρίου, με ακόμα μεγαλύτερη οργή. “Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Και μακάρι τουλάχιστον να με έβρισκες όμορφο!”

Tούτη η παύση στο πρόγραμμα του κύριου Παπαδημητρίου είχε διαρκέσει αρκετά. Έστριψε με μένος το τιμόνι για να φύγει – κι ενώ το έστριβε, μουρμούρισε στον εαυτό του πως και το Rogue One: A Star Wars Story μια υπερεκτιμημένη μαλακία και μισή ήταν, και ότι έπρεπε να το είχε παραδεχτεί από την πρώτη φορά που το είδε.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, Ο κύριος Παπαδημητρίου και η άβολη αναγκαιότητα της αλήθειας

Για όλα έφταιγε η 7χρονη Νεφέλη, η οποία εκείνο το πρωί είχε βάλει τον πατέρα της, κύριο Παπαδημητρίου, να ορκιστεί πως δεν θα γίνει ποτέ του ψεύτης. “Μπαμπά, για να μη γίνεις ψεύτης, δεν πρέπει να πεις ψέματα ποτέ” ήταν η αυστηρή υποσημείωση που είχε προσθέσει η Νεφέλη. ‘Ηταν τούτη η υποσημείωση ο λόγος που, όταν μετά από δύο ώρες, μια κοπέλα 15 χρόνια νεότερη του κύριου Παπαδημητρίου τού έκλεισε τον δρόμο (ενώ εκείνη είχε STOP κι εκείνος σαφέστατη προτεραιότητα), τα πράγματα εξελίχτηκαν κάπως απρόοπτα για τους ανυποψίαστους θεατές: Ο κύριος Παπαδημητρίου, αντί να παροτρύνει -ως συνήθως- την κοπέλα να κατευθυνθεί στην κουζίνα, αντί να κάνει μη ρεαλιστικές σεξουαλικές δηλώσεις για διάφορες θρησκευτικές προσωπικότητες, την κοίταξε στα μάτια (όπως κάνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις), την κοίταξε ενώ μπορούσες να δεις τον θυμό να στάζει από τα μάτια του (όπως μπορείς πάντα να δεις σε τέτοιες περιπτώσεις), και της ούρλιαξε κάτι διαφορετικό:
“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Τρέμω για εκείνο που μπορεί να καταντήσω!”
“Tι λες βρε μαλάκα;!” απάντησε ρωτώντας η νεαρή κοπέλα, η οποία βιαζόταν να προλάβει τη συνέλευση της κομματικής της παράταξης στο πανεπιστήμιο· η δική της παράταξη είχε τις αφίσες με την καλύτερη αισθητική, και δεν ήθελε με τίποτα ν’ αργήσει.
“Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει!” ούρλιαξε ο κύριος Παπαδημητρίου, με ακόμα μεγαλύτερη οργή. “Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Σιχαίνομαι αυτό που έχω γίνει! Και μακάρι τουλάχιστον να με έβρισκες όμορφο!”
Tούτη η παύση στο πρόγραμμα του κύριου Παπαδημητρίου είχε διαρκέσει αρκετά. Έστριψε με μένος το τιμόνι για να φύγει – κι ενώ το έστριβε, μουρμούρισε στον εαυτό του πως και το Rogue One: A Star Wars Story μια υπερεκτιμημένη μαλακία και μισή ήταν, και ότι έπρεπε να το είχε παραδεχτεί από την πρώτη φορά που το είδε.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Τώρα που στήσαν τον χορό

Καθόταν με τον πατέρα της της στο λεωφορείο του ΚΤΕΛ για Θεσσαλονίκη. Σούρουπο ήταν, μάλλον κάποιας Κυριακής. Σιωπηλοί κι δυο τους. Μια σιωπή που έβραζε. Ποτέ δεν ήταν εύκολη η κουβέντα μαζί του, τώρα όμως ήταν αλλιώς. Μικρές τις χάιδευε, τις έλεγε γλυκόλογα, τις φιλούσε. Αφότου άρχισαν να διαμορφώνονται γυναίκες, τις κρατούσε σε απόσταση, ενδεχομένως για να μπορεί να τις ελέγχει. Ήθελε να κερδίσει το σεβασμό κι αυτές ένιωθαν δέος και φόβο μπροστά του. Το ίδιο και τ’ αγόρια του χωριού. Τα κορίτσια του Διγενή έλεγαν και δεν τολμούσαν να τις πλησιάσουν.

Τώρα όμως η σιωπή ήταν αλλιώτικη, εκκωφαντική. Στα τελευταία καθίσματα καθόταν μια παρέα νέων αγοριών. Επέστρεφαν μάλλον στη Θεσσαλονίκη για το μεροκάματο. Αγροτόπαιδα από τα χωριά της Νιγρίτας. Το σαββατόβραδο κατέβαιναν στα χωριά τους και επέστρεφαν βραδάκι Κυριακής. Αυτή με τον μπαμπά δίπλα της έπνιγαν τις σκέψεις και τις έγνοιες τους στη σιωπή. Θα την πήγαινε στο σιδηροδρομικό σταθμό να πάρει το τρένο για Σουηδία. Μόνη της. Κοπελίτσα στα δεκαοχτώ.

Έφευγε να βρει το δρόμο της. Πρώτη φορά θ’ ανέβαινε σε τρένο. Θα την περίμενε η αδελφή της στο σταθμό της Στοκχόλμης. Της είχε γράψει ότι εκεί θα μπορούσε να πάρει φοιτητικό δάνειο για σπουδές. Τ’ αγόρια μιλούσαν ζωηρά φώναζαν σχεδόν. Μπορεί να ήταν και παρέα νέων που έφευγαν από το χωριό για να καταταχθούν στο στρατό.

Άρχισαν να τραγουδούν. Σπαρακτικά. «Τώρα που στη Μαρία μου/τώρα που στήσαν το χορό/ όλες οι βέργες είναι δω/δική μου η βέργα δε είναι δω»* Άρχισε να κλαίει. Χείμαρρος χύθηκε από μέσα της ένας παρατεταμένος γόος. Αδύνατο να τον ελέγξει. Έκλαιγε σχεδόν σε όλη τη διαδρομή. Ο μπαμπάς σιωπηλός, δεν έβγαλε κουβέντα, δεν της είπε τίποτε.

Ποιος ξέρει μπορεί κι αυτός να έκλαιγε από μέσα του. Δε θυμόταν τίποτε άλλο απ’ τη διαδρομή. Τον αποχαιρετισμό, την επιβίβαση στο τρένο. Για χρόνια ένοιωθε ενοχή. Πίστευε ότι τον είχε πονέσει βαθιά με το ανεξέλεγκτο κλάμα της. Πολύ αργότερα όταν πια κι αυτή βρέθηκε στην θέση του, απορούσε και θαύμαζε το κουράγιο του.

