O Φέρμας

του κ. Ν. Ι. Σαράβα

‘Ηταν μια γνωριμία τυχαία.
Καθόταν στο πλαϊνό μου τραπέζι ενός καφενείου απ’ αυτά της Ομόνοιας, που συχνάζουν ηθοποιοί.
Μόλις είχ’ αφήσει τη βραδινή εφημερίδα που διάβαζα, στο μάρμαρο του τραπεζιού και άκουσα μια φωνή βραχνιασμένη να μιλάη σιμά μου.
Τι διαβολεμένο κρύο που κάνει!..
Κρυώνετε;… είπα για να πω κάτι επειδή με κοιτούσε στα μάτια, περιμένοντας απάντηση.
Αν κρυώνω!.. Τα πόδια μου δεν τα νοιώθω… Μα είναι κρύο το φετινό!..
‘Hταν ένα λιγνό κορίτσι με πρόσωπο χλωμό και παιδιάστικο που τόσο ερχότανε σε αντίθεση με τη χονδρή εκείνη φωνή της.
Τι; ‘σεις δεν κρυώνετε;…
Δεν κρυώνω τόσο, όσο πονάν τα μάτια μου απ’ τις καπνούρες των τσιγάρων, που καπνίζει εδώ τόσος κόσμος…
Και μένα μου πονάν τα μάτια… είπε ζαρώνοντας τα βλέφαρά της, σαν νάθελε να προφυλαχθή από καμιά φωτεινή αντηλιά.
Κι’ επειδή εκείνης της επονούσαν τα πόδια από τον κρύο, κι’ εμένα τα μάτια από τον καπνό του καφενείου, βγήκαμε έξω συντροφιά να περπατήσουμε. Μόλις βγήκαμε στο δρόμο, φύσηξε και μας περιέλουσε ένα κύμα ψυχρού αέρα. Και το φουστάνι της συνοδού μου φορμαρίστηκε πάνω στο απαλόγραμμο σώμα της.
Ξέρεις μένω στη Λαχαναγορά, κάτω… μού’πε δυναμώνοντας τη φωνή της, γιατί ο αέρας σκορπούσε τις λέξεις.
Στη Λαχαναγορά! Σαν πολύ μακριά είπα και σκεφτόμουνα αν θάξιζε τον κόπο να πήγαινα με τόσο κρύο ως εκεί κάτω, για μερικές στιγμές της γυναίκας αυτής.
Αν μούλεγε να μείνω τη νύχτα όλη μαζύ της, θάμενα;
Βρίσκουμε στο δωμάτιο του Φέρμα προς το παρόν… συμπλήρωσε απότομα την προηγούμενη φράσι της.
Πώς;… Δεν άκουσα καλά!… φώναξα μέσ’ απ’ το ξεροβόρι, σιμώνοντάς την.
Τον Φέρμα τον ξέρεις… Σας είδα το μεσημέρι στο καφενείο μαζύ να κουβεντιάζετε.
Ε και τι έχει να κάνη ο Φέρμας;
Σου είπα. Μένω μαζύ του… Ήρθα προχτές από την «τουρνέ» που έκανα με το θιάσο πούμουνα και θυμήθηκα τα παληά με το Φέρμα… Έφερα και μερικά λεφτά, και καπνίζουμε αράδα κάθε βράδυ τσιγαριλίκια.
Τι; τσιγαριλίκια!… Ώστε καπνίζει κι αυτή χασίς, όπως ο Φέρμας.
Τι είπες; Δεν τον ξέρεις τον Φέρμα;… με σίμωσε για να καταλάβη τι έλεγα, γιατί ο αέρας δεν άφηνε – καμία λέξη ν’ ακουστή σωστή. Κι εγώ, ναι, ήξερα το Φέρμα, το μαυριδερό πρόσωπό του, που όταν γελούσε δεν ακουγόταν κανένας ήχος, αλλά μόνο το κεφάλι του πετούσε μπρος κι εζάρωνε λίγο το στόμα του. Γι’ αυτόν τον είχαν βγάλει και «Φέρμα». Φτάσαμε στο δωμάτιο.
‘Ητανε σε μια αυλή μέσα, ισόγειο, που όμοια μ’ αυτό θάσαν γύρω κι άλλα δέκα κοντά νοικιασμένα όλα από επαρχιωτόπουλα φοιτητές. ‘Ανοιξε η πόρτα και μέσα είδα τον Φέρμα μ’ έναν άλλο να κάθονται, που αργότερα μου τον σύστησε για φοιτητή της ιατρικής – γιατρό.
Σου φέρνω κι’ ένα σου φίλο!… φώναξε μπαίνοντας εκείνη.
Βρε Δώρα, που τους ξετρυπώνεις και γνωρίζεις όλο ανθρώπους «καθώς πρέπει»!… της είπε ο Φέρμας, πρόσχαρος, με διάθεσι να την πειράξη, που, καθώς φαίνεται, θάχε καπνίσει πολύ, γιατί όλο το δωμάτιο μύριζε από χασίς –μια μυρωδιά πούρχονταν και γαργάλευε ηδονικά τη μύτη. Κάθησα σε μια κασέλα.
Ο γιατρός κάπνιζε απλά τσιγάρα και, καθώς φαίνεται, δεν ήξερε «τι καπνό φούμαραν» οι γύρω του και κάθε τόσο έλεγε ν’ ανοίξουν την πόρτα να πάρει αέρα, γιατί άρχισε να του πονάη το κεφάλι.
Γιατρέ, τούλεγε ο Φέρμας, κυττάζοντας με τα θολά του μάτια, δεν σου πονάει η καρδιά για να πειράζεσαι στο κεφάλι απ’ τον καπνό μας.!…
Κάνε μας τίποτα, κανένα φακιρικό… είπα στο Φέρμα, που τον ήξερα για ηθοποιό και στις επαρχίες για ηθοποιό – φακίρη σε αποτυχημένες «τουρνέ».
Τι να κάνω;… είπε και χαμογέλασε σκεφτικά.
Τη νοομαντεία κάνε μας!… του λέγει η Δώρα.
Νοομαντεία… κάτι έκανε να πη ο γιατρός που κυττούσε εντατικά τη Δώρα, που κάθουνταν πλάι μου στην κασέλα μα τον διάκοψε ο Φέρμας.
Αφήστε με βρε παιδιά… κι’ είμαι και γω βαρεμένος…
Θα καπνίσης;… μου βάζει η Δώρα στο στόμα ένα τσιγάρο.
Πρέπει να ξεχνάει κανείς… ανάβει το τσιγάρο μου απ’ τ’ αναμμένο το δικό της. Πως λάμπουν τα μάτια αυτού του κοριτσιού.
Ξάφνου βλέπω τ’ αριστερό πόδι του Φέρμα νάναι δεμένο μ’ έναν επίδεσμο, μέσ’ από την κάλτσα και να μη φορή παπούτσι όπως στο άλλο του το πόδι, αλλά παντούφλα.
Τι έχει το πόδι σου, Φέρμα;
Μ’ αυτός μου χαμογελάει μυστηριωδώς και δεν μ’ απαντάει Κι’ εγώ τούπα να το κυττάξω το πόδι του, μα δεν μ’ αφίνει,… λέει ο γιατρός, δίχως να μπορή να ξεκολλήση το μάτι του από τα κάπως αμέριμνα ξεσκέπαστα πόδια της Δώρας.
Ναι. Να το ιδής, όπως το δόντι μου, που γι’ αυτό με μαχαίρωσες και δεν μπορώ να φάω δέκα μέρες!…
Εγώ έκανα απλώς μια «τομή»… Τι να σου πω εγώ, αν εσύ το μόλυνες ύστερα;…
‘Ασ’ τα αυτά! Τον αποπαίρνει ο Φέρμας και για ν’ αποφύγει το θέμα του ποδιού του έρχεται στα πειράματα.
Βλέπετε, κύριοι… μιλάει με φωνή επίσημη σαν να βρίσκεται μπρος σε πολυπληθές ακροατήριο. – —Βλέπετε αυτή την εφημερίδα… Λοιπόν, την κάνουμε έτσι, την κάνουμε αλλοιώς, την κάνουμε, κι έτσι…
Τι έχει το πόδι του Φέρμα;… σκύβω και ρωτάω σιγά τη Δώρα γιατί κάτι υποψιάζουμαι.
Μ’ αυτή με πλησιάζει, βάζει το στόμα της απάνω στ’ αυτί μου και μου λέει, ψιθυριστά, πως του Φέρμα δεν του πονάει το πόδι, αλλά τούχει λυώσει πιότερο τ’ αριστερό του παπούτσι, και γι’ αυτό… Και ξεσπάμε κι οι δύο σε κάτι γέλοια, τρελλά, παράξενα. Κι ο Φέρμας, που κατάλαβε την αιτία των γέλοιων μας, μας κυττάει χαμογελώντας.
Ορίστε, για τον κόπο σου!… προσφέρει στη Δώρα μια χάρτινη ανθοδέσμη, που τελείωσε με την εφημερίδα.
Κι’ ύστερα ξαπλώνει κι’ αυτός στο χαμηλό του κάθισμα κι αρχίζει ένα γέλοιο όμοιο με το δικό μας, μα βουβό και ήρεμο.
Ο γιατρός μας κυττάει παραξενεμένος και κουνάει το κεφάλι του πάνω κάτω. Ύστερα νευριάζεται μη ξέροντας τι να κάνη, που να ρίξη την ματιά του, κι έτσι κόβει και σε μας την όρεξη πούχαμε να γελάμε, καθώς τον βλέπουμε. Γέρνει η Δώρα το κεφάλι της ζαλισμένη, κυττώντας με.
Τόνα της χέρι είναι ριγμένο στον ώμο μου και με τραβάει σιμά της. Αχ, εκείνα τα μάτια της πόσο είναι μεγάλα!… Ένας σωστός λαβύρινθος… Πώς εκείνος ο Φέρμας γελάει εκείνο το γέλοιο του το άφωνο!… Ο γιατρός μας καλονυχτίζει και φεύγει.
Πώς έχει γίνει τόσο μικρός σα νάνος;… Τι γελοία εμφάνιση που έχει λάβει… Και μόλις κλείνει η πόρτα πίσω του, νοιώθω δυο χείλια να ενώνουνται καυτερά πάνω στα δικά μου.
Ξέρεις τι γούστο πώχει ο γιατρός!…
Κάθε βράδυ φεύγει από δω μέσα «ντουμάνι» απ’ τα τσιγαριλίκια που καπνίζουμε κι ο «λελές» δεν καταλαβαίνει τίποτα. Και με ρωτάει γιατί, λέει, το πρωί του πονάει το κεφάλι… Σήμερα ήρθε και μούπε, ότι είναι βέβαιος, πως έχει η Αθήνα ελώδεις πυρετούς και γι΄αυτό του πονάει το κεφάλι, και πως από αύριο θαρχίση να παίρνη κινίνο… Καλύτερα να μιλάη ο Φέρμας έτσι παρά να γελάη εκείνο το γέλοιο του.
Να ξέρατε τι μου θυμίζει όποτε τον βλέπω; Θυμάμαι βρε παιδιά, σαν τον βλέπω ένα φίλο μου στο στρατό, στη Μικρά Ασία… τον είδα στην οπισθοχώρηση να πεθαίνει πλάι μου, και φύλαξα να ξεψυχήση για να του βγάλω τ’ άρβυλά του, πούσαν γερά πιότερο απ’ τα δικά μου για να μπορώ να τρέχω. Μα νόμισα, σε μια στιγμή, εκεί που τον έσερνα, τραβώντας για να του τα βγάλω, πως μ’ αγριοκύτταζε με τα γουρλωμένα μάτια του… Και πήρα ένα δρόμο! Ωχ!… Κυττούσε ο Φέρμας εμπρός τρομαγμένος σα νάβλεπε κάτι το τρομερό ν’ αναδεύη μέσα στη θαμπή ατμόσφαιρα του δωματίου.
Κι’ απλώθηκε γύρω μας η σιωπή.
Κι’ από δίπλα μου, εγώ, ένοιωθα δυο άγρια μάτια να προβάλλουν και νάρχωνται, νάρχωνται σιμά μου… Γύριζα να τα ιδώ για να τ’ αποφύγω και ξάφνου με σίμωσαν, σαν αστραπή, κι’ έμπαιναν μέσ’ στα δικά μου και γίνονταν ένα. Κι αυτό διαρκώς επαναλαμβανόνταν. Αχ, τι εφιάλτης! Η γυναίκα, καθισμένη πλάι μου στην ίδια κασέλα;, σφίγγουνταν και πάλι πάνω μου.
Κι’ εγώ σφιγγόμουνα σιμά της, με δέος και πόθο μαζύ.
‘Αλλοτε μ’ αυτόν το φίλο μου, είχαμε τρυπώσει σ’ ένα σπίτι, για να ζητήσουμε ψωμί, γιατί είχαμε περιπλανηθεί μακρυά απ’ τους δικούς μας. ‘Οταν ξάφνου, βρεθήκαμε σ’ ένα δωμάτιο με μια λιμνίτσα στη μέση που πλένονταν τρεις γυναίκες, με πέντε κοριτσόπουλα… Μπήξανε ξεφωνητά σαν τρομαγμένα πουλιά… Εμείς μόνο λίγο ψωμί θέλουμε!… τους φωνάξαμε… Κι’ οι άνδρες τους, πούχαν κρυφτή, μόλις μας είδανε, ‘βγήκαν και μας έδωσαν λίγο ψωμί…
Τραβάω και την τελευταία ρουφηξιά του τσιγάρου μου και το πετάω κάπου, δεν ξέρω που.
Κλείνουν τα μάτια μου βαριά.
… Τι ήσαν αυτές οι φωνές, πούβγαιναν απ’ τον θερμό λουτρώνα;
Μα πως νόμισα πως οι γυναίκες ξεφώνισαν μόλις μ’ είδαν με το σύντροφό μου πλάι; Να, που αυτές χαμογελούν έτσι ολόγδυτες που τις βλέπω. Κι τα νερά χαμογελούν άλλη μια φορά, που τις καθρεπτίζουν απ’ τη μέση κι απάνω, όσο είναι έξω.
Και βγαίνει μια από δαύτες μέσ’ από το νερό και πατάει ντροπαλά χάμω τις μωσαϊκές πλάκες με το λεπτό της ποδάρι.
Κ’ έρχεται για μένα, λικνιστή έτσι, που κάνει να τρέμουν τα γιομάτα μπούτια της και τα μελαψά της στήθη.
Έρχεται αυτή για μένα και στο δρόμο της αφίνει τ’ αχνάρια της βρεγμένης πατούσας της απάνω στα μωσαϊκά… που, αχ! Θε μου, έχουν ένα τέτοιο πολυποίκιλο σχέδιο με κόκκινες γραμμές, που όσο το κυττάω ζαλίζουμαι.
Νοιώθω να μ’ αγκαλιάζη αυτή και να με φιλή στα χείλη…
Μα τώρα δεν είμαι εγώ ο στρατιώτης, αλλά η γυναίκα που βγήκε μέσ’ απ το
λουτρό… Νοιώθω τα νερά να στεγνώνουν απάνω μου κι ανατριχιάζω και κρυώνω,
σα να πεθαίνω… Και πεθαίνω… κι είμαι γω τώρα ο στρατιώτης, που σέρνει ο
Φέρμας στο χώμα χάμου, κάτω απ’ τον φλογερό ήλιο, για να μου βγάλη τα
παπούτσια… Κι εγώ είμαι αυτός, που κυττάω με θυμωμένα μάτια… Με τραβάει
και με σέρνει ο Φέρμας απ’ τα πόδια…
Όταν βλέπω γύρω μου όλα νάναι αχνόφωτα.
Και τα μάτια μου τα νοιώθω τώρα, καθώς τ’ ανοιγοκλείνω και καίνε.
Βρε, τι έπαθες και κλωτσάς!… ακούω σιμά μια γνωστή μου φωνή – το Φέρμα –
να φωνάζει.
‘Εχει αρχίσει να γλυκοχαράζη πια.
Τι εφιάλτες, Θεέ μου, που μ’ ετυράννηασαν όλη τη νύχτα!
Η Δώρα κοιμάται ακόμη μισόγυμνη και ξετραχηλωμένη, ακουμπώντας απάνω μου. Κι ο Φέρμας, βρίσκεται πεσμένος απ’ το χαμηλό του κάθισμα, κάτω στα πόδια μας.
Τα μάτια μου καίνε. ‘Ολο μου το σώμα είναι κομμένο και κρυώνω, γιατί έξω μουγκρίζει ένας τέτοιος βορηάς!
Καλημέρα!…
Σηκώνεται η Δώρα να μας ψήση τον καφέ!
Ε, κοιμόμαστε ακόμα;… άνοιξε το θυρόφυλλο και μπήκε ο γιατρός.
Κλείσε γρήγορα την πόρτα, γιατί φυσάει!
Δεν ξέρω τι σόι αρρώστεια νάναι αυτή. Απόψε, όλο το βράδυ, μου πονούσε το κεφάλι κι έβλεπα και κάτι όνειρα…
‘Ετσι, ε;… γελάει ο Φέρμας.
Πήρα τρία κουφέτα κινίνο και το κεφάλι μου πάει να φύγη…
Ελονοσία πούχει η Αθήνα!…
‘Ετσι, ε;…