*«Τώρα που στήσαν τον χορό», Παραδοσιακό τραγούδι Μακεδονίας

**Από την ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων «Σφιχταγκαλιάσματα και φτερουγίσματα».

Χρήστος Ζάχος, Ευθεία

«..Περπατούσαν στον κεντρικό δρόμο. Ήταν τέσσερις τα ξημερώματα. Υπήρχε κόσμος τριγύρω. Μεθυσμένοι όλοι. Ένα παλούκι πεταμένο κάπου στο πεζοδρόμιο. Ένα φανάρι μπροστά τους. “Γιατί να υπάρχουν φανάρια;”, σκέφτεται ο ένας και πιάνει το παλούκι και σπάει το κόκκινο και λίγο από το πορτοκαλί. Πιάνει ο άλλος το παλούκι και σπάει το πράσινο και αποτελειώνει το πορτοκαλί. Ήταν πραγματικά φίλοι.

Αρχίζουν και τρέχουν. Τρέχουν ανάμεσα στο πλήθος. Ένα ψυγείο με μπύρες και αναψυκτικά βρίσκεται στο δρόμο τους. Έτσι όπως τρέχουν, ο ένας από τους δυο, του ρίχνει μια και το σωριάζει κάτω. Ο άλλος του ρίχνει μια κλωτσιά και σπάει το τζάμι.

Συνεχίζουν να τρέχουν. Στα μάτια τους η καταστροφή. Δε θα γλιτώσει τίποτα που θα βρεθεί στο δρόμο τους. Δεν τολμάει να τους επιπλήξει κανείς. Δεν τολμάει να τους πλησιάσει κανείς.

Είναι νέοι. Ο ένας με μακριά καμπαρτίνα, μπότες και μαύρο τζιν. Ο άλλος με καφέ δερμάτινο μπουφάν, μπότες και μπλε ξεθωριασμένο τζιν. Ο ένας, ψηλός, μελαχρινός με κοντό μαλλί. Ο άλλος, λίγο πιο κοντός με καστανό μακρύ μαλλί.

Χάνονται στα στενά. Δεν τους ακολουθεί κανείς. Πρέπει να φύγουν. Φθάνουν στο αμάξι. Οδηγεί ο ψηλός. “Γρήγορα, πάμε!”, του φωνάζει ο άλλος. Ξεκινούν. Πορεία ευθεία. Ευθεία. Αριστερά και δεξιά, παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ευθεία. Ευθεία παρεκκλίνουσα. Χτυπάει έναν καθρέπτη από τα παρκαρισμένα. Μετά δεύτερο. Μετά τρίτο. Μετά τέταρτο. Μετά πέμπτο. Μετά όλους. Σπάει και ο δικός τους δεξής καθρέπτης. Σκάει και το μπροστινό δεξί λάστιχο. Συνεχίζουν.

«Πρέπει να αλλάξουμε λάστιχο»

«Μη σταματάς τώρα»

«Λίγο πιο κάτω. Θα μπω σε άλλο στενό»

Σταματάνε σε κάποιο φανάρι. Κάτι τους λένε δυο τύποι από ένα διπλανό αμάξι. Κατεβαίνουν κάτω. Περιμένουν ουρά τα αμάξια. Δεν κορνάρει κανείς. Λογομαχούν, αλλά δεν πέφτει ξύλο. Οι άλλοι, υποχωρούν. Οι δικοί μας, μπαίνουν στο αμάξι και απομακρύνονται δίχως να κοιτάξουν φανάρι.

Πρέπει να αλλάξουν λάστιχο. Στρίβουν σε ένα στενό και σταματάνε. Φαίνεται ήσυχα εκεί. Σκοτεινά. Βγάζουν το γρύλο, τη ρεζέρβα κι αρχίζουν να ξεσφίγγουν τα μπουλόνια. Σε λίγο ο τροχός πέφτει κάτω και τοποθετούν τη ρεζέρβα. Δεν τους παίρνει πάνω από πέντε λεπτά. Το δεξί φτερό, πόρτα, καθρέπτης και γενικά, όλη η δεξιά μεριά του αυτοκινήτου, είναι κατεστραμμένη.

«Θα μπορέσεις να οδηγήσεις μέχρι το σπίτι;»

«Θα μπορέσω»

«Είσαι σίγουρος;»

«Σίγουρος είμαι»

«Πήγαινε αργά και μην κάνεις άλλη μαλακία»

«Μη φοβάσαι, δε θα πάθουμε τίποτα»

Μπαίνουν στο αμάξι και συνεχίζουν ευθεία στον κεντρικό δρόμο. Μόνο κάτι παρκαρισμένα. Ο δρόμος είναι πλατύς. Τρέχουν χωρίς να σταματάνε σε φανάρια. Τρέχουν σε ευθεία, όλο ευθεία. Πάνω σε ένα πεζοδρόμιο, πλατύ πεζοδρόμιο, είναι παρκαρισμένο ένα αμάξι. Πηγαίνουν ευθεία, ευθεία στη μέση του δρόμου. Η πορεία τους αρχίζει και πάλι να παρεκκλίνει. Πιο πολύ. Πιο πολύ. Χάνουν τον έλεγχο. Καβαλάνε το πεζοδρόμιο με ταχύτητα μεγάλη και παρασέρνουν το παρκαρισμένο αμάξι. Αυτή τη φορά σκάνε και τα δυο λάστιχα από τη δεξιά πλευρά. Το αμάξι δεν μπορεί να συνεχίσει, αλλά ούτε κι αυτοί.

Το πρωί, απεγκλώβισαν τα πτώματα κι έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιο ατύχημα δυο μεθυσμένων. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Κανείς δεν έμαθε τι πραγματικά έγινε. Δεν τους αναγνώρισε κανείς. Ούτε αυτούς, ούτε το αμάξι. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ…»

*Από το βιβλίο «Χ-έγερση υποσυνειδήτου”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2014.

Μάριος Χάκκας, Το τρίτο νεφρό

Τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, παρά μόνο με αίμα· τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σ’ ένα κάποιο επίτευγμα με χαμομήλια· ασ’ τους να νομίζουν αυτοί που μάτωσαν στις παρανυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές: « Οχ, οχ! Αιμορραγώ σ’ όλο το σώμα». «Κάλπες, αφού πρόκειται για το δείκτη του αριστερού σας χεριού. Ποιο όλο το σώμα σας;» Γι αυτό και γράφουν νερόβραστα ποιήματα, πιπιλίζουν ονόματα με θαυμασμό και προσπαθούν να μοιάσουν κάποια πρότυπα τους χωρίς να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά και την κόλαση που προϋποθέτει το ποίημα. Εμ, δε γίνεται.

Κάποτε είδα ανθρώπους που τρώγανε αποβραδίς μια χαρά έχοντας την καραβάνα στα γόνατα, χρόνια τρώγανε σε τούτη τη στάση χωρίς κανένα παράπονο, και το πρωί παίρνανε μεταγωγή για το τρελοκομείο, γιατί ξαφνικά νιώσαν να σπάει η πλάτη και να πετάγεται η καρδιά προς τα έξω. «Η πλάτη μου», όλο λέγαν, «η πλάτη μου», κι έπεφτε η καραβάνα απ’ τα γόνατα αφήνοντας δυο κόμπους λάδι ανεξίτηλο λεκέ στο τσιμέντο. Μαύρισε η ψυχή κι έκανε τούτο το ρήγμα κι έφερε τούτη την πτώση, παρά την επίμονη θέληση των ανθρώπων να κρατήσουν την καραβάνα στα γόνατα.

«Να μιλήσω για ήρωες, να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης.» Οπωσδήποτε όχι. Πάει καιρός που δε βρίσκομαι σ’ αυτήν τη γραμμή. Δε σημαίνει δηλαδή ότι όποιος κράτησε αυτή τη θεόρατη καραβάνα στα γόνατα φτάνει στο ποίημα. Αλλ’ οπωσδήποτε απ’ αυτούς κάποιος. Μ’ άλλα λόγια, αν έχεις ξοδέψει γι αυτήν την υπόθεση έστω και μια τρίχα απ’ τους όρχεις σου.

Γι αυτό: σε τάιζε η μαμά σου το αυγουλάκι σου και μάλιστα φρέσκο; Καθόσουνα στα πρώτα θρανία, ήσουνα σπαζοδιαβάστρα, καλό παιδί, έκανες ό,τι σου έλεγε ο δάσκαλος; Είχες την Κυριακή χαρτζιλίκι, πήρες γυναίκα με προίκα και όμορφη; (Μερικές από τις ερωτήσεις για τη σύνταξη βιογραφικού σημειώματος μπροστά στο ποιητοδικείο). Άντε, παιδάκι μου, μην ταλαιπωρείς τα γραφτά. Δε σε θέλει το ποίημα. Οι λέξεις σου είναι κούφιες. Ναι, ξέρω, πέρασες κι ένα κοκίτη και τώρα έχεις στρυφνό προϊστάμενο που σε επιπλήττει άμα κάνεις κανένα λαθάκι. Καλά. Καλά. Κάνε μια εντριβή με οινόπνευμα και το πρωί θα είσαι περδίκι. Κοίταξε, μην κρατάς τα αέρια μέσα σου, άσε να φεύγουν προβληματισμοί κι ανησυχίες.

Τώρα που έκανα τα πνευμόνια μου μαύρα καπνίζοντας παλιοτσίγαρα το ‘να πάνω στο άλλο. Με την ίδια φωτιά, τη νεανική, πήγα κρεσέντο. Τώρα που ωρίμασα μαζί με το νεφρό μου που έσκασε καρπούζι στον ήλιο. Τώρα που το είδα χωρίς καμιά φρίκη ν’ ανοίγει τριαντάφυλλο, ούτε αίμα, ούτε τίποτα, μόνο τρακ και φάνηκε ζαχαρωμένη ντομάτα. Κοβαλτιώθηκα, μπούχτισα, τσουρουφλίστηκα ολόκληρος. Μόλις τώρα φτάνω των δασκάλων την κόλαση. Όχι εξωτερικά, λέγοντας Ρίλκε και Μπέκετ, μιμούμενος φράσεις τους, όχι. Ξεκινώντας απ’ τη δική μου ζωή, λαχαίνω τις σκέψεις μου μες τα γραφτά τους κι αυτή ας πούμε η σύμπτωση με κάνει να χαίρομαι και να σκυλιάζω ταυτόχρονα. Χαίρομαι γιατί ο δρόμος πουτράβηξα, που μόνος μου διάλεξα αν θέλετε, που η ίδια η ζωή μου καθόρισε, δεν είναι άγονος, αφού κι άλλοι, και μάλιστα δάσκαλοι φτάσαν στο ίδιο επίτευγμα, κι είναι μια απόδειξη, όπως όταν μετά σκληρό διαγώνισμα βγαίνεις και τρέχεις στις λύσεις κι είναι όλα σωστά. Απ’ την άλλη μεριά σκυλιάζω γιατί πρόλαβαν αυτοί και κατέγραψαν τον ανθρώπινο πόνο κι εγώ τώρα πρέπει να πάω πιο πέρα δίνοντας ίσως και τ’ άλλο νεφρό.

Στέκομαι συλλογισμένος κι ανοίγω φανταστικό διάλογο με τον Ρίλκε, τον Μπέκετ, τον Μίλερ Χένρι και άλλους, πεισμωμένος και τους φωνάζω, ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση. Γιατί να μην έχω κι ένα τρίτο νεφρό; Τότε, αυτήν την απέραντη απελπισία που φτάσαν οι δάσκαλοι, ίσως μπορούσα να την μετατρέψω σε κάποια ελπίδα και πίστη. Να πάρω πηλό και να πλάσω απ’ την αρχή έναν άνθρωπο, κι αυτό το παγερό στερέωμα που φέρνει σβούρα από πάνω μας τυχαία και άσκοπα να μετατρέψω σε λούνα πάρκ. Να στήσω πυγολαμπίδες πάνω στην άσφαλτο. Να κάνω τους ανθρώπους να δουν τη μεταμεσονύκτια ομορφιά των ηλεκτρικών στύλων καθώς υποκλίνονται ευγενικά στις λεωφόρους. Ίσως μπορέσω να φτάσω ξανά στις πρώτες αφέλειες συγκροτώντας μια πίστη που θα διαλύεται μόλις χάνει κανείς το νεφρό του.

Δε θέλω χρόνο. Ζωή θέλω, μ’ όλο που το δεύτερο προϋποθέτει το πρώτο, ζωή να τη σπαταλήσω πίσω από τις φράσεις, ζωή να χτίσω παραγράφους, να οικοδομήσω ένα έργο δίνοντας στο λόγο μια τρίτη διάσταση, γιατί τη δεύτερη τη βρήκαν οι άλλοι, την καταγράψαν οι δάσκαλοι κι εγώ πρέπει να πάω παραπέρα.
Μ’ άλλα λόγια, είναι στην κυριολεξία πρόβλημα τρίτου νεφρού. Αν ήταν πρόβλημα χρόνου μονάχα, δεν είχα παρά να καταφύγω στο τεχνητό. Παίρνουν το αίμα από τη φλέβα και το διοχετεύουν στη μηχανή. Εκεί το χτυπάνε όπως το γάλα που του αφαιρούνε το βούτυρο, για να το ξαναφέρουνε καθαρότερο στην αρτηρία. Οχτώ ολόκληρες ώρες συνεχίζεται το ίδιο βιολί, δυο και τρεις φορές την εβδομάδα. Ένα μηχάνημα μέλος του σώματος σου έξω από το σώμα σου επιμηκύνει το χρόνο σου, σου δίνει παράταση για τρία, ίσως και τέσσερα χρόνια, κερδίζεις μ’ αυτό κάτι, δε λέω, μα τι να ξοδέψεις, πλαστικά σωληνάκια και φίλτρα; Βίδες, παξιμάδια και ρεύμα;

Παίρνεις μια κάποια παράταση, ίσα ίσα που προλαβαίνεις να πετάξεις ένα βιβλίο γεμάτο ούρα, ένα μπουκάλι με σκέψεις για το πώς έγινε το ναυάγιο, τον ύπουλο ύφαλο, τις απεγνωσμένες προσπάθειες να κρατηθείς σε μια σαθρή σχεδία δίχως σχέδια, για το μεγάλο σαρωτικό κύμα που έρχεται. Κάποτε πλησιάζει το τέλος, γιατί κάθε φορά και περισσότερα ούρα κυκλοφορούνε στο αίμα σου. Τόσο ήτανε, λες, ρίχνεις μια τελευταία ματιά στα γραφτά σου και βάζεις τον τίτλο: Το τελευταίο μπουκάλι. Ιστορίες που μιλάνε για φλέβες και ούρα, ζαλάδες, πόνους, μιζέριες, μια επιχείρηση που κερδίζει όσο για να πληρώνει το λογιστή. Μόνο φύρα, κανένα περίσσευμα.