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Εβδομάς” στις 30 Ιανουαρίου 1930.

Λεωνίδας Καζάσης, Νοικοκυραίοι

-Δεν μπορούμε να απεργήσουμε. Έχουμε παιδιά να θρέψουμε. Δεν καταλαβαίνεις;

-Μα μας αδικούν. Χαμηλώνουν τα ήδη χαμηλά μεροκάματά μας, καταργούν δικαιώματα που με αγώνες αποκτήθηκαν! Θα κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια;

-Και τι θέλεις να κάνουμε; Να πεινάσουν τα παιδιά μας; Εσύ είσαι εργένης και κάνεις την πλάκα σου, παριστάνοντας τον εργατοπατέρα˙ δεν έχεις παιδιά, δεν έχεις υποχρεώσεις, και κάνεις τον έξυπνο.

-Σπουδάζουμε τα παιδιά μας! Πληρώνουμε γραμμάτια! Εγώ ξεχρεώνω ακόμα το αυτοκίνητο της κόρης μου, και κάνω κι άλλη δουλειά το βράδυ˙ μοιράζω πίτσες με μηχανάκι. Τι κάθεσαι και μας λες τώρα!

-Εγώ στέλνω λεφτά στο γιό μου που σπουδάζει νομικά σε άλλη πόλη. Θα τον καμαρώσω δικηγόρο! Όχι σαν εμάς που μας έφαγε το χαμαλίκι να φορτώνουμε ανταλλακτικά, βάζοντάς τα σε χαρτοκιβώτια˙ και έχω κι άλλη δουλειά! Δεν κάθομαι σαν εσένα, όταν σχολάσω από δώ.

-Ένας λόγος που δεν θέλω παιδιά, είναι, για να μην υποκύπτω στους εκβιασμούς του κεφαλαίου και της εργοδοσίας, που υπονομεύουν την υπόσταση και την αξιοπρέπειά μου. Τι μέλλον θα έχουν τα παιδιά σας σε μιά κοινωνία όπου τα μαθαίνετε να υποκύπτουν στους εκβιασμούς;

-Ρε Σπύρο, μας λες γιατί κάναμε οικογένειες˙ μα σταυρώνεις γυναίκα, αν αρνηθείς να κάνεις παιδιά; Ποιά θα’ ρθεί μαζί σου, χωρίς να ξέρει ότι θα την παντρευτείς και θα της σπείρεις απογόνους;

-Έχεις δίκιο Κώστα. Το κακό ξεκινά από την ανατροφή που παίρνουμε από παιδιά˙ ιδίως στα κορίτσια ριζώνουν την εμμονή της μητρότητας, για να εκβιάζουν αργότερα τους άνδρες, οι οποίοι μπροστά στον κίνδυνο της εγκατάλειψης, υποκύπτουν στον εκβιασμό, κάνοντας οικογένεια, και ύστερα αρχίζουν οι πεοθυλασμοί στους οικονομικά ισχυρότερους.