Αλλά εγώ που ήθελα να εκσφενδονίσω βεγγαλικά τις φράσεις, καταυγάζοντας έστω και για μια μόνη στιγμή αυτή την αιώνια νύχτα; Πώς να ηλεκτροφωτίσω το στερέωμα με μπλε, μοβ και κόκκινα αστέρια χωρίς να ξοδεύω ζωή; Μ’ αυτό το τραπέζι νεφρό;

Μιλάω για μια ποίηση από τη ζωή, όχι καλά και σώνει για τη ζωή, πολύ περισσότερο με κάποιο σκοπό. Έτσι βρίσκω την ποίηση για την ποίηση του Mallarmé, mal armé. Θα ‘θελα αυτούς που έχουν αυτό το μεράκι να ‘χουν αγγίξει έστω με το μικρό δακτυλάκι την καραβάνα της απελπισιάς, να ‘ναι, μ’ άλλα λόγια, bon armé και alarmé. Γι αυτό αναφέρθηκα στην αρχή σε κάτι φιόγκους (το αυγουλάκι τους και μάλιστα φρέσκο) που γράφουνε ανούσια ποιήματα, χάνονται μέσα στις λέξεις, γιατί δε δώσανε γι αυτή την υπόθεση σταγόνα αίμα. Δε γίνεται. Δε γίνεται.

*Από τη συλλογή διηγημάτων “Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες” (1970).

Μικρό αφιέρωμα – 94 χρόνια (24 Νοεμβρίου 1922-24 Νοεμβρίου 2016) από τη γέννηση του Άρη Αλεξάνδρου –

«Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμία πολιτική οργάνωση. Δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ‘χω ξαναπεί, δεσμώτης τήδε ίσταμε, τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνίζονται εναντίον όλων των τυράννων. Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών».
Αρης Αλεξανδρου (λογοτεχνικο ψευδωνυμο του Αριστοτελη Βασιλειαδη )
24-11-1922 Γενέθλιο στο Λενινγκραντ.

ceb1cebbceb5cebeceaccebdceb4cf81cebfcf85

Άρης Αλεξάνδρου, Έξω απ’ τα δόντια. δοκίμια 1937 – 1975

Δεν ανήκω σε κανένα κόμμα και σε καμιά πολιτική οργάνωση. δεν είμαι μέλος καμιάς εκκλησίας. Δεν είμαι οπαδός καμιάς θρησκείας. Όπως το ’χω ξαναπεί, Δεσμώτης τηδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος. Έχοντας περάσει από τα ξερονήσια και τις φυλακές, νιώθω πως είμαι συγκρατούμενος όχι μόνο με όσους υποφέρουν στα φασιστικά στρατόπεδα, μα και με όσους βασανίζονται στο Αρχιπέλαγος Γκουλάγκ. Νιώθω αλληλέγγυος και συνυπεύθυνος με όσους αγωνίστηκαν, αγωνίζονται και θα αγωνιστούν εναντίον όλων των τυράννων, εστεμμένων και τραγιασκοφόρων, εναντίον όλων των δεσποτών, γαλονάδων και ρασοφόρων…

…έλεγε ο Άρης Αλεξάνδρου στον Δημήτρη Ραυτόπουλο, σε μια συνομιλία στο πρώτο τεύχος του Ηριδανού το 1975· κι εκείνο το σύντομο κείμενο αρκεί για να αποδώσει την ελεύθερη, αδέσμευτη και ανυπότακτη σκέψη και στάση ενός από τους πιο σημαντικούς λογοτέχνες μας. Στην ερώτηση περί της γνώμης του για την Ελλάδα ο Αλεξάνδρου απαντούσε: Ποια Ελλάδα; Ελλάδα δεν υπάρχει. Είμαστε μια αποικία της δήθεν ελεύθερες Αμερικής. (Να μου βγει το μάτι αν θέλω να γίνουμε αποικία της λεγόμενης σοβιετικής Ρωσίας, πράγμα που βέβαια θα συμβεί, αν επικρατήσει το κουκουέξ ή τα κουκουές.) [σ. 181 – 182]

Ένα από τα διαμάντια του βιβλίου είναι το κείμενο Ποιος αυτοκτόνησε τον Μαγιακόβσκη; που πρωτοδημοσιεύτηκε στις Εποχές (1964). Ο συγγραφέας παρουσιάζει εν θερμώ και εν ψυχρώ μαζί την ιστορία του ποιητή που έζησε σ’ όλη του τη ζωή διασπασμένος, μισός ενταγμένος στην ομάδα και μισός απ’ έξω, μισός αλτρουϊστής και μισός εγωιστής, μισός μπρούτζινος και μισός ατσαλένιος. Αν είχε κατορθώσει να ενταχθεί ολοκληρωτικά στην ομάδα, θα έφτανε ως τα γεράματα και θα συνόδευε τον Χρουστσόβ στα ταξίδια του, αντί του Σόλοχοβ. Αν κατόρθωνε να παραμείνει έξω απ’ την ομάδα, θα μποροιύσε α πεθάνει «δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το Λένινγκραντ» σαν τον Οσίπ Μαντελστάμ.

Ο Μαγιακόφσκι ήξερε πως στο ταξίδι αυτό θα είναι πάντοτε μόνος, πως μόνο με την προσωπική του πυξίδα θα μπορέσει να βρει τον δρόμο του. Ωστόσο δεν το αποφάσισε ποτέ να ασχοληθεί αποκλειστικά με την εξερεύνηση του αγνώστου, γιατί είχε ενταχθεί σε μια επανάσταση που θα άλλαζε την όψη του κόσμου. Κι ενώ γνώριζε πως για μία και μόνη λέξη / χαλάς και καταργείς / χιλιάδες τόννους / λεκτικών μεταλλευμάτων, έφτασε να διαφημίζει τα προϊόντα των κρατικών εργοστασίων, για να βοηθήσει με κάθε τρόπο την σοβιετική εξουσία. Αλλά κατά βάθος ήταν ένας ανυπότακτος, ένας αναρχικός. Και το δράμα του ήταν ότι προσπάθησε (και φυσικά δεν το κατόρθωσε) να συμβιβάσει δυο ασυμβίβαστες ιδιότητες: του πολιτικού και του ποιητή. Ο Μαγιακόφσκι που από το 1913 είχε γράψει είμουν εγώ,/που με το δάχτυλό μου / τον ουρανό τρυπώντας/ απόδειξα πως είναι κλέφτης / αυτός που προσκυνάτε σαν θεό, δαχτυλοδεικτεί λίγες μέρες πριν πεθάνει, τους εχθρούς του: «Είναι οι κυβερνήσεις, οι μελλοντικές, οι άσπλαχνες κυβερνήσεις».

Ο ίδιος διχασμός αποτέλεσε και επίκεντρο της σκέψης του Ιλία Έρενμπουγκ, στο «προσωπικό μονοπάτι» του οποίου αφιερώνει ένα σύντομο κείμενο (Λαϊκός Λόγος, 1965). Ο Έρενμπουργκ είχε επισημάνει τις δυο νοοτροπίες, του πολιτικού και του ποιητή και τάχθηκε πάντα με το μέρος του δεύτερου· το μονοπάτι ταυτίστηκε τελικά με το δικαίωμα του καλλιτέχνη να αδιαφορεί για την πολιτική σκοπιμότητα, να ενδιαφέρεται για το άτομο και να ενεργεί σαν άτομο.