Οικογένεια σημαίνει υποταγή, γλείψιμο στους έχοντες και κατέχοντες, αλλά και σε όποιον ασκεί την παραμικρή εξουσία˙ γι’ αυτό η οικογένεια προβάλλεται με υστερία από τα προπαγανδιστικά φερέφωνα των ιθυνόντων κεφαλαιοκρατών (την θρησκεία, τα μέσα μαζικής εκμαυλίσεως, τις κοκότες πολυτελείας του κεφαλαίου (ηθοποιούς, τραγουδιστές, χορευτές, ζωγράφους, τους πουλημένους διανοούμενους), που διαμορφώνουν συνειδήσεις, πλασάροντας πρότυπα, που αναπαράγουν την εκμεταλλευτική εμπορευματική κοινωνία των υπερβολικών απαιτήσεων της ξιπασιάς.

-Ξέρεις τι είναι να αποκτήσεις παιδιά ρε μαλάκα; Και πουτάνα γίνεσαι για τα παιδιά σου! Όλα για τα παιδιά! Απευθύνθηκε στον Σπύρο, ουρλιάζοντας, η τηλεφωνήτρια της επιχείρησης, που άκουγε τους διαλόγους των συναδέλφων της.

-Εκείνο που ξέρω, είναι, ότι γεννάτε στρατιές υπηρετών του κεφαλαίου, με την ελπίδα, ότι τα παιδιά σας μια μέρα θα αξιωθούν, πατώντας επί πτωμάτων, να γίνουν κι αυτά πλούσιοι, ακολουθώντας τα πρότυπά σας, τα οποία είναι οι αδικητές – εξολοθρευτές σας. Ούτως ή άλλως, δεν χρειάζεται να υπάρχουν πολλοί άνθρωποι στον πλανήτη˙ πόσο μάλλον, όταν πρόκειται να αναπαράξουν την εκμεταλλευτική αθλιότητα, την εκμεταλλευτική βρωμιά.

-Βούλωσ’ το Σπύρο, μη στο βουλώσω με καμιά γροθιά! Που θα πιάσεις στο στόμα σου τις οικογένειές μας!

-Φύγε από’ δώ αλήτη αναρχικέ! Που θα μαγαρίσεις τις οικογένειές μας! Θα καταγγείλουμε στην διεύθυνση ότι βρίζεις τις οικογένειές μας! Αλήτη! Φύγε μη σε πλακώσουμε!

Την επόμενη μέρα, ο Σπύρος απελύθη χωρίς αποζημίωση, αφού υπήρξαν μαρτυρίες συναδέλφων του για άδικη επίθεση και εξύβριση σε συνάδελφο. Λίγο αργότερα εδικάσθη και κατεδικάσθη σε φυλάκιση με αναστολή.

-Φιλοχρήματος δεν είμαι, υλικές ανάγκες δεν έχω πολλές, για να μην αναγκάζομαι να τρώω την ζωή μου, δουλεύοντας. Τα τρία πρώτα αποκλείουν την καριέρα, και όλα μαζί αποκλείουν την συναναστροφή με γυναίκες, και φυσικά, την δημιουργία οικογένειας. Άρα, κίνητρα να καταχραστώ τα χρήματα του ταμείου της πολυκατοικίας, δεν υπάρχουν. Τους υποψήφιους κλέφτες, ρουφιάνους, ψευδομάρτυρες αναζητήστε τους ανάμεσα στους οικογενειάρχες και στις μητέρες, που καταργούν την αλληλεγγύη και κάθε έννοια ηθικής μεταξύ των ανθρώπων, για το καλό των παιδιών τους, που είναι το αλληλοφάγωμα.

Αυτά είπε ο Σπύρος στην συνέλευση των συνοίκων της πολυκατοικίας, όταν κάποιοι φοβήθηκαν να τον εμπιστευθούν. Πάλι τον απείλησαν με μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμηση και εξύβριση.

Νίκη-Ρεβέκκα Παπαγεωργίου, Από “Του Λιναριού τα πάθη”

User comments

Φελλοί

Ζω ολομόναχη σ’ ένα τεράστιο σπίτι. Δεν υπάρχει κανείς να μου ξεκουμπώσει, στην πλάτη, τα ψηλά κουμπιά. Όταν δένω σφιχτά, το πρωί, την κορδελίτσα που φορώ στο λαιμό μου, δεν υπάρχει κανείς να τη χαλαρώσει το βράδυ. Παλεύω μονάχη μου μπροστά στον καθρέφτη. Τα νύχια μου ανάβουν. Οι κόρες των ματιών μου γίνονται δυο αχινοί. Τότε ο κόμπος, μονάχος του, χαλαρώνει. Γλιστρούν απ’ τα δάχτυλα τα σφιχτά δαχτυλίδια. Μαντίλια, σεντόνια, χαλαρώνουν σε σύννεφα μες στα συρτάρια. Φελλοί σφηνωμένοι στα μπουκάλια πετιούνται με φόρα.

*
Το δέντρο

Επειδή ήταν πολύ αγαπημένοι, όλη μέρα μπορούσαν να λεν σαχλαμάρες, χωρίς να πέφτουν απ’ τα κλαριά του πανύψηλου εκείνου δέντρου, όπου είχαν ανεβεί για να ’ναι μόνοι, ανάμεσα στους ωραίους καρπούς που ακίνητοι άκουγαν, με μιαν αμείωτη και συγκινημένη σοβαρότητα. Ύστερα έπαψαν ν’ αγαπιούνται, πιάσαν μια ατέλειωτη σοβαρή κουβέντα. Τότε το δέντρο τούς τίναξε κάτω μαζί με τους άλλους ανθρώπους. Αυτό το δέντρο δεν αστειεύεται, οι καρποί του είναι είρωνες, έχουν ειδικευτεί στη μετάφραση.

*

Το βραχιόλι

Λιγοστεύουν οι άνθρωποι. Μια γάτα νοίκιασε το αποκάτω σπίτι. Ένας κροκόδειλος άνοιξε ψυχιατρική κλινική, θα τις φάει λέει τις φιλίες μου, θα τις γιατρέψει. Σε ποιαν να χαρίσω το χρυσό αυτό βραχιόλι; Στο σπίτι που έμενε κάποτε η Π, εν’ άστρο έρχεται να μ’ ανοίξει την πόρτα, δεν φορώ εγώ βραχιόλια, μου λέει βιαστικά, λαμπυρίζοντας. Στο σπίτι της Π, μια τόση δα πυγολαμπίδα στέκει πίσω απ’ την πόρτα, δωσ’ το μου εμένα, μου λέει τρυφερά, θα το κάνω στεφάνι, θα πηδώ από μέσα καθώς τα λιοντάρια, θα δίνω παράσταση, θα πλουτίσω επιτέλους.
Έξω απ’ το σπίτι μου ένας ιβίσκος ψηλώνει, έχει πια φτάσει ως το παράθυρο, κοιτάζει μέσα με απληστία.

*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993.
(«Του Λιναριού τα πάθη» πρώτη έκδοση: Άγρα, 1986)
**Εμείς τα αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2016/04/blog-post_12.html

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Χωρὶς πυξίδα


Εἰκόνα: Edward Hopper, Automat (1927)

ΛΕΞΗ «μοναξιά» ἔπειτα ἀπὸ ἄλλη μιὰ ἀτελείωτη μέρα γεμάτη κούραση καὶ κακουχίες κι ἀμέτρητες ἐπισκέψεις ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ κατάμεστη ἀπὸ παράπονα συνειδητοποίησε πὼς ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὰ παρατήσει. Μόλις ἔκατσε στὸ γραφεῖο της καὶ χωρὶς νὰ τὸ σκεφτεῖ καθόλου ἔστειλε τὸ e-mail οἰκειοθελοῦς ἀποχώρησης, (οὔτε ποὺ θυμόταν πόσα χρόνια τὸ εἶχε ἀποθηκευμένο στὸ σκληρὸ δίσκο..), στὴν ἁρμόδια ὑπηρεσία λεξικῶν καὶ ἤπιε ἀνακουφισμένη μιὰ γερὴ γουλιὰ κόκκινου κρασιοῦ γαλλικῆς προελεύσεως.

Τὸ ἑπόμενο πρωί, πρὶν καλὰ καλὰ ξημερώσει, οἱ ἄνθρωποι ἔνιωσαν γιὰ πρώτη φορὰ πραγματικὰ μόνοι ἀλλὰ δὲ μποροῦσαν νὰ τὸ ποῦν πουθενά.

*Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δημήτρης Μιχελουδάκης (Ἀθήνα 1983) κατάγεται ἀπὸ τὴν Λευκάδα. Ἔχει συνεργαστεῖ μὲ διάφορα ἔντυπα καὶ ἠλεκτρονικὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Ἔχει ἐκδώσει τρεῖς ποιητικὲς συλλογὲς (τὶς δύο πρῶτες μὲ τὸ ψευδώνυμο Ε. Μύρων): Γράμμα στὴ μητέρα, (ἐκδ. Ἀρμίδα, 2019), Ὀριοβάτης, (ἐκδ. Ἀρμίδα, 2021) καὶ Συντηρητὴς οὐράνιων τόξων, (ἐκδ. Στίξις, 2022).