Στην παρούσα συλλογή μπορεί κανείς να δει τις πρώιμες και μεταγενέστερες φιλολογικές και πολιτικές ανησυχίες του Περί ορθογραφίας (δημοσιευμένο στα Νεοελληνικά Γράμματα το 1937), για το Όνειρο και τον Υπερρεαλισμό (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943)·, για την σοβιετική σκέψη μπροστά στο αδιέξοδο του νέου σχολαστικισμού (Καινούρια Εποχή, Άνοιξη 1959), τους ποιητές και τα βραβεία (από μια συνέντευξη στον Ρένο Αποστολίδη σε τεύχος των Εικόνων το 1959) αλλά και περί μεταφράσεων (Επιθεώρηση Τέχνης, 1961). Είναι χαρακτηριστική η πυκνή απλότητα με την οποία καταθέτει τις σκέψεις του στο κείμενο για την Έκφραση και το Θέμα (Καλλιτεχνικά Νέα το 1943): Ο έντεχνος λόγος – πεζός ή ποιητικός – με το ν’ απευθύνεται και στις νοητικές και στις συναισθηματικές ικανότητες του αναγνώστη, γράφει ο συγγραφέας πάντα αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στο θέμα και την έκφραση. Το θέμα είναι η απαίτηση του λογικού να νιώσει κάποιο συμπέρασμα, να μάθει κάτι, ν’ αποχτήσει μια καινούργια αντίληψη για κάτι γνωστό.

«Η έκφραση – τι ωραία που τα λέει – ανταποκρίνεται στην καθαρά αισθητική μας απαίτηση να νιώσουμε κάτι το ωραίο, να χαρούμε μια διατύπωση έστω και σε γνωστό θέμα, να φανταστούμε μια εικόνα κάπως διάφορη από εκείνη που είχαμε σχηματίσει ως τα τώρα για μια οποιαδήποτε πραγματικότητα». Η συνύπαρξη αυτών των δυο στοιχείων φαίνεται πως είναι εντελώς απαραίτητη και ακριβώς η αναλογία τους που άλλαζε κατά καιρούς ήταν η αιτία της δημιουργίας του πλήθους των σχολών και των διαφόρων – ισμών. Θα μπορούσε μάλιστα να υποστηρίξει κανείς, γράφει ο Αλεξάνδρου, πως όλη η ιστορία της λογοτεχνίας δεν είναι τίποτ’ άλλο από την αγωνιώδη προσπάθεια να βρεθεί η πιο κατάλληλη αναλογία. Ευτυχώς δεν πρόκειται ποτέ να βρεθεί κι έτσι δεν θα σταματήσει η ανανέωση.

Δυο θεατρικά κείμενα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου, διευρύνοντας το τίτλο του ως συλλογή δοκιμίων. Η Αντιγόνη αποτελεί ένα από τα «ξεχασμένα» έργα της νεοελληνικής δραματουργίας, που γράφτηκε στον Άη – Στράτη το 1951 και πρωτοδημοσιεύτηκε στην Καινούρια Εποχή (Καλοκαίρι 1960). Πρόκειται για ένα σχεδόν άγνωστο έργο, που αποτελεί μάλιστα και μια πρώτη θεατρική επεξεργασία των θεμάτων που αργότερα θα δώσουν το συγκλονιστικό μυθιστόρημά του, το Κιβώτιο. Το δεύτερο θεατρικό έργο, Ο καθηγητής Βαρχαϊτ αποτελείται από 402 αριθμημένες σημειώσεις – ένας ενδιαφέρον μορφικός πειραματισμός πάνω στην θεατρική συγγραφή.

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών. Σαν ανύπαρκτο που είναι, δεν χορηγεί ούτε κομματικές, ούτε λογοτεχνικές ταυτότητες (όπως γίνεται στις λεγόμενες σοσιαλιστικές χώρες, όπου οι απόφοιτοι των λογοτεχνικών – διάβαζε κομματικών – ινστιτούτων, εφοδιάζονται με μια ταυτότητα, που φέρει την ένδειξη: Επάγγελμα: Λογοτέχνης και αποκτούνε έτσι το δικαίωμα […] να δημοσιεύουν τα έργα τους – όσο δεν παρεκκλίνουν βεβαίως από την εκάστοτε γραμμή του κόμματος. Θεωρώ περιττό να προσθέσω ότι και στον δήθεν ελεύθερο κόσμο, οι δήθεν δημοκρατικές κυβερνήσεις χορηγούν έμμεσα παρόμοιες «ταυτότητες» (τι άλλο είναι τα βραβεία, οι αγορές βιβλίων, οι άλλες ηθικές κα υλικές ενισχύσεις;). […] Αν έτυχε να γράψω κάτι, αυτό είναι μια προσωπική μου υπόθεση και κανείς δε μου χρωστάει απολύτως τίποτα. Τη λογοτεχνική μου ταυτότητα εμένα μου τη χορήγησε τον Αύγουστο του 1972 η Γενικής Ααφάλεια, απαγορεύοντας το βιβλίο μου «Ποιήματα 1941 – 1971». [σ. 182]

Εκδ. Ύψιλον/βιβλία, [Β΄ έκδ.] 1982, σελ. 186 [Α΄ έκδ: Βέργος, 1977].

*Από το Πανδοχείο στο http://www.pandoxeio.com

15230567_10211186293439251_3877724129236487979_n

Η καλύβα ψηλά στο βουνό
Σε κοίταζα μ’ όλο το φώς και το σκοτάδι που έχω
Monday, December 18th, 2006
Η πολιτική στην καλύβα, Λογοτεχνική καλύβα
Προοίμιο
Ο Γιώργος Λιανόπουλος γεννήθηκε στα 1919. Προερχόταν από οικογένεια βενιζελική, ο πατέρας του Νικόλαος, με καταγωγή από τις Κονίστρες Ευβοίας, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός, στέλεχος του Υπουργείου Εσωτερικών – αργότερα, στη δεκαετία του ‘50 χρημάτισε τρεις φορές (υπηρεσιακός) υπουργός. Στο Πολυτεχνείο, όπου φοιτούσε ο Γιώργος Λιανόπουλος, επί 4ης Αυγούστου, συγκρότησε τη Φοιτητική Κομμουνιστική Οργάνωση – ΦΚΟ. Σε αυτή, στα 1939, είχαν προσχωρήσει μερικοί μαθητές (ως μαθητικό τμήμα), οι οποίοι πρωταγωνιστούν στην ιστορία που θα σας αφηγηθώ στη συνέχεια – σημειώστε τα ονόματα: Άρης Αλεξάνδρου, Αντρέας Φραγκιάς, Χρήστος Θεοδωρόπουλος, Αλέξης Μητρόπουλος, Λεωνίδας Τζεφρώνης και άλλοι.
Ο Μανιαδάκης, υπουργός Εσωτερικών του Μεταξά, είχε καταφέρει να διαβρώσει τις οργανώσεις του ΚΚΕ, η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών του οποίου ήταν στη φυλακή – ή δηλωσίες, δηλαδή αποσυνάγωγοι από το Κόμμα. Είχε στήσει δική του Κεντρική Επιτροπή, δικό του Ριζοσπάστη – δεν ήξερες αν αυτός που σου μιλάει είναι καθαρόαιμος σταλίνας ή χαφιές.
Για το λόγο αυτό, να προστατεύσει δηλαδή την ΦΚΟ από τη διάβρωση, ο Λιανόπουλος κράτησε τη φοιτητική οργάνωση έξω από την ΟΚΝΕ και έκοψε κάθε σύνδεση με το Κόμμα. Ένας ΟΚΝίτης, στενός του φίλος, ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου, του έκανε σκληρή κριτική γι’ αυτό – ήταν βλέπετε τυπικότατος στα ζητήματα κομματικής νομιμοφροσύνης. Συγκρατήστε κι αυτή τη λεπτομέρεια…

*
Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, του οποίου το βιβλίο Άρης Αλεξάνδρου, ο εξόριστος, είναι η βασικότερη πηγή για όσα θα διαβάσετε παρακάτω, αναφέρει ότι τον Ιανουάριο του 1941, ο Λιανόπουλος συναντήθηκε στη Γενική Ασφάλεια με τον κρατούμενο Νίκο Ζαχαριάδη. Είχε περάσει τον κύκλο των βασανιστηρίων χωρίς να καταδώσει κανέναν και χωρίς να υπογράψει δήλωση. Ο Ζαχαριάδης του εμπιστεύτηκε το τρίτο γράμμα προς τον ελληνικό λαό, με το οποίο ο ηγέτης του ΚΚΕ ουσιαστικά αναιρούσε το πρώτο, το γνωστό, όπου καλούσε σε συστράτευση, υπό την κυβέρνηση Μεταξά, κατά της Ιταλίας. Το κείμενο γράφτηκε σ’ ένα κομμάτι λευκό χασέ και ράφτηκε στη φόδρα του σακακιού του Λιανόπουλου. Ο Λιανόπουλος ελευθερώθηκε και αμέσως κλήθηκε να παρουσιαστεί στο στρατό, ενώ το γράμμα δημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση, τον Ιούνιο του 1942.
Πολύ σύντομα (λόγω της επίθεσης του Χίτλερ στην ΕΣΣΔ) η γραμμή που έδινε ο Ζαχαριάδης στο τρίτο γράμμα βρέθηκε στραβή (ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης της Ελλάδας με την Ιταλία, πρότεινε ο φωστήρας) – τώρα η Ελλάδα όφειλε να τα δώσει όλα, για να ανακουφίσει την ΕΣΣΔ. Άρα, ίσχυε το πρώτο γράμμα, τα άλλα δύο δεν υπήρχαν.
Επειδή όμως το τρίτο γράμμα όχι μόνο υπήρχε, αλλά είχε κιόλας δημοσιευθεί σε κομματικό έντυπο, ο Ζαχαριάδης αναγκάστηκε (όταν επέστρεψε από το Νταχάου, στα 1945) να παραδεχθεί την ύπαρξή του. Με τη χαρακτηριστική παχυδερμία των σταλινικών, εκμεταλλευόμενος την ευήθεια (δηλ. την κομματική πειθαρχία) του ακροατηρίου του, δε δίστασε να κάνει τη νύχτα μέρα και να βγάλει τον εαυτό του λάδι. Το Λιανόπουλο, όμως, δεν είχε τον παραμικρό δισταγμό να τον κατηγορήσει ότι καθυστέρησε να παραδώσει το περίφημο γράμμα στην καθοδήγηση – κάτι που δεν ισχύει, καθώς ο Λιανόπουλος το είχε παραδώσει στον Τρικαλινό, στέλεχος που είχε δραπετεύσει από την εξορία.
Ο σκληρός Μάης του 1942

Ο Άρης Αλεξάνδρου, φοιτητής της ΑΣΟΕΕ και μέλος του ΕΑΜ νέων, μετέφραζε τον ύμνο της σοβιετικής νεολαίας – το μουσικό θέμα του οποίου ήταν το μουσικό σήμα του ραδιοφωνικού σταθμού της Μόσχας:
Πλατειά πλατειά η χώρα απλώνει
όλο δάση κάμποι, ποταμοί
άλλη χώρα τέτοιανε δεν ξέρω
με μια τόσο λεύτερη ζωή.
Όλοι εδώ για μας είναι το ίδιο
και οι άσπροι κ’ οι χρωματιστοί
κ’ ένα γειά σου σύντροφε αν φωνάξεις
θα βρεις κιόλας ένα συγγενή.
Και παντού φυσά δροσάτο αγέρι
η ζωή χαρούμενη κυλά
και κανείς στον κόσμο δεν θα ξέρει
σαν και μας με γέλιο ν’ αγαπά.