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2024/06/25/dimitris-micheloudakis-choris-pyksida/#like-16731

Νίκος Καχτίτσης, Ο Ήρωας της Γάνδης 

“Ο αναγνώστης θα θυμάται ότι στην εισαγωγή ενός πρόσφατου βιβλίου μας, με το οποίο δώσαμε στη δημοσιότητα, μεταφρασμένες από τα φλαμανδικά, τις τελευταίες σελίδες κάποιου Σ.Π., που είχε να δώσει λόγο για τις πράξεις του, αναφέραμε μ’ απογοήτευση πως στάθηκε αδύνατο ν’ ανακαλύψουμε το πραγματικό όνομα του συγγραφέα, παρ’ όλες τις ενέργειες που κάναμε, απευθυνόμενοι σε διάφορες αποικιακές αρχές της Αφρικής και της Ευρώπης. (…)

Βρισκόμαστε τώρα σε θέση να πληροφορήσουμε το φιλόμουσο ελληνικό κοινό, που με καταφανή αδημονία θα περιμένει να εκπληρώσουμε την υπόσχεσή μας, πως στο μεταξύ οι αγώνες μας καρποφόρησαν.”

Ήδη από το εισαγωγικό σημείωμα -που αποδίδεται στον εκδότη-, ο Καχτίτσης επιχειρεί να δημιουργήσει την απαραίτητη ένταση και να εξάψει την περιέργεια του αναγνώστη. Δε φείδεται μέτρου αναφερόμενος στην επιτυχία που γνώρισε η έκδοση του Εξώστη και τις έντονες συζητήσεις που προκάλεσαν οι αποκαλύψεις σχετικά με τις τελευταίες μέρες του Σ.Π. στην Αφρική. Υπό τις παραπάνω συνθήκες, ο εκδότης καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ανακαλύψει λεπτομέρειες γύρω από τον συγγραφέα του ημερολογίου και τελικώς δικαιώνεται. Μέσω ταχυδρομείου λαμβάνει πολύτιμα στοιχεία για τον ήρωα καθώς επίσης ανέκδοτα χειρόγραφα και αποκόμματα από εφημερίδες, με τα οποία και ολοκληρώνεται σε μεγάλο βαθμό η ιστορία του Σ.Π.

(Ο ήρωας της Γάνδης αποτελεί τη συνέχεια του Εξώστη και δύσκολα στέκει σαν αυτόνομη ανάγνωση. Αναπόφευκτα η παρουσίαση περιέχει αρκετά στοιχεία που είναι πιθανό να στερήσουν μέρος της απόλαυσης από τον επίδοξο αναγνώστη -εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση για τον Εξώστη- οπότε συνεχίζετε με δική σας ευθύνη!)

Το κουβάρι των στοιχείων αρχίζει να ξεδιπλώνεται με την αποκάλυψη του ονόματος του ήρωα που κρυβόταν πίσω από τα αρχικά Σ.Π., Στοππάκιος Παπένγκους.

Ο συντάκτης της επιστολής έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στο πλευρό της οικογένειας Παπένγκους. Ο πατέρας του δούλευε για χρόνια ως αμαξάς και του είχε παραχωρηθεί ένα μικρό σπίτι, για εκείνον και την οικογένειά του, δίπλα στην έπαυλη των Παπένγκους στη Γάνδη. Το στοιχείο αυτό προσδίδει αξιοπιστία στη μαρτυρία σχετικά με τη ζωή του Στοππάκιου και τις αιτίες που τον ανάγκασαν να φύγει κυνηγημένος στην Αφρική.

Ο Στοππάκιος, γόνος πλούσιας οικογένειας της Γάνδης, υπήρξε, σύμφωνα πάντα με τον αφηγητή, χαρακτηριστικό παράδειγμα κακομαθημένου νέου εξαιτίας της αδυναμίας που έτρεφε η μητέρα του, Σολάνζ, στον μονάκριβο υιό της. Κάθε επιθυμία του αποτελούσε διαταγή, το κόστος δε στάθηκε ποτέ εμπόδιο για τα καπρίτσια του. Φύση ανικανοποίητη, χαρακτηριζόταν από την τάχιστη απώλεια του όποιου ενδιαφέροντος του προκαλούσαν αρχικώς πρόσωπα, καταστάσεις ή πράγματα. Δημιουργούσε με τη φαντασία συνθήκες πρόσκαιρης ευτυχίας, ιδίως στον αισθηματικό τομέα. Σε νεαρή ηλικία θα αρρωστήσει βαριά και θα αναγκαστεί να περάσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα σε κάποιο ελβετικό σανατόριο. Καταλυτικό ρόλο στη ζωή του θα διαδραματίσει κατά τα φαινόμενα η σχέση του με το Χέλμουθ που υπήρξε παιδικός του φίλος. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο αφηγητής δε θα σταματήσει λεπτό να αφήνει αιχμές σχετικά με το ρόλο του Στοππάκιου στον πόλεμο και την πολιορκία της Γάνδης από τον εχθρό.

Όμως, στη σκιά του “ήρωα” στέκει ο αφηγητής. Περισσότερο θεατής της ζωής του Στοππάκιου, παρά κύριος της δικής του. Η καταγραφή της παρούσας επιστολής αποτελεί τη μεγάλη του στιγμή, την ευκαιρία του να βγει στην κεντρική σκηνή και να εκφράσει ελεύθερα και δίχως φόβο την άποψή του για τα γεγονότα, να ορίσει εκείνος για μια φορά τη ζωή του Στοππάκιου. Καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να κρύψει τα ποταπά συναισθήματα που τρέφει για το πρώην αφεντικό του καθώς τη μεγάλη αυτή στιγμή δε χωρούν μικρότητες, έχει το ύψιστο καθήκον να αποκαλύψει την αλήθεια, να φέρει στο φως τις σκοτεινές εκείνες σελίδες της ιστορίας του τόπου του.

Στο κείμενο είναι διαρκής η αίσθηση της συγγραφικής φάρσας, του κωμικού. Ο Καχτίτσης φροντίζει να ανανεώνει διαρκώς την αίσθηση ετούτη, κάτι το οποίο απουσίαζε εντελώς από τον Εξώστη ή τουλάχιστον κρυβόταν καλά πίσω από το μετα-καφκικό αίσθημα τρόμου που απέπνεαν οι νοτισμένες σελίδες από το ημερολόγιο του Σ.Π. Στον Ήρωα της Γάνδης αρκετά στοιχεία της υπόθεσης αποκτούν άλλη βαρύτητα και φλερτάρουν πότε με την παραβολή και πότε με την υπερβολή. Θα ήταν νομίζω ελλιπές να προσεγγίσει κάποιος το βιβλίο μόνο υπό το πρίσμα της προσωπογραφίας ή να μείνει πιστός στα όρια της ιστορίας.

Στον Ήρωα της Γάνδης δεν ολοκληρώνεται απλώς η ιστορία του Στοππάκιου, αλλά παίρνει και τελική μορφή το αρχικό όραμα του συγγραφέα. Σαφέστατο δείγμα μοντερνισμού, με μια υποβόσκουσα διάθεση ειρωνίας απέναντι στον αυστηρό ρεαλισμό. Ανοιχτό σε πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες πέραν της κεντρικής ιστορίας του Στοππάκιου, αναδεικνύει την ικανότητα του συγγραφέα στην υποβολή. Ιδιοφυώς προσωπικό παρά τη φαινομενική διάθεση του Καχτίτση να παραμείνει μακριά από την εμβέλεια του φωτός.

Η επανέκδοση του Εξώστη από τις Εκδόσεις Κίχλη αποτέλεσε την αφορμή να γνωρίσω αυτόν τον πραγματικά ξεχωριστό συγγραφέα. Ο Ήρωας της Γάνδης, σε άκοπο τόμο των Εκδόσεων στιγμή, ήταν μια ευχάριστη έκπληξη στη βιβλιοθήκη αγαπημένου συγγενικού προσώπου που δε δίστασε στιγμή να μου το εμπιστευτεί!

Εκδόσεις Στιγμή

*Σχετικός σύνδεσμος: https://no14me.blogspot.com/2013/03/blog-post_18.html?m=0&fbclid=IwAR2XuXRpt5pRYw9nsYeYONAMZShTyrcuzT-cVHh67J6EX_kH5Uozauu7jlo

Γιάννης Μανιάτης, Έμπα Εξόδου Εντός

Όπως σε χωνί χιόνι, ως λευκά βωβά πέρασαν χρόνια τόσα ιδιωτικά. Γωνίες γεμάτα γοητείες, ικανά πια βυθίσουν ό,τι πιο αμφιβολίας εις πυθμένα του όλα Τώρα. Τηλεφώνησα. Επέλεξα προβώ σε κάτι απροσδόκητο. Επέλεξα το απροσδόκητο να είσαι εσύ.
Μ’ ακούς; Γελάς ακόμη; Μπορείς; Κι εγώ, συμπληρώνω, δεν έπαψα να μπορώ γελώ … ίσως μάθαμε και οι δυο τον χορό μαρς στην πορεία ενός τόσο έκλυτου βίου… ίσως εκείνη η αρχικά συγχρονισμένη μας ταύτιση με το κέφι, εκείνη να πάτησε την απάντηση στο κάλεσμά σου, απαντάς σεμνά, σχεδόν σοβαρά.

  • Οπότε κουνιέται η κουβέντα, για πες. Υγεία και Κυρία καλά;
  • Τα δυο μας απαλά σε μια ήπια κατάθλιψη. Χάπι επάνω στο ψυγείο. Χάπι εντός λουτρού. Αλλά καλά. Οι γάτες γνωστά, μάσα και νύστα. Εσύ τους μετράς; Κάθησα μέτρησα τους μέχρι τώρα νεκρούς φίλους… πόσοι λες; 14! Άντρες – Γυναίκες.
  • Ναι ε; ποιοι δηλαδή;
  • Δεν θυμάμαι όνομα ουδέν. Τα ‘χω σβησμένα. Πες κάποιο γκρουπ εποχής και θα θυμηθώ.
  • Με δουλεύεις;
  • Καθόλου φίλε, τα χάπια είναι γόμα. Τι νόμισες… άσε τα νυχτικά σου ρομαντικά τώρα, για πες θυμάσαι τότε τις πεζοπορίες μας στην ολόφωτη Πατησίων ίσα πέρα μέχρι την Αλεξάνδρας, Εξάρχεια μέσα μετά, ίσα πάνω Κολωνάκι… Τσάρκες τάχα για μικροκλοπές …μινιατούρες αυτοκινήτων διπλοκλειδωμένες, άπιαστες στην Σκουφά κάπου γωνία θυμάσαι. Με άδεια χέρια πάντοτε, άφραγκοι, αποκαμωμένοι. Στάση κλασικά στα σκαλιά πολυκατοικίας ενός. Λόγια γέλια πειράγματα…
  • Ναι βέβαια, το μετεφηβικό δώμα των τελικών χαρακτήρων μας …
  • Πες το όπως θες ποιητά. Γι αυτό όμως απάντησα να ξέρεις, για τα παλιά. Με θες και κάτι άλλο;
  • Όχι μωρέ! Ζωές συμπίπτουν. Ζωές αποκόπτονται. Σκάφθηκα απλώς απροσδόκητα. Μηχανικά. Από τους τότε τόσους και τόσους είμαστε πια μόνον οι δυο. Σωστά;
  • Ορθά, ευθέως και πλαγίως. Λοιπόν. Σκασ’ το!!
  • Να, γελάω με ήχο καμιά φορά όταν τα σκέφτομαι όλα αυτά τα εκείνα. Τόση προσήλωση σε μια χρυσή αθώα αλητεία. Τι περιστατικά, εικονικές αυτοκτονίες, δακρύων διωγμοί. Μάγμα αγαλμάτων στα πάρκα. Πάρτι, σαλόνι, κουζίνα, μπάνιο. Παλτά στο Διπλό. Εραστές με πικάπ προστασίες. Ευθύνες ξενοιασιάς ρουτίνες κουπιά, ριπές ονείρων. Τα μωβ λάμπουν πλάι στα σκοτεινά, θυμάσαι; Στέκια παντού Τέντες μπαρ γειτονιάς κι εσύ πάντοτε ο θλιμμένος κλόουν … πνιγμένος στην κοδείνη των σιροπιών βήχα και στις ζεστές μπύρες του θλιμμένου ούζου.
    Να ρε, γελάω με ήχο ξανά … ‘συ να κλαίς στην αρχή και το τέλος – κάθε μα κάθε – βραδιάς. Να ξερνάς όσο οι άλλοι χορεύουν χουφτώματα φιλιά. Ο Μονήρης Ρωμαίος τού Σέξπυρ. Ωμό καβλόσπυρο ενοχών και οικογενειακής διαταραχής. Τα περνούσα αψηφητά, πάντα ήσουν ο γελαστός, συμπαθής, οξύνους ψίθυρος…
  • Πες με όπως θες. Πέρασε ο καιρός. Με προσπέρασα. Έσχισα τα Χίτλερ. Κάπα κάπα ψηφίζω τώρα. Ξεστραβώθηκα, από λαβυρίνθους γλύτωσα. Λαβώθηκα βέβαια, ακόμη κρυφοπίνω κανένα ζεστό δηλητήριο αλλά μέχρις εκεί. Ίσα να σταθώ… τζουρίτσες.
    «Πάνε τα πετάγματα, τα ανοίγματα και τα
    χάη αυλαίας χωρατά.
    Πάνε οπίσω μου βαθιά για βαθιά»
    Ρε Μανία Της, μήπως και γράφεις τίποτα νέο και ψαρεύεις υλικό, παλιολουκουμά; Τέτοιος πάντα, κρυψίνους λωποδύτης ψυχών. Λέγε, ετοιμάζεις κάτι μ’ όλα αυτά τα φαιδρά πού αδρά ενθυμούμαι – αλήθεια αδρά; Τολμάς να σκαλίζεις σκατά; Λέγε – Πες μου πως τολμάς.
  • Θα σού πω. Όταν η τελεία με κλειδώσει έξω από την Ιστορία, όταν μετά την υπογραφή … θα σού πω :
    «μπες εξόδου εντός»
    [πρόγευση του επικείμενου]
    Α ν α β ο ή

© γ-Μ
_ορμής Αρμοί

                                                                                       __2023

Richard Brautigan, Castle of the Snow Bride / Τὸ κά­στρο τῆς νύ­φης τοῦ χι­ο­νιοῦ