Οι εδώ τοποτηρητές της πλατειάς χώρας με την τόσο λεύτερη ζωή, όπου φυσά παντού
δροσάτο αγέρι, ανακοίνωσαν ξαφνικά τη διαγραφή από το ΕΑΜ Νέων και το ΚΚΕ του Χρήστου Θεοδωρόπουλου (Μάξιμος), του Γιώργου Λιανόπουλου (Δήμος) και του Στάθη Μεγαλοοικονόμου (Φάνης), με την κατηγορία της προδοσίας. Ήταν, λέει, γκεσταπίτες και προδοτικό τρίο.
Η ανακοίνωση της διαγραφής έγινε μέσω μιας πολυγραφημένης εφημερίδας και μοιράστηκε σε όλα τα μέλη της οργάνωσης. Οι τρεις αναφερόντουσαν με το όνομα και το επαναστατικό τους ψευδώνυμο – δινόντουσαν δηλαδή στο πιάτο στην Γκεστάπο – χωρίς ωστόσο να αναφέρεται και το τι ακριβώς είχαν κάνει. Η απόλυτη απομόνωση από τα μέλη του ΕΑΜ ήταν αυτονόητη συνέπεια. Η σύλληψη από τη Γκεστάπο, μια εύλογη πιθανότητα. Και τότε, δεν αποκλειόταν η φυσική, είτε η ηθική εξόντωση των τριών – αν υποτεθεί ότι υπό την πίεση και τα βασανιστήρια κατέδιδαν ανθρώπους…
Όλες οι ηλιθιότητες /αθλιότητες του σταλινικού κονγκλαβίου του ΚΚΕ, ακόμα και οι μεγαλύτερες – όπως η καταγγελία του Πλουμπίδη ως προδότη, την ώρα που αυτός στεκόταν μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, είναι μεγάλο λάθος να αντιμετωπίζονται ως προϊόν απλής πολιτικής αφασίας: πάντοτε υπάρχει από πίσω ένα
συγκεκριμένο πολιτικό διακύβευμα. Ο Πλουμπίδης, για παράδειγμα, αν δεχτούμε τις
απόψεις κορυφαίων επαγγελματιών ιστορικών, είχε εκφράσει τότε την άποψη πως το
ΚΚΕ θα έπρεπε να εγκαταλείψει την αδιέξοδη σεχταριστική πολιτική του (την ίδια
ακριβώς που έχει και σήμερα, τηρουμένων των αναλογιών…) και να αναζητήσει
πολιτικές συγκλήσεις με τις άλλες αριστερές ή κεντρώες δυνάμεις. Αποτέλεσμα:
προδότης, γιατί αμφισβητούσε (στα πλαίσια της κομματικής νομιμότητας, αλλά αυτό
δεν αποτελούσε ελαφρυντικό) τη μοναδική αλήθεια της μοναδικής δυνατής πολιτικής
– αυτής που καθόριζε η ηγεσία. Το γεγονός ότι υπάρχει πάντοτε πολιτικό σκεπτικό
πίσω από τις εν λόγω ενέργειες, δε σημαίνει πως απαλλάσσονται από το
χαρακτηρισμό ηλιθιότητες / αθλιότητες – υπάρχουν και ηλίθιες /άθλιες πολιτικές,
με συγκροτημένο και συνεπές σκεπτικό…
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον Μάιο του 1942, για να δούμε την πολιτική παρουσία και δράση των τριών νεαρών εαμιτών, όπως τη σκιαγραφεί ο Δημήτρης Ραυτόπουλος, για να επιχειρήσουμε μια ερμηνεία στα ανεξήγητα γεγονότα – ανεξήγητα με την κοινή, όχι όμως και με τη σταλινική λογική.
Ο Στάθης Μεγαλοοικονόμου φλεγόταν από επαναστατικό πάθος, αλλά ήταν και απόλυτα νομιμόφρων στην κομματική γραμμή. Μοναδικό του ελάττωμα ότι δεν ήταν μισαλλόδοξος, συζητούσε τις απόψεις των άλλων: χαρακτηρίστηκε αποψίας.
Ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος, είχε επιφυλάξεις για τη μετωπική γραμμή του Κόμματος, από θέσεις λενινιστικής ορθοδοξίας. Δεν είναι τυχαίο ότι αργότερα ήταν αυτός που έγινε …χριστιανός Ορθόδοξος – μάλλον είχε κάποια ροπή προς το θεολογικό λόγο, είτε υπό μαρξιστικό είτε από ιουδαιοχριστιανικό μανδύα… Αποψίας, κι αυτός.
Η περίπτωση του Γιώργου Λιανόπουλου είναι πιο σύνθετη. Πίστευε πως ήταν λάθος
του ΚΚΕ να συγκροτεί μέτωπο με ουσιαστικά ανύπαρκτες δυνάμεις – σφραγίδες, αντίθετα έπρεπε να επιδιωχθεί η συμμετοχή των Φιλελευθέρων και στελεχών του Λαϊκού κόμματος. Ένα το κρατούμενο – υπάρχει και συνέχεια: Ο Λιανόπουλος είχε
ήδη υποστεί ένα γερό ιδεολογικό σοκ όταν πληροφορήθηκε την τύχη που είχε το πολιτικό του ίνδαλμα, ο Νικολάι Μπουχάριν, μετά τη δική του δίκη της Μόσχας. Δύο
τα κρατούμενα. Στην επαρχιακή Αθήνα, είχε γίνει μαλλιά κουβάρια με τον γραμματέα της ΟΚΝΕ, τον περιβόητο Μήτσο Βλαντά – και είχε αποχωρήσει από το Κόμμα – τρία τα κρατούμενα. Είχε συνεργαστεί με τους Κορνήλιο Καστοριάδη (τι μικρός που είναι ο κόσμος της ελληνικής αριστεράς…) και Αχιλλέα Γρηγορογιάννη στην έκδοση του παράνομου μαρξιστικού εντύπου Νέα Εποχή (άλλη σημειολογικά ενδιαφέρουσα ειρωνεία της ιστορίας…), αλλά σύντομα ο Λιανόπουλος διαφώνησε και αποχώρησε κι από κει – τέταρτο κρατούμενο. Το πέμπτο κρατούμενο ήταν η απόφαση του Λιανόπουλου να δράσει μόνος του και να οργανώσει δολιοφθορές – διέθετε μια ποσότητα εκρηκτικών, προερχόμενη από τη λεηλασία μιας εγκαταλειμμένης εγγλέζικης αποθήκης. Το τελευταίο κρατούμενο ήταν μάλλον εκείνο που τον προήγαγε από αποψία σε προδότη /γκεσταπίτη, προφανώς από τη στιγμή που το Κόμμα απαίτησε την παράδοση των εκρηκτικών και εκείνος δεν υπάκουσε. Θεωρείται δεδομένο ότι το Κόμμα είχε μεσάνυχτα για το ποιοι ακριβώς ήταν ανακατεμένοι στη Νέα Εποχή – δεν παρέλειψε βέβαια να τους καταγγείλει ως προβοκάτορες πεμτοφαλαγγίτες, όργανα του ξένου κατακτητή και επικίνδυνους εχθρούς του ελληνικού λαού! Η απόφαση της καθοδήγησης για τους τρεις δεν έγινε δεκτή καταρχήν από τους ίδιους – οι Μεγαλοοικονόμου και Θεοδωρόπουλος (θύματα μάλλον της συγκυρίας οτι ήταν φίλοι με τον Λιανόπουλο) έκαναν το παν για να αποκατασταθούν κομματικά. Πράγματι, η απόφαση ήταν τόσο ηλίθια / άθλια, που το Κόμμα την αναίρεσε σύντομα – σιωπηρά βέβαια, για να μη θιγεί το κύρος της καθοδήγησης – και τοποθέτησε τους δύο σε άλλες οργανώσεις του ΕΑΜ, τουλάχιστον να μη συναντιούνται καθημερινά με τους παλιούς συντρόφους, που ήξεραν… Ο Γιώργος Λιανόπουλος είχε διαφορετική πορεία.
Αυτά όμως έγιναν λίγους μήνες αργότερα – και κανείς δε μπορούσε να τα προδικάσει. Τον Μάη του 1942 οι οργανώσεις του ΕΑΜ και του ΚΚΕ κατέβασαν γραμμή για πλήρη απομόνωση των τριών γκεσταπιτών – και οι σύντροφοι, φίλοι, συναγωνιστές τους υπάκουσαν και τους απομόνωσαν. Όλοι, εκτός από ένα νεαρό φοιτητή της ΑΣΟΕΕ – τον Άρη Αλεξάνδρου.
Ήταν παιδικός φίλος με τον Χρήστο Θεοδωρόπουλο – και δε μπορούσε να δεχτεί την αναιτιολόγητη προγραφή. Το Κόμμα επέμενε, αλλά κι ο ίδιος ήταν ανυποχώρητος. Αποτέλεσμα: εγκατέλειψε το Κόμμα (και την εαμική οργάνωση) για χάρη του φίλου του- και υπέστη κι αυτός την αναπόφευκτη απομόνωση, χωρίς ωστόσο να απουσιάσει από καμιά αντικατοχική εκδήλωση / δραστηριότητα! Φυσικά, έγινε κι αυτός ύποπτος και διαγράφτηκε – γιατί από τα φανατισμένα πολιτικά μορφώματα της θεολογικής σκέψης δεν έχεις ποτέ το δικαίωμα να παραιτηθείς, απλώς διαγράφεσαι ή καθαιρείσαι.
Τότε, όλοι οι μήνες ήταν σκληροί