… ὅ,τι λεί­πει ἐ­δῶ εἶ­ναι πο­λὺ σπου­δαι­ό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι ἀ­κο­λου­θεῖ, δι­ό­τι αὐ­τὸ ποὺ ἀ­που­σιά­ζει εἶ­ναι τὸ φι­νά­λε μιᾶς ἰ­α­πω­νι­κῆς τσόν­τας μὲ τί­τλο Τὸ κά­στρο τῆς νύ­φης τοῦ χι­ο­νιοῦ. Ἡ ται­νί­α ἦ­ταν ἀ­πί­στευ­τα αἰ­σθη­σια­κή. Ἔ­πει­τα ἀ­π’ τὴν πα­ρα­κο­λού­θη­ση λί­γων μό­νο σκη­νῶν, ἡ στύ­ση μου ἔ­μοια­ζε μὲ τὴ στύ­ση ἐ­φή­βου. Ἦ­ταν φλο­γε­ρὴ καὶ ἀ­κα­νό­νι­στη, τρε­μό­παι­ζε ὅ­πως το­πί­ο στὴν καυ­τὴ ἔ­ρη­μο.
Οἱ ἠ­θο­ποι­οὶ στὴν ται­νί­α ἦ­ταν ἡ προ­σω­πο­ποί­η­ση τῆς ἀ­πό­λυ­της ὀ­μορ­φιᾶς, χά­ρης καὶ ἡ­δο­νῆς. Ἔ­κα­ναν πράγ­μα­τα ὁ­λο­έ­να πιὸ πο­λύ­πλο­κα, ὁ­λο­έ­να πιὸ εὐ­φάν­τα­στα.
Ἡ πί­ε­ση τῆς στύ­σης μου εἶ­χε φτά­σει στὸ ση­μεῖ­ο σχε­δὸν νὰ μὲ πε­τᾶ πρὸς τὰ πί­σω, κόν­τευ­α νὰ ἐ­κτο­ξευ­θῶ ἀ­π’ τὴ θέ­ση μου καὶ νὰ προ­σγει­ω­θῶ στὰ γό­να­τα τοῦ ἀν­θρώ­που ποὺ κα­θό­ταν πί­σω μου.
Τὸ κορ­μί μου παλ­λό­ταν ἀ­π’ τὸν ἴ­λιγ­γο τοῦ σὲξ σὰν δί­νη σὲ τρο­πι­κὴ θά­λασ­σα καὶ ὁ νοῦς μου πη­γαι­νο­ερ­χό­ταν σὰν τὸ χτύ­πη­μα πόρ­τας ποὺ δὲν στα­μα­τᾶ ν’ ἀ­νοι­γο­κλεί­νει.
Ἡ ται­νί­α προ­χω­ροῦ­σε ὅ­λο καὶ βα­θύ­τε­ρα σὲ πιὸ πε­ρί­τε­χνο καὶ φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ σέξ, στὸ τα­ξί­δι αὐ­τὸ μὲ προ­ο­ρι­σμὸ τὴν πλέ­ον αἰ­σθη­σια­κὴ ἐμ­πει­ρί­α πού ’­χα δεῖ ἢ φαν­τα­στεῖ πο­τέ μου. Λί­γο ἀ­κό­μη καὶ ὅ­λη ἡ προ­η­γού­με­νη ἐμ­πει­ρί­α μου στὸ σὲξ θά ’­μοια­ζε λὲς κι εἶ­χα πε­ρά­σει ὅ­λη μου τὴ ζω­ὴ νὰ δου­λεύ­ω λο­γι­στὴς σὲ μι­κρὴ ἑ­ται­ρεί­α ποὺ φτιά­χνει τοῦ­βλα καὶ πον­τι­κο­πα­γί­δες σὲ μιὰ πό­λη τό­σο ζο­φε­ρὴ καὶ μο­νό­το­νη, ποὺ δὲν ἔ­χει κὰν ὄ­νο­μα. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ ζοῦν ἐ­κεῖ ὅ­λο τὸ ἀ­να­βάλ­λουν καὶ πά­νω ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ χρό­νια δὲν τὴν ὀ­νο­μα­τί­ζουν.
«Θὰ πρέ­πει νὰ ὀ­νο­μα­τί­σου­με τὴν πό­λη αὐ­τὴ τοῦ χρό­νου», ἔ­τσι κά­πως τὸ ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν κι ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς θά ’­μοια­ζε ἡ σε­ξου­α­λι­κή μου ζω­ὴ συγ­κρι­νό­με­νη μὲ τὸ φι­νά­λε τῆς ται­νί­ας.
Εἶ­χαν μεί­νει ἐν­νέ­α λε­πτὰ γιὰ τὸ φι­νά­λε τῆς ται­νί­ας. Εἶ­χα συγ­κρα­τή­σει τὴν πλη­ρο­φο­ρί­α ἀ­π’ τὸ γκι­σέ. Ἡ ται­νί­α θὰ τε­λεί­ω­νε στὶς ἑ­φτὰ καὶ ἐν­νέ­α λε­πτὰ καὶ τὸ ρο­λό­ι τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου ἔ­δει­χνε ἑ­φτὰ ἀ­κρι­βῶς. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δέ­κα λε­πτὰ ἡ σε­ξου­α­λι­κή μου ζω­ὴ θὰ περ­νοῦ­σε στὴν ἀ­φά­νεια, θὰ γι­νό­ταν μου­σεια­κὸ εἶ­δος.
Οἱ ἐ­ρω­τι­κὲς πε­ρι­πτύ­ξεις τῶν γυ­ναι­κῶν μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου ἄρ­χι­σαν τώ­ρα νὰ με­τα­τρέ­πουν τὰ κα­θί­σμα­τα τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου σὲ ἀ­τμό. Ἦ­ταν ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα καὶ εὐ­χά­ρι­στη ἐμ­πει­ρί­α νὰ νι­ώ­θω τὸ κά­θι­σμά μου νὰ ἐ­ξα­τμί­ζε­ται ἀ­π’ τὴν ἡ­δο­νή.
Τό­τε συ­νέ­βη κά­τι ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ ση­κω­θῶ καὶ νὰ βγῶ στὸ φουα­γιέ. Ἡ δου­λειὰ ἦ­ταν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ση­μαν­τι­κή. Ἔ­πρε­πε νὰ γί­νει. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν ἀ­πο­φύ­γω. Ἐ­κεῖ τα πράγ­μα­τα ἄρ­χι­σαν κά­πως νὰ πε­ρι­πλέ­κον­ται μὲς στὴν ἀ­σά­φειά τους.
Ἴ­σως ση­κώ­θη­κα νὰ πά­ρω ἀ­να­ψυ­κτι­κὸ θε­ω­ρών­τας πὼς ἔ­χω ἀρ­κε­τὸ χρό­νο νὰ τὸ κά­νω καὶ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψω στὴν αἴ­θου­σα προ­τοῦ ἀρ­χί­σει ἡ τε­λευ­ταί­α ἐ­ρω­τι­κὴ σκη­νή, μπο­ρεῖ ὅ­μως καὶ κά­τι ἄλ­λο νὰ μὲ σή­κω­σε ἀ­π’ τὴ θέ­ση μου.
Μπο­ρεῖ νὰ θέ­λη­σα νὰ πά­ω στὴν του­α­λέ­τα ἢ νά ’­πρε­πε νὰ δώ­σω σὲ κά­ποι­ον ἕ­να πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ γράμ­μα κι εἴ­χα­με συμ­φω­νή­σει νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με στὸ φουα­γιὲ καὶ δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α πό­τε ξε­κι­νᾶ ἡ ται­νί­α ποὺ ἐ­πρό­κει­το νὰ μοῦ ἀ­πο­κα­λύ­ψει τὴν πιὸ θε­σπέ­σια ἐ­ρω­τι­κὴ σκη­νὴ ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν.
Τέ­λος πάν­των, ἔ­κα­να αὐ­τὸ πού ’­χα νὰ κά­νω στὸ φουα­γιὲ —ὅ,τι κι ἂν ἦ­ταν— κι ἔ­τρε­ξα μὲ φό­ρα στὴν αἴ­θου­σα γιὰ νὰ δῶ τὴν αὐ­λαί­α νὰ πέ­φτει στὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας μὲ τὸ μα­κρι­νὸ πλά­νο ἑ­νὸς κά­στρου τὴ δύ­ση πε­ρι­στοι­χι­σμέ­νου ἀ­πὸ κο­ρά­κια.
Τὰ φῶ­τα ἄ­να­ψαν γιὰ τὴν ἀ­νά­παυ­λα κι ἡ αἴ­θου­σα ἦ­ταν γε­μά­τη λι­πό­θυ­μους ἄν­τρες. Ὁ­ρι­σμέ­νοι ἦ­ταν σω­ρι­α­σμέ­νοι στοὺς δι­α­δρό­μους. Ὅ­λοι τους εἶ­χαν μιὰ ἔκ­φρα­ση εὐ­δαι­μο­νί­ας ζω­γρα­φι­σμέ­νη στὰ πρό­σω­πά τους, λὲς κι ὁ ἄγ­γε­λος τῆς ἡ­δο­νῆς τοὺς εἶ­χε ἀγ­γί­ξει ὅ­σο ἔ­κα­να ὅ,τι ἔ­κα­να.
Ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη, εὐ­τυ­χῶς ὅ­μως τὸ ἔρ­γο θὰ παι­ζό­ταν ἄλ­λη μιὰ μέ­ρα. Πῆ­γα στὸ σπί­τι ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος ζών­τας τὴν κό­λα­ση ἐ­πὶ γῆς. Ἡ νύ­χτα κύ­λη­σε σὰν πα­γω­μέ­νο νε­ρὸ ποὺ πέ­φτει στα­γό­να-στα­γό­να σὲ μιὰ πυ­ρέσ­σου­σα στύ­ση ποὺ κρά­τη­σε ὅ­λο τὸ βρά­δυ στὸν ὕ­πνο μου, πα­γι­δεύ­ον­τάς με σ’ ἕ­να κα­θε­στὼς τρο­με­ροῦ πό­νου.
Ἡ πρώ­τη προ­βο­λὴ τοῦ Κά­στρου τῆς νύ­φης τοῦ χι­ο­νιοῦ ἦ­ταν προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη γιὰ τὸ με­ση­μέ­ρι στὶς δώ­δε­κα καὶ ἕ­να λε­πτό. Τὸ πρω­ῒ πέ­ρα­σε σὰν μα­ϊ­μοὺ ποὺ πα­λεύ­ει νὰ χο­ρέ­ψει στὸν πά­γο.
Ὅ­ταν πῆ­γα στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο στὶς δώ­δε­κα πα­ρὰ τέ­ταρ­το, ὁ κι­νη­μα­το­γρά­φος εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ. Στὴ θέ­ση του ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ πάρ­κο μὲ παι­διὰ ποὺ παί­ζουν καὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους κα­θι­σμέ­νους σὲ παγ­κά­κια νὰ δι­α­βά­ζουν.
Ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ ρω­τή­σω γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ὅ­μως κα­νεὶς ἐ­κεῖ δὲν μι­λοῦ­σε ἀγ­γλι­κά. Μό­λις βρέ­θη­κε ἐ­πι­τέ­λους κά­ποι­ος ποὺ γνώ­ρι­ζε ἀγ­γλι­κά, μοῦ ’­πε μὲ ὕ­φος ἀ­πο­λο­γη­τι­κὸ ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας ἁ­πλὸς του­ρί­στας ἀ­π’ τὴν Ὀ­σά­κα, ἐ­πι­σκέ­πτε­ται πρώ­τη φο­ρὰ τὸ Τό­κιο καὶ δὲν ξέ­ρει τί­πο­τε γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο, ὅ­μως τὸ πάρ­κο εἶ­ναι πα­νέ­μορ­φο. Τοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ πού ’­χε τό­σα δέν­τρα.
Ἀρ­γό­τε­ρα συ­νάν­τη­σα ἀν­θρώ­πους μὲ κα­λὴ γνώ­ση τοῦ ἰ­α­πω­νι­κοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου. Τοὺς ρώ­τη­σα γιὰ τὸ Κά­στρο τῆς νύ­φης τοῦ χι­ο­νιοῦ. Δὲν τὸ εἶ­χαν ξα­να­κού­σει πο­τέ τους καὶ μὲ ρώ­τη­σαν ἂν εἶ­μαι σί­γου­ρος γιὰ τὸν τί­τλο.
Ναί, ἤ­μουν σί­γου­ρος. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὑ­πάρ­χει πα­ρὰ μό­νο ἕ­να Κά­στρο τῆς νύ­φης τοῦ χι­ο­νιοῦ. Δυ­στυ­χῶς δὲν μπό­ρε­σαν νὰ μὲ βο­η­θή­σουν. Ἰ­δοὺ λοι­πόν: Ὅ­λα εἶ­ναι ἐ­δῶ πέ­ρ’ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ λεί­πει.

*Πηγή: Richard Brautigan, The Tokyo-Montana Express, Λονδίνο, Picador (Pan Books), 1982 [πρώτη έκδοση: Νέα Υόρκη, Targ Editions, 1979].

**Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

***Μετάφραση ἀπό τὰ ἀγγλικά:
Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).

****Από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2023/09/03/richard-brautigan-to-kastro-tis-nyphis-tou-chioniou/#like-16230

Γιάννης Ε. Μανιάτης, Το Γάμμα* και η Θάλασσα

Αυτός που αγόρασε το τρεχαντήρι του Παφ είχε μόνον την ευκαιρία και το αντίτιμο. Κι ήταν μία η διαδρομή πού εκ των προτέρων γνώριζε. Σ΄αυτήν γνώρισε τον πρώτο ιδιοκτήτη, τον κάπτεν Πάφ. Έναν καθόλου ναυτικό και καθ’ όλα απρόβλεπτο κι ευχάριστο άνδρα.
«το νησί είναι μικρό κι η θάλασσα μεγάλη»
«ο παππούς μού ‘μαθε μόνο να ξεκινώ, να σταματώ, να στρίβω, να ψαρεύω»
«όλα στα μαθαίνουν οι επιβάτες κι οι διαδρομές»
Τέτοια φώναζε, γεμάτος ευθυμία σαν έβλεπε μπουρινάκι να ζυγώνει και χαμογελώντας, μού πάσερνε το πηδάλιο, δαγκώνοντας την σβηστή του πίπα.
Ο Παφ έδειχνε περισσότερο ενδιαφέρον για την καλή κατάσταση της βάρκας, παρά για τις φουρτούνες πού ηθελημένα και πανάκριβα διάβαινε, ικανοποιώντάς τους όλους.
«όπως πάντα, πάντα ό,τι κι ο πελάτης επιθυμώ»
Ο νέος ιδιοκτήτης είχε στη διάθεσή του ένα σκαρί από
«ξύλο, διαμάντια και σχοινιά, στην πένα ούλα»
Στην πρώτη του εγγραφή στο ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ είχε γράψει.
«Κατάφερα ν’ αποκτήσω επιτέλους την ΜΑΙΣΣΑ, αυτήν που πόθησα τρελά όταν ο κάπτεν Πάφ μού ζήτησε, στην τελευταία μας βόλτα εκείνου του καλοκαιριού, να κρατήσω το τιμόνι στην επιστροφή. Μεταφέραμε σφουγγάρια και πατάτες.
-Τι όνομα είν’ αυτό; ρώτησα.
Ο Παφ έλυνε κι έσφιγγε τα σχοινιά απ’ το φορτίο, η θάλασσα όλο και φούσκωνε, με κοιτούσε έντονα ευθεία στα μάτια χωρίς να μιλά.»
Ο νέος ιδιοκτήτης ξεφόρτωνε τις δερμάτινες αποσκευές τού μοναδικού του επιβάτη. Τις δικές μου.
«Αυγάτισαν για τα καλά πιά, τα πλεούμενα βλέπω, αλλά όποτε έρχομαι, πάντα ψάχνω το τρεχαντήρι του Παφ…» του είπα.
-Αλήθεια είναι, παραγίναμε πολλοί. Τον ήξερες;
«Τον είχα γνωρίσει, ναι. Και χωρίς να κάνει κάτι το ιδιαίτερο, μού έκανε αυτός ο άνθρωπος. Τι κάνει, πού είναι τώρα;»

-Πνίγηκε. Πάνε χρόνια.
«Πνίγηκε ο Παφ; Ατύχημα;»
-Δεν ξέρω. Μερικούς μήνες αφού μού είχε πουλήσει την ΜΑΓΙΣΣΑ, πεθύμησε τις διαδρομές και γύρισε πάλι πίσω. Αρχές χειμώνα…
«ΜΑΪΣΣΑ δε τόλεγε;»
-Θα σου πω. Ήρθε λοιπόν και με βρήκε για να του δώσω κάτι πού είχε ξεχάσει σε μια καβάντζα της πλώρης. Εκεί πού είχε τα σύνεργα ψαρικής και τ’ άδεια μπουκάλια τσίπουρου.
«τα φυλάω, είναι το ταχυδρομείο των ναυαγών»
«Τι είχε ξεχάσει;»
-Το ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ. Με βρήκε λοιπόν στον ΣΚΥΛΟ, το μικρό ουζάδικο στο μώλο και με ρώτησε αν το είχα κάπου κρατημένο. Τά ‘παμε, τά ‘πιαμε και κάποια στιγμή πετάχτηκα μέχρι την βάρκα για να του το φέρω. Είχε ψοφόκρυο, ψιλόβρεχε. Όταν γύρισα, άφαντος. Είχε πάει συντροφιά πληρώματος με κάτι παλιούς φίλους του ψαράδες ένα αγώι σφουγγάρια απέναντι.
«Αυτό το απέναντι του Παφ. Το θυμάμαι…»
«τ’ απέναντι δεν το φθάνουν τα χέρια, μονάχα ο Παφ κι ο νούς»
-Ναι, κάπου τόχω διαβάσει στο ΒΙΒΛΙΟ. Το απέναντι. Πνίγηκε. Είχε ζητήσει να τον δέσουν στο κατάρτι. Δεν ήξερε κολύμπι. Αυτά.
«Μάλιστα. Και τώρα εσύ έχεις την ΜΑΪΣΣΑ.»
-ΜΑΓΙΣΣΑ ήταν τ’ όνομα, αλλά είχε σβηστεί το Γάμμα. Ναι την έχω και δε ξέρω τι να την κάνω. Άλλα είχα στο μυαλό όταν την αγόρασα.
«Πάντως δεν ήταν μεγάλος…»
-Όχι.
«τα χρόνια μου τα κρύβω στις διαδρομές»
«Το έχεις;»
-Τόχω. Γράφω, με μολύβι πού και πού, μη και το χαλάσω. Αλλά πελάτες, επιβάτες και διαδρομές…Όλα πλέον μοιάζουν κι εγώ έχω βαρεθεί να μην μπορώ.
«Να μην μ π ο ρ ε ί ς;»

-Ναι. Να μην μπορώ να δω, ν’ αγγίξω, να γράψω στο ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ για το απέναντι. Βαρέθηκα.
«Κατάλαβα. Μού την πουλάς; Η κόρη μου θέλει με κάτι ν’ ασχοληθεί και δεν ξέρει με τι.»
-Γράφει;
«Όλοι γράφουν.»
-Γυναίκα πάνω στην ΜΑΓΙΣΣΑ! Μπαινοβγαίνω σ’ ένα ασφαλές δίπορτο αλλά δε βγάζει πουθενά…Δηλώνω αυτούσιο θύμα συνθηκών και ψυχικής ισορροπίας. Ναι την πουλάω, τη θες;
«Μαζί και το βιβλίο.»
-Δε πάει έτσι. Τον τρόπο προς την θάλασσα. Αυτόν βαρέθηκα, αυτόν πουλάω.
«λέξεις και θάλασσα, δεν πωλούνται»
«Δικαίωμά σου, όμως τι θα την κάνεις, τώρα πού όλες τους μοιάζουν; Έλα.»
-Όχι θες;
«Ναι θέλω» και γέλασα.
-Εγώ όμως μ’ όχι την αγόρασα την ΜΑΓΙΣΣΑ. Όχι πολλά. Άκου τι γράφει ο Παφ στο ΒΙΒΛΙΟ…
«αγκύλωμα ενός επανάληψη πολλών
δοκιμάζεις με την ακραία περίπτωση πρώτα
μετά βρίσκεις εύκολα τον δρόμο
«πιστεύω θα βρω διέξοδο»
«θ’ αφήσω χάρτη πίσω μου»
τίποτε όμως δεν συμβαίνει πιά εδώ-τι άλλο να συμβεί
η γραμμή ζωής μια τελεία απ’ τον θάνατο‘’
«Μάλιστα με τη ΜΑΓΙΣΣΑ. Κράτα την λοιπόν φίλε μου. Τ’ όνομά σου;»
-Όλοι με φωνάζουν Πούφ.
«Από το Παφ;»
-Όχι. Απ’ το ούφ.
© γ-Μ _ 2017
*Ο παράγοντας γ στην ειδική θεωρία της σχετικότητας
**Ο Γιάννης Ε. Μανιάτης γεννήθηκε το 1963 στη Στουτγάρδη. Το 1981 φτιάχνει τους METRO DECAY, όπου συμμετέχει σαν ντράμερ και στιχουργός στον δίσκο «ΥΠΕΡΒΑΣΗ» το 1984. Το 1993 κυκλοφορεί σε αριθμημένα αντίτυπα την ποιητική συλλογή «ΤΑ ΜΙΑΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ». Ακολουθεί μια συλλογή αφηγημάτων με τίτλο «ΕΚΑΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ». Το 2016 κυκλοφορεί το «Ειπωτά Τυπωτά Τίποτα». Tο 2018 το ποιητικό αφήγημα Κυανής Άμμου Κύβος. Ζει στην Αττική. Διατηρεί το giannismaniaths.blogspot.gr

Λεωνίδας Καζάσης, Εξαπίνης διαπίστωση – ομολογία

Ξεκίνησα από το πανδοχείο, όπου διέμενα έξω από την, Μονεμβασία, την συνηθισμένη ( μετά την κολύμβηση στη θάλασσα ), πεζοπορία, προς, την Μονεμβασία, προς ανεύρεσιν τροφής και, κατόπιν,την ανάβαση προς το κάστρο. Το απόγευμα εκείνο, το Σεπτεμβριάτικο, έτεινε προς το τέλος.

Η Μονεμβασία, με την άγρια, ατίθαση, μα γητευτική αρμονία της, παντεπόπτης καιρών, εποχών, διακυμάνσεων αλός αλαλαγμών, εθώπευε ιδιόρρυθμα την πλάση! Της θεάσεως ερωμένη αναντικατάστατη! Κι εγώ φιλόδοξος, υποψήφιος εραστής της, προσπαθούσα, με όλη την δύναμη των αισθήσεών μου, που, την νόηση δελέαζαν, να εισχωρήσω μέσα της, αφομοιώνοντας, μα τι λέω ; Αφομοιωνόμενος, αφομοιωμένος από αυτήν.

Καθώς αγνάντευα, πεζοπορώντας, ατενίζοντας ορίζοντες ουράνιους, θαλάσσιους, ορεσίβιους, μα ορεογράφους, απογειονώμενος από την ευτελή – αβίωτη του άστεως πραγματικότητα, από απόλαυση φτερουγίζοντας! Φθάνοντας στα πρώτα σπίτια, τής Μονεμβασίας, αντικρίζω ένα νεογέννητο γαλής χρώματος καφετή, αποχρώσεως ανοιχτής, ματωμένο στο πρόσωπο, να σπαρταρά στην μέση του ασφαλτοστρωμένου δρόμου. Συγκλονισμένος από το θέαμα τής ζωής που σπαρταρούσε, προσπαθώντας, από κάπου να κρατηθεί – αλλά, πάντα, θωρακισμένος, όπως ευθύς θα αποδειχθεί από την άστοργη – ανήλεη υπεροψία προς το ζωϊκό βασίλειο, με την οποίαν οι πολιτισμένοι γαλουχούνται – περπάτησα προς την μέση του δρόμου, ζυγώνοντας το ματωμένο νεογνό που ψυχορραγούσε. Έτσι, βλέποντας εμένα αποσβολωμένο, οι οδηγοί τών διερχομένων αυτοκινήτων ελάττωναν ταχύτητα, για να δουν τι είχε συμβεί, φεύγοντας αμέσως, με της λυπημένης περιέργειας την συγκαλυμμένη αδιαφορία.