Κάποτε οι δύο (Θεοδωρόπουλος και Μεγαλοοικονόμου) αποκαταστάθηκαν – ο δεύτερος μάλιστα έγινε αντάρτης του ΕΛΑΣ, στο σώμα της Πάρνηθας. Ο Λιανόπουλος βρέθηκε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, όπου και συνελήφθη από τον ΕΛΑΣ, τον Οκτώβριο του 1943. Του ζητούσαν να παραδώσει τα περίφημα εγγλέζικα εκρηκτικά κι αυτός αρνιόταν ότι τα είχε. Τον μετέφεραν από χωριό σε χωριό για μήνες – αυτός ντυμένος καλοκαιρινά, με μια κουβέρτα στους ώμους. Του πρότειναν να μπει στον ΕΛΑΣ (να ντυθεί κιόλας…) αλλά αρνήθηκε.
Ο Μεγαλοκοικονόμου έμαθε τις περιπέτειες του Λιανόπουλου και είτε πήγε ο ίδιος ως την Εύβοια, είτε έστειλε μήνυμα υπέρ του Λιανόπουλου, το οποίο έφτασε στον εκεί επικεφαλής του ΕΛΑΣ, συνταγματάρχη Όρθυ (Γ. Δουατζής). Στις 29 Δεκεμβρίου
1943 ο Όρθυς ρώτησε τον Λιανόπουλο για τον συναγωνιστή που ενδιαφερόταν για το άτομό του, του αποκάλυψε ότι είχε διαταγή να τον εκτελέσει, του δήλωσε ότι δεν βρίσκει τίποτε το ενοχοποιητικό εις βάρος του και τον άφησε ελεύθερο. Τον συμβούλεψε μάλιστα να επιστρέψει εθελοντικά, για να αναλάβει τη διαφώτιση του ΕΛΑΣ Εύβοιας. Δυο μέρες μετά, οι δυο φίλοι γιόρτασαν μαζί την πρωτοχρονιά του 1944, στην Αθήνα.
Ο Μεγαλοοικονόμου επέστρεψε στη μονάδα του. Μια μέρα εμφανίστηκε στο αρχηγείο της Πάρνηθας ένας ελασίτης αγγελιοφόρος από τον ΕΛΑΣ Εύβοιας, με γραπτή διαταγή του αρχηγείου Στερεάς, να παραδώσουν τον Μεγαλοοικονόμου – όπως κι έγινε. Ο καπετάνιος Ορέστης (Μούντριχας) έστειλε ένα δικό του ανταρτόπουλο να παρακολουθεί κρυφά τη συνοδεία. Μόλις απομακρύνθηκαν καμπόσο, ο αγγελιοφόρος ελασίτης, ο οποίος ήταν στην πραγματικότητα εντεταλμένος εκτελεστής, δολοφόνησε τον Μεγαλοοικονόμου. (Αυτά τα αφηγήθηκε είκοσι χρόνια αργότερα ο Ορέστης στον ίδιο τον Λιανόπουλο). Κανείς δεν πληροφορήθηκε ποτέ το σκεπτικό της εκτέλεσης / δολοφονίας, ποτέ δεν αναζητήθηκαν και δεν αποδόθηκαν ευθύνες – η εποχή, βλέπετε…
Ο Λιανόπουλος βρέθηκε διπλά παράνομος στην Αθήνα – τον αναζητούσαν οι Γερμανοί και οι εκτελεστές του ΚΚΕ. Τελικά, συνελήφθη από τους Γερμανούς και έμεινε στη φυλακή ως την απελευθέρωση. Αργότερα κατάφερε να πάει για οικονομικές σπουδές στο Χάρβαρντ, όπου είχε δάσκαλο και τον …Ανδρέα Παπανδρέου, οικογενειακό γνωστό του από την Αθήνα. Επέστρεψε στην Ελλάδα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, στη διάρκεια της χούντας αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία και με την μεταπολίτευση ανέλαβε υφυπουργός στην κυβέρνηση Καραμανλή – εξελέγη μάλιστα και βουλευτής Ευβοίας, έτσι μας λέει μια μικρή έρευνα στο διαδίκτυο.
*
Ο τρίτος γκεσταπίτης, ο Χρήστος Θεοδωρόπουλος (Μάξιμος) λέγεται (από τον Δημήτρη Ραυτόπουλο) πως ήταν ένας νέος προικισμένος, με ακτινοβολία μοναδική σ’ εκείνο τον κύκλο της νεολαίας. Αποκαταστάθηκε στην Εθνική Αλληλεγγύη, αλλά, πολλά χρόνια μετά, έγραψε στον Άρη Αλεξάνδρου:
Από το Μάη του ’42, δηλαδή πριν 32 χρόνια, που με συκοφάντησαν τόσο ωμά, εγκληματικά, χυδαία, εκείνη η σπείρα του Κ.Κ. εξαφάνισαν μέσα μου κάθε φιλοδοξία
«αναγνωρίσεως»
Ο Θεοδωρόπουλος είχε εξελιχθεί σε χριστιανό – και τον Μάιο του ’74 ήρθε σε επαφή
με τον Άρη Αλεξάνδρου (που ζούσε στο Παρίσι) επειδή ήταν εκδότης ενός …ελληνοχριστιανικού περιοδικού, που το έλεγε Ελληνικός Λόγος. Ετοίμαζε λοιπόν ένα αφιέρωμα στον παλιό του φίλο – τον ποιητή Άρη Αλεξάνδρου, τον οποίο
αναγόρευε ως κορυφαίο της μεταπολεμικής γενιάς και …σχεδόν χριστιανό, οπωσδήποτε όμως ουδέποτε κομμουνιστή. Ο Άρης έγινε έξαλλος, ανταλλάχτηκαν πύρινες επιστολές και το αφιέρωμα ματαιώθηκε. Αυτά όμως, αν είμαστε καλά, θα τα πούμε σε άλλη ευκαιρία… Επίλογος
Άλμα στο χρόνο: αρχές δεκαετίας του ’70, Παρίσι. Ο Άρης Αλεξάνδρου και η σύντροφός του Καίτη Δρόσου καλούν στο σπίτι τους τον παλιό φίλο και σύντροφο Γιώργο Λιανόπουλο. Όλη τη νύχτα συζητάνε για τη δραματική ιστορία που σημάδεψε τα νιάτα τους. Κάποια από τα ψηφία που αναφέρθηκαν και εδώ, έχουν ως πηγή εκείνη τη συνάντηση.
Μια ιστορία, πολιτική κατά βάση, στα χρόνια της Κατοχής… Είναι βέβαια συγκλονιστική, αλλά γιατί να μας ενδιαφέρει σήμερα; Μας ενδιαφέρει, για ένα λόγο: αποτελεί έναν από τους κύριους (βιωματικούς) πυλώνες στους οποίους στηρίχτηκε ο Αλεξάνδρου για να γράψει το Κιβώτιο, στο οποίο κατέχει, με κάποιες παραλλαγές, κομβική θέση στην αφήγηση. Και το Κιβώτιο είναι το σημαντικότερο πεζογράφημα στην ελληνική γλώσσα – αν όχι σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό του.

*Το κείμενο αυτό προέρχεται από τα «μυστικά του Κόλπου»: http://tamystikatoukolpou.blogspot.com/2006/08/blog-post_115598030464363419.html

dtbook050414