Με μία δεύτερη σκέψη, και, παρατηρώντας την υπέρμετρη ταχύτητα των οδηγών, αντελείφθην, ότι, εάν παρέμενε το ψυχορραγούν γατάκι στην μέση του δρόμου, θα το αποτελείωναν οι οδηγοί των αυτοκινήτων που έτρεχαν – ελπίζοντας στης ταχύτητος τον ίλιγγο, για να βγουν στην έξοδο τής αδιέξοδης πραγματικότητος, που, επέλεξαν να ζουν – σβήνοντας και τις ελάχιστες ελπίδες ζωής, που, το νεογέννητο γατάκι είχε.
Πιάνοντάς το λοιπόν από την ουρά – η πρώτη απόδειξη τής σκληρής, απόμακρης διαθέσεώς μου, ενώ θα μπορούσα, να το πιάσω ζεστά από την ραχοκοκαλιά του μικρού σώματός του – σήκωσα της γαλής την γέννα, μεταφέροντάς την, από την μέση του ασφαλτόδρομου, στην γειτονική, χωμάτινη γη, και, αναίσχυντα ευφησυχασμένος, συνέχισα την πεζή πορεία μου, προς, την Μονεμβασία, επικοινωνώντας διά της περιττής, επιβλαβούς κινητής τηλεφωνίας με την εξαδέλφη μου, συνδιαλεγόμενος αρκετή ώρα μαζί της. Κατόπιν, ίσως, ασύνειδα, λόγω εντάσεως της συνδιαλέξεως με την εξαδέλφη μου, αλλά, και λόγω της συναισθηματικής φορτίσεως, τής εκπορευομένης τού προ ολίγης ώρας δραματικού συμβάντος, του οποίου μάρτυρας αυτόπτης υπήρξα, άλλαξα το πρόγραμμά μου, κατευθυνόμενος προς το κάστρο, διανύοντας μία διαδρομή συναισθηματικής – πνευματικής εγρηγόρσεως, όπως η ανάβασις έως την είσοδο του κάστρου την καθιστά.

Φθάνοντας στην είσοδο, την διέβην. Μπαίνοντας στο κάστρο, και, ατενίζοντας από τα διάφορα σημεία του τους εμπνευστές ορίζοντες, βγήκα από αυτό, κατηφορίζοντας, προς την νεώτερη Μονεμβασία, προς αναζήτησιν τροφής και κορεσμού της πείνας μου.

Καθώς κατέβαινα, σκέψεις οχληρές, αιχμηρές άρχισαν, να κεντρίζουν την συνείδησή μου: “Εάν το νεογέννητο αυτό πλάσμα προερχόταν από ανθρώπινο θηλυκό, θα το εγκατέλειπες, μεταφέροντάς το στο χώμα, αφήνοντάς το, αιμόφυρτο να ψυχορραγεί; Σε ερωτώ, θα το εγκατέλειπες; Ασφαλώς όχι! Θα έτρεχες σαν τρελός, παίρνοντάς το στην αγκαλιά σου, και, θα ζητούσες, επίμονα, και, εάν χρειαζόταν, αγρίως, απειλητικώς, βοήθεια.
Όμως, αυτό το πλάσμα προέρχεται από μία γαλή και όχι από άνθρωπο, γι’ αυτό, πολύ του είναι, που, το τράβηξες από τον βέβαιο θάνατο του ασφαλτόδρομου, ρίχνοντάς το στο χώμα, αφήνοντάς το!
Ο υπεροπτικός, εγκληματικός ρατσισμός μου σε όλο το μεγαλείο του!
Άλλο ο άνθρωπος, άλλο το ζώο! Η ανθρώπινη ζωή αξίζει πολύ περισσότερο από την ζωή ενός ζώου, γι’ αυτό άλλωστε με κοιτούν, απορώντας – εάν όχι μειδιώντας μέσα τους – όταν λέγω, ότι εδώ και ένα χρόνο διατρέφομαι αναίμακτα, δίχως αίμα και πόνο ζώων”.

Δυστυχώς, αυτή η σκέψη υποτιμήσεως της ζωής και της παρουσίας των συνοίκων μας – μελών του ζωϊκού βασιλείου στον πλανήτη που, σε ιδεολογία έχει αναχθεί, με κατηύθυνε ακόμη, και, όταν η συνείδησή μου επενέβη, ώστε να αποφασίσω, να επιστρέψω στο γατάκι, διακομίζοντάς το.

Θα επέστρεφα στο γατάκι, αφού πρώτα απολάμβανα το φαγητό, και τα εύγευστα παγωτά ζαχαροπλαστείου στο κέντρο τής εκτός κάστρου Μονεμβασίας, και, αφού, θα είχαν περάσει, τουλάχιστον, τρεις ώρες από την στιγμή που βρήκα το γατάκι ετοιμοθάνατο.

Η εγκληματική – ρατσιστική ολιγωρία τής ανθρωπιάς μου!

Είχα βέβαια τής αντιφάσεως το θράσος, αφού έφθασα στο κέντρο τής Μονεμβασίας, πριν καθίσω να φάω, να ρωτώ στα φαρμακεία και τους περαστικούς, εάν υπάρχουν προϋποθέσεις ιατρικής περιθάλψεώς του, στην Μονεμβασία.

Όταν εγεύθην τα παγωτά, εξιστορώντας το περιστατικό στην εργαζόμενη στο ζαχαροπλαστείο, της εζήτησα μία χάρτινη σακούλα, μέσα στην οποία θα έβαζα το γατάκι – εάν το εύρισκα και, εφ’ όσον παρέμενε ζωντανό – την ρώτησα επίσης, εάν μπορούσε και, εάν ήξερε, να του προσφέρει τις πρώτες βοήθειες. Εκείνη μου είπε, ότι θα προσπαθούσε, να βρει κάποιον που να ξέρει, να το φροντίσει, ότι λυπόταν πολύ το γατάκι, αλλά δεν ήταν έτοιμη η ίδια, ώστε να σταθεί κοντά του, φροντίζοντάς το.

Έτσι παίρνοντας την χάρτινη σακούλα και έχοντας, για την καθημερινή, νυχτερινή πεζοπορία επιστροφής στο πανδοχείο, πάντα, φακό μαζί μου, ξεκίνησα για το σημείο, όπου το απόγευμα, είχα αφήσει το πληγωμένο, αιμόφυρτο, ψυχορραγούν γατάκι.

Η ένοχη ολιγωρία μου τώρα ανησυχούσε, τρόμαζε εμπρός στο αμείλικτο ερώτημα, εάν, και σε ποιά κατάσταση θα εύρισκα το γατάκι.

Μετά από αργό, ανιχνευτικό μέσα στη νύχτα περπάτημα μισής ώρας, βρήκα το γατάκι να ψυχορραγεί, όπως το είχα αφήσει.

Άφωνος από χαράς συγκίνηση ένοχη, το έβαλα στην χάρτινη του ζαχαροπλαστείου σακούλα και, κοιτώντας επίμονα στον σκοτεινό ουρανό, άρχισα, να βαδίζω προς το ζαχαροπλαστείο. Όταν έφθασα, είπα στην ζαχαροπλάστησα ζωηρά: “Το βρήκα ζωντανό ευτυχώς! Μήπως υπάρχει κάποιος που μπορεί, να το βοηθήσει;” Η εργαζόμενη μου έδειξε μία κυρία που καθόταν στις εξωτερικές καρέκλες του ζαχαροπλαστείου,συνομιλώντας με δύο γνωστούς της, λέγοντάς μου: “Αυτή η κυρία έχει για κατοικίδιο, γάτα, και, ασφαλώς, μπορεί, να βοηθήσει”.

Πλησίασα την κυρία, και της είπα, όσα συνέβησαν, δίνοντάς της την σακούλα, όπου είχα βάλει το ψυχορραγούν γατάκι.

“Σας φαίνομαι αστείος, που κλαίω για ένα γατάκι”, αποκρίθηκα, όταν ο ένας από τους δύο ομοτράπεζους τής κυρίας έκρυψε το πρόσωπό του, γελώντας με την φωνή μου, που, από τις εντάσεις, τής ενοχής μου από την μία, και τη λύτρωση από την χαρά που βρήκα το γατάκι ζωντανό από την άλλη, έχασε την πεποίθησή της και, αδύναμη παρέπαιε. Την ίδια στιγμή, η κυρία Νίκη, ψηλαφώντας το κεφάλι του νεογνού, είπε ότι είχε κρανιοεγκεφαλική κάκωση, και, πιθανόν, σε μερικές μέρες να κατέληγε. Προθυμοποιήθηκε, να το κρατήσει λίγες μέρες, παράσχοντας σε αυτό τις πρώτες βοήθειες, και, έπειτα, να το έστελνε στον κτηνίατρο, που είχε την έδρα του, στην γειτονική Νεάπολη.

Την ευχαρίστησα, και, μείναμε σύμφωνοι, να πάω την άλλη μέρα, να το δω. Την επομένη πήγα στον εργασιακό χώρο, της κυρίας Νίκης, και είδα το γατάκι, καθαρισμένο από τα αίματα, μέσα σε ένα χάρτινο “υποστατικό”, όπου εντός του υπήρχαν κούπες με νερό και τροφή. Η κυρία Νίκη, καθάρισε με οξυζενέ το πρόσωπο του νεογνού από τα αίματα, του έδωσε υγρή αντιβίωση, νερό διά σύριγγος, πολτοποιημένη τροφή και κορτιζόνη, για να μην πονά. Μου είπε δε, ότι θα κρατούσε το γατάκι στον εργασιακό χώρο της, αφού, πρώτα θα το εξέταζε ο κτηνίατρος.

Μετά από δύο μέρες μετέφερε το γατάκι, στην Νεάπολη, όπου ασκούσε το λειτούργημά του ο κτηνίατρος. Ο κτηνίατρος συμφώνησε με την εξ αγάπης φροντίδα προς τα ζώα, πείρας γνωμάτευση, της κυρίας Νίκης, περί κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως, η οποία αιμάτωμα προκάλεσε. Έδωσε στο γατάκι και αυτός αντιβίωση, αφού του έβαλε ορό ενδοφλεβίως, αλλά το γατάκι κλυδωνιζόταν εκ νέου από υποθερμία’ ήταν ημερών, ζήτημα, εάν είχε κλείσει μήνα σε αυτή την ζωή, που δεν την άντεξε.

9/2